Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2007

Περί Ειρήνης και πολέμου

ΕΙΡΗΝΗ – ΠΟΛΕΜΟΣ

Ειρήνη
· Διαπροσωπική, Διακρατική = ομαλή συνύπαρξη ατόμων & λαών
· Κατάκτηση ησυχίας, γαλήνης, τάξης & ασφάλειας από κάθε εσωτερικό & εξωτερικό εχθρό.
· Η κατάσταση που εγγυάται ποιότητα ζωής, και όχι απλά η απουσία πολέμου.

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ


Α) ΛΑΤΡΕΥΟΤΑΝ ΩΣ ΘΕΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ


Þ Kόρη του Δία & της Θέμιδας, αδερφή της Ευνομίας & της Δίκης
Þ Γλυπτό: η Ειρήνη με τον πλούτο και το κέρας της Αμάλθειας
Þ «Περί Ειρήνης»: Αριστοφάνης, Δημοσθένης, Ισοκράτης

Β) ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΓΙΑ ΕΔΡΑΙΩΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ ΑΠΟ ΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΧΡΟΝΙΑ

q Αμφικτυονίες
q Χρυσός αιώνας
q Pax Romana

Γ) ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ ΔΙΕΘΝΩΣ ΑΠΟ ΤΑ ΤΕΛΗ ΤΟΥ 19ου ΑΙΩΝΑ


® Σύσταση Κ.Τ.Ε.
® Σύσταση Ο.Η.Ε
® ΝΑΤΟ – Σύμφωνο Βαρσοβίας

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΕΙΡΗΝΙΚΗΣ ΣΥΝΥΠΑΡΞΗΣ

Α. ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ
1. πνευματική καλλιέργεια
2. σεβασμός στην αξία του ανθρώπου
3. ελευθερία
4. δημιουργικότητα
5. διατήρηση παράδοσης
6. ανταλλαγή γνώσεων και πολιτιστικών πληροφοριών διεθνώς
7. πρόοδος επιστημών –τεχνών – γραμμάτων
8. ολόπλευρη ανάπτυξη του πολιτισμού
9. δυνατότητα βελτίωσης του ανθρώπου


Β. ΗΘΙΚΟΣ ΒΙΟΣ
1. ικανοποίηση ηθικών αναγκών
2. γόνιμο έδαφος για την καλλιέργεια υψηλών ιδανικών
3. αισθητική καλλιέργεια
4. εμπιστοσύνη – αλληλοκατανόηση – συνεργασία
5. αγάπη – ευτυχία
6. αίσθημα ασφάλειας


Γ. ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ
1. ομαλή λειτουργία κοινωνικων θεσμων
2. δημοκρατικοι θεσμοι
3. ανεξαρτησια – αυτονομια κρατων
4. αγωνας για επιτευξη κοινων στοχων
5. δημιουργια συνεκτικων δεσμων
6. αναπτυξη διαπροσωπικων σχεσεων
7. εργασια


Δ. ΥΛΙΚΟΣ ΒΙΟΣ
1. επιστημονικα επιτευγματα
2. παραγωγικοτητα – δημιουργικοτητα
3. αναπτυξη γεωργιας – εμποριου…
4. υγεια – μακροζωία
5. εποικοδομητικα – πολιτιστικα εργα
6. ανοδος βιοτικου επιπεδου


Πόλεμος

· Η ένοπλη σύγκρουση κάποιων ομάδων (εθνών, κρατών, φατριών, πολιτών μιας χώρας…) κατά την οποία λαμβάνουν χώρα εχθροπραξίες, συνήθως μεγάλης έκτασης, διάρκειας και σημασίας.
· Κάθε μορφή οξείας διαφωνίας με βίαια μέσα, ακόμη και στον πνευματικό ή ψυχολογικό τομέα.

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ

Όλη η ιστορία της ανθρωπότητας είναι γεμάτη από πολέμους και αιματοχυσίες.

ΜΟΡΦΕΣ ΚΑΙ ΣΚΟΠΟΙ ΠΟΛΕΜΟΥ
1. επιθετικός (κατακτητικός – αποικιακός)
2. αμυντικός – εθνικοαπελευθερωτικός
3. εμφύλιος


ΑΙΤΙΑ – ΚΙΝΗΤΡΑ
1. οικονομικά (δια την των χρημάτων κτήσιν, δια πλεονεξίαν δια φιλότιμον)
2. απληστία
3. επιθυμία για απόκτηση δύναμης, θέσης, γοήτρου
4. εθνικισμός – ρατσισμός
5. ιδεολογικοί φανατισμοί
6. θρησκευτικά
7. πολιτιστική κρίση – κρίση αξιών, επικράτηση υλισμού
8. μίσος (HOMO HOMINI LUPUS)

ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΣΗ ΠΟΛΕΜΟΥ:
Οι μόνοι πόλεμοι που δικαιολογούνται ηθικά είναι οι αμυντικοί και οι εθνικοαπελευθερωτικοί:
Υπεράσπιση Εθνικής ανεξαρτησίας – Εθνικής ταυτότητας
Υπεράσπιση της ζωής, τιμής και περιουσίας.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΠΟΛΕΜΟΥ


Α. ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ
1. πνευματική κατάπτωση
2. πολιτιστική κρίση
3. καθυστέρηση τεχνών – γραμμάτων
4. επιστημονική μονομέρεια
5. καλλιέργεια φόβου, απανθρωπιάς, κτηνωδίας
6. έλλειψη σεβασμού για την ανθρώπινη ζωή και τις πνευματικές κατακτήσεις της ανθρωπότητας


Β. ΗΘΙΚΟΣ ΒΙΟΣ
1. έλλειψη ηθικής ισορροπίας
2. έλλειψη στόχων και ιδανικών
3. παθητικότητα
4. επικράτηση συμφερόντων
5. κλίμα διχόνοιας, μίσους
6. ανθρώπινη δυστυχία, απογοήτευση, αγωνία, ανασφάλεια
7. αδιαφορία για εσωτερική καλλιέργεια
8. παραβίαση ηθικών αρχών
9. φθορά συνείδησης
10. ενστικτώδης ζωή – κυνισμός
11. φθορά λέξεων , ιδεών: επένδυση καταστάσεων αρνητικών με λέξεις υψηλού περιεχομένου – καπηλεία εννοιών


Γ. ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΒΙΟΣ
1. δυσλειτουργία κοινωνικών θεσμών
2. παραμέληση παιδείας
3. οπισθοδρόμηση πολιτισμού
4. συντελούνται δημογραφικές, γεωγραφικές ανακατατάξεις με βίαιο τρόπο
5. επικράτηση βίας
6. κρίση στις διαπροσωπικές σχέσεις
7. οικολογική καταστροφή
8. αλλοίωση κοινωνικής συνείδησης
9. παρεμπόδιση δημιουργικότητας, άρση συνεργασίας, κατάργηση επικοινωνίας, κερδοσκοπία


Δ. ΥΛΙΚΟΣ ΒΙΟΣ
1. κατάρρευση οικονομίας
2. άθλιο βιοτικό επίπεδο
3. καταστροφή έργων – μνημείων
4. δραματική μείωση πληθυσμού
5. τεράστιες υλικές ζημιές


ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΕΔΡΑΙΩΣΗ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ


ΟΙ ΗΓΕΤΕΣ
1. καλλιέργεια συνεργασίας των λαών
2. ανάληψη πρωτοβουλιών σχετικών με την ειρήνη
3. ειλικρινής διάλογος
4. διαλλακτικότητα
5. περιορισμός ιμπεριαλιστικών διαθέσεων
6. μείωση εξοπλισμών – αφοπλισμός
7. εγκατάλειψη των πολεμικών βιομηχανιών
8. φιλειρηνική εκπαίδευση:
· γνώση
· παράδειγμα
· αντίκρουση ατομικισμού
· απόδειξη του παραλογισμού του πολέμου
· διαπαιδαγώγηση με τα ιδανικά του Δικαίου και της Ειρήνη


ΟΙ ΑΠΛΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ
1. ευαισθητοποίηση και άσκηση πίεσης προς τους ρυθμιστές της τύχης των λαών
2. άμεση δραστηριοποίηση όλων
3. συμμετοχή σε ειρηνιστικά κινήματα
4. διαφώτιση – διαπαιδαγώγηση
5. καταπολέμηση προκαταλήψεων και φανατισμού
6. κατάκτηση εσωτερικής ειρήνης

Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2007

Θουκυδίδου Ξυγγραφή

Θουκυδίδου Ξυγγραφή

Θέμα 1ο

…ἅμα ἦρι ἀρχομένῳ Θηβαίων ἄνδρες ὀλίγῳ πλείους τριακοσίων …

ἐσῆλθον περὶ πρῶτον ὕπνον ξὺν ὅπλοις ἐς Πλάταιαν τῆς Βοιωτίας

οὖσαν ᾿Αθηναίων ξυμμαχίδα. ἐπηγάγοντο δὲ καὶ ἀνέῳξαν τὰς πύλας

Πλαταιῶν ἄνδρες, Ναυκλείδης τε καὶ οἱ μετ' αὐτοῦ, βουλόμενοι ἰδίας

ἕνεκα δυνάμεως ἄνδρας τε τῶν πολιτῶν τοὺς σφίσιν ὑπεναντίους

διαφθεῖραι καὶ τὴν πόλιν Θηβαίοις προσποιῆσαι…. προϊδόντες γὰρ

οἱ Θηβαῖοι ὅτι ἔσοιτο ὁ πόλεμος ἐβούλοντο τὴν Πλάταιαν αἰεὶ σφίσι

διάφορον οὖσαν ἔτι ἐν εἰρήνῃ τε καὶ τοῦ πολέμου μήπω φανεροῦ

καθεστῶτος προκαταλαβεῖν. ᾗ καὶ ῥᾷον ἔλαθον ἐσελθόντες, φυλακῆς

οὐ προκαθεστηκυίας. θέμενοι δὲ ἐς τὴν ἀγορὰν τὰ ὅπλα τοῖς μὲν

ἐπαγαγομένοις οὐκ ἐπείθοντο ὥστε εὐθὺς ἔργου ἔχεσθαι καὶ ἰέναι

ἐπὶ τὰς οἰκίας τῶν ἐχθρῶν, γνώμην δ' ἐποιοῦντο κηρύγμασί τε

χρήσασθαι ἐπιτηδείοις καὶ ἐς ξύμβασιν μᾶλλον καὶ φιλίαν τὴν πόλιν

ἀγαγεῖν (καὶ ἀνεῖπεν ὁ κῆρυξ, εἴ τις βούλεται κατὰ τὰ πάτρια τῶν

πάντων Βοιωτῶν ξυμμαχεῖν, τίθεσθαι παρ' αὑτοὺς τὰ ὅπλα),

νομίζοντες σφίσι ῥᾳδίως τούτῳ τῷ τρόπῳ προσχωρήσειν τὴν πόλιν.

[3] οἱ δὲ Πλαταιῆς ὡς ᾔσθοντο ἔνδον τε ὄντας τοὺς Θηβαίους καὶ

ἐξαπιναίως κατειλημμένην τὴν πόλιν, καταδείσαντες καὶ νομίσαντες

πολλῷ πλείους ἐσεληλυθέναι (οὐ γὰρ ἑώρων ἐν τῇ νυκτί)

πρὸς ξύμβασιν ἐχώρησαν καὶ τοὺς λόγους δεξάμενοι ἡσύχαζον,

ἄλλως τε καὶ ἐπειδὴ ἐς οὐδένα οὐδὲν ἐνεωτέριζον.

πράσσοντες δέ πως ταῦτα κατενόησαν οὐ πολλοὺς τοὺς Θηβαίους

ὄντας καὶ ἐνόμισαν ἐπιθέμενοι ῥᾳδίως κρατήσειν·


ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ

¨ ἅμα ἦρι ἀρχομένῳ = με τον ερχομό της Άνοιξης (ιδιόμορφη δοτ. απολ. αντί γενικής απόλυτης)

τό ἒαρ
του ἒαρος & ἦρος
τω ἒαρι & ἦρι
το ἒαρ
ω ἒαρ


¨ ἐσῆλθον = ρ. εἲσειμι = εισβάλλω, εισέρχομαι
¨ περὶ πρῶτον ὕπνον = μόλις βράδιασε
¨ ἐπηγάγοντο = ρ. ἐπάγομαι = προσκαλώ
¨ τοὺς σφίσιν ὑπεναντίους = τους εχθρούς τους
συνώνυμα:
διάφορος
ἀλλότριος
ἀντίος – ὑπενάντιος - ὑπεναντίος
ἐνάντιος
ἐχθρός
¨ προσποιοῦμαι = προσαρτώ
¨ προϊδόντες = ρ. προορῶ = προβλέπω
¨ ᾗ = δοτικοφανές επίρ. του τόπου
¨ ἔλαθον ἐσελθόντες = εισέβαλαν απαρατήρητοι (κρυφά)
¨ τίθεμαι τά όπλα = παρατάσσομαι ένοπλος
¨ ἔργου ἔχομαι = αναλαμβάνω δράση
¨ γνώμην ποιοῦμαι = αποφασίζω
¨ χρῶμαι ἐπιτηδείοις κηρύγμασι = χρησιμοποιώ λόγια φιλικά
¨ ξύμβασις = συνθηκολόγηση
¨ ἀνεῖπεν = ρ. ἀναγορεύω= μιλώ δυνατά δημόσια (βροντοφωνάζω)
¨ αἰσθάνομαι + αιτιατ. = μαθαίνω
¨ ἐξαπιναίως = ξαφνικά
¨ καταδείσαντες = επειδή κατατρόμαξαν
¨ (οὐ γὰρ ἑώρων ἐν τῇ νυκτί) = κύρια παρενθετική πρόταση
¨ ἄλλως τε καὶ ἐπειδὴ = και για άλλους λόγους και επειδή
¨ νεωτερίζω = κάνω κάτι κακό
¨ ἐπιθέμενοι = υποθετική μτχ. (εξάρτηση από μέλλοντα)

Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2007

ΠΛΑΤΩΝ. "ΠΡΩΤΑΓΟΡΑΣ" - ΕΝΟΤΗΤΑ 3η

Ενότητα 3η

Επειδή όμως δεν ήταν και τόσο σοφός ο Επιμηθέας,
ἅ­τε δὴ οὖν ὢν οὐ πά­νυ τι σο­φὸς ὁ ᾿Ε­πι­μη­θεὺς

χωρίς να το καταλάβει ξόδεψε τις δυνάμεις στα άλογα ζώα˙
ἔ­λα­θεν αὑ­τὸν κα­τα­να­λώ­σας τὰς δυ­νά­μεις εἰς τὰ ἄ­λο­γα·

του έμενε ακόμα ατακτοποίητο το γένος των ανθρώπων,
λοι­πὸν δὴ ἀ­κό­σμη­τον ἔ­τι αὐ­τῷ ἦν τὸ ἀν­θρώ­πων γέ­νος,

και βρισκόταν σε αμηχανία τι να το κάμει˙
καὶ ἠ­πό­ρει ὅ­,τι χρή­σαι­το.


και ενώ αυτός βρισκόταν σε αμηχανία έρχεται ο Προμηθέας
ἀ­πο­ροῦ­ντι δὲ αὐ­τῷ ἔρ­χε­ται Προ­μη­θεὺς

να επιθεωρήσει τη μοιρασιά, και βλέπει ότι τα άλλα ζώα ήταν εφοδιασμένα
ἐ­πι­σκε­ψό­με­νος τὴν νο­μήν, καὶ ὁ­ρᾷ τὰ μὲν ἄλ­λα ζῷ­α ἐμ­με­λῶς

με όλα τα κατάλληλα μέσα, τον άνθρωπο όμως γυμνό και ξυπόλητο
πά­ντων ἔ­χο­ντα, τὸν δὲ ἄν­θρω­πον γυ­μνόν τε καὶ ἀ­νυ­πό­δη­τον

και χωρίς στρώμα και χωρίς όπλα˙
καὶ ἄ­στρω­τον καὶ ἄ­ο­πλον·


ωστόσο έφτανε πια και η καθορισμένη από τη μοίρα ημέρα,
ἤ­δη δὲ πα­ρῆν καὶ ἡ εἱ­μαρ­μέ­νη ἡ­μέ­ρα,

κατά την οποία έπρεπε και ο άνθρωπος να βγει από τη γη στο φως.
ἐν ᾗ ἔ­δει καὶ ἄν­θρω­πον ἐ­ξι­έ­ναι ἐκ γῆς εἰς φῶς.

Επειδή λοιπόν βρισκόταν σε δύσκολη θέση ο Προμηθέας,
ἀ­πο­ρί­ᾳ οὖν σχό­με­νος ὁ Προ­μη­θεὺς

ποια τάχα σωτηρία να βρει για τον άνθρωπο,
ἥ­ντι­να σω­τη­ρί­αν εὕ­ροι τῷ ἀν­θρώ­πῳ,

αποφασίζει να κλέψει την τέχνη του Ήφαιστου και της Αθηνάς (τη συνδυασμένη)
κλέ­πτει τὴν ἔ­ντε­χνον σο­φί­αν ῾Η­φαί­στου καὶ ᾿Α­θη­νᾶς

–με τη φωτιά – γιατί ήταν αδύνατο να αποκτηθεί αυτή από κάποιον
σὺν πυ­ρί –ἀ­μή­χα­νον γὰρ ἦν γε­νέ­σθαι αὐ­τὴν κτη­τήν τῳ

ή να χρησιμοποιηθεί χωρίς τη φωτιά- κι έτσι λοιπόν τη δωρίζει στον άνθρωπο.
ἢ χρη­σί­μην ἄ­νευ πυ­ρὸς– καὶ οὕ­τω δὴ δω­ρεῖ­ται ἀν­θρώ­πῳ.

Τη σοφία του λοιπόν για να ζήσει, έτσι την απέκτησε ο άνθρωπος,
τὴν μὲν οὖν πε­ρὶ τὸν βί­ον σο­φί­αν ταύ­τῃ ἔ­σχεν ἄν­θρω­πος ,

την πολιτική τέχνη όμως δεν την είχε˙ γιατί αυτή βρισκόταν στα χέρια του Δία˙
τὴν δὲ πο­λι­τι­κὴν οὐκ εἶ­χεν· ἦν γὰρ πα­ρὰ τῷ Δι­ί.

και στον Προμηθέα δεν επιτρεπόταν πια να μπει στην Ακρόπολη,
τῷ δὲ Προ­μη­θεῖ οὐ­κέ­τι ἐ­νε­χώ­ρει εἰ­σελ­θεῖν εἰς μὲν τὴν ἀ­κρό­πο­λιν

την κατοικία του Δία˙ εξάλλου και οι φρουροί του Δία ήταν φοβεροί˙
τὴν τοῦ Δι­ὸς οἴ­κη­σιν –πρὸς δὲ καὶ αἱ Δι­ὸς φυ­λα­καὶ φο­βε­ραὶ ἦ­σαν–

μπαίνει λοιπόν κρυφά στο σπίτι της Αθηνάς και του Ήφαιστου
λα­θὼν δὲ εἰ­σέρ­χε­ται εἰς τὸ οἴ­κη­μα τῆς ᾿Α­θη­νᾶς καὶ ῾Η­φαί­στου

που το είχαν μαζί, μέσα στο οποίο ασκούσαν με αγάπη τις τέχνες,
τὸ κοι­νόν, ἐν ᾧ ἐ­φι­λο­τε­χνεί­την,

και αφού έκλεψε την τέχνη με φωτιά του Ήφαιστου
καὶ κλέ­ψας τήν τε ἔ­μπυ­ρον τέ­χνην τὴν τοῦ ῾Η­φαί­στου

και την άλλη της Αθηνάς, τις δίνει στον άνθρωπο.
καὶ τὴν ἄλ­λην τὴν τῆς ᾿Α­θη­νᾶς δί­δω­σιν ἀν­θρώ­πῳ,

Και από αυτό εξασφαλίζονται βέβαια για τον άνθρωπο πλούσια μέσα για τη ζωή του,
καὶ ἐκ τού­του γί­γνε­ται μὲν ἀν­θρώ­πῳ εὐ­πο­ρί­α τοῦ βί­ου,

ο Προμηθέας όμως εξαιτίας του Επιμηθέα, έπειτα, καθώς λέγεται,
Προ­μη­θέ­α δὲ δι­' ᾿Ε­πι­μη­θέ­α ὕ­στε­ρον, ᾗ­περ λέ­γε­ται,

πέρασε από δίκη για κλοπή.
κλο­πῆς δί­κη με­τῆλ­θεν.

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ ΑΤΤΙΚΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ
ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ
λέξεις - φράσεις - δικανικοί όροι
Επιμέλεια: Β. Δ.

ἀβίωτος: αφόρητος.
ἀβίωτον ἐστί τινι: ο βίος είναι ανυπόφορος σε κάποιον.
ἀγαθός: ευγενής, καλός, ανδρείος.
ἄριστος: ευγενής.
τύχῃ ἀγαθῇ: με το καλό.
ἀγαθὰ φρονῶ: έχω καλά αισθήματα.
ἀγαθὰ πάσχω: ευεργετούμαι.
ἀγαθὰ ποιῶ: ευεργετώ.
ἀγαπητῶς: πρόθυμα, με κόπο, μόλις και με τα βίας.
ἀγγέλλω πόλεμον: κηρύττω πόλεμον.
ἀγνοοῦμαι: είμαι άγνωστος, δεν γίνομαι αντιληπτός.
ἀγνὼς εἰμὶ τινός: αγνοώ κάποιον.
ἀγοραίος: αυτός που περνάει την ώρα του στην αγορά.
ἀγοραία ἡμέρα: δικάσιμη.
ἀγορεύω: δημηγορώ.
ἄγχιστος: ο πάρα πολύ κοντινός.
ἄγω: οδηγώ, πορεύομαι, διοικώ.
ἄγω καὶ φέρω: λεηλατώ, μεταφέρω.
ἄγω ἑορτήν: εορτάζω.
ἄγω θυσίαν: θυσιάζω.
ἄγω εἰρήνην: ησυχάζω.
ἄγω τείχος: κατασκευάζω τείχος.
ἄδειαν ἄγω: είμαι σε ασφάλεια.
ἄγομαι φόνου: κατηγορούμαι για φόνο.
ἄγω τινὰ τιμιώτερον: αποδίδω σε κάποιον μεγαλύτερη αξία, υπερεκτιμώ.
ἀγὼν λόγων: καιρός για λόγους.
ἀγὼν μάχης: καιρός για μάχη.
καθίστημι τινά εἰς ἀγῶνα: μπλέκω κάποιον σε δίκη.
ἀγωνίζομαι: προσπαθώ, διεξάγω αγώνα.
ἀγωνίζομαι γραφὴν (ή δίκην): διεξάγω δικαστικό αγώνα.
ὁ ἀγωνιζόμενος: ο κατηγορούμενος.
οἱ ἀγωνιζόμενοι: οι διάδικοι.
ἀδεῶς: άφοβα.
ἄρχω χειρῶν ἀδίκων: αρχίζω πρώτος να αδικώ.
ἀδύνατος λέγειν: μέτριος ρήτορας.
ἀθυμέω-ῶ: είμαι απογοητευμένος, στεναχωριέμαι.
ἄθυμος: στεναχωρημένος, απογοητευμένος.
ἀθύμως ἔχω: χάνω το θάρρος μου.
αἰκίζομαι: βλάπτω, προσβάλλω.
αἴρεσις: άλωση, κατοχή, εκλογή.
αἴρεσιν δίδωμι: παρέχω το δικαίωμα της εκλογής.
αἴρεσιν λαμβάνω: έχω το δικαίωμα της εκλογής.
αἱρέω-ῶ: λαμβάνω, καταλαμβάνω, αιχμαλωτίζω.
αἱροῦμαι: λαμβάνω, εκλέγομαι, προτιμώ.
αἱροῦμαι γνώμην: αποδέχομαι γνώμη.
αἴρω: υψώνω, απομακρύνω, μεταφέρω.
αἴρομαι κίνδυνον: αναλαμβάνω τον κίνδυνο.
δίκην παρὰ τινός αἴρομαι: εκδικούμαι κάποιον.
αἴσθησιν ἔχω τινός: έχω αντίληψη κάποιου.
αἰτία: αίτιο, αφορμή, κατηγορία.
αἰτίαν ἔχω ἤ ὑπέχω: κατηγορούμαι.
ἐν αἰτίᾳ ἔχω τινά: κατηγορώ, θεωρώ κάποιον ένοχο.
ἀπολύω τινά τῆς αἰτίας: απαλλάσσω κάποιον από την κατηγορία.
αἰτιάομαι-ῶμαι: κατηγορώ, προφασίζομαι.
αἰωροῦμαι τὴν ψυχήν: αμφιταλαντεύομαι ψυχικά.
ἐν ἀκαρεῖ: σε μια στιγμή.
ἀκινδύνως ἔχω: δε διατρέχω κίνδυνο.
ἀκμάζω: είμαι ακμαίος, ισχυρός.
ἀκμάζει: είναι κατάλληλη στιγμή.
εὖ ἀκούω: επαινούμαι.
κακῶς ἀκούω: κακολογούμαι.
ἄκρᾳ: κορυφή, ύψωμα, ακρωτήριο.
κατ' ἄκρας: εξ’ ολοκλήρου.
ἄκριτος: συγκεχυμένος, αδίστακτος.
ἄκυρον ποιῶ τὸ ἀξίωμα: μειώνω την εξουσία.
οἱ ἀλήθειαν ἀσκοῦντες: οι φιλαλήθεις.
ἅλις: αρκετά.
ἁλίσκομαι: συλλαμβάνομαι, κυριεύομαι.
ἄλλῃ: κατ’ άλλο τρόπο, σε άλλα μέρη.
ὁ ἄλλος χρόνος: το παρελθόν.
ἀλλότριος: ξένος.
ἀλλοτρίως διάκειμαι ή ἔχω πρός τινά: έχω εχθρική διάθεση απέναντι σε κάποιον.
ἀμαθῶς ἔχω: έχω άγνοια.
ἁμαρτάνω: βλάπτω, διαπράττω αδίκημα.
ἁμαρτάνω τῆς γνώμης τινός: διαψεύδω τη γνώμη κάποιου.
ἐπ' ἀμφότερα ἔχω: ταλαντεύομαι.
ἁμῶς γέ πως: κατά κάποιον τρόπο.
ἁμῶς γέ που: σε κάποιο μέρος.
ἀναγκαῖος: αναπόφευκτος.
τὰ ἀναγκαῖα: τα προς το ζην.
ἐν ἀνάγκῃ ἔχομαι: πιέζομαι από ανάγκη.
ἀνάγω: μεταφέρω.
ἀνάγω (ή ἀνάγομαι) ναῦν: αποπλέω, ανοίγομαι στο πέλαγος.
ἀνακρούω: εμποδίζω.
καταγιγνώσκω τινός ἀνανδρία: θεωρώ κάποιον άνανδρο.
ἀνάστατος γίγνομαι: καταστρέφομαι, ερημώνομαι, αναστατώνομαι.
ἀνελπίστως ἔχω: είμαι απελπισμένος.
ἀνθάπτομαι: προσβάλλω, επιχειρώ.
ἀνίημι: αφήνω, εγκαταλείπω.
ἀνίημι τὴν φυλακήν: χαλαρώνω τον αποκλεισμό.
ἀντέχω περί τινος: επιμένω σε κάτι.
ἀντίος: αντιμέτωπος.
ἀντίπαλον δέος: ο φόβος των εχθρών.
ἀντιποιῶ: ανταποδίδω.
ἀντίπρωρος: αντιμέτωπος.
ἀντίρροπος: ισόρροπος, ισοβαρής.
ὡς ἀνυστόν: όσο το δυνατόν.
οἱ ἄνω χρόνοι: το παρελθόν.
οἱ ἄνωθεν: οι πρόγονοι.
πολλοῦ ἄξιος: αξιόλογος.
οὐδενὸς ἄξιος: ασήμαντος.
ἄξιός εἰμι: δικαιούμαι.
ἀπαθής: αβλαβής, αναίσθητος.
ἀπεῖπον: αρνήθηκα.
ἀπεῖπον + απρφτ: απαγόρευσα.
ἀπεῖπον + μτχ: κουράστηκα.
ἀπειρημένον: το απαγορευμένο.
ὡς ἁπλῶς εἰπεῖν: για να το πω γενικά.
τὸ ἀποβαῖνον: το αποτέλεσμα.
ἀποδείκνυμι νόμον: δημοσιεύω νόμον.
ἀποδίδωμι τὰ ὀνόματα: ανακοινώνω τα ονόματα.
ἀποκνέω-ῶ: από φόβο αποφεύγω.
ἀποκνῶ τὸν πλοῦν: αναβάλλω την εκστρατεία από φόβο.
ἀπόμισθος: απλήρωτος.
ποιῶ τινα ἀπόμισθον: απολύω κάποιον χωρίς καταβολή μισθού.
ἀπορία: δυσκολία, στεναχώρια, έλλειψη.
εἰς ἀπορίαν καθίσταμαι: περιέρχομαι σε δύσκολη θέση.
ἐν ἀπόροις εἰμί: βρίσκομαι εν μέσω δυσχερειών.
ἀποστερέω-ῶ: αφαιρώ, αρπάζω.
ἀποτρέπομαι: αποσύρομαι.
ἀποτρέπομαι ἄλλην ὁδόν: στρέφομαι σε άλλη οδό.
ἀποχρῶμαι τινα: φονεύω κάποιον.
ἅπτομαι: αγγίζω, εξετάζω.
ἅπτομαι τῶν πολιτικῶν πραγμάτων: αναμειγνύομαι στα πολιτικά.
ἀργύριον: χρήματα, τεμάχιο αργύρου.
σκοπῶ τὸ λυσιτελέστατον πρὸς ἀργύριον: αποβλέπω προς το οικονομικά ωφέλιμο.
ἄρνυμαι: κερδίζω, αποκομίζω.
ἄρχομαι: εξουσιάζομαι.
σφόδρα ἄρχομαι: καταπιέζομαι ως πολίτης.
ἀσύμφορον: ζημία.
ἄτιμος: ο στερηθείς των πολιτικών δικαιωμάτων.
ἄτιμον τινά ποιοῦμαι: τιμωρώ κάποιον στερώντας του τα πολιτικά δικαιώματα.
αὐτόματος θάνατος: φυσικός θάνατος.
ἐπὶ πᾶν ἀφικνοῦμαι: δοκιμάζω κάθε μέσο.
βαθύνω τὴν φάλαγγα: αυξάνω το βάθος της φάλαγγας.
βαρὺς εἰμί τινι: είμαι ενοχλητικός σε κάποιον.
βίᾳ πάσχω: ασκείται εναντίον μου βία.
πρὸς τὸ βίαιον: διά της βίας.
βλασφημία: κακολογία.
ἀπολύομαι τὰς βλασφημίας: διαλύω τις κατηγορίες.
βούλομαι τά τινος: έχω τα φρονήματα κάποιου.
τὸ βουλόμενον: η επιθυμία.
τὶ βούλεται ταῦτα;: τι σημαίνουν αυτά;
βραχύς: μικρός, σύντομος.
ὡς ἐν βραχεῖ εἰπεῖν: για ναμην πολυλογώ.
γείνομαι: γεννιέμαι.
οἱ γεινάμενοι: οι γονείς.
ὁ ἐγγύτατα γένους: ο στενός συγγενής.
γίγνομαι ἐπί τινι: περιέρχομαι στην εξουσία κάποιου.
γίγνομαι ὑπό τινι: υποτάσσομαι σε κάποιον.
γιγνόμενοι δασμοί: εισπραττόμενοι φόροι.
οὕτω γιγνώσκω: τέτοια γνώμη έχω σχηματίσει.
γιγνώσκω τὰ δίκαια: λαμβάνω δίκαιη απόφαση.
προσέχω τὴν γνώμην: στρέφω την προσοχή.
τοιαύταις γνώμαις χρῶμαι: έχω τέτοιες αντιλήψεις.
ἡττῶμαι τῇ γνώμῃ: χάνω το θάρρος μου.
γνωρίμως ἔχω: διάκειμαι φιλικά.
δαίμων: θεός, μοίρα.
σὺν δαίμονι: κατά τύχη.
δαμοσία σκηνή: σκηνή του βασιλιά της Σπάρτης.
οἱ περὶ τὴν δαμοσίαν: το συμβούλιο του βασιλιά.
τὰ δεινά: οι συμφορές.
ἐν δεινῷ εἰμι: βρίσκομαι σε δύσκολη θέση.
δεξιὰς δόντες καὶ λαβόντες: ανταλλάξαντες χειραψία μετά διαβεβαιώσεων
δεξιὰς φέρω: φέρω διαβεβαιώσεις.
δεῖ: είναι ανάγκη.
δεῖ τινος: υπάρχει έλλειψη κάποιου.
τὰ δέοντα: τα πρέποντα, το καθήκον.
δέομαι: παρακαλώ, στερούμαι.
δέομαι βίου: έχω ανάγκη να κερδίσω τη ζωή μου.
δημοσίᾳ: με δαπάνες του δημοσίου.
διαγιγνώσκω: ξεχωρίζω, διακρίνω, αποφασίζω.
διεγνωσμένη κρίσις: ειλημμένη απόφαση, αυτή που έχει παρθεί.
διάγνωσιν ποιοῦμαι: εκδίδω απόφαση.
δίαιτα: τρόπος ζωής.
διαιτῶμαι ἀφθόνως: ζω πλουσίως.
διακρούομαι τὸ δοῦναι δίκην: διαφεύγω την τιμωρία.
διαμένω ὤν: συνεχώς είμαι.
διάνοιαν: νους, πνεύμα, ιδέα.
ἀνθρώπινη διάνοια: ανθρώπινη λογική.
διαψήφισις: ψηφοφορία, απόφαση.
τὰ πρὸς ἀλλήλους δίκαια: οι αμοιβαίες υποχρεώσεις.
ἐπὶ πᾶσι τοῖς δικαίοις: με κάθε ειλικρίνεια.
τὰ δίκαια πράττω: ασκώ τη δικαιοσύνη.
δίκη: δικαιοσύνη.
ἐσχάτη δίκη: μέγιστη τιμωρία.
δίκην δίδωμι: τιμωρούμαι.
δίκην λαμβάνω: τιμωρώ.
δίκην ὀφλισκάνω: καταδικάζομαι.
δίκην ὑπέχω: υποβάλλομαι σε δίκη.
ἀγωνίζομαι δίκην: υπερασπίζω δικαστική υπόθεση.
δίδωμι δίκας ἴσας καὶ ὁμοίας: δικάζω με βάση την ισονομία.
ὁ διώκων: ο κατήγορος.
ὁ διωκόμενος: ο κατηγορούμενος.
εὖ ή κακῶς δρῶ τινα: ευεργετώ ή βλάπτω κάποιον.
εὖ δεδραγμένα: κατορθώματα.
δύναμις: επιρροή, ικανότητα.
εἰμὶ ἐν δυνάμει: έχω στα χέρια μου την εξουσία.
τὸ κατὰ δύναμιν εἶναι: όσο είναι δυνατό.
δυναστεία: κυριαρχία, εξουσία.
ἐκβάλλω τὴν δυναστείαν: καταλύω τη βασιλεία.
τὰ δύσφορα: οι θλίψεις, οι δυστυχίες.
ἐγκαλέω-ῶ: κατηγορώ.
ἴδια ἐγκλήματα: ιδιωτικά συμφέροντα.
ἔγωγε: εγώ τουλάχιστον.
τὸ κατ' ἐμέ: όσο εξαρτάται από μένα.
ἐθίζω: συνηθίζω κάποιον να…
ἐθίζομαι: συνηθίζω εγώ να…
εἰκάζω: απεικονίζω, συμπεραίνω, παρομοιάζω.
ὡς εἰκάσαι: όσο μπορεί κανείς να μαντεύσει.
τὸ νῦν εἶναι: τώρα.
τὸ σήμερον εἶναι: σήμερα.
ἐν τινί ἐστι: εξαρτάται από κάποιον.
ἔστιν ὅστις: κάποιος.
οὐκ ἔστιν ὅστις: κανείς.
ἔστιν ὅπως: κάπως.
οὐκ ἔστιν ὅπως: με κανέναν τρόπο.
ἐσόμενοι: μεταγενέστεροι.
εἰμὶ ἀπό τινος: είμαι μακριά από κάποιον.
εἰμὶ ἐπί τινα: είμαι εναντίον κάποιου.
εἰσαγγέλλω τινά: καταγγέλλω κάποιον.
εἰσαγγέλλω τινί τι: αναγγέλλω κάτι σε κάποιον.
εἰσέρχεται τινά: έρχεται στο νου κάποιου.
εἴωθα: συνηθίζω.
τὸ εἰωθός: η συνήθεια.
ἐγκαλοῦμαι τὴν ὀργήν: διεγείρω την οργή.
ἐκφαίνω πόλεμον: κηρύττω πόλεμον.
ἐκφεύγω δίκην: αθωώνομαι.
ἐλαύνω: οδηγώ, προχωρώ έφιππος.
εἰς τοσοῦτον ἐλαύνω: προχωρώ μέχρι σ’ αυτό το σημείο.
ἐμπίπτω: εισορμώ, προσβάλλω, επιτίθεμαι.
ἐναγώνιοι θεοί: οι επόπτες των αγώνων.
ἔννοια: σκέψη, σκόπος.
ἐντείνω: τεντώνω, επιμένω.
ἐξαγώγιμα: τα εξαγόμενα προϊόντα.
ἔξαρνός εἰμι: αρνούμαι.
ἐξηγέομαι-οῦμαι: είμαι αρχηγός, διοικώ.
ἐξηγοῦμαι ἀγαθόν τί τινα: ως οδηγός παρέχω ωφέλιμη υπηρεσία.
ἐπαναχωρέω-ῶ: επανέρχομαι, αποσύρομαι.
ἐπαναχωρέω-ῶ εἰς τοὔμπαλιν: επιστρέφω.
ἐπέκεινα: πέρα (επιρρηματική σημασία).
οἱ ἐπέκεινα: οι προγενέστεροι (σαν επιθετικός προσδιορισμός).
ἐπέχω: αναβάλλω, εμποδίζω, συγκρατώ.
ἐπέχω ὧν ὥρμηκα: αναβάλλω τα σχέδιά μου
ἐπιβολή: τοποθέτηση, πρόστιμο.
ἐπιβουλή: εχθρική ενέργεια, σχέδιο εναντίον κάποιου.
ἐπίκουρος: βοηθός, σύμμαχος.
ἐπιμέλειαν ποιοῦμαι: φροντίζω.
ἐπιτήδειος: κατάλληλος.
ἐπιτίμιος: αυτός που γίνεται προς τιμήν κάποιου.
ἐπίτιμος: ο έχων πολιτικά δικαιώματα.
ἐργάζομαι χρήματα: αποκτώ χρήματα.
ἔργῳ: εμπράκτως.
ἔρχομαι εἰς τὰ παραγγελλόμενα: υπακούω.
διὰ πάντων τῶν καλῶν ἐλήλυθα: εκπλήρωσα όλα τα καθήκοντα.
εἰς ὀργὰς ἔρχομαί τινι: οργίζομαι με κάποιον.
εὐωχία: ευθυμία σε συμπόσιο.
ἐφικνοῦμαι τῷ λόγῳ: προσεγγίζω την αλήθεια.
ἔχω + απρφτ: μπορώ να…
οὐκ ἔχω ὅπως: δε γνωρίζω ή αγνοώ πως…
λόγος (κατ)ἔχει: διαδίδεται, υπάρχει φήμη.
ὀργὴν ἔχω: προκαλώ.
συγγνώμην ἔχω: συγχωρώ.
ζημία: βλάβη, ποινή, τιμωρία.
ἡβάω-ῶ: διανύω την εφηβική ηλικία.
οἱ ἡβῶντες: οι νέοι.
ἡγεμονεύω ὁδόν: προπορεύομαι.
σπεύδω τὴν ἡγεμονίαν: επιδιώκω την αρχήν.
οἱ ἡγούμενοι: οι κυβερνώντες.
ἡγοῦμαι θεούς: πιστεύω στους θεούς.
ἥδομαι: ευχαριστιέμαι.
ἡδέως: ευχαρίστως.
ἡδέως ἔχω πρός: διάκειμαι ευνοϊκά προς…
ἥκιστα: ελάχιστα.
οὐχ ἥκιστα: μάλιστα.
ὅτι ἥκιστα: όσο το δυνατόν λιγότερο.
ἥκω: έχω έλθει.
τὰ ἡμέτερ' αὐτῶν: το καθήκον μου.
τὸ ἡσυχάζον τῆς νυκτός: το μεσονύκτιο.
ἡττάομαι-ῶμαι: είμαι κατώτερος, υστερώ.
ἡττῶμαι τῇ γνώμῃ: χάνω το θάρρος μου.
θαῦμα παρίσταταί μοι: μου γεννιέται η απορία.
θεραπεύω: υπηρετώ, λατρεύω.
θεωρῶ: είμαι εκπρόσωπος πόλης σε μαντείο.
θύομαι ἰέναι: συμβουλεύομαι τα ιερά.
θωπεία: κολακεία.
θωπεῖαι λόγων: κολακείες.
ἴδιον: ιδιαίτερο χαρακτηριστικό.
ἱκετήριος: αυτός που ανήκει σε ικέτες.
(ἀφ)ικνοῦμαι εἰς ἄνδρας: φθάνω στην ανδρική ηλικία.
(ἀφ)ικνοῦμαι τινι ἐς λόγους: συνομιλώ με κάποιον.
ἵστημι τὰ ὄμματα: προσηλώνω.
ἵστημι χαλκοῦς: εγείρω αδριάντα.
ἵστημι βασιλέα: διορίζω βασιλιά.
ἰσχύω παρά τινι: έχω επιρροή πλησίον κάποιου.
καθίσταμαι τὴν πολιτείαν: τακτοποιώ τα πράγματα της πόλεως.
καιρός: αρμοδιότητα, κατάλληλη στιγμή, ευκαιρία.
ὁ ἐπιὼν καιρός: το μέλλον.
ἐν καιρῷ τινί εἰμι: είμαι χρήσιμος σε κάποιον.
κακῶς γίγνεταί τινι: έχει κακή έκβαση.
καταγίγνομαι ἐν τόπῳ: διαμένω, κατοικώ.
καταλύω: καταστρέφω, τερματίζω, καταστέλλω.
καταστασιάζω τινα: σχηματίζω αντίπαλο κόμμα εναντίον κάποιου.
καταστασιάζομαι ὑπὸ τινός: βρίσκω αντίδραση εκ μέρους κάποιου.
κατατείνω: επιμένω, αγωνίζομαι.
καταψηφίζομαι: καταδικάζω.
ἡ δίκη καταψηφίζεται: εκδίδεται καταδικαστική απόφαση.
κέρας: άκρο παράταξης στρατιωτικής, σάλπιγγα.
τὸ κοινόν: το σύνολο των πολιτών.
κόπτω τὴν χώραν: ερημώνωτ η χώρα.
κράτος: δύναμη, εξουσία.
ἀνὰ κράτος: με όλη τη δύναμη, διά της βίας.
λαγχάνω: εκλέγομαι με κλήρο, προστατεύω κάποιον τόπο.
λανθάνω: διαφεύγω την προσοχή.
λανθάνω ἐμαυτόν: λησμονώ.
τὸ λεῖπον: η έλλειψη.
τὸ λειπόμενον: το υπόλοιπο.
λόγος κατέχει: υπάρχει παράδοση.
ἔρχομαι εἰς λόγους τινί: έρχομαι σε διαπραγματεύσεις με κάποιον.
μαρτυρῶ τὰ ψευδῆ: δίνω ψευδείς μαρτυρίες.
μέγα φρονῶ: υπερηφανεύομαι.
μέλει μοί τινος: φροντίζω κάτι.
μέλον ἐστί: υπάρχει φροντίδα για κάτι.
ἐν μέρει: κατά σειρά.
μεταμέλει: επέρχεται μεταμέλεια.
μεταπορεύομαι: ακολουθώ, επιδιώκω.
μετάστασις: μετακίνηση, μεταβολή.
μετάστασις βίου: θάνατος.
τὸ μετέωρον: υψηλόν μέρος.
μακραὶ νῆες: πολεμικά πλοία.
στρογγύλαι νῆες: εμπορικά πλοία.
ἀντίπρωροι νῆες: πλοία έτοιμα για ναυμαχία.
νέμω: μοιράζω, βόσκω.
νεωτερίζω: επιχειρώ, μεταβολές.
νικῶ δίκην κλήρου: κερδίζω τη δίκη.
νομίζω: πιστεύω, θεωρώ.
νομίζω + δοτική (ἀγῶσι, θυσίαις): τέλω αγώνες, θυσίες.
νόμος: νόμος, συνήθεια, έθιμο.
νόμον τίθημι: θεσπίζω νόμον.
λύω τὸν νόμον: καταργώ το νόμο.
ὁ νοῦν ἔχων: ο γνωστικός.
πόρρω τῆς νυκτός: σε προχωρημένη ώρα της νύκτας.
ξένος: φιλοξενούμενος, φίλος.
οἶδα + απρφτ: είμαι ικανός να…
ἔχω + απρφτ: μπορώ να…
οἰκεία ἔχθρα: προσωπική έχθρα.
οἰκέτης: υπηρέτης.
οἰκέται: τα γυναικόπαιδα του σπιτιού.
οἶκος: κατοικία, περιουσία.
ἡ οἴκοι (πόλις): η πατρίδα.
οἱ οἴκοι: οι συμπατριώτες.
οἷός τέ εἰμι + απρφτ: είμαι ικανός να…
οἷόν τ' ἐστι + απρφτ: είναι δυνατόν να…
ὀλίγωρος: αδιάφορος, αμελής.
ὅμορος: γείτονας.
ὄνειδος: ντροπή, μομφή.
τίθεμαι τὰ ὅπλα: στρατοπεδεύω.
ὅρκιος: ορκισμένος, ο δεμένος με όρκο.
ὅρκιοι θεοί: οι θεοί στους οποίους ορκίζεται κανείς.
οὐδαμοῦ: πουθενά.
ὀφλισκάνω: οφείλω.
ὀφλισκάνω δίκην: καταδικάζομαι.
ὀχλώδης: ταραχώδης.
ὄψις: όραση, εμφάνιση.
ὀψὲ τῆς ἡμέρας: αργά το βράδυ.
παράγω τὸ στράτευμα: οδηγώ το στράτευμα.
παράγω τινὰ εἰς τὸν δῆμον: εισάγω κάποιον στην εκκλησία του δήμου.
παράταξις: παράταξη, πολιτική ομάδα.
παρατείνω: αναπτύσσω τη φάλαγγα.
παρατυγχάνω: είμαι παρών τυχαία.
ἐκ τοῦ παρατυχόντος: εκ του προχείρου.
παραυτίκα: την ίδια στιγμή.
παραχρῆμα: αμέσως.
παρέρχομαι: λαμβάνω το λόγο, υπερτερώ, παρουσιάζομαι.
παρέρχομαί τινα ἄρχοντα: αναγνωρίζω κάποιον ως στρατηγό μου.
τὸ παροιμιαζόμενον: όπως λέει η παροιμία.
πάσχω τὰ ἔσχατα: θανατώνομαι.
παύομαι τῆς διανοίας: εγκαταλείπω τη σκέψη.
πείθομαι (τινί): υπακούω, πείθομαι σε κάποιον.
πείθω χρήμασι: διαφθείρω κάποιον με χρήματα.
πενέστης: υπηρέτης, εργάτης.
πέρας: τέρμα, αποτέλεσμα.
πέρας ἔχω τινός: εξασφαλίζω κάτι στο έπακρο.
περιέπω: περιποιούμαι.
περιττὰ φρονῶ: έχω ιδιόρρυθμες σκέψεις.
πίστις: εμπιστοσύνη, βεβαιότητα, τιμιότητα.
πλοῦς: πλους, εκστρατεία.
τὸ μῆκος τοῦ πλοῦ: το μέγεθος της απόστασης.
ποιῶ τινα ὑπό τινι: υποτάσσω κάποιον.
ποιῶ τινα ἐπί τινι: ορίζω κάποιον επικεφαλής.
ποιῶ ἐκκλησίαν: συγκαλώ συνέλευση.
ποιοῦμαι τὴν διάγνωσιν: εκδίδω απόφαση.
περὶ πολλοῦ ποιοῦμαι: αποδίδω σε κάτι μεγάλη σημασία.
ποιοῦμαι λήθην: λησμονώ.
ποικίλως ἔχω: διαφέρω.
ποινὰς δίδωμι: τιμωρούμαι.
ποινὰς λαμβάνω: τιμωρώ.
πολεμικῶς ἔχω: διάκειμαι εχθρικά.
τὸ πολέμιον: η έχθρα.
πολιτεύω: είμαι πολίτης.
πολιτεύομαι: αναμειγνύομαι στα πολιτικά.
πολιτεύω κακῶς: ασκώ κακή πολιτική.
πλέον φέρομαί τινος: υπερισχύω κάποιου.
οἱ ἐν τοῖς πράγμασι: οι κυβερνώντες.
πράττω τὴν εἰρήνην: ενεργώ για να γίνει ειρήνη.
πρέσβυς: απεσταλμένος.
πρεσβύτερος: μεγαλύτερος σε ηλικία.
προάγω: οδηγώ εμπρός, παρακινώ.
προαίρεσις: προτίμηση.
προγίγνομαι: εμφανίζομαι πριν.
ἐκ προνοίας: εσκεμμένα.
προσδεῖ: υπάρχει ακόμη ανάγκη.
τὰ προσιόντα: τα εισοδήματα.
προσθήκη: συμπλήρωμα, βοήθεια.
πρόσω: εμπρός.
πρύμνας λύω: αποπλέω.
ρώννυμι: δίνω δύναμη, είμαι δυνατός.
σαφήνεια τοῦ στόματος: καθαρότητα του λόγου.
πλήθουσα σελήνη: πανσέληνος.
σκοπῶ πρὸς ἀλήθειαν: σκέφτομαι αποβλέποντας στην αλήθεια.
σπονδή: σπονδή.
σπονδαί: ανακωχή.
λύω τὰς σπονδάς: παραβιάζω τις συνθήκες.
στρογγύλη ναῦς: εμπορικό πλοίο.
συγγνώμην ἔχω τινι: συγχωρώ.
συγγνώμης τυγχάνω: συγχωρούμαι.
συγκεῖται: έχει συμφωνηθεί.
συνάγω: συγκεντρώνω, συναθροίζω.
συνελὼν λέγω: λέγω εν συντομία.
συνάλλαγμαι: συμβόλαιο, συνθήκη.
συνίστημι πόλεμον: από κοινού κηρύττω πόλεμον.
σύνοιδα: γνωρίζω καλά.
συνουσία: συναναστροφή, επικοινωνία.
ποιοῦμαι τὴν συνουσίαν: επικοινωνώ.
σχολή: οκνηρία, αδράνεια.
τάξις: στρατιωτική παράταξη, τακτοποίηση.
τὰ ἀμφὶ τάξεις: η στρατιωτική τακτική.
τεκμήριον: απόδειξη.
τελευτῶ τὸν βίον: πεθαίνω.
τελευτῶ τὸν βίον ὑπό τινος: φονεύομαι.
τέλος: αποτέλεσμα, σκοπός, φόρος.
τέλος ὠνοῦμαι: εισπράττω τους φόρους του δημοσίου.
τίθημι ἀγῶνα: διοργανώνω αγώνα.
τίθημι νόμον: νομοθετώ.
τιμῶμαι φυγῆς: προτείνω να μου επιβληθεί η ποινή της εξορίας.
τιμωρία: βοήθεια, τιμωρία.
ἑτοιμάζομαι τιμωρίαν: εξασφαλίζω βοήθεια.
τίνω: αποδίδω, πληρώνω.
τίνω χάριν τινί: αποδίδω ευγνωμοσύνη σε κάποιον.
τίνω τιμήν: αποδίδω τιμή.
τίνω δίκην: τιμωρούμαι.
τοὔμπαλιν: αντίθετα, αντίστροφα, ενάντια.
τραχέως περιέπω τινά: φέρομαι σκληρά σε κάποιον.
τρίβω: τρίβω, αναβάλλω, καταστρέφω, σπαταλώ.
ὑβρίζω: φέρομαι αλαζονικά, βλάπτω, περιφρονώ.
ὕβρις: θράσος, ταπείνωση, αδικία, αυθαιρεσία.
ἄν ἐγχωρῇ τὸ ὕδωρ: αν υπάρχει αρκετός χρόνος.
ἀποδίδωμί τινι τὸ ὕδωρ: δίνω σε κάποιον τη σειρά να μιλήσει.
ὑπάγω: υποτάσσω, αποσύρω από κάτω κρυφά, προσελκύω.
ὕπαρ: όραμα.
οὔτε ὄναρ οὔτε ὕπαρ: με κανέναν τρόπο.
ὑπείκω: αποχωρώ, αποσύρομαι.
ὑπερδέξιος: ανώτερος.
ὑπερορία γῆ: η ξένη χώρα.
ὑπέχω: παρέχω, υποστηρίζω, υποτάσσω.
ὑπέχω ἐμαυτόν τινι: είμαι στη διάθεση κάποιου.
ὑπέχω αἰτίαν τινός: κατηγορούμαι για κάτι.
ὑποδεής: ελλιπής.
ὑποδεέστερος: κατώτερος.
ὑποδύω (ή ὑποδύνω): εισχωρώ.
κίνδυνον ὑποδύω: κινδυνεύω.
ὑπόκειμαι: παραμένω, υποτάσσομαι.
ὑποκρίνομαι τραγωδίαν: λαμβάνω μέρος σε τραγωδία.
ὑποσημαίνω: δίνω σύνθημα με τη σάλπιγγα.
ὑποτέμνομαι: προσπαθώ να ανακόψω.
ὑποτέμνομαι τὸν πλοῦν: ματαιώνω το ταξίδι.
ὑποχείριος: αυτός που βρίσκεται στην εξουσία κάποιου.
ὑστερῶ τῆς πατρίδος: αδυνατώ να υπερασπίσω την πατρίδα.
ὑφίσταμαι ἀρχήν: λαμβάνω αξίωμα.
φαίνω: φανερώνω, αποκαλύπτω, πληροφορώ.
τὰ φανθέντα: οι καταγγελίες.
φαῦλος: ασήμαντος, χυδαίος.
τὸ φαῦλον: η κακοήθεια.
πάνυ φαύλως: σε αθλιότατη κατάσταση.
φέρω χάριν: ευγνωμονώ.
φέρω τὴν ψῆφον: αποφασίζω με την ψήφο μου.
φέρω βαρέως: αγανακτώ.
εὖ φέρομαι παρά τινι: προκαλώ την εκτίμηση κάποιου.
φεύγω: καταφεύγω, εξορίζομαι, κατηγορούμαι.
ὁ φεύγων: ο κατηγορούμενος.
φθονῶ: φθονώ, αρνούμαι.
φιλανθρώπως ἔχω: εκδηλώνω φιλάνθρωπα αισθήματα.
φιλοτιμία: φιλοδοξία, τιμή.
φοιτῶ: συχνάζω, μαθητεύω.
τάττω φόρον: επιβάλλω φορολογία.
εὖ φρονῶ: σκέφτομαι σωστά.
τὰ ἀμείνω φρονῶ: έχω τις καλύτερες διαθέσεις.
φρόνιμος γίγνομαι: ενεργώ με περίσκεψη.
φρυκτοί: πυρσοί, δαυλοί.
κατάγω φυγάδα: επαναφέρω στην πατρίδα εξόριστο.
χαλεπός: δύσκολος, δυσβάστακτος, αυστηρός.
χαλεπός εἰμί τινι: αγανακτώ εναντίον κάποιου.
χαλκοῦν ἱστημι: στήνω χάλκινο αδριάντα.
χαρίζομαι: κάνω χάρη, δείχνω εύνοια.
χάριν οἶδά τινι: ευγνωμονώ κάποιον.
χάριν κομίζομαι: δέχομαι εκδηλώσεις ευγνωμοσύνης.
εἰς χεῖρας ἔρχομαί τινι: συγκρούομαι με κάποιον.
πολλῇ χειρί: με πολύ στράτευμα.
χρεία: ωφέλεια, ανάγκη, έλλειψη.
χρῶμαι τῷ πράγματι: αντιμετωπίζω την κατάσταση.
χρώμενοι μιᾷ γνώμῃ: ομόφωνα.
χρῶμαι νόμοις: ζω σύμφωνα με τους νόμους.
χρῶνται οὕτω...: έτσι συνηθίζουν…
τὸ χρησθέν: η απάντηση του μαντείου.
ἐν χρῷ περιπλέω: κοντά στην ακτή πλέω.
ψεύδομαι τῆς ἐλπίδος: διαψεύδομαι στις ελπίδες μου.
ψηφίζομαι: αποφασίζω με την ψήφο μου.
ψήφισμα γράφω: υποβάλλω στην εκκλησία του δήμου έγγραφη πρόταση.
ψιλοί: οι ελαφρά οπλισμένοι στρατιώτες.
ὠνέομαι-οῦμαι: αγοράζω, νοικιάζω.
ὥρα: εποχή, ώρα, κατάλληλος χρόνος.
ὡραῖος: ώριμος, έγκαιρος.