Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2007

ΠΛΑΤΩΝ. "ΠΡΩΤΑΓΟΡΑΣ"

ΠΛΑΤΩΝΑ «ΠΡΩΤΑΓΟΡΑΣ»
ΕΝΟΤΗΤΑ 2Η
ΚΕΙΜΕΝΟ - ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Ήταν κάποτε καιρός, που υπήρχαν θεοί δεν υπήρχαν όμως θνητά όντα (ζώα).
῏Ην γάρ πο­τε χρό­νος ὅ­τε θε­οὶ μὲν ἦ­σαν, οὐκ ἦν δὲ θνη­τὰ γέ­νη.

Και όταν ήρθε και γι αυτά ο καθορισμένος χρόνος από τη μοίρα για τη γέννησή τους,
ἐ­πει­δὴ δὲ ἦλ­θεν καὶ τού­τοις εἱ­μαρ­μέ­νος χρό­νος γε­νέ­σε­ως,

τα πλάθουν οι θεοί στο εσωτερικό της γης αφού ανακάτεψαν χώμα και φωτιά,
τυ­ποῦ­σιν αὐ­τὰ θε­οὶ γῆς ἔν­δον μεί­ξα­ντες ἐκ γῆς καὶ πυ­ρὸς

και με εκείνα που μπορούν να ενωθούν με τη φωτιά και το χώμα.
καὶ τῶν ὅ­σα κε­ράν­νυ­ται πυ­ρὶ καὶ γῇ.

Και όταν επρόκειτο να τα φέρουν στο φως, διέταξαν
ἐ­πει­δὴ δ' ἔ­μελ­λον ἄ­γειν αὐ­τὰ πρὸς φῶς, προ­σέ­τα­ξαν

τον Προμηθέα και τον Επιμηθέα να τα στολίσουν και να μοιράσουν δυνάμεις
Προ­μη­θεῖ καὶ ᾿Ε­πι­μη­θεῖ κο­σμῆ­σαί τε καὶ νεῖ­μαι δυ­νά­μεις

στο καθένα όπως ταιριάζει. Ο Επιμηθέας όμως παρακαλεί τον Προμηθέα
ἑ­κά­στοις ὡς πρέ­πει. ᾿Ε­πι­μη­θεὺς δὲ πα­ραι­τεῖ­ται Προ­μη­θέ­α

να κάνει μόνος του τη μοιρασιά (ο Επιμηθέας)˙ και μόλις κάνω εγώ τη μοιρασιά, είπε,
αὐ­τὸς νεῖ­μαι, “Νεί­μα­ντος δέ μου,” ἔ­φη,

κάνε επιθεώρηση ˙ και έτσι αφού τον έπεισε, κάνει τη μοιρασιά.
“ἐ­πί­σκε­ψαι·” καὶ οὕ­τω πεί­σας νέ­μει.

Ενώ μοίραζε λοιπόν, σε άλλα έδινε δύναμη χωρίς ταχύτητα,
νέ­μων δὲ τοῖς μὲν προ­σῆ­πτεν ἰ­σχὺν ἄ­νευ τά­χους,

και τα πιο αδύνατα τα εφοδίαζε με ταχύτητα ˙ και σε άλλα έδινε όπλα,
τοὺς δ' ἀ­σθε­νε­στέ­ρους ἐ­κό­σμει τά­χει · τοὺς δὲ ὥ­πλι­ζε,

και σε άλλα επειδή έδινε οργανισμό χωρίς όπλα, σοφιζόταν κάποια άλλη δύναμη
τοῖς δ' δι­δοὺς φύ­σιν ἄ­ο­πλον ἐ­μη­χα­νᾶ­το ἄλ­λην τι­ν' δύ­να­μιν

για τη σωτηρία τους ˙ όσα δηλαδή από αυτά περιόριζε σε μικρό σώμα
εἰς σω­τη­ρί­αν αὐ­τοῖς. ἃ μὲν γὰρ αὐ­τῶν ἤ­μπι­σχεν σμι­κρό­τη­τι,

τους μοίραζε φτερά για να πετούν ή υπόγεια κατοικία ˙
ἔ­νε­μεν πτη­νὸν φυ­γὴν ἢ κα­τά­γει­ον οἴ­κη­σιν·

και όσα έκανε μεγαλόσωμα με αυτό το ίδιο (χάρισμα) εξασφάλιζε τη σωτηρία τους˙
ἃ δὲ ηὖ­ξε με­γέ­θει, τῷ­δε αὐ­τῷ αὐ­τὰ ἔ­σῳ­ζεν·

και τα άλλα (χαρίσματα) κάνοντάς τα ισοδύναμα με αυτόν τον τρόπο τα μοίραζε˙
καὶ τἆλ­λα ἐ­πα­νι­σῶν οὕ­τως ἔ­νε­μεν.

και επινοούσε αυτά επειδή έπαιρνε τα μέτρα του μήπως κάποιο γένος εξαφανιστεί ˙
ταῦ­τα δὲ ἐ­μη­χα­νᾶ­το εὐ­λά­βει­αν ἔ­χων μή τι γέ­νος ἀϊ­στω­θεί­η·

και αφού εφοδίασε αυτά με όλα τα μέσα για να αποφύγουν την αλλολοεξόντωση,
ἐ­πει­δὴ δὲ ἐ­πήρ­κε­σε αὐ­τοῖς δι­α­φυ­γὰς ἀλ­λη­λο­φθο­ρι­ῶν,

σοφιζόταν ευκολίες για τις μεταβολές του καιρού από το Δία
ἐ­μη­χα­νᾶ­το εὐ­μά­ρει­αν πρὸς τὰς ἐκ Δι­ὸς ὥ­ρας

ντύνοντάς τα και με πυκνά τριχώματα και με γερά δέρματα,
ἀμ­φι­εν­νὺς αὐ­τὰ πυ­κναῖς τε θρι­ξὶν καὶ στε­ρε­οῖς δέρ­μα­σιν,

ικανά για να αντιμετωπίσουν την κακοκαιρία, αλλά κατάλληλα και για τις ζέστες,
ἱ­κα­νοῖς μὲν ἀ­μῦ­ναι χει­μῶ­να, δυ­να­τοῖς δὲ καὶ καύ­μα­τα,

και όταν πηγαίνουν στις φωλιές τους, αυτά τα ίδια να χρησιμεύουν στο καθένα
καὶ ἰ­οῦ­σιν εἰς εὐ­νὰς ὅ­πως τὰ αὐ­τὰ ταῦ­τα ὑ­πάρ­χοι ἑ­κά­στῳ

σαν στρώμα και σκέπασμα και ταιριαστό και δοσμένο από τη φύση,
στρω­μνὴ οἰ­κεί­α τε καὶ αὐ­το­φυ­ὴς ·

και ποδένοντάς τα άλλα με νύχια
καὶ ὑ­πο­δῶν τὰ μὲν ὁ­πλαῖς, τὰ δὲ [θρι­ξὶν καὶ]

και άλλα με στερεά και χωρίς αίμα δέρματα.
στε­ρε­οῖς καὶ ἀ­ναί­μοις δέρ­μα­σιν.

Ακόμη εξασφάλιζε τροφές διαφορετικές στο κάθε γένος,
τοὐ­ντεῦ­θεν ἐ­ξε­πό­ρι­ζεν τρο­φὰς ἄλ­λοις ἄλ­λας,

σε άλλα χορτάρι από τη γη, σε άλλα καρπούς από τα δέντρα και σε άλλα ρίζες.
τοῖς μὲν ἐκ γῆς βο­τά­νην, ἄλ­λοις δὲ δέν­δρων καρ­πούς, τοῖς δὲ ῥί­ζας·

Σε μερικά ωστόσο επέτρεψε να χρησιμεύει ως τροφή η σάρκα άλλων ζώων ˙
ἔ­στι δ' οἷς ἔ­δω­κεν εἶ­ναι τρο­φὴν βο­ράν ζῴ­ων ἄλ­λων ·

και σε αυτά έδωσε την ιδιότητα να γεννούν λίγους απογόνους,
καὶ τοῖς μὲν προ­σῆ­ψε ὀ­λι­γο­γο­νί­αν,

ενώ σε εκείνα που τρώγονταν από αυτά να γεννούν πολλούς,
τοῖς δ' ἀ­να­λι­σκο­μέ­νοις ὑ­πὸ τού­των πο­λυ­γο­νί­αν,

προσπαθώντας έτσι να εξασφαλίσει σωτηρία για το γένος τους.
πο­ρί­ζων σω­τη­ρί­αν τῷ γέ­νει .

Δεν υπάρχουν σχόλια: