Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2008

Χριστός γεννάται, δοξάσατε !!


«Άγγελοι συνεχόρευον ανθρώποις,
άνθρωποι τοις αγγέλοις εκοινώνουν
και ταις άλλαις ταις άνω δυνάμεσι ... »


Όλο το κείμενο του Ιερού ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ:
«Χριστός γεννάται, δοξάσατε»

Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2008

Φώτη Κόντογλου: Χριστούγεννα στη σπηλιά

                        Ο ΑΝΕΣΤΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΣ

Χριστούγεννα παραμονές. Χριστούγεννα και χιονιάς πάντα πάνε μαζί. Μα εκείνη τη χρονιά οι καιροί ήτανε φουρτουνιασμένοι παρά φύση. Χιόνι δέν έρριχνε. Μοναχά που η ατμόσφαιρα ήτανε θυμωμένη, και φυσούσανε σκληροί βοριάδες με χιονόνερο και μ' αστραπές. Καμμιά βδομάδα ο καιρός καλωσύνεψε και φυσούσε μια τραμουντάνα που αρμενιζότανε. Μα την παραμονή τα κατσούφιασε. Την παραμονή από το πρωΐ ο ουρανός ήτανε μαύρος σαν μολύβι, κ' έπιασε κ' έρριχνε βελονιαστό χιονόνερο.
Σε μια τοποθεσία που τη λέγανε Σκρόφα, βρισκότανε ένα μαντρί με γιδοπρόδατα, απάνω σε μια πλαγιά του βουνού που κοίταζε κατά το πέλαγο. το μέρος αυτό ήτανε άγριο κ' έρημο, γεμάτο αγριόπρινα, σκίνους και κουμαριές, που ήτανε κατακόκκινες από τα κούμαρα. το μαντρί ήτανε τριγυρισμένο με ξεροτρόχαλο [=ξερολιθιά]. 
Οι τσομπάνηδες καθόντανε μέσα σε μια σπηλιά που βρισκότανε παραμέσα και πιο ψηλά από τη μάντρα και που κοίταζε κατά τη νοτιά. Μεγάλη σπηλιά, με τρία - τέσσερα χωρίσματα, κι αψηλή ως τρία μπόγια. Τα ζωντανά σταλιάζανε κάτω από τις χαμηλές σάγιες, που έσκυβες για να μπεις μέσα. Σωροί από κοπριά στεκόντανε εδώ κ' εκεί, και βγάζανε μια σπιρτόζα μυρουδιά. Χάμω, το χώμα ήτανε σκουπισμένο και καθαρό, γιατί οι τσομπάνηδες ήτανε μερακλήδες, και βάζανε τα παιδιά και σκουπίζανε ταχτικά με κάτι σκούπες κανωμένες από αστοιβιές.

Αρχιτσέλιγκας ήτανε ο Γιάννης ο Μπαρμπάκος, ένας άνθρωπος μισάγριος, γεννημένος ανάμεσα στα γίδια και στα πρόβατα. Ήτανε μαύρος, μαλλιαρός, με γένεια μαύρα κόρακας, σγουρά και σφιχτά σαν του κριαριού. Φορούσε σαλβάρια κοντά ως το γόνατο, σελάχι στη μέση του, ζουνάρι πλατύ, βαριά τζεσμέδια στα ποδάρια του. το κεφάλι του το είχε τυλιγμένο μ' ένα μεγάλο μαντίλι σαν σαρίκι, κ' οι μαρχαμάδες [= τα κρόσια] κρεμόντανε στο πρόσωπό του. Αρχαίος άνθρωπος!
Είχε δυο παραγυιούς, τον Αλέξη και τον Δυσσέα, δυο παλληκαρόπουλα ως είκοσι χρονών. Είχε και τρία παιδιά, που τους βοηθούσανε στ' άρμεγμα και κοιτάζανε το μαντρί νά 'ναι καθαρό. Αυτές οι έξι ψυχές εζούσανε σε κείνο το μέρος, κρυφά από τον Θεό. Ανάρια βλέπανε άνθρωπο.

Η σπηλιά ήτανε καπνισμένη κι ο βράχος είχε μαυρίσει ως απάνω από την καπνιά που έβγαινε από το στόμα της σπηλιάς. Εκεί μέσα είχανε τα γιατάκια τους, σαν μεντέρια, στρωμένα με προβιές. Στους τοίχους της σπηλιάς είχανε μπήξει παλούκια μέσα στις σκισμάδες του βράχου, και κρεμόντανε καρδάρες, τυροβόλια, μαγιές, τουφέκια και μαχαίρια, λες κ' ήτανε λημέρι των ληστών. Απ' έξω φυλάγανε οι σκύλοι, όλοι άγριοι σαν λύκοι.

Η ακροθαλασσιά βρισκότανε ως ένα τσιγάρο απόσταση από τη μάντρα. Ήτανε έρημη, κι άλλο δεν ακουγότανε εκεί πέρα παρά μοναχά ο αγκομαχητός του πελάγου, μέρα - νύχτα. Με τον βοριά απάγκιαζε, και καμμιά φορά πόδιζε κανένα καΐκι. Αλλιώς δεν έβλεπες βάρκα πουθενά. Από το μαντρί αγνάντευε κανένας το πέλαγο ανάμεσα στα δέντρα, και το μάτι ξεχώριζε καθαρά τα βουνά της Μυτιλήνης.

Την παραμονή τα Χριστούγεννα, είπαμε πως ο καιρός χάλασε, κι άρχισε να πέφτει χιονόνερο. Οι τσομπάνηδες είχανε μαζευτεί στη σπηλιά κι ανάψανε μια μεγάλη φωτιά και κουβεντιάζανε. Τα παιδιά είχανε σφάξει δυο αρνιά και τα γδέρνανε. Ο Αλέξης έβαλε απάνω σ' ένα ράφι μυτζήθρες και τυρί ανάλατο μέσα στα τυροβόλια, αγίζι και γιαούρτι. Ο Δυσσέας είχε μια παλιά Σύνοψη, κ' επειδή γνώριζε λίγο από ψαλτικά κ' ήξερε και πέντε γράμματα, διάβαζε τις Κυριακάδες κι όποτε ήτανε γιορτή κανένα τροπάρι και λιγοστά από τον Εξάψαλμο. Εκείνη την ώρα φυλλομετρούσε τη Σύνοψη, για να δει τι γράμματα ήτανε να πει.

Θά 'τανε ώρα σπερινού. Κείνη την ώρα ακούσανε κάτι τουφεκιές. Καταλάβανε πως θά 'τανε τίποτα κυνηγοί. το ένα παιδί, που είχε πάγει να φέρει ξύλα με τον γάϊδαρο, είπε πως το πρωΐ είχε ακούσει τουφεκιές κατά την από μέσα θάλασσα, κατά την Άγια-Παρασκευή. Οι σκύλοι πιάσανε και γαβγίζανε όλοι μαζί και πεταχτήκανε όξω από τη μάντρα.

Σε λίγο φανερωθήκανε από πάνω από τη σπηλιά δυό άνθρωποι με τουφέκια, και φωνάζανε τους τσομπάνηδες να μαζέψουνε τα σκυλιά, που χυμήξανε απάνω τους. Ο Σκούρης άφησε τους ανθρώπους κι άρπαξε ένα από τα ζαγάρια πού 'χανε οι κυνηγοί και το ξετίναζε να το πνίξει. Ο κυνηγός έρριξε απάνου του, και τα σκάγια τον πόνεσανε και γύρισε πίσω, μαζί με τ' άλλα μαντρόσκυλα, που πηγαίνανε πισώδρομα όσο κατεβαίνανε οι κυνηγοί. Τέλος πάντων, εβγήκε ο Μπαρμπάκος με τους άλλους και πιάσανε τον Σκούρη και τον δέσανε, διώξανε και τ' άλλα σκυλιά.

«Ώρα καλή, βρε παιδιά!» φώναξε ο Παναγής ο Καρδαμίτσας, ζωσμένος με τα φυσεγκλίκια, με το ταγάρι γεμάτο πουλιά.

Ο άλλος, που ήτανε μαζί του, ήτανε ο γυιός του ο Δημητρός.
«Πολλά τα έτη!» αποκριθήκανε ο Μπαρμπάκος κ' η συντροφιά του. «Καλώς ορίσατε!»
Τους πήγανε στη σπηλιά.
«Μωρέ, τ' είν' εδώ; Παλάτι! Παλάτι με βασιλοπούλες!» είπε ο μπάρμπα-Παναγής, δείχνοντας τις μυτζήθρες που αχνίζανε.

Τους βάλανε να καθήσουνε, τους κάνανε καφέ. Οι κυνηγοί είχανε κονιάκι. Κεραστήκανε.
«Βρε αδερφέ», έλεγε ο μπάρμπα-Παναγής, «ποιος να τό 'λεγε, χρονιάρα μέρα, πως θα κάνουμε Χριστούγεννα στο σπήλαιο που εγεννήθη ο Χριστός! Εχτές περάσαμε στην Άγια - Παρασκευή, να κυνηγήσουμε λίγο. Ε, δικός μας είναι ο ηγούμενος, κοιμηθήκαμε στο μοναστήρι, και σήμερα την αυγή βγήκαμε στο κυνήγι. Βλέποντας πως φουρτούνιασε ο καιρός, είπαμε πως δε θα μπορέσουμε να περάσουμε το μπουγάζι με τη σαπιόβαρκα του μπάρμπα-Μανώλη του Βασιλέ. Κ' επειδή ξέραμε απ' άλλη φορά το μαντρί, και με το κυνήγι πέσαμε σε τούτα τα σύνορα, είπαμε νά 'ρθουμε στ' αρχοντικό σας... Μωρέ, τι σκύλο έχετε; Αυτό είναι θηρίο, ασλάνι και καπλάνι!
Μπρε, μπρε, μπρε! το ζαγάρι το πετσόκοψε! Για κοίταξε τι χάλια το 'κανε!»
Και γύρισε σε μια γωνιά της σπηλιάς, που κλαμούριζε το σκυλί κ' έτρεμε σαν θερμιασμένο.
«Έλα δω, Φλοξ! Φλοξ!»
Μα η Φλοξ από την τρομάρα της τρύπωνε πιό βαθιά.
Άμα ήπιανε δυό-τρία κονιάκια, ο μπάρμπα-Παναγής άρχισε να μασά τα μουστάκια του, και στο τέλος έπιασε να τραγουδά:

Καλήν εσπέραν, άρχοντες, αν είναι ορισμός σας,
Χριστού την θείαν γέννησιν να πω στ' αρχοντικό σας.

Ύστερα ο Δυσσέας έψαλε το «Χριστός γεννάται, δοξάσατε».
Εκείνη την ώρα ακούσανε πάλι τα σκυλιά να γαβγίζουνε. Στείλανε τα παιδιά να δούνε τι είναι. Ο αγέρας είχε μπουρινιάσει κ' έρριχνε παγωμένο νερό. Κρύο τάντανο!

Σε λίγο πάψανε τα σκυλιά, και γυρίσανε πίσω τα παιδιά. Από πίσω τους μπήκανε στη σπηλιά τρεις άντρες, που φαινόντανε πως ήτανε θαλασσινοί, και δυό καλόγεροι, βρεμένοι όλοι και ξυλιασμένοι απ' το κρύο. Τους καλωσορίσανε, τους βάλανε και καθήσανε.

Μόλις πήγε κοντά στη φωτιά ο πρώτος, ο καπετάνιος, τον γνώρισε ο Μπαρμπάκος κ' έβγαλε μια χαρούμενη φωνή. Ήτανε ο καπετάν-Κωσταντής ο Μπιλικτσής, που ταξίδευε στην Πόλη. Είχε περάσει κι άλλη φορά από τη Σκρόφα, κ' είχανε δέσει φιλία με τον Μπαρμπάκο, που δεν ήξερε τι περιποίηση να τους κάνει. οι άλλοι δυό ήτανε γεμιτζήδες κι αυτοί, άνθρωποι του καϊκιού του.

Ο ένας από τους καλόγερους, ένας σωματώδης με μαύρα γένεια, ομορφάνθρωπος, ήτανε ο πάτερ-Σιλβέστρος Κουκουτός, καλογερόπαπας. Ο άλλος ήτανε λιγνός, με λίγες ανάριες τρίχες στο πηγούνι, σαν τον Άγιο Γιάννη τον Καλυβίτη. Τον λέγανε Αρσένιο Σγουρή.

Ο καπετάν-Κωσταντής ερχότανε από την Πόλη και πήρε στο καΐκι τον πάτερ-Σίλβεστρο, που είχε πάγει στην Πόλη από τ' Άγιον Όρος για ελέη, κ' ήθελε να κάνει Χριστούγεννα στην πατρίδα του. Ο πάτερ-Αρσένιος είχε ταξιδέψει μαζί του από τη Μονή του Παντοκράτορας στο Όρος, κ' ήτανε από τη Θεσσαλία.

Ταξιδέψανε καλά. Μα σαν καβατζάρανε τον Κάβο-Μπαμπά, ο αγέρας μπουρίνιασε, κι όλη τη μέρα αρμενίζανε με μουδαρισμένα πανιά και με τον στάντζο, ως που φτάξανε κατά το βράδυ απ' έξω από το Ταλιάνι. Ο καιρός σκύλιαξε κι ο καπετάνιος δεν μπόρεσε να 'μπει στο μπουγάζι, να κάνουνε Χριστούγεννα στην πατρίδα.
Αποφάσισε λοιπόν να ποδίσει, και πήγε και φουντάρισε στ' απάγκειο, πίσω από έναν μικρόν κάβο, από κάτω από το μαντρί. Κ' επειδή θυμήθηκε τον φίλο του τον Μπαρμπάκο, πήρε τους γέροντες και τους δυο άλλους νοματέους και τραβήξανε για το αγίλι [=μαντρί]. Στο τσερνίκι είχανε αφήσει τον μπαρμπ' - Απόστολο με τον μούτσο.

Σάν είδανε πως στη σπηλιά βρισκότανε κι ο κυρ-Παναγής με τον κυρ-Δημητρό, γίνηκε μεγάλη χαρά και φασαρία.

«Μωρέ να δεις», έλεγε ο κυρ-Παναγής, «τώρα ψέλναμε το τροπάρι, κι απάνω που λέγαμε «εν αυτή γαρ οι τοις άστροις λατρεύοντες υπό αστέρος εδιδάσκοντο...», φτάξατε κ' εσείς οι μάγοι με τα δώρα! Γιατί βλέπω μια νταμιζάνα κρασί, βλέπω λακέρδα, βλέπω χαβιάρια, βλέπω παξιμάδια, μπακλαβάδες, «σμύρναν, χρυσόν και λίβανον»!
Χα! Χα! Χα!» — γελούσε δυνατά ο κυρ-Παναγής, μισομεθυσμένος και ψευδίζοντας, και χάϊδευε την κοιλιά του, γιατί ήτανε καλοφαγάς.

Στο μεταξύ ο πάτερ - Αρσένιος ο Σγουρής ζωντάνεψε ο καϊμένος, κ' είπε σιγανά χαμογελώντας και τρίδοντας τα χέρια του:

«Δόξα σοι ο θεός, Κύριε ημών Ιησού Χριστέ, που μας ελύτρωσες εκ του κλύδωνος!» κ' έκανε τον σταυρό του.
Ο πάτερ - Σίλβεστρος είπε να σηκωθούνε όρθιοι, κ' είπε λίγες ευχές, το «Χριστός γεννάται», κ' ύστερα με τη βροντερή φωνή του έψαλε:
«Μεγάλυνον, ψυχή μου, την τιμιωτέραν και ενδοξοτέραν των άνω στρατευμάτων.
Μυστήριον ξένον ορώ και παράδοξον. Ουρανόν το σπήλαιον, θρόνον χερουβικόν την Παρθένον, την φάτνην χωρίον, εν ω ανεκλίθη ο αχώρητος Χριστός ο Θεός, ον ανυμνούντες μεγαλύνομεν.»
Ύστερα καθήσανε στο τραπέζι. Τέτοιο τραπέζι βλογημένο και χαρούμενο δεν έγινε σε κανένα παλάτι. Τρώγανε και ψέλνανε. Και του πουλιού το γάλα είχε απάνω, από τα μοσκοβολημένα τ' αρνιά, τα τυριά, τα μανούρια, τις μυτζήθρες, τις μπεκάτσες και τ' άλλα πουλιά του κυνηγιού, ως τη λακέρδα και τ' άλλα τα πολίτικα που φέρανε οι θαλασσινοί, καθώς και κρασί μπρούσικο.
Όξω φυσομανούσε ο χιονιάς, και βογγούσανε τα δέντρα κ' η θάλασσα από μακριά. Ανάμεσα στα βουΐσματα ακουγόντανε και τα κουδούνια από τα ζωντανά που αναχαράζανε. Μέσα από τη σπηλιά έβγαινε η κόκκινη αντιφεγγιά της φωτιάς μαζί με τις ψαλμωδίες και με τις χαρούμενες φωνές. Κι ο κυρ-Παναγής έκλεβε κάπου-κάπου λίγον ύπνο, ρουχάλιζε λιγάκι κ' ύστερα ξυπνούσε κ' έψελνε μαζί με τη συνοδεία.
Αληθινά, από τη Γέννηση του Χριστού δεν έλειπε τίποτα. Όλα υπήρχανε: το σπήλαιο, οι ποιμένες, οι μάγοι με τα δώρα, κι ο ίδιος ο Χριστός ήτανε παρών με τους δύο μαθητές του, που ευλογούσανε
«την βρώσιν και την πόσιν».


Φώτης Κόντογλου: Χριστούγεννα στη σπηλιά

Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2008

Γρηγόριος Παλαμάς:"Γι αυτό κραυγάζουν εναντίον όλων σας...μη υποφέροντας... την συνεχή αδικία..."

Επίκαιρη καταγγελία όσο ποτέ....

" ...και αν για λίγο υποκριθούμε φαινομενική προς αλλήλους ειρήνη, οι δυνάστες αυξάνομε περισσότερο την βία εναντίον των πτωχών, επιβάλλοντας βαρύτερη φορολογία στους χειρωνακτικά εργαζομένους.

Ποιος στρατιώτης αρκείται τώρα στον μισθό του;
Ποιος άρχοντας δεν καμαρώνει τώρα για τις αρπαγές;
Οι δε σκυλοτρόφοι και οι χοιροβοσκοί, σαν άγριοι χοίροι κι' αιμοβόροι σκύλοι, διασπαράσσουν την περιουσία των απροστατεύτων.

Γι' αυτό κραυγάζουν εναντίον όλων σας οι πτωχοί, εναντίον των ηγετών, των έπειτα από αυτούς, των στρατιωτικών, των υπηρετών τους, μη υποφέροντας την ανηλεή και μισάνθρωπη συμπεριφορά των φορολόγων και την συνεχή βία και αδικία από όσους είσθε δυνατώτεροι επάνω στην γη.

πηγή: (Γρηγόριος Ο Παλαμάς,αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, ο θαυματουργός ομιλ. ΞΒ', παρ 11)

Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2008

Απέναντι στον ψεύτικο «Ισοκράτη», ο «αληθινός» Αριστοτέλης

Η απάντηση στον «Ελεύθερο Τύπο»


«οἱ μὲν οὖν νέοι ... ἀγανακτοῦσιν ἂν οἴωνται ἀδικεῖσθαι»
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, ΤΕΧΝΗ ΡΗΤΟΡΙΚΗ 1388b31–1390b13


Ο χαρακτήρας των νέων

Δεν έχουν τη δύναμη να αντισταθούν στις παρορμήσεις τους· γιατί η αγάπη τους για την τιμή τούς κάνει να μη μπορούν να ανεχθούν την περιφρόνηση, αλλά αγανακτούν όταν πιστεύουν ότι αδικούνται. Αγαπούν τις τιμές, πιο πολύ όμως αγαπούν τη νίκη· γιατί οι νέοι θέλουν να υπερέχουν, και η νίκη είναι μια περίπτωση υπεροχής. Η αγάπη τους για τα δύο αυτά είναι μεγαλύτερη από την αγάπη τους για το χρήμα: η αγάπη τους για το χρήμα είναι πολύ μικρή.

Ζουν κυρίως με την ελπίδα· ο λόγος είναι ότι η ελπίδα σχετίζεται με το μέλλον, ενώ η μνήμη με το παρελθόν, και για τους νέους το μέλλον είναι μεγάλο, ενώ το παρελθόν μικρό· στην αρχή, πράγματι, της ζωής του δεν έχει κανείς να θυμάται τίποτε, έχει όμως περιθώριο να ελπίζει τα πάντα.
...
Προτιμούν, επίσης, να κάνουν όμορφα μάλλον πράγματα παρά πράγματα που τους συμφέρουν· ο λόγος είναι ότι τη ζωή τους τη ρυθμίζουν πιο πολύ οι κανόνες του ηθικού χαρακτήρα παρά ο υπολογισμός: ο υπολογισμός σχετίζεται με το συμφέρον, ενώ η αρετή με το ωραίο.

Το πλήρες κείμενο, αρχαίο και μετάφραση εδώ ....

Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2008

Ιερώνυμος: Μην κατηγορείτε τη νέα γενιά

«Τα παιδιά μας δεν είναι εξαγριωμένα χωρίς λόγο.
Τα παιδιά μας δεν αμφισβητούν την αλήθεια,
αλλά την προδοσία της»

Αρχιεπίσκοπος κ. Ιερώνυμος
«Κρίσεις υπάρχουν στη ζωή και δεν θα πάψουν να υπάρχουν. Η κρίση που ζούμε τώρα είναι γενική κρίση, κρίση αξιών, κρίση της ταυτότητας του ανθρώπου. Δεν πρέπει να απογοητευθούμε» είπε ο Αρχιεπίσκοπος και πρόσθεσε: «Αυτή η κρίση πρέπει να μας βοηθήσει να αναζητήσουμε την ελπίδα. Είμαι αισιόδοξος ότι τα παιδιά που είναι καλοπροαίρετα θα βρουν αυτό το δρόμο».
12/12/2008 16:15 ΡΕΠΟΡΤΑΖ: esos.gr

Μέλλον χωρίς ηθική, χωρίς παιδεία, χωρίς αγάπη και συγνώμη δεν υπάρχει γι’ αυτό και το χρέος μας, το καθήκον μας είναι πιο ιερό από κάθε άλλη φορά.

Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2008

Ο δικός μας Jeronimo

"αν δεν μπορούμε να κάνουμε τη γη Παράδεισο,
μπορούμε να την εμποδίσουμε να γίνει Κόλαση"

Συνέντευξη στη ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΟΥΤΣΑΚΗ

Εννέα μήνες μετά την εκλογή του, ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Ιερώνυμος μιλάει πρώτη φορά και ανοίγει τα χαρτιά του στην «Κ.Ε.» σε μια εκ βαθέων εξομολόγηση. Μ' έναν διαφορετικό λόγο από εκείνον του Χριστόδουλου, ο αρχιεπίσκοπος μιλάει για «μαύρες τρύπες» που παρέλαβε και εκφράζει την αγωνία του για πολλά:

*Για το σκάνδαλο του Βατοπεδίου που θεωρεί ότι θα έχει καταλυτικές συνέπειες για την Εκκλησία. Για την εκκλησιαστική περιουσία και την απόδοσή της στο λαό. Για τη σχέση του με τους πολιτικούς, ακόμη και με τους αριστερούς, που θεωρεί ότι είναι πιο κοντά στην Εκκλησία, από τους δεξιούς πολίτες.


ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ
*Εκφράζει επίσης την απέχθειά του για τα βαρύγδουπα συνθήματα και την καπηλεία των εννοιών της πατρίδας και της θρησκείας, από ορισμένους. Δεν διστάζει, μάλιστα, να μιλήσει για «πατριδολαγνεία» και «εθνοκαπηλία» κάποιων, οι οποίοι λειτουργούν έτσι «για το δικό τους βόλεμα».

*Οσο για τον ίδιο; Δεν επιθυμεί «φαραωνικά» έργα - και όπως πιστεύει: «Αν δεν κάνουμε τη γη Παράδεισο, μπορούμε να την εμποδίσουμε να γίνει Κόλαση».

* Σας έχουν επικρίνει ότι προτιμάτε τη σιωπή, ακόμη και για τα εθνικά μας θέματα ή ότι δεν λειτουργείτε συχνά, αφήνοντας χώρο σε άλλους αρχιερείς να αναπτύξουν πρωτοβουλίες. Τι απαντάτε σ' αυτές τις «εσωτερικές» επικρίσεις;

- Στη ζωή μου έχω μια γενική αρχή: Δεν μ' ενδιαφέρει η εικόνα που θα κομίσει κανείς από το φαίνεσθαι, αλλά να γίνει έργο που θα μιλήσει εκείνο κάποια στιγμή. Και βέβαια λειτουργώ συνέχεια, αλλά δεν βγάζω ανακοινώσεις γι' αυτό. Από την αρχή νομίζω ότι είχα δύο δρόμους να διαλέξω: Να μιλάω και νομίζω ότι μπορώ να μιλήσω ή να σιωπώ και να σκέπτομαι. Διάλεξα το δεύτερο, διότι τα προβλήματα που συνάντησα είναι τεράστια και οι «μαύρες τρύπες» που παρέλαβα μεγάλες. Μπροστά σε τέτοια θέματα, προτίμησα τη σιωπή. Για τα εθνικά θέματα, θα με συγχωρήσετε να σας πω ότι αγαπώ τόσο την πατρίδα μου που ευχαρίστως θα έδινα και τη ζωή μου. Αλλά μ' έχει κουράσει, μ' έχει απογοητεύσει κι έχω αηδιάσει την πατριδολαγνεία και την εθνοκαπηλία. Γνώρισα τέτοιους ανθρώπους πολλούς, οι οποίοι χρησιμοποιούν την πατρίδα, τη θρησκεία και την οικογένεια ως σύνθημα και βόλεμα. Δεν θέλω να ακολουθήσω αυτή τη γραμμή. Προτιμώ κάποτε να μιλήσουν τα έργα και να σβήσουν τα συνθήματα. Ετσι θα πορευθώ. Με στόχο όχι τα φαραωνικά έργα, αλλά εκείνα που θα σκεπάσουν τον πόνο των συνανθρώπων μας.

* Το Βατοπέδι μονοπωλεί το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης επί μήνες τώρα. Υπάρχουν επιπτώσεις στην Εκκλησία;

- Το φαινόμενο Βατοπεδίου μάς έχει προβληματίσει πολύ. Μας έχει πονέσει κι όλοι είμαστε σε αγωνία πώς θα καταλήξει. Οπωσδήποτε θα έχει επιπτώσεις στο χώρο της Εκκλησίας. Πρέπει, όμως, να έχουμε υπομονή να δούμε πού θα καταλήξει το θέμα, το οποίο ωστόσο έχει και παραμέτρους που πρέπει να μας προβληματίσουν κι εμάς και εκείνους που είναι έτοιμοι για επίθεση κατά της Εκκλησίας. Και εννοώ όσους μιλούν ήδη για χωρισμό εκκλησίας-πολιτείας. Ενας θεσμός όπως είναι η Εκκλησία δεν έχει καθήκον να αξιοποιήσει την περιουσία της για να αντιμετωπίσει τα οποιαδήποτε λειτουργικά έξοδά της στην πορεία της διακονίας της; Αλλη μία παράμετρος είναι ότι ενώ ζούμε σε μια συντεταγμένη πολιτεία που δέχεται την ατομική ιδιοκτησία, έχουμε μια διαφορετική αντιμετώπιση. Ενα ερώτημα είναι τι χρειάζεται την περιουσία η Εκκλησία. Τη χρειάζεται όχι για τους ιερείς και αρχιερείς, αλλά για να έχει τη δυνατότητα να κάνει ελεύθερα το έργο της. Η υστέρηση και στον άνθρωπο και σε οποιονδήποτε φορέα γεννά τη στέρηση της ελευθερίας. Αλλη μία παράμετρος που δείχνει πολλές φορές την επιπόλαιη αντιμετώπιση ζητημάτων στον τόπο μας είναι κι όσα λέγονται για τα χρυσόβουλα, μολυβδόβουλα, για τον αχτιναμέ ή τα έγγραφα όπου στηρίζονται η Μονή Σινά, το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων ή το Οικουμενικό Πατριαρχείο, που θέλει να υπερασπιστεί την περιουσία του. Οταν αυτά τα βλέπουμε απαξιωτικά και τα εκμηδενίζουμε εμείς οι ίδιοι, γιατί έχουμε απαίτηση από άλλα κράτη να τα σέβονται;

* Ποιες είναι οι σχέσεις σας με τους πολιτικούς εκπροσώπους της χώρας;

- Συνεργάζομαι με όλους, κι αυτή είναι η διάθεσή μου για το μέλλον.

* Θα προγραμματίσετε και επίσκεψη στα γραφεία του ΚΚΕ;

- Ηδη έχω συναντηθεί με την κυρία Παπαρήγα. Αλλά θέλετε να σας πω κάτι: Πιστεύω ότι οι αριστεροί πολίτες πιστεύουν στο Θεό περισσότερο από τους δεξιούς. Το έχω ζήσει αυτό.

* Μετά την εκλογή σας τον περασμένο Φεβρουάριο, γρήγορα έγινε λόγος για «εσωτερική αντιπολίτευση»...

- Φυσικό είναι να υπάρχει. Χωρίς αντιπολίτευση και χωρίς να ακούσει κανείς την άλλη θέση, δεν υπάρχει πρόοδος. Φτάνει να γίνεται καλοπροαίρετα, βεβαίως.

* Πώς αντιμετωπίζετε, λοιπόν, αυτές τις «αντιπολιτευτικές φωνές»;

- Αντλώ τη δύναμή μου από το Θεό, από τους φίλους και από τη συναίσθηση ότι δεν αισθάνομαι καρφωμένος σε μια καρέκλα εξουσίας. Οποια ώρα καταλάβω ότι δεν έχω να προσφέρω, δεν με απασχολεί να παραμείνω σ' αυτή την καρέκλα.

* Σας επικρίνουν, όμως, και γιατί δεν κάνετε χειροτονίες νέων κληρικών.

- Νομίζω ότι οι χειροτονίες είναι από τα ουσιαστικότερα θέματα για έναν αρχιερέα. Επομένως θα ήταν επιπόλαιο να χειροτονώ ανθρώπους τους οποίους δεν γνωρίζω. Πώς θα τους ζητήσω ευθύνες αύριο;

* Τι σας λείπει περισσότερο εδώ στην Αρχιεπισκοπή απ' ό,τι στη Μητρόπολη Θηβών και Λεβαδείας;

- Ο φυσικός και «ανθρώπινος» αέρας της επαρχίας.

* Πώς θα πορευθείτε σε σχέση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο;

- Οι σχέσεις μου είναι γνωστές εδώ και πολλά χρόνια. Το μέγα αμάρτημα της Ορθοδοξίας είναι η πολυδιάσπαση και η προσκόλληση στον εθνικισμό. Η Ορθόδοξη Εκκλησία πρέπει το συντομότερο να κλείσει όλες τις ρωγμές που υπάρχουν. Κι αυτό ήταν η μεγάλη επιτυχία του Οικουμενικού Πατριάρχη στην πρόσφατη σύναξη των προκαθημένων. Αλλά κερδήθηκε μέσω του Κιέβου. Κι είναι σημαντικό σ' αυτή τη συγκυρία που έχουμε έναν αξιόλογο πατριάρχη όπως ο Βαρθολομαίος.

* Ζούμε αυτές τις μέρες μια δεινή οικονομική κρίση. Πώς η Εκκλησία μπορεί να βοηθήσει τους ανθρώπους;

- Η αρχιεπισκοπή προσφέρει σήμερα 3.500 πιάτα φαγητού καθημερινά κι η επιθυμία μου μέχρι το 2009 να γίνουν 20.000. Αυτό μπορεί να γίνει, αν και δεν σώζεται έτσι η κατάσταση. Φτάνει να σας πω ότι καθημερινά, τουλάχιστον 20 άνθρωποι που χάνουν το σπίτι τους έρχονται στην αρχιεπισκοπή, ζητώντας βοήθεια και έχω ένα όραμα και μια επιδίωξη μολονότι ο χρόνος είναι τώρα, λόγω Βατοπεδίου, ακατάλληλος: Θα ήθελα, σε συνεργασία με την Πολιτεία και με διαφάνεια, να αξιοποιηθεί η εκκλησιαστική περιουσία και οι πόροι να πάνε στο λαό. Με διακονία, όμως...

* Μιλάτε για έργα που θέλετε να γίνουν. Εχετε αρχίσει να σχεδιάζετε κάποια από αυτά;

- Εχουμε εξαγγείλει ήδη στέγη κατάκοιτων και εγκαταλελειμμένων γερόντων, έργα για παιδιά με νοητικά προβλήματα, προστασία του αυτιστικού παιδιού, απεξάρτηση των νέων από τα ναρκωτικά, μαθητικές-νεανικές κατασκηνώσεις. Είμαι, μάλιστα, στην ευχάριστη θέση να σας πω ότι μας πρόσφερε ένας ιδιώτης 150 στρέμματα στην περιοχή της Αττικής για την υλοποίηση αυτών των έργων.

* Τι θα πείτε αύριο στη μεγάλη σύναξη των ιερέων της αρχιεπισκοπής;

- Το πρώτο που θα τους πω είναι ότι τίποτα δεν γίνεται αλλά και δεν διορθώνεται ο κόσμος αν δεν διορθώσουμε τον εαυτό μας. Πρώτα ο αρχιεπίσκοπος και μετά οι ιερείς. Αν δεν δούμε τον κόσμο με άλλο μάτι. Πιο απλή ζωή, φροντίδα στον άνθρωπο. Η Εκκλησία είναι χώρος διακονίας και αγάπης. Δεν είναι πολυέλαιοι και κοσμικές εορτές. Το βάρος πέφτει περισσότερο στην προσωπικότητα του κληρικού στην προετοιμασία εκείνου που θέλει να εισέλθει στον κλήρο, στη στήριξη της οικογένειας του ιερέα. Πρέπει να σας πω ότι εδώ ήρθα σ' έναν άγνωστο χώρο. Βεβαίως γνώριζα τις ανάγκες των κληρικών, και γενικότερα τα προβλήματα των ανθρώπων. Αλλά τι ακριβώς θα βρω μπροστά μου, δεν το γνώριζα. Ολοι αυτοί οι μήνες που πέρασαν, ήταν χρόνος έρευνας, αποτύπωσης και ψηλάφησης των προβλημάτων. Εργάστηκα σκληρά. Είδα την πορεία των ενοριών, τη νοοτροπία των ιερέων αλλά κυρίως είδα τα προβλήματα των ανθρώπων. Είδα ανθρώπους που δεν έχουν σπίτι κι ανθρώπους που πεινάνε. Πήγα σε εκδηλώσεις, σε χώρους, που βρίσκονταν άνθρωποι του «περιθωρίου». Εζησα μια δυο μέρες με παιδιά που προσπαθούν να αποτοξινωθούν. Διαπίστωσα τα προβλήματά τους όταν κόψουν τα ναρκωτικά. Συγχρόνως, όμως, είδα και πώς ζούνε οι πολύ πλούσιοι. Τι σημαίνει να ζει κανείς σήμερα σ' ένα σπίτι 500 τετραγωνικών με τις πισίνες. Δεν σημαίνει ότι θα αντιμετωπίσουμε όλα τα προβλήματα. Ούτε την ψευδαίσθηση έχω για κάτι τέτοιο, ούτε τη δυνατότητα. Αλλά, πιστεύω ότι όλοι μαζί κάτι μπορούμε να καταφέρουμε. Γιατί αν δεν μπορούμε να κάνουμε τη γη Παράδεισο, μπορούμε να την εμποδίσουμε να γίνει Κόλαση.

Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2008

ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑ

Ὁ δὲ ἡμέρας τε ἐσπείσατο ἐν αἷς εἰκὸς ἦν κομισθῆναι, καὶ τὴν γῆν οὐκ



ἔτεμνεν. Ἐλθόντες δὲ οἱ [Πλαταιῆς] πρέσβεις ὡς τοὺς ᾿Αθηναίους καὶ



βουλευσάμενοι μετ' αὐτῶν πάλιν ἦλθον ἀπαγγέλλοντες τοῖς ἐν τῇ



πόλει τοιάδε· 'οὔτ' ἐν τῷ πρὸ τοῦ χρόνῳ, ὦ ἄνδρες Πλαταιῆς, ἀφ' οὗ



ξύμμαχοι ἐγενόμεθα, ᾿Αθηναῖοί φασιν ἐν οὐδενὶ ὑμᾶς προέσθαι



ἀδικουμένους οὔτε νῦν περιόψεσθαι, βοηθήσειν δὲ κατὰ δύναμιν.



Ἐπισκήπτουσί τε ὑμῖν πρὸς τῶν ὅρκων οὓς οἱ πατέρες ὤμοσαν μηδὲν



νεωτερίζειν περὶ τὴν ξυμμαχίαν.' [74] Τοιαῦτα τῶν πρέσβεων



ἀπαγγειλάντων οἱ Πλαταιῆς ἐβουλεύσαντο ᾿Αθηναίους μὴ προδιδόναι,



ἀλλ' ἀνέχεσθαι καὶ γῆν τεμνομένην, εἰ δεῖ, ὁρῶντας καὶ ἄλλο



πάσχοντας ὅ,τι ἂν ξυμβαίνῃ· ἐξελθεῖν τε μηδένα ἔτι, ἀλλ' ἀπὸ τοῦ



τείχους ἀποκρίνασθαι ὅτι ἀδύνατα σφίσι ποιεῖν ἐστὶν ἃ Λακεδαιμόνιοι



προκαλοῦνται.


Παρασκευή, 3 Οκτωβρίου 2008

Περί αλαζονείας

 Από την Αντιγόνη του Σοφοκλή
στ.473-476
"ἀλλ᾽ ἴσθι τοι τὰ σκλήρ᾽ ἄγαν φρονήματα
πίπτειν μάλιστα, καὶ τὸν ἐγκρατέστατον
σίδηρον ὀπτὸν ἐκ πυρὸς περισκελῆ
θραυσθέντα καὶ ῥαγέντα πλεῖστ᾽ ἂν εἰσίδοις·"

Ελεύθερη απόδοση
Και ο σκληρός ο άνθρωπος, να ξέρεις,
πως πέφτει και συντρίβεται βαριά.
Δες το σκληρό το σίδερο, που μπήκε στη φωτιά
κι έγινε ατσάλι,
πώς, άμα πέσει από ψηλά,
σε χίλια κομμάτια σπάζει και τσακίζεται


Εσύ που έφτασες ψηλά, πολύ ψηλά, με μέσα άνομα,
και αλαζονεία γέμισες
πρόσεχε...,
το πέσιμό σου θα σε σε συντρίψει
και τίποτα, μα τίποτα
από σένα δε θα μείνει

Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2008

Περί αδικίας

Εἰ δ’ ἀναγκαῖον εἲη ἀδικεῖν ἢ ἀδικεῖσθαι, ἑλοίμην ἂν μᾶλλον ἀδικεῖσθαι ἢ ἀδικεῖν
Αν βρεθώ στην ανάγκη να επιλέξω μεταξύ του να αδικήσω ή να αδικηθώ θα προτιμούσα να αδικηθώ
(Πλάτωνος, Γοργίας, 469γ)
Σε κάποια στιγμή της ζωής όλοι μας βρισκόμαστε μπροστά στο δίλημμα αυτό.
Πολλοί στήνουν παγίδες, πλεκτάνες εναντίον μας προκειμένου να μας αφαιρέσουν αυτά που δικαιούμαστε.
Τότε στην κρίσιμη στιγμή, από ένστικτο, επιδιώκουμε να αποφύγουμε τη σε βάρος μας αδικία ή από ένστικτο οδηγούμαστε σε θεμιτή άμυνα και σωστά πράττουμε.
Σωστά, αν είναι ισχυροί οι αδικούντες. Τότε υφιστάμεθα την πίκρα και τα συνεπακόλουθα των αδίκων ενεργειών τους.
Το θετικό, το πολύτιμο κρατούμενο για τον αδικούμενο, όταν έχει παιδεία και μπορεί να βλέπει φιλοσοφημένα της ζωής τα αντίξοα, είναι η αγαθή συνείδηση.
Η δικαιολογημένη πίκρα του, σε καμιά περίπτωση δεν του στερεί τον ύπνο του δικαίου. Ελαφριά είναι η καρδιά του.
«Πάλεψα, σκέφτεται, «με πολέμησαν, με αδίκησαν, η δική μου συνείδηση είναι ήσυχη».
Ένας τέτοιος Άνθρωπος, με τέτοιο πνευματικό οπλοστάσιο, ούτε την ανταπόδοση της αδικίας θα σκεφτεί, ούτε, βέβαια, θα σχεδιάσει, θα σκαρφιστεί δόλιους τρόπους, προκειμένου να πάρει το δίκιο άλλων.
«Ας αδικηθώ», θα φωνάξει, «δεν πρόκειται να αδικήσω σκόπιμα κανέναν, ας αδικηθώ, μικρό το κακό μπροστά στον ταραγμένο ύπνο του δόλιου».
Αλλά, ας υποθέσουμε ότι δεν με αδικεί κάποιος ισχυρός. Απλά μια επιλογή μου, μια απόφαση προς το συμφέρον μου, ενδεχομένως να αδικεί να αδικεί κάποιον άλλον.
Έχω προσόντα, ο άλλος έχει περισσότερα, και το γνωρίζω, αν διεκδικήσω θέση που ανήκει σ' αυτόν, αδικώ.
Πιστεύω ότι πρέπει να διεκδικούμε, με τις επιλογές μου δεν αδικώ πάντα; αλλά αν αντιληφθούμε ότι αδικήσαμε κάποιον που έχει ανάγκη, πρέπει να επανορθώσω. Τότε θα πρέπει ίσως να αδικήσω τον εαυτό μου έναντι του άλλου.
Λεπτά ζητήματα αυτά, λεπτότατα, αλλά αν θέλω να είμαι σωστός, επιλέγω να «ρίξω» εμένα, παρά να αδικήσω. Γιατί, όμως να το κάνω αυτό; Μα για να μπορώ να είμαι ήσυχος, να έχω γαλήνη.
Όταν έχουμε διάθεση να αδικήσουμε, σκόπιμα υποτιμάμε τον άλλον, μέσα μας εννοώ, για να χρυσώσουμε το χάπι και πολλές φορές βγαίνουμε και επιτιθέμενοι στην περίπτωση αυτή, νομίζω ότι πρόκειται για κατάφωρη αδικία.
Αν έχω ένα παγωτό σοκολάτα, ξέρετε, αυτό σε μεγάλο μπολ, με 2-3 μπάλες σοκολάτας και από πάνω σιρόπι σοκολάτας πιο σκουρόχρωμης, περιχυμένο, και το έχω μπροστά μου, και μ’ ένα μακρύ κουταλάκι πιέζω τις άκρες του για να λιώσει και ετοιμάζω τον ουρανίσκο μου να γευτεί την πανδαισία, … και ένα άλλο παιδάκι δεν έχει φάει ποτέ και δεν του δίνω τότε κάνω αδικία.
Άμα έχω πολλά και οι άλλοι δεν έχουν τότε δεν αδικώ αυτούς που δεν έχουν;
Αδικίες, μάλιστα αδικίες, προδοσίες απέναντι σε μας και σε όλους όσους εκμεταλλευτήκαμε για να αποκτήσουμε τα πολλά.
Άμα πάρω από κάποιον κάτι, άμα αρπάξω κάτι, άμα κλέψω αλλά ακόμη και αν δεν δώσω σε κάποιον που δεν έχει τότε κάνω αδικία.
Τι θα τον κάνω όλη αυτή την αλόγιστη συσσώρευση πλούτου, τι θα κάνω μ’ αυτή την εμμονή να μαζεύω να μαζεύω να μαζεύω; Σκόνη στο άνεμο είναι όλα. Όλα εξαφανίζονται όλα.
Μόνο ένα πράγμα μένει, ένα, ακούστε άνθρωποι, μόνο η αγάπη μένει. Τ’ άλλα όλα σκόνη στον άνεμο, όπως εμείς που δεν αγαπήσαμε, που δεν μετείχαμε στον αληθινό πλούτο.
Από αγάπη γεννηθήκαμε και αν δεν δώσουμε αγάπη, δυστυχείς θα καταλήξουμε
Εμείς να μη ξέρουμε που να βάλουμε τόσα πράγματα και οι άλλοι να είναι στους δρόμους. Ποτέ να μη λέμε καλά να πάθουν και είναι στον δρόμο. Κανείς δεν ξέρει γιατί βρέθηκε στους δρόμους. Μη κρίνετε τους άλλους, κι αυτό αδικία είναι.
ΔΙΚΑΙΟΣ Ο ΜΗ ΘΕΛΩΝ ΑΔΙΚΕΙΝ, ΟΧΙ Ο ΜΗ ΔΥΝΑΜΕΝΟΣ.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΦΕΣΙΝ ΑΦΟΡΜΑΤΑΙ Η ΑΔΙΚΙΑ. Αδικώ όταν έχω διάθεση να αδικήσω. Αδικώ όταν επιθυμώ να αδικήσω.
Και πάνω απ’ όλα: ΟΣΤΙΣ ΑΔΙΚΗΣΕΙ ΠΑΙΔΙΟΝ, ΕΝΟΧΟΣ ΕΝ ΤΗ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΕΩΣ. Ένοχος τότε, ένοχος και τώρα. Αυτός ο πωρωμένος που αδίκησε παιδί.
Διότι όπως λέγει ο Σωκράτης: «Όλα δηλ. είναι φανερά εις την ψυχήν, όταν απογυμνωθή από το σώμα, και οι φυσικοί χαρακτήρες της και αι ιδιότητες που απέκτησεν ο άνθρωπος εν τη ενασκήσει πάσης ενεργείας. Όταν λοιπόν φθάσουν προς τον δικαστήν, οι μεν εκ της Ασίας προς τον Ραδάμανθυν, τότε ο Ραδάμανθυς τους σταματά και εξετάζει την ψυχήν του καθενός, χωρίς να γνωρίζη τίνος είναι. Αλλά πολλάκις αυτού του Μεγάλου Βασιλέως λαμβάνων ανά χείρας την ψυχήν ή άλλου οιουδήποτε βασιλέως ή άρχοντος, διακρίνει ότι κανένα μέρος της δεν είναι υγιές, αλλ’ αντιθέτως είναι κατάστικτος από μαστιγώσεις καί γεμάτη ουλές, που είχαν αφήσει εις την ψυχήν κάθε φοράν αι αδικίαι και αι επιορκίαι και όλαι εκείναι αι διαστροφαί εκ του ψεύδους και της αλαζονείας και τίποτε δεν είναι ευθύ, διότι έχει ζήσει έξω από την αλήθειαν· τέλος δε ένεκα της αυθαιρεσίας, της τρυφηλότητος, της αλαζονείας και της ακολασίας δεν απέμεινεν εις αυτήν άλλο τι ή ασυμμετρία και ασχημία. Και τότε, χωρίς να χάνη καιρόν, αποπέμπει αυτήν περιφρονητικώς προς το δεσμωτήριον (τον Τάρταρον), όπου μέλλει να υποστή την προσήκουσαν τιμωρίαν.» Πλάτωνος, Γοργίας, 521a–527e, μτφρ Β.Δ. Κρητικός
Το να κάνουμε, όμως την αυτοκριτική μας, να μη χρεώνουμε σε τρίτους τα παθήματά μας, αλλά να αποδίδουμε στις επιλογές μα τα δεινά είναι ο ευθύς δρόμος, αυτός που καταλαγιάζει την ανησυχία στην ψυχή μας.
Και λέγει παρακάτω ο Σωκράτης: «πρέπει να προφυλαττώμεθα και ν' αποφεύγωμεν μάλλον το αδικείν ή το αδικείσθαι και ότι ο άνθρωπος περισσότερον από ο,τιδήποτε άλλο πρέπει να φροντίζη να είναι ενάρετος, τόσον εις τον ιδιωτικόν του βίον, όσον και εις τον δημόσιον.»

Κυριακή, 10 Αυγούστου 2008

Plato, Apologia V.1

Page copy protected against web site content infringement by Copyscape
Βασιλεία Δ., All rigths reserved (c)


Πλάτωνα - Απολογία Σωκράτους
Κείμενο:

[17a ] ὅτι μὲν ὑμεῖς, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, πεπόνθατε ὑπὸ τῶν ἐμῶν κατηγόρων, οὐκ οἶδα· ἐγὼ δ᾽ οὖν καὶ αὐτὸς ὑπ᾽ αὐτῶν ὀλίγου ἐμαυτοῦ ἐπελαθόμην, οὕτω πιθανῶς ἔλεγον.
Μετάφραση:
Δεν ξέρω, Αθηναίοι, τι πάθατε από τους κατηγόρους μου· εδώ και εγώ ο ίδιος παραλίγο να ξεχάσω ποιος είμαι, αφού τα λόγια τους ήταν τόσο αληθοφανή.
καίτοι ἀληθές γε ὡς ἔπος εἰπεῖν οὐδὲν εἰρήκασιν.Και όμως, κοντολογίς, αληθινό τίποτα δεν είπαν.
μάλιστα δὲ αὐτῶν ἓν ἐθαύμασα τῶν πολλῶν ὧν ἐψεύσαντο, τοῦτο ἐν ᾧ ἔλεγον ὡς χρῆν ὑμᾶς εὐλαβεῖσθαι μὴ ὑπ᾽ ἐμοῦ ἐξαπατηθῆτε [17b ] ὡς δεινοῦ ὄντος λέγειν.Και ένα από τα πολλά ψέματα που έλεγαν με εξέπληξε περισσότερο, ότι δηλαδή πρέπει να προσέχετε να μην εξαπατηθείτε από μένα, επειδή τάχα είμαι δεινός ρήτορας.
τὸ γὰρ μὴ αἰσχυνθῆναι ὅτι αὐτίκα ὑπ᾽ ἐμοῦ ἐξελεγχθήσονται ἔργῳ, ἐπειδὰν μηδ᾽ ὁπωστιοῦν φαίνωμαι δεινὸς λέγειν, τοῦτό μοι ἔδοξεν αὐτῶν ἀναισχυντότατον εἶναι, εἰ μὴ ἄρα δεινὸν καλοῦσιν οὗτοι λέγειν τὸν τἀληθῆ λέγοντα·Το γεγονός όμως ότι δεν ντράπηκαν να το πουν, ενώ αμέσως έμπρακτα θα αποδείξω ότι ψεύδονται, αφού σε καμιά περίπτωση δε θα φανώ ικανός ρήτορας, αυτή θεωρώ πως είναι η μεγαλύτερη αδιαντροπιά τους, εκτός βέβαια αν ονομάζουν δεινό ρήτορα αυτόν που λέει την αλήθεια.
εἰ μὲν γὰρ τοῦτο λέγουσιν, ὁμολογοίην ἂν ἔγωγε οὐ κατὰ τούτους εἶναι ῥήτωρ.

οὗτοι μὲν οὖν, ὥσπερ ἐγὼ λέγω, ἤ τι ἢ οὐδὲν ἀληθὲς εἰρήκασιν, ὑμεῖς δέ μου ἀκούσεσθε πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν--οὐ μέντοι μὰ Δία, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, κεκαλλιεπημένους γε λόγους, ὥσπερ οἱ τούτων, [17c ] ῥήμασί τε καὶ ὀνόμασιν οὐδὲ κεκοσμημένους, ἀλλ᾽ ἀκούσεσθε εἰκῇ λεγόμενα τοῖς ἐπιτυχοῦσιν ὀνόμασιν--πιστεύω γὰρ δίκαια εἶναι ἃ λέγω--καὶ μηδεὶς ὑμῶν προσδοκησάτω ἄλλως·
Αν υποστηρίζουν αυτό, θα ομολογούσα και εγώ ασφαλώς ότι είμαι ρήτορας αλλά όχι όπως αυτοί το εννοούν.

Γιατί αυτοί, σύμφωνα με μένα, ή ελάχιστες αλήθειες ή τίποτα αληθινό δεν είπαν, από μένα όμως θα ακούσετε όλη την αλήθεια- και όχι, μα το Δία, λόγια δουλεμένα προσεκτικά και στα ρήματα και στα ουσιαστικά, όπως τα δικά τους, ούτε φορτωμένα με στολίδια, αλλά θα ακούσετε όποιες λέξεις μου έρχονται στο μυαλό χωρίς κανένα σχέδιο – πιστεύω ότι είναι δίκαια αυτά που λέω- και κανένας από σας ας μην περιμένει κάτι διαφορετικό.
οὐδὲ γὰρ ἂν δήπου πρέποι, ὦ ἄνδρες, τῇδε τῇ ἡλικίᾳ ὥσπερ μειρακίῳ πλάττοντι λόγους εἰς ὑμᾶς εἰσιέναι.


 
Γιατί καθόλου δεν ταιριάζει, Αθηναίοι, σε κάποιον που βρίσκεται σ' αυτή την ηλικία, να έρχεται μπροστά σας και σαν

παιδάκι λόγους να πλάθει.
καὶ μέντοι καὶ πάνυ, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τοῦτο ὑμῶν δέομαι καὶ παρίεμαι· Και πάνω απ' όλα, Αθηναίοι, σας ζητώ αυτό και γι αυτό σας παρακαλώ:
ἐὰν διὰ τῶν αὐτῶν λόγων ἀκούητέ μου ἀπολογουμένου δι᾽ ὧνπερ εἴωθα λέγειν καὶ ἐν ἀγορᾷ ἐπὶ τῶν τραπεζῶν, ἵνα ὑμῶν πολλοὶ ἀκηκόασι, καὶ ἄλλοθι, μήτε [17d ] θαυμάζειν μήτε θορυβεῖν τούτου ἕνεκα.αν με ακούσετε να απολογούμαι με τα ίδια λόγια με τα οποία συνηθίζω να μιλάω και στην αγορά κοντά στα τραπέζια των δανειστών, όπου πολλοί από σας με ακούσατε, και αλλού, ούτε να απορήσετε ούτε να με αποδοκιμάσετε γι αυτό.
ἔχει γὰρ οὑτωσί. νῦν ἐγὼ πρῶτον ἐπὶ δικαστήριον ἀναβέβηκα, ἔτη γεγονὼς ἑβδομήκοντα· ἀτεχνῶς οὖν ξένως ἔχω τῆς ἐνθάδε λέξεως. Γιατί έτσι έχουν τα πράγματα: τώρα, για πρώτη μου φορά, στα εβδομήντα μου χρόνια, εμφανίζομαι μπροστά σε δικαστήριο· και πραγματικά μου είναι άγνωστος ο τρόπος που μιλάνε εδώ.
ὥσπερ οὖν ἄν, εἰ τῷ ὄντι ξένος ἐτύγχανον ὤν, συνεγιγνώσκετε δήπου ἄν μοι εἰ ἐν ἐκείνῃ τῇ φωνῇ τε καὶ τῷ τρόπῳ [18a ] ἔλεγον ἐν οἷσπερ ἐτεθράμμην, Όπως λοιπόν, αν ήμουν ξένος, θα μου το συγχωρούσατε βέβαια, αν μιλούσα με τον τρόπο και την προφορά που ανατράφηκα,


καὶ δὴ καὶ νῦν τοῦτο ὑμῶν δέομαι δίκαιον, ὥς γέ μοι δοκῶ, τὸν μὲν τρόπον τῆς λέξεως ἐᾶν--ἴσως μὲν γὰρ χείρων, ἴσως δὲ βελτίων ἂν εἴη--αὐτὸ δὲ τοῦτο σκοπεῖν καὶ τούτῳ τὸν νοῦν προσέχειν, εἰ δίκαια λέγω ἢ μή· δικαστοῦ μὲν γὰρ αὕτη ἀρετή, ῥήτορος δὲ τἀληθῆ λέγειν.
έτσι και τώρα αυτό το δίκαιο, κατά τη γνώμη μου, αίτημα σας θέτω: με τον τρόπο της ομιλίας μου να μην ασχοληθείτε ―ίσως ο χειρότερος θα μπορούσε να είναι, ίσως ο καλύτερος― αλλά πολύ καλά αυτό να εξετάσετε και μεγάλη προσοχή να δώσετε σ' αυτό: αν ορθά πράγματα λέω ή όχι· γιατί αυτή είναι η μέγιστη αρετή του δικαστή, ενώ του ρήτορα είναι να λέει την αλήθεια.
πρῶτον μὲν οὖν δίκαιός εἰμι ἀπολογήσασθαι, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, πρὸς τὰ πρῶτά μου ψευδῆ κατηγορημένα καὶ τοὺς πρώτους κατηγόρους, ἔπειτα δὲ πρὸς τὰ ὕστερον καὶ τοὺς [18b ] ὑστέρους.
Αρχικά, λοιπόν, έχω δικαίωμα να απολογηθώ, Αθηναίοι, σχετικά με τις πρώτες ψευδείς σε βάρος μου κατηγορίες και τους πρώτους κατήγορους και στη συνέχεια σχετικά με τις μετέπειτα κατηγορίες και τους μετέπειτα κατήγορους.
ἐμοῦ γὰρ πολλοὶ κατήγοροι γεγόνασι πρὸς ὑμᾶς καὶ πάλαι πολλὰ ἤδη ἔτη καὶ οὐδὲν ἀληθὲς λέγοντες, οὓς ἐγὼ μᾶλλον φοβοῦμαι ἢ τοὺς ἀμφὶ Ἄνυτον, καίπερ ὄντας καὶ τούτους δεινούς·Γιατί από παλιά πολλοί με κατηγόρησαν σε σας και για πολλά χρόνια, χωρίς τίποτε το αληθινό να λένε, και αυτούς εγώ περισσότερο φοβάμαι και όχι την παρέα του Άνυτου, παρόλο που κι αυτή μου εμπνέει φόβο·

ἀλλ᾽ ἐκεῖνοι δεινότεροι, ὦ ἄνδρες, οἳ ὑμῶν τοὺς πολλοὺς ἐκ παίδων παραλαμβάνοντες ἔπειθόν τε καὶ κατηγόρουν ἐμοῦ μᾶλλον οὐδὲν ἀληθές, ὡς ἔστιν τις Σωκράτης σοφὸς ἀνήρ, τά τε μετέωρα φροντιστὴς καὶ τὰ ὑπὸ γῆς πάντα ἀνεζητηκὼς καὶ τὸν ἥττω λόγον κρείττω [18c ] ποιῶν.

αλλά οι πρώτοι κατήγοροι είναι επικίνδυνοι, επειδή αυτοί τους περισσότερους από σας τους έπιαναν από παιδιά και τους έπειθαν, κατηγορώντας με εντελώς άδικα, ότι τάχα υπάρχει κάποιος Σωκράτης, σοφός άνδρας, που και τα ουράνια φαινόμενα εξετάζει και όλα όσα υπάρχουν κάτω από τη γη ερευνά και το πιο αδύναμο επιχείρημα το κάνει ισχυρότερο.
οὗτοι, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, <οἱ> ταύτην τὴν φήμην κατασκεδάσαντες, οἱ δεινοί εἰσίν μου κατήγοροι·Αυτοί, Αθηναίοι, που τη φήμη αυτή διέδωσαν, είναι οι φοβεροί κατήγοροί μου·
οἱ γὰρ ἀκούοντες ἡγοῦνται τοὺς ταῦτα ζητοῦντας οὐδὲ θεοὺς νομίζειν.


 
αφού αυτοί που ακούν αυτά νομίζουν πως όσοι ερευνούν τέτοια ζητήματα δεν πιστεύουν και στους θεούς.
ἔπειτά εἰσιν οὗτοι οἱ κατήγοροι πολλοὶ καὶ πολὺν χρόνον ἤδη κατηγορηκότες, ἔτι δὲ καὶ ἐν ταύτῃ τῇ ἡλικίᾳ λέγοντες πρὸς ὑμᾶς ἐν ᾗ ἂν μάλιστα ἐπιστεύσατε, παῖδες ὄντες ἔνιοι ὑμῶν καὶ μειράκια, ἀτεχνῶς ἐρήμην κατηγοροῦντες ἀπολογουμένου οὐδενός.Εκτός αυτού, αυτοί οι κατήγοροι είναι πολλοί και ήδη εδώ και πολύ καιρό έχουν εκτοξεύσει τις κατηγορίες τους, και μάλιστα σας έλεγαν αυτά όταν βρισκόσασταν σε τέτοια ηλικία που απόλυτα τα πιστέψατε, αφού μερικοί ήσασταν παιδιά και έφηβοι, γιατί χωρίς κόπο ερήμην του κατηγορουμένου κατηγορούσαν και χωρίς να απολογείται κανείς.


 
ὃ δὲ πάντων ἀλογώτατον, ὅτι οὐδὲ τὰ [18d ] ὀνόματα οἷόν τε αὐτῶν εἰδέναι καὶ εἰπεῖν, πλὴν εἴ τις κωμῳδοποιὸς τυγχάνει ὤν. ὅσοι δὲ φθόνῳ καὶ διαβολῇ χρώμενοι ὑμᾶς ἀνέπειθον--οἱ δὲ καὶ αὐτοὶ πεπεισμένοι ἄλλους πείθοντες--οὗτοι πάντες ἀπορώτατοί εἰσιν·
Και το πιο παράλογο απ' όλα είναι ότι δεν είναι δυνατόν τα ονόματά τους να γνωρίζω και να αναφέρω, παρά μόνο στην περίπτωση που κάποιος είναι κωμικός ποιητής. Όσοι όμως φθόνο και συκοφαντίες χρησιμοποιώντας σας έπειθαν, και, επειδή οι ίδιοι ήταν πεπεισμένοι, έπειθαν και άλλους, αυτοί είναι δύσκολο να αντιμετωπιστούν·
οὐδὲ γὰρ ἀναβιβάσασθαι οἷόν τ᾽ ἐστὶν αὐτῶν ἐνταυθοῖ οὐδ᾽ ἐλέγξαι οὐδένα, ἀλλ᾽ ἀνάγκη ἀτεχνῶς ὥσπερ σκιαμαχεῖν ἀπολογούμενόν τε καὶ ἐλέγχειν μηδενὸς ἀποκρινομένου.μιας και δεν είναι δυνατόν να παρουσιάσω κανέναν απ' αυτούς ενώπιόν σας, ούτε να αποκαλύψω τα ψέματα τους υποβάλλοντάς τους ερωτήσεις, αλλά είμαι αναγκασμένος στ' αλήθεια να πολεμώ με φανταστικούς αντιπάλους και να ελέγχω τις κατηγορίες τους χωρίς κανένας να απαντάει.
ἀξιώσατε οὖν καὶ ὑμεῖς, ὥσπερ ἐγὼ λέγω, διττούς μου τοὺς κατηγόρους γεγονέναι, ἑτέρους μὲν τοὺς ἄρτι κατηγορήσαντας, ἑτέρους δὲ [18e ] τοὺς πάλαι οὓς ἐγὼ λέγω, καὶ οἰήθητε δεῖν πρὸς ἐκείνους πρῶτόν με ἀπολογήσασθαι·
Δεχθείτε λοιπόν και σεις ότι, όπως ακριβώς εγώ υποστηρίζω, οι κατήγοροί μου είναι δυο ομάδες ανθρώπων ―άλλοι είναι αυτοί που πρόσφατα με κατηγόρησαν και άλλοι οι παλιοί κατήγοροι στους οποίους αναφέρθηκα― και δεχθείτε ότι πρώτα προς αυτούς πρέπει να απολογηθώ·
καὶ γὰρ ὑμεῖς ἐκείνων πρότερον ἠκούσατε κατηγορούντων καὶ πολὺ μᾶλλον ἢ τῶνδε τῶν ὕστερον.
καθόσον μάλιστα κι εσείς εκείνους είχατε ακούσει πρώτα να με κατηγορούν, και μάλιστα για πολύ περισσότερο καιρό, απ' ό,τι αυτοί εδώ οι πρόσφατοι.
εἶεν· ἀπολογητέον δή, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ ἐπιχειρητέον [19a ] ὑμῶν ἐξελέσθαι τὴν διαβολὴν ἣν ὑμεῖς ἐν πολλῷ χρόνῳ ἔσχετε ταύτην ἐν οὕτως ὀλίγῳ χρόνῳ.Ας είναι, πρέπει βέβαια να απολογηθώ, Αθηναίοι, και να επιχειρήσω να βγάλω, μέσα σε τόσο λίγο χρόνο, από το μυαλό σας τη διαβολή που εμπεδώθηκε μέσα σε τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα.
βουλοίμην μὲν οὖν ἂν τοῦτο οὕτως γενέσθαι, εἴ τι ἄμεινον καὶ ὑμῖν καὶ ἐμοί, καὶ πλέον τί με ποιῆσαι ἀπολογούμενον·
Θα ήθελα λοιπόν να γίνει με τέτοιο τρόπο, ώστε σε κάτι να ωφελούσε και σας και εμένα, και με την απολογία μου να βρεθώ σε πλεονεκτικότερη θέση·
οἶμαι δὲ αὐτὸ χαλεπὸν εἶναι, καὶ οὐ πάνυ με λανθάνει οἷόν ἐστιν. ὅμως τοῦτο μὲν ἴτω ὅπῃ τῷ θεῷ φίλον, τῷ δὲ νόμῳ πειστέον καὶ ἀπολογητέον.
πιστεύω όμως ότι αυτό είναι δύσκολο και έχω πλήρη επίγνωση της δυσκολίας. Όμως ας γίνει ό,τι ο θεός θέλει, στο νόμο πρέπει να υπακούσω και να απολογηθώ.
ἀναλάβωμεν οὖν ἐξ ἀρχῆς τίς ἡ κατηγορία ἐστὶν ἐξ ἧς [19b ] ἡ ἐμὴ διαβολὴ γέγονεν, ᾗ δὴ καὶ πιστεύων Μέλητός με ἐγράψατο τὴν γραφὴν ταύτην. Ξεκινώντας λοιπόν ας εξετάσουμε ποια είναι η κατηγορία από την οποία προέκυψε η εναντίον μου συκοφαντία, στην οποία επειδή πίστεψε και ο Μέλητος, κατέθεσε αυτήν εδώ τη μήνυση.
εἶεν· τί δὴ λέγοντες διέβαλλον οἱ διαβάλλοντες; ὥσπερ οὖν κατηγόρων τὴν ἀντωμοσίαν δεῖ ἀναγνῶναι αὐτῶν·



"Σωκράτης ἀδικεῖ καὶ περιεργάζεται ζητῶν τά τε ὑπὸ γῆς καὶ οὐράνια καὶ τὸν ἥττω λόγον κρείττω [19c ] ποιῶν καὶ ἄλλους ταὐτὰ ταῦτα διδάσκων".
Και αρχίζω: λέγοντας τί με διέβαλλαν οι συκοφάντες; Πρέπει κανείς να μελετήσει την κατηγορία τους σαν να ήταν και αυτοί επίσημοι κατήγοροι:

«Ο Σωκράτης παραβαίνει τους νόμους και χάνει την ώρα του ερευνώντας και όσα βρίσκονται κάτω από τη γη και στον ουρανό και κάνει το ασθενέστερο επιχείρημα πιο ισχυρό και αυτά τα ίδια και σε άλλους τα διδάσκει».
τοιαύτη τίς ἐστιν· ταῦτα γὰρ ἑωρᾶτε καὶ αὐτοὶ ἐν τῇ Ἀριστοφάνους κωμῳδίᾳ, Σωκράτη τινὰ ἐκεῖ περιφερόμενον, φάσκοντά τε ἀεροβατεῖν καὶ ἄλλην πολλὴν φλυαρίαν φλυαροῦντα, ὧν ἐγὼ οὐδὲν οὔτε μέγα οὔτε μικρὸν πέρι ἐπαΐω. Κάπως έτσι έχει η κατηγορία· και αυτά βέβαια και σεις οι ίδιοι τα είδατε στην κωμωδία του Αριστοφάνη, δηλαδή κάποιον Σωκράτη να περιφέρεται χωρίς λόγο, ισχυριζόμενος ότι περπατάει στον αέρα, και να φλυαρεί ακατάσχετα για θέματα που σε καμιά περίπτωση δεν κατέχω.
καὶ οὐχ ὡς ἀτιμάζων λέγω τὴν τοιαύτην ἐπιστήμην, εἴ τις περὶ τῶν τοιούτων σοφός ἐστιν--μή πως ἐγὼ ὑπὸ Μελήτου τοσαύτας δίκας φεύγοιμι-- ἀλλὰ γὰρ ἐμοὶ τούτων, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, οὐδὲν μέτεστιν. [19d ]
Και δεν τα λέω αυτά επειδή δεν εκτιμώ αυτού του είδους τη γνώση, αν υπάρχει κάποιος που είναι σοφός σε αυτά τα θέματα, ―τα λέω μήπως ο Μέλητος μου προσάψει τέτοιες κατηγορίες―, αλλά, Αθηναίοι, καμιά απολύτως σχέση δεν έχω με αυτά.
μάρτυρας δὲ αὖ ὑμῶν τοὺς πολλοὺς παρέχομαι, καὶ ἀξιῶ ὑμᾶς ἀλλήλους διδάσκειν τε καὶ φράζειν, ὅσοι ἐμοῦ πώποτε ἀκηκόατε διαλεγομένου--πολλοὶ δὲ ὑμῶν οἱ τοιοῦτοί εἰσιν-- φράζετε οὖν ἀλλήλοις εἰ πώποτε ἢ μικρὸν ἢ μέγα ἤκουσέ τις ὑμῶν ἐμοῦ περὶ τῶν τοιούτων διαλεγομένου, καὶ ἐκ τούτου γνώσεσθε ὅτι τοιαῦτ᾽ ἐστὶ καὶ τἆλλα περὶ ἐμοῦ ἃ οἱ πολλοὶ λέγουσιν.
Και μάρτυρες για όσα λέω έχω τους περισσότερους από σας και σας ζητώ να διαφωτίσετε και τους άλλους και να τους πείτε, όσοι με ακούσατε κάποτε να συζητώ ―και πολλοί πράγματι με ακούσατε―, πείτε λοιπόν μεταξύ σας αν ποτέ κάποιος από σας με άκουσε να συζητώ για τέτοια ζητήματα ακροθιγώς ή διεξοδικά, και απ' αυτό θα καταλάβετε ότι τέτοια ψέματα είναι και τα άλλα που λένε οι πολλοί σε βάρος μου.
ἀλλὰ γὰρ οὔτε τούτων οὐδέν ἐστιν, οὐδέ γ᾽ εἴ τινος ἀκηκόατε ὡς ἐγὼ παιδεύειν ἐπιχειρῶ ἀνθρώπους καὶ χρήματα [19e ] πράττομαι, οὐδὲ τοῦτο ἀληθές.
Αλλά βέβαια ούτε κάτι από αυτά ισχύει, και αν ακούσατε ποτέ κανέναν να λέει πως εγώ τάχα επιχειρώ να εκπαιδεύω ανθρώπους και παίρνω χρήματα γι αυτό, ούτε αυτό είναι αλήθεια.
ἐπεὶ καὶ τοῦτό γέ μοι δοκεῖ καλὸν εἶναι, εἴ τις οἷός τ᾽ εἴη παιδεύειν ἀνθρώπους ὥσπερ Γοργίας τε ὁ Λεοντῖνος καὶ Πρόδικος ὁ Κεῖος καὶ Ἱππίας ὁ Ἠλεῖος. τούτων γὰρ ἕκαστος, ὦ ἄνδρες, οἷός τ᾽ ἐστὶν ἰὼν εἰς ἑκάστην τῶν πόλεων τοὺς νέους--οἷς ἔξεστι τῶν ἑαυτῶν πολιτῶν προῖκα συνεῖναι ᾧ ἂν βούλωνται--τούτους πείθουσι [20a ] τὰς ἐκείνων συνουσίας ἀπολιπόντας σφίσιν συνεῖναι χρήματα διδόντας καὶ χάριν προσειδέναι.




 
Έχω όμως την εντύπωση ότι και αυτό είναι καλό, αν δηλαδή υπάρχει κάποιος που είναι ικανός να εκπαιδεύει ανθρώπους, όπως ακριβώς και ο Γοργίας ο Λεοντίνος και ο Πρόδικος ο Κείος και ο Ιππίας ο Ηλείος. Πραγματικά, ο καθένας από αυτούς, Αθηναίοι, είναι ικανός, αφού επισκεφθεί καθεμιά από τις πόλεις, και να πείσει τους νέους- όσους μπορούν να συναναστραφούν όποιον συμπολίτη τους θέλουν χωρίς πληρωμή- να τους πείσει λέω, αφού εγκαταλείψουν τη συντροφιά των συμπολιτών τους, αυτόν να συναναστρέφονται επί πληρωμή και από πάνω χάρη να του χρωστούν.
ἐπεὶ καὶ ἄλλος ἀνήρ ἐστι Πάριος ἐνθάδε σοφὸς ὃν ἐγὼ ᾐσθόμην ἐπιδημοῦντα·ἔτυχον γὰρ προσελθὼν ἀνδρὶ ὃς τετέλεκε χρήματα σοφισταῖς πλείω ἢ σύμπαντες οἱ ἄλλοι, Καλλίᾳ τῷ Ἱππονίκου· τοῦτον οὖν ἀνηρόμην--ἐστὸν γὰρ αὐτῷ δύο ὑεῖ--



"ὦ Καλλία", ἦν δ᾽ ἐγώ, "εἰ μέν σου τὼ ὑεῖ πώλω ἢ μόσχω ἐγενέσθην, εἴχομεν ἂν αὐτοῖν ἐπιστάτην λαβεῖν καὶ μισθώσασθαι ὃς [20b ] ἔμελλεν αὐτὼ καλώ τε κἀγαθὼ ποιήσειν τὴν προσήκουσαν ἀρετήν, ἦν δ᾽ ἂν οὗτος ἢ τῶν ἱππικῶν τις ἢ τῶν γεωργικῶν·
Για παράδειγμα, έμαθα ότι και άλλος σοφός βρίσκεται εδώ από την Πάρο· τυχαία λοιπόν επισκέφθηκα έναν άνθρωπο που έχει πληρώσει στους σοφιστές μόνος του περισσότερα χρήματα απ' όσα όλοι οι άλλοι μαζί, εννοώ τον Καλλία, το γιο του Ιππόνικου. Λοιπόν τον ρώτησα-επειδή έχει δυο γιούς-.
«Καλλία, του είπα, αν οι γιοί σου ήταν πουλάρια ή μοσχάρια, θα είχαμε τη δυνατότητα να μισθώσουμε έναν επιστάτη για να τα φροντίζει, ο οποίος θα τα έκανε πάρα πολύ καλά ως προς την ικανότητα που ταιριάζει στα πουλάρια ή τα μοσχάρια· και αυτός θα ήταν κάποιος ιπποτρόφος ή γεωργός.


νῦν δ᾽ ἐπειδὴ ἀνθρώπω ἐστόν, τίνα αὐτοῖν ἐν νῷ ἔχεις ἐπιστάτην λαβεῖν; τίς τῆς τοιαύτης ἀρετῆς, τῆς ἀνθρωπίνης τε καὶ πολιτικῆς, ἐπιστήμων ἐστίν;


Τώρα όμως που είναι άνθρωποι, ποιον σκέφτεσαι να προσλάβεις για την εκπαίδευσή τους; Ποιος κατέχει πραγματικά την ικανότητα που ταιριάζει στους ανθρώπους, δηλαδή την πολιτική αρετή;
οἶμαι γάρ σε ἐσκέφθαι διὰ τὴν τῶν ὑέων κτῆσιν. ἔστιν τις", ἔφην ἐγώ, "ἢ οὔ;" "πάνυ γε", ἦ δ᾽ ὅς. "τίς", ἦν δ᾽ ἐγώ, "καὶ ποδαπός, καὶ πόσου διδάσκει;" "Εὔηνος", ἔφη, "ὦ Σώκρατες, Πάριος, πέντε μνῶν".
Σε ρωτώ, επειδή πιστεύω ότι το έχεις σκεφτεί, αφού έχεις δυο γιούς.

Υπάρχει κάποιος, τον ρώτησα, ή όχι;

Βέβαια, είπε.

Ποιος;, τον ρώτησα, και από πού είναι και πόσα παίρνει;

Ο Εύηνος από τη Πάρο, Σωκράτη, είπε, και παίρνει πέντε μνες.»


 
καὶ ἐγὼ τὸν Εὔηνον ἐμακάρισα εἰ ὡς ἀληθῶς [20c ] ἔχοι ταύτην τὴν τέχνην καὶ οὕτως ἐμμελῶς διδάσκει. ἐγὼ γοῦν καὶ αὐτὸς ἐκαλλυνόμην τε καὶ ἡβρυνόμην ἂν εἰ ἠπιστάμην ταῦτα· ἀλλ᾽ οὐ γὰρ ἐπίσταμαι, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι.
Και εγώ τον Εύηνο μακάρισα, αν στ' αλήθεια αυτή την τέχνη κατέχει και με τόσο λογικά δίδακτρα τη διδάσκει. Γιατί και εγώ ο ίδιος θα καμάρωνα και θα υπερηφανευόμουν αν τα γνώριζα αυτά· όμως δεν τα κατέχω, Αθηναίοι.
ὑπολάβοι ἂν οὖν τις ὑμῶν ἴσως· "ἀλλ᾽, ὦ Σώκρατες, τὸ σὸν τί ἐστι πρᾶγμα; πόθεν αἱ διαβολαί σοι αὗται γεγόνασιν; οὐ γὰρ δήπου σοῦ γε οὐδὲν τῶν ἄλλων περιττότερον πραγματευομένου ἔπειτα τοσαύτη φήμη τε καὶ λόγος γέγονεν, εἰ μή τι ἔπραττες ἀλλοῖον ἢ οἱ πολλοί. λέγε οὖν ἡμῖν τί [20d ] ἐστιν, ἵνα μὴ ἡμεῖς περὶ σοῦ αὐτοσχεδιάζωμεν".





ταυτί μοι δοκεῖ δίκαια λέγειν ὁ λέγων, κἀγὼ ὑμῖν πειράσομαι ἀποδεῖξαι τί ποτ᾽ ἐστὶν τοῦτο ὃ ἐμοὶ πεποίηκεν τό τε ὄνομα καὶ τὴν διαβολήν. ἀκούετε δή. καὶ ἴσως μὲν δόξω τισὶν ὑμῶν παίζειν· εὖ μέντοι ἴστε, πᾶσαν ὑμῖν τὴν ἀλήθειαν ἐρῶ.



ἐγὼ γάρ, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, δι᾽ οὐδὲν ἀλλ᾽ ἢ διὰ σοφίαν τινὰ τοῦτο τὸ ὄνομα ἔσχηκα. ποίαν δὴ σοφίαν ταύτην; ἥπερ ἐστὶν ἴσως ἀνθρωπίνη σοφία· τῷ ὄντι γὰρ κινδυνεύω ταύτην εἶναι σοφός. οὗτοι δὲ τάχ᾽ ἄν, οὓς ἄρτι [20e ] ἔλεγον, μείζω τινὰ ἢ κατ᾽ ἄνθρωπον σοφίαν σοφοὶ εἶεν, ἢ οὐκ ἔχω τί λέγω· οὐ γὰρ δὴ ἔγωγε αὐτὴν ἐπίσταμαι, ἀλλ᾽ ὅστις φησὶ ψεύδεταί τε καὶ ἐπὶ διαβολῇ τῇ ἐμῇ λέγει.





καί μοι, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, μὴ θορυβήσητε, μηδ᾽ ἐὰν δόξω τι ὑμῖν μέγα λέγειν· οὐ γὰρ ἐμὸν ἐρῶ τὸν λόγον ὃν ἂν λέγω, ἀλλ᾽ εἰς ἀξιόχρεων ὑμῖν τὸν λέγοντα ἀνοίσω. τῆς γὰρ ἐμῆς, εἰ δή τίς ἐστιν σοφία καὶ οἵα, μάρτυρα ὑμῖν παρέξομαι τὸν θεὸν τὸν ἐν Δελφοῖς.





Χαιρεφῶντα γὰρ ἴστε που. οὗτος [21a ] ἐμός τε ἑταῖρος ἦν ἐκ νέου καὶ ὑμῶν τῷ πλήθει ἑταῖρός τε καὶ συνέφυγε τὴν φυγὴν ταύτην καὶ μεθ᾽ ὑμῶν κατῆλθε. καὶ ἴστε δὴ οἷος ἦν Χαιρεφῶν, ὡς σφοδρὸς ἐφ᾽ ὅτι ὁρμήσειεν.







καὶ δή ποτε καὶ εἰς Δελφοὺς ἐλθὼν ἐτόλμησε τοῦτο μαντεύσασθαι--καί, ὅπερ λέγω, μὴ θορυβεῖτε, ὦ ἄνδρες--ἤρετο γὰρ δὴ εἴ τις ἐμοῦ εἴη σοφώτερος. ἀνεῖλεν οὖν ἡ Πυθία μηδένα σοφώτερον εἶναι. καὶ τούτων πέρι ὁ ἀδελφὸς ὑμῖν αὐτοῦ οὑτοσὶ μαρτυρήσει, ἐπειδὴ ἐκεῖνος τετελεύτηκεν. [21b ] σκέψασθε δὴ ὧν ἕνεκα ταῦτα λέγω· μέλλω γὰρ ὑμᾶς διδάξειν ὅθεν μοι ἡ διαβολὴ γέγονεν.





ταῦτα γὰρ ἐγὼ ἀκούσας ἐνεθυμούμην οὑτωσί· "τί ποτε λέγει ὁ θεός, καὶ τί ποτε αἰνίττεται; ἐγὼ γὰρ δὴ οὔτε μέγα οὔτε σμικρὸν σύνοιδα ἐμαυτῷ σοφὸς ὤν· τί οὖν ποτε λέγει φάσκων ἐμὲ σοφώτατον εἶναι; οὐ γὰρ δήπου ψεύδεταί γε· οὐ γὰρ θέμις αὐτῷ".



καὶ πολὺν μὲν χρόνον ἠπόρουν τί ποτε λέγει· ἔπειτα μόγις πάνυ ἐπὶ ζήτησιν αὐτοῦ τοιαύτην τινὰ ἐτραπόμην. ἦλθον ἐπί τινα τῶν δοκούντων σοφῶν εἶναι, ὡς [21c ] ἐνταῦθα εἴπερ που ἐλέγξων τὸ μαντεῖον καὶ ἀποφανῶν τῷ χρησμῷ ὅτι "οὑτοσὶ ἐμοῦ σοφώτερός ἐστι, σὺ δ᾽ ἐμὲ ἔφησθα".





διασκοπῶν οὖν τοῦτον--ὀνόματι γὰρ οὐδὲν

δέομαι λέγειν, ἦν δέ τις τῶν πολιτικῶν πρὸς ὃν ἐγὼ σκοπῶν τοιοῦτόν τι ἔπαθον, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι-- καὶ διαλεγόμενος αὐτῷ ἔδοξέ μοι οὗτος ὁ ἀνὴρ δοκεῖν μὲν εἶναι σοφὸς ἄλλοις τε πολλοῖς ἀνθρώποις καὶ μάλιστα ἑαυτῷ, εἶναι δ᾽ οὔ· κἄπειτα ἐπειρώμην αὐτῷ δεικνύναι ὅτι οἴοιτο μὲν εἶναι σοφός, εἴη δ᾽ οὔ.



[21d ] ἐντεῦθεν οὖν τούτῳ τε ἀπηχθόμην καὶ πολλοῖς τῶν παρόντων· πρὸς ἐμαυτὸν δ᾽ οὖν ἀπιὼν ἐλογιζόμην ὅτι τούτου μὲν τοῦ ἀνθρώπου ἐγὼ σοφώτερός εἰμι· κινδυνεύει μὲν γὰρ ἡμῶν οὐδέτερος οὐδὲν καλὸν κἀγαθὸν εἰδέναι, ἀλλ᾽ οὗτος μὲν οἴεταί τι εἰδέναι οὐκ εἰδώς, ἐγὼ δέ, ὥσπερ οὖν οὐκ οἶδα, οὐδὲ οἴομαι· ἔοικα γοῦν τούτου γε σμικρῷ τινι αὐτῷ τούτῳ σοφώτερος εἶναι, ὅτι ἃ μὴ οἶδα οὐδὲ οἴομαι εἰδέναι.



ἐντεῦθεν ἐπ᾽ ἄλλον ᾖα τῶν ἐκείνου δοκούντων σοφωτέρων εἶναι καί [21e ] μοι ταὐτὰ ταῦτα ἔδοξε, καὶ ἐνταῦθα κἀκείνῳ καὶ ἄλλοις πολλοῖς ἀπηχθόμην.



μετὰ ταῦτ᾽ οὖν ἤδη ἐφεξῆς ᾖα, αἰσθανόμενος μὲν καὶ λυπούμενος καὶ δεδιὼς ὅτι ἀπηχθανόμην, ὅμως δὲ ἀναγκαῖον ἐδόκει εἶναι τὸ τοῦ θεοῦ περὶ πλείστου ποιεῖσθαι.



ἰτέον οὖν, σκοποῦντι τὸν χρησμὸν τί λέγει, ἐπὶ ἅπαντας τούς τι [22a ] δοκοῦντας εἰδέναι. καὶ νὴ τὸν κύνα, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι-- δεῖ γὰρ πρὸς ὑμᾶς τἀληθῆ λέγειν--ἦ μὴν ἐγὼ ἔπαθόν τι τοιοῦτον· οἱ μὲν μάλιστα εὐδοκιμοῦντες ἔδοξάν μοι ὀλίγου δεῖν τοῦ πλείστου ἐνδεεῖς εἶναι ζητοῦντι κατὰ τὸν θεόν, ἄλλοι δὲ δοκοῦντες φαυλότεροι ἐπιεικέστεροι εἶναι ἄνδρες πρὸς τὸ φρονίμως ἔχειν.





δεῖ δὴ ὑμῖν τὴν ἐμὴν πλάνην ἐπιδεῖξαι ὥσπερ πόνους τινὰς πονοῦντος ἵνα μοι καὶ ἀνέλεγκτος ἡ μαντεία γένοιτο. μετὰ γὰρ τοὺς πολιτικοὺς ᾖα ἐπὶ τοὺς ποιητὰς τούς τε τῶν τραγῳδιῶν καὶ τοὺς τῶν [22b ] διθυράμβων καὶ τοὺς ἄλλους, ὡς ἐνταῦθα ἐπ᾽ αὐτοφώρῳ καταληψόμενος ἐμαυτὸν ἀμαθέστερον ἐκείνων ὄντα.





ἀναλαμβάνων οὖν αὐτῶν τὰ ποιήματα ἅ μοι ἐδόκει μάλιστα πεπραγματεῦσθαι αὐτοῖς, διηρώτων ἂν αὐτοὺς τί λέγοιεν, ἵν᾽ ἅμα τι καὶ μανθάνοιμι παρ᾽ αὐτῶν. αἰσχύνομαι οὖν ὑμῖν εἰπεῖν, ὦ ἄνδρες, τἀληθῆ· ὅμως δὲ ῥητέον. ὡς ἔπος γὰρ εἰπεῖν ὀλίγου αὐτῶν ἅπαντες οἱ παρόντες ἂν βέλτιον ἔλεγον περὶ ὧν αὐτοὶ ἐπεποιήκεσαν. ἔγνων οὖν αὖ καὶ περὶ τῶν ποιητῶν ἐν ὀλίγῳ τοῦτο, ὅτι οὐ σοφίᾳ ποιοῖεν [22c ] ἃ ποιοῖεν, ἀλλὰ φύσει τινὶ καὶ ἐνθουσιάζοντες ὥσπερ οἱ θεομάντεις καὶ οἱ χρησμῳδοί· καὶ γὰρ οὗτοι λέγουσι μὲν πολλὰ καὶ καλά, ἴσασιν δὲ οὐδὲν ὧν λέγουσι.









τοιοῦτόν τί μοι ἐφάνησαν πάθος καὶ οἱ ποιηταὶ πεπονθότες, καὶ ἅμα ᾐσθόμην αὐτῶν διὰ τὴν ποίησιν οἰομένων καὶ τἆλλα σοφωτάτων εἶναι ἀνθρώπων ἃ οὐκ ἦσαν. ἀπῇα οὖν καὶ ἐντεῦθεν τῷ αὐτῷ οἰόμενος περιγεγονέναι ᾧπερ καὶ τῶν πολιτικῶν.

τελευτῶν οὖν ἐπὶ τοὺς χειροτέχνας ᾖα· ἐμαυτῷ γὰρ [22d ] συνῄδη οὐδὲν ἐπισταμένῳ ὡς ἔπος εἰπεῖν, τούτους δέ γ᾽ ᾔδη ὅτι εὑρήσοιμι πολλὰ καὶ καλὰ ἐπισταμένους. καὶ τούτου μὲν οὐκ ἐψεύσθην, ἀλλ᾽ ἠπίσταντο ἃ ἐγὼ οὐκ ἠπιστάμην καί μου ταύτῃ σοφώτεροι ἦσαν. ἀλλ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ταὐτόν μοι ἔδοξαν ἔχειν ἁμάρτημα ὅπερ καὶ οἱ ποιηταὶ καὶ οἱ ἀγαθοὶ δημιουργοί--διὰ τὸ τὴν τέχνην καλῶς ἐξεργάζεσθαι ἕκαστος ἠξίου καὶ τἆλλα τὰ μέγιστα σοφώτατος εἶναι--καὶ αὐτῶν αὕτη ἡ πλημμέλεια ἐκείνην τὴν σοφίαν [22e ] ἀποκρύπτειν· ὥστε με ἐμαυτὸν ἀνερωτᾶν ὑπὲρ τοῦ χρησμοῦ πότερα δεξαίμην ἂν οὕτως ὥσπερ ἔχω ἔχειν, μήτε τι σοφὸς ὢν τὴν ἐκείνων σοφίαν μήτε ἀμαθὴς τὴν ἀμαθίαν, ἢ ἀμφότερα ἃ ἐκεῖνοι ἔχουσιν ἔχειν. ἀπεκρινάμην οὖν ἐμαυτῷ καὶ τῷ χρησμῷ ὅτι μοι λυσιτελοῖ ὥσπερ ἔχω ἔχειν.

ἐκ ταυτησὶ δὴ τῆς ἐξετάσεως, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, [23a ] πολλαὶ μὲν ἀπέχθειαί μοι γεγόνασι καὶ οἷαι χαλεπώταται καὶ βαρύταται, ὥστε πολλὰς διαβολὰς ἀπ᾽ αὐτῶν γεγονέναι, ὄνομα δὲ τοῦτο λέγεσθαι, σοφὸς εἶναι· οἴονται γάρ με ἑκάστοτε οἱ παρόντες ταῦτα αὐτὸν εἶναι σοφὸν ἃ ἂν ἄλλον ἐξελέγξω. τὸ δὲ κινδυνεύει, ὦ ἄνδρες, τῷ ὄντι ὁ θεὸς σοφὸς εἶναι, καὶ ἐν τῷ χρησμῷ τούτῳ τοῦτο λέγειν, ὅτι ἡ ἀνθρωπίνη σοφία ὀλίγου τινὸς ἀξία ἐστὶν καὶ οὐδενός. καὶ φαίνεται τοῦτον λέγειν τὸν Σωκράτη, προσκεχρῆσθαι δὲ [23b ] τῷ ἐμῷ ὀνόματι, ἐμὲ παράδειγμα ποιούμενος, ὥσπερ ἂν <εἰ> εἴποι ὅτι "οὗτος ὑμῶν, ὦ ἄνθρωποι, σοφώτατός ἐστιν, ὅστις ὥσπερ Σωκράτης ἔγνωκεν ὅτι οὐδενὸς ἄξιός ἐστι τῇ ἀληθείᾳ πρὸς σοφίαν". ταῦτ᾽ οὖν ἐγὼ μὲν ἔτι καὶ νῦν περιιὼν ζητῶ καὶ ἐρευνῶ κατὰ τὸν θεὸν καὶ τῶν ἀστῶν καὶ ξένων ἄν τινα οἴωμαι σοφὸν εἶναι· καὶ ἐπειδάν μοι μὴ δοκῇ, τῷ θεῷ βοηθῶν ἐνδείκνυμαι ὅτι οὐκ ἔστι σοφός.





καὶ ὑπὸ ταύτης τῆς ἀσχολίας οὔτε τι τῶν τῆς πόλεως πρᾶξαί μοι σχολὴ γέγονεν ἄξιον λόγου οὔτε τῶν οἰκείων, ἀλλ᾽ ἐν [23c ] πενίᾳ μυρίᾳ εἰμὶ διὰ τὴν τοῦ θεοῦ λατρείαν.



πρὸς δὲ τούτοις οἱ νέοι μοι ἐπακολουθοῦντες--οἷς μάλιστα σχολή ἐστιν, οἱ τῶν πλουσιωτάτων--αὐτόματοι, χαίρουσιν ἀκούοντες ἐξεταζομένων τῶν ἀνθρώπων, καὶ αὐτοὶ πολλάκις ἐμὲ μιμοῦνται, εἶτα ἐπιχειροῦσιν ἄλλους ἐξετάζειν· κἄπειτα οἶμαι εὑρίσκουσι πολλὴν ἀφθονίαν οἰομένων μὲν εἰδέναι τι ἀνθρώπων, εἰδότων δὲ ὀλίγα ἢ οὐδέν.

ἐντεῦθεν οὖν οἱ ὑπ᾽ αὐτῶν ἐξεταζόμενοι ἐμοὶ ὀργίζονται, οὐχ αὑτοῖς, [23d ] καὶ λέγουσιν ὡς Σωκράτης τίς ἐστι μιαρώτατος καὶ διαφθείρει τοὺς νέους· καὶ ἐπειδάν τις αὐτοὺς ἐρωτᾷ ὅτι ποιῶν καὶ ὅτι διδάσκων, ἔχουσι μὲν οὐδὲν εἰπεῖν ἀλλ᾽ ἀγνοοῦσιν, ἵνα δὲ μὴ δοκῶσιν ἀπορεῖν, τὰ κατὰ πάντων τῶν φιλοσοφούντων πρόχειρα ταῦτα λέγουσιν, ὅτι "τὰ μετέωρα καὶ τὰ ὑπὸ γῆς" καὶ "θεοὺς μὴ νομίζειν" καὶ "τὸν ἥττω λόγον κρείττω ποιεῖν".





τὰ γὰρ ἀληθῆ οἴομαι οὐκ ἂν ἐθέλοιεν λέγειν, ὅτι κατάδηλοι γίγνονται προσποιούμενοι μὲν εἰδέναι, εἰδότες δὲ οὐδέν. ἅτε οὖν οἶμαι φιλότιμοι [23e ] ὄντες καὶ σφοδροὶ καὶ πολλοί, καὶ συντεταμένως καὶ πιθανῶς λέγοντες περὶ ἐμοῦ, ἐμπεπλήκασιν ὑμῶν τὰ ὦτα καὶ πάλαι καὶ σφοδρῶς διαβάλλοντες.





ἐκ τούτων καὶ Μέλητός μοι ἐπέθετο καὶ Ἄνυτος καὶ Λύκων, Μέλητος μὲν ὑπὲρ τῶν ποιητῶν ἀχθόμενος, Ἄνυτος δὲ ὑπὲρ τῶν δημιουργῶν καὶ [24a ] τῶν πολιτικῶν, Λύκων δὲ ὑπὲρ τῶν ῥητόρων· ὥστε, ὅπερ ἀρχόμενος ἐγὼ ἔλεγον, θαυμάζοιμ᾽ ἂν εἰ οἷός τ᾽ εἴην ἐγὼ ὑμῶν ταύτην τὴν διαβολὴν ἐξελέσθαι ἐν οὕτως ὀλίγῳ χρόνῳ οὕτω πολλὴν γεγονυῖαν. ταῦτ᾽ ἔστιν ὑμῖν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τἀληθῆ, καὶ ὑμᾶς οὔτε μέγα οὔτε μικρὸν ἀποκρυψάμενος ἐγὼ λέγω οὐδ᾽ ὑποστειλάμενος.

καίτοι οἶδα σχεδὸν ὅτι αὐτοῖς τούτοις ἀπεχθάνομαι, ὃ καὶ τεκμήριον ὅτι ἀληθῆ λέγω καὶ ὅτι αὕτη ἐστὶν ἡ διαβολὴ ἡ ἐμὴ καὶ τὰ αἴτια [24b ] ταῦτά ἐστιν. καὶ ἐάντε νῦν ἐάντε αὖθις ζητήσητε ταῦτα, οὕτως εὑρήσετε.

περὶ μὲν οὖν ὧν οἱ πρῶτοί μου κατήγοροι κατηγόρουν αὕτη ἔστω ἱκανὴ ἀπολογία πρὸς ὑμᾶς· πρὸς δὲ Μέλητον τὸν ἀγαθὸν καὶ φιλόπολιν, ὥς φησι, καὶ τοὺς ὑστέρους μετὰ ταῦτα πειράσομαι ἀπολογήσασθαι. αὖθις γὰρ δή, ὥσπερ ἑτέρων τούτων ὄντων κατηγόρων, λάβωμεν αὖ τὴν τούτων ἀντωμοσίαν.

ἔχει δέ πως ὧδε· Σωκράτη φησὶν ἀδικεῖν τούς τε νέους διαφθείροντα καὶ θεοὺς οὓς ἡ πόλις [24c ] νομίζει οὐ νομίζοντα, ἕτερα δὲ δαιμόνια καινά. τὸ μὲν δὴ ἔγκλημα τοιοῦτόν ἐστιν· τούτου δὲ τοῦ ἐγκλήματος ἓν ἕκαστον ἐξετάσωμεν.
φησὶ γὰρ δὴ τοὺς νέους ἀδικεῖν με διαφθείροντα. ἐγὼ δέ γε, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ἀδικεῖν φημι Μέλητον, ὅτι σπουδῇ χαριεντίζεται, ῥᾳδίως εἰς ἀγῶνα καθιστὰς ἀνθρώπους, περὶ πραγμάτων προσποιούμενος σπουδάζειν καὶ κήδεσθαι ὧν οὐδὲν τούτῳ πώποτε ἐμέλησεν· ὡς δὲ τοῦτο οὕτως ἔχει, πειράσομαι καὶ ὑμῖν ἐπιδεῖξαι. καί μοι δεῦρο, ὦ Μέλητε, εἰπέ·



ἄλλο τι ἢ [24d ] περὶ πλείστου ποιῇ ὅπως ὡς βέλτιστοι οἱ νεώτεροι ἔσονται;
ἔγωγε.
ἴθι δή νυν εἰπὲ τούτοις, τίς αὐτοὺς βελτίους ποιεῖ; δῆλον γὰρ ὅτι οἶσθα, μέλον γέ σοι. τὸν μὲν γὰρ διαφθείροντα ἐξευρών, ὡς φῄς, ἐμέ, εἰσάγεις τουτοισὶ καὶ κατηγορεῖς· τὸν δὲ δὴ βελτίους ποιοῦντα ἴθι εἰπὲ καὶ μήνυσον αὐτοῖς τίς ἐστιν. --ὁρᾷς, ὦ Μέλητε, ὅτι σιγᾷς καὶ οὐκ ἔχεις εἰπεῖν; καίτοι οὐκ αἰσχρόν σοι δοκεῖ εἶναι καὶ ἱκανὸν τεκμήριον οὗ δὴ ἐγὼ λέγω, ὅτι σοι οὐδὲν μεμέληκεν; ἀλλ᾽ εἰπέ, ὠγαθέ, τίς αὐτοὺς ἀμείνους ποιεῖ;



οἱ νόμοι.
[24e ] ἀλλ᾽ οὐ τοῦτο ἐρωτῶ, ὦ βέλτιστε, ἀλλὰ τίς ἄνθρωπος, ὅστις πρῶτον καὶ αὐτὸ τοῦτο οἶδε, τοὺς νόμους;
οὗτοι, ὦ Σώκρατες, οἱ δικασταί.
πῶς λέγεις, ὦ Μέλητε; οἵδε τοὺς νέους παιδεύειν οἷοί τέ εἰσι καὶ βελτίους ποιοῦσιν;
μάλιστα.
πότερον ἅπαντες, ἢ οἱ μὲν αὐτῶν, οἱ δ᾽ οὔ;
ἅπαντες.


εὖ γε νὴ τὴν Ἥραν λέγεις καὶ πολλὴν ἀφθονίαν τῶν ὠφελούντων. τί δὲ δή; οἱ δὲ ἀκροαταὶ βελτίους ποιοῦσιν [25a ] ἢ οὔ;
καὶ οὗτοι.
τί δέ, οἱ βουλευταί;
καὶ οἱ βουλευταί.


ἀλλ᾽ ἄρα, ὦ Μέλητε, μὴ οἱ ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ, οἱ ἐκκλησιασταί, διαφθείρουσι τοὺς νεωτέρους; ἢ κἀκεῖνοι βελτίους ποιοῦσιν ἅπαντες;
κἀκεῖνοι.


πάντες ἄρα, ὡς ἔοικεν, Ἀθηναῖοι καλοὺς κἀγαθοὺς ποιοῦσι πλὴν ἐμοῦ, ἐγὼ δὲ μόνος διαφθείρω. οὕτω λέγεις;
πάνυ σφόδρα ταῦτα λέγω.
πολλήν γέ μου κατέγνωκας δυστυχίαν. καί μοι ἀπόκριναι· ἦ καὶ περὶ ἵππους οὕτω σοι δοκεῖ ἔχειν; οἱ μὲν [25b ] βελτίους ποιοῦντες αὐτοὺς πάντες ἄνθρωποι εἶναι, εἷς δέ τις ὁ διαφθείρων; ἢ τοὐναντίον τούτου πᾶν εἷς μέν τις ὁ βελτίους οἷός τ᾽ ὢν ποιεῖν ἢ πάνυ ὀλίγοι, οἱ ἱππικοί, οἱ δὲ πολλοὶ ἐάνπερ συνῶσι καὶ χρῶνται ἵπποις, διαφθείρουσιν; οὐχ οὕτως ἔχει, ὦ Μέλητε, καὶ περὶ ἵππων καὶ τῶν ἄλλων ἁπάντων ζῴων; πάντως δήπου, ἐάντε σὺ καὶ Ἄνυτος οὐ φῆτε ἐάντε φῆτε·

πολλὴ γὰρ ἄν τις εὐδαιμονία εἴη περὶ τοὺς νέους εἰ εἷς μὲν μόνος αὐτοὺς διαφθείρει, οἱ δ᾽ ἄλλοι [25c ] ὠφελοῦσιν. ἀλλὰ γάρ, ὦ Μέλητε, ἱκανῶς ἐπιδείκνυσαι ὅτι οὐδεπώποτε ἐφρόντισας τῶν νέων, καὶ σαφῶς ἀποφαίνεις τὴν σαυτοῦ ἀμέλειαν, ὅτι οὐδέν σοι μεμέληκεν περὶ ὧν ἐμὲ εἰσάγεις.

ἔτι δὲ ἡμῖν εἰπέ, ὦ πρὸς Διὸς Μέλητε, πότερόν ἐστιν οἰκεῖν ἄμεινον ἐν πολίταις χρηστοῖς ἢ πονηροῖς; ὦ τάν, ἀπόκριναι· οὐδὲν γάρ τοι χαλεπὸν ἐρωτῶ. οὐχ οἱ μὲν πονηροὶ κακόν τι ἐργάζονται τοὺς ἀεὶ ἐγγυτάτω αὑτῶν ὄντας, οἱ δ᾽ ἀγαθοὶ ἀγαθόν τι;

πάνυ γε.

[25d ] ἔστιν οὖν ὅστις βούλεται ὑπὸ τῶν συνόντων βλάπτεσθαι μᾶλλον ἢ ὠφελεῖσθαι; ἀποκρίνου, ὦ ἀγαθέ· καὶ γὰρ ὁ νόμος κελεύει ἀποκρίνεσθαι. ἔσθ᾽ ὅστις βούλεται βλάπτεσθαι;

οὐ δῆτα.
φέρε δή, πότερον ἐμὲ εἰσάγεις δεῦρο ὡς διαφθείροντα τοὺς νέους καὶ πονηροτέρους ποιοῦντα ἑκόντα ἢ ἄκοντα;
ἑκόντα ἔγωγε.
τί δῆτα, ὦ Μέλητε; τοσοῦτον σὺ ἐμοῦ σοφώτερος εἶ τηλικούτου ὄντος τηλικόσδε ὤν, ὥστε σὺ μὲν ἔγνωκας ὅτι οἱ μὲν κακοὶ κακόν τι ἐργάζονται ἀεὶ τοὺς μάλιστα πλησίον [25e ] ἑαυτῶν, οἱ δὲ ἀγαθοὶ ἀγαθόν, ἐγὼ δὲ δὴ εἰς τοσοῦτον ἀμαθίας ἥκω ὥστε καὶ τοῦτ᾽ ἀγνοῶ, ὅτι ἐάν τινα μοχθηρὸν ποιήσω τῶν συνόντων, κινδυνεύσω κακόν τι λαβεῖν ὑπ᾽ αὐτοῦ, ὥστε τοῦτο <τὸ> τοσοῦτον κακὸν ἑκὼν ποιῶ, ὡς φῂς σύ;



ταῦτα ἐγώ σοι οὐ πείθομαι, ὦ Μέλητε, οἶμαι δὲ οὐδὲ ἄλλον ἀνθρώπων οὐδένα· ἀλλ᾽ ἢ οὐ διαφθείρω, ἢ εἰ διαφθείρω, [26a ] ἄκων, ὥστε σύ γε κατ᾽ ἀμφότερα ψεύδῃ. εἰ δὲ ἄκων διαφθείρω, τῶν τοιούτων [καὶ ἀκουσίων] ἁμαρτημάτων οὐ δεῦρο νόμος εἰσάγειν ἐστίν, ἀλλὰ ἰδίᾳ λαβόντα διδάσκειν καὶ νουθετεῖν· δῆλον γὰρ ὅτι ἐὰν μάθω, παύσομαι ὅ γε ἄκων ποιῶ. σὺ δὲ συγγενέσθαι μέν μοι καὶ διδάξαι ἔφυγες καὶ οὐκ ἠθέλησας, δεῦρο δὲ εἰσάγεις, οἷ νόμος ἐστὶν εἰσάγειν τοὺς κολάσεως δεομένους ἀλλ᾽ οὐ μαθήσεως.





ἀλλὰ γάρ, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τοῦτο μὲν ἤδη δῆλον [26b ] οὑγὼ ἔλεγον, ὅτι Μελήτῳ τούτων οὔτε μέγα οὔτε μικρὸν πώποτε ἐμέλησεν. ὅμως δὲ δὴ λέγε ἡμῖν, πῶς με φῂς διαφθείρειν, ὦ Μέλητε, τοὺς νεωτέρους; ἢ δῆλον δὴ ὅτι κατὰ τὴν γραφὴν ἣν ἐγράψω θεοὺς διδάσκοντα μὴ νομίζειν οὓς ἡ πόλις νομίζει, ἕτερα δὲ δαιμόνια καινά; οὐ ταῦτα λέγεις ὅτι διδάσκων διαφθείρω;



πάνυ μὲν οὖν σφόδρα ταῦτα λέγω.
πρὸς αὐτῶν τοίνυν, ὦ Μέλητε, τούτων τῶν θεῶν ὧν νῦν ὁ λόγος ἐστίν, εἰπὲ ἔτι σαφέστερον καὶ ἐμοὶ καὶ τοῖς ἀνδράσιν [26c ] τουτοισί. ἐγὼ γὰρ οὐ δύναμαι μαθεῖν πότερον λέγεις διδάσκειν με νομίζειν εἶναί τινας θεούς--καὶ αὐτὸς ἄρα νομίζω εἶναι θεοὺς καὶ οὐκ εἰμὶ τὸ παράπαν ἄθεος οὐδὲ ταύτῃ ἀδικῶ --οὐ μέντοι οὕσπερ γε ἡ πόλις ἀλλὰ ἑτέρους, καὶ τοῦτ᾽ ἔστιν ὅ μοι ἐγκαλεῖς, ὅτι ἑτέρους, ἢ παντάπασί με φῂς οὔτε αὐτὸν νομίζειν θεοὺς τούς τε ἄλλους ταῦτα διδάσκειν.

ταῦτα λέγω, ὡς τὸ παράπαν οὐ νομίζεις θεούς.
[26d ] ὦ θαυμάσιε Μέλητε, ἵνα τί ταῦτα λέγεις; οὐδὲ ἥλιον οὐδὲ σελήνην ἄρα νομίζω θεοὺς εἶναι, ὥσπερ οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι;
μὰ Δί᾽, ὦ ἄνδρες δικασταί, ἐπεὶ τὸν μὲν ἥλιον λίθον φησὶν εἶναι, τὴν δὲ σελήνην γῆν.

Ἀναξαγόρου οἴει κατηγορεῖν, ὦ φίλε Μέλητε; καὶ οὕτω καταφρονεῖς τῶνδε καὶ οἴει αὐτοὺς ἀπείρους γραμμάτων εἶναι ὥστε οὐκ εἰδέναι ὅτι τὰ Ἀναξαγόρου βιβλία τοῦ Κλαζομενίου γέμει τούτων τῶν λόγων; καὶ δὴ καὶ οἱ νέοι ταῦτα παρ᾽ ἐμοῦ μανθάνουσιν, ἃ ἔξεστιν ἐνίοτε εἰ πάνυ πολλοῦ δραχμῆς [26e ] ἐκ τῆς ὀρχήστρας πριαμένοις Σωκράτους καταγελᾶν, ἐὰν προσποιῆται ἑαυτοῦ εἶναι, ἄλλως τε καὶ οὕτως ἄτοπα ὄντα; ἀλλ᾽, ὦ πρὸς Διός, οὑτωσί σοι δοκῶ; οὐδένα νομίζω θεὸν εἶναι;
οὐ μέντοι μὰ Δία οὐδ᾽ ὁπωστιοῦν.
ἄπιστός γ᾽ εἶ, ὦ Μέλητε, καὶ ταῦτα μέντοι, ὡς ἐμοὶ δοκεῖς, σαυτῷ. ἐμοὶ γὰρ δοκεῖ οὑτοσί, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, πάνυ εἶναι ὑβριστὴς καὶ ἀκόλαστος, καὶ ἀτεχνῶς τὴν γραφὴν ταύτην ὕβρει τινὶ καὶ ἀκολασίᾳ καὶ νεότητι γράψασθαι.
[27a ] ἔοικεν γὰρ ὥσπερ αἴνιγμα συντιθέντι διαπειρωμένῳ "ἆρα γνώσεται Σωκράτης ὁ σοφὸς δὴ ἐμοῦ χαριεντιζομένου καὶ ἐναντί᾽ ἐμαυτῷ λέγοντος, ἢ ἐξαπατήσω αὐτὸν καὶ τοὺς ἄλλους τοὺς ἀκούοντας;" οὗτος γὰρ ἐμοὶ φαίνεται τὰ ἐναντία λέγειν αὐτὸς ἑαυτῷ ἐν τῇ γραφῇ ὥσπερ ἂν εἰ εἴποι· "ἀδικεῖ Σωκράτης θεοὺς οὐ νομίζων, ἀλλὰ θεοὺς νομίζων". καίτοι τοῦτό ἐστι παίζοντος.

συνεπισκέψασθε δή, ὦ ἄνδρες, ᾗ μοι φαίνεται ταῦτα λέγειν· σὺ δὲ ἡμῖν ἀπόκριναι, ὦ Μέλητε. ὑμεῖς δέ, ὅπερ [27b ] κατ᾽ ἀρχὰς ὑμᾶς παρῃτησάμην, μέμνησθέ μοι μὴ θορυβεῖν ἐὰν ἐν τῷ εἰωθότι τρόπῳ τοὺς λόγους ποιῶμαι.

ἔστιν ὅστις ἀνθρώπων, ὦ Μέλητε, ἀνθρώπεια μὲν νομίζει πράγματ᾽ εἶναι, ἀνθρώπους δὲ οὐ νομίζει; ἀποκρινέσθω, ὦ ἄνδρες, καὶ μὴ ἄλλα καὶ ἄλλα θορυβείτω· ἔσθ᾽ ὅστις ἵππους μὲν οὐ νομίζει, ἱππικὰ δὲ πράγματα; ἢ αὐλητὰς μὲν οὐ νομίζει εἶναι, αὐλητικὰ δὲ πράγματα; οὐκ ἔστιν, ὦ ἄριστε ἀνδρῶν· εἰ μὴ σὺ βούλει ἀποκρίνεσθαι, ἐγὼ σοὶ λέγω καὶ τοῖς ἄλλοις τουτοισί. ἀλλὰ τὸ ἐπὶ τούτῳ γε ἀπόκριναι· [27c ] ἔσθ᾽ ὅστις δαιμόνια μὲν νομίζει πράγματ᾽ εἶναι, δαίμονας δὲ οὐ νομίζει;

οὐκ ἔστιν.

ὡς ὤνησας ὅτι μόγις ἀπεκρίνω ὑπὸ τουτωνὶ ἀναγκαζόμενος. οὐκοῦν δαιμόνια μὲν φῄς με καὶ νομίζειν καὶ διδάσκειν, εἴτ᾽ οὖν καινὰ εἴτε παλαιά, ἀλλ᾽ οὖν δαιμόνιά γε νομίζω κατὰ τὸν σὸν λόγον, καὶ ταῦτα καὶ διωμόσω ἐν τῇ ἀντιγραφῇ. εἰ δὲ δαιμόνια νομίζω, καὶ δαίμονας δήπου πολλὴ ἀνάγκη νομίζειν μέ ἐστιν· οὐχ οὕτως ἔχει; ἔχει δή· τίθημι γάρ σε ὁμολογοῦντα, ἐπειδὴ οὐκ ἀποκρίνῃ. τοὺς δὲ [27d ] δαίμονας οὐχὶ ἤτοι θεούς γε ἡγούμεθα ἢ θεῶν παῖδας; φῂς ἢ οὔ;

πάνυ γε.
οὐκοῦν εἴπερ δαίμονας ἡγοῦμαι, ὡς σὺ φῄς, εἰ μὲν θεοί τινές εἰσιν οἱ δαίμονες, τοῦτ᾽ ἂν εἴη ὃ ἐγώ φημί σε αἰνίττεσθαι καὶ χαριεντίζεσθαι, θεοὺς οὐχ ἡγούμενον φάναι με θεοὺς αὖ ἡγεῖσθαι πάλιν, ἐπειδήπερ γε δαίμονας ἡγοῦμαι· εἰ δ᾽ αὖ οἱ δαίμονες θεῶν παῖδές εἰσιν νόθοι τινὲς ἢ ἐκ νυμφῶν ἢ ἔκ τινων ἄλλων ὧν δὴ καὶ λέγονται, τίς ἂν ἀνθρώπων θεῶν μὲν παῖδας ἡγοῖτο εἶναι, θεοὺς δὲ μή; ὁμοίως γὰρ [27e ] ἂν ἄτοπον εἴη ὥσπερ ἂν εἴ τις ἵππων μὲν παῖδας ἡγοῖτο ἢ καὶ ὄνων, τοὺς ἡμιόνους, ἵππους δὲ καὶ ὄνους μὴ ἡγοῖτο εἶναι. ἀλλ᾽, ὦ Μέλητε, οὐκ ἔστιν ὅπως σὺ ταῦτα οὐχὶ ἀποπειρώμενος ἡμῶν ἐγράψω τὴν γραφὴν ταύτην ἢ ἀπορῶν ὅτι ἐγκαλοῖς ἐμοὶ ἀληθὲς ἀδίκημα· ὅπως δὲ σύ τινα πείθοις ἂν καὶ σμικρὸν νοῦν ἔχοντα ἀνθρώπων, ὡς οὐ τοῦ αὐτοῦ ἔστιν καὶ δαιμόνια καὶ θεῖα ἡγεῖσθαι, καὶ αὖ τοῦ αὐτοῦ μήτε [28a ] δαίμονας μήτε θεοὺς μήτε ἥρωας, οὐδεμία μηχανή ἐστιν.







ἀλλὰ γάρ, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ὡς μὲν ἐγὼ οὐκ ἀδικῶ κατὰ τὴν Μελήτου γραφήν, οὐ πολλῆς μοι δοκεῖ εἶναι ἀπολογίας, ἀλλὰ ἱκανὰ καὶ ταῦτα· ὃ δὲ καὶ ἐν τοῖς ἔμπροσθεν ἔλεγον, ὅτι πολλή μοι ἀπέχθεια γέγονεν καὶ πρὸς πολλούς, εὖ ἴστε ὅτι ἀληθές ἐστιν. καὶ τοῦτ᾽ ἔστιν ὃ ἐμὲ αἱρεῖ, ἐάνπερ αἱρῇ, οὐ Μέλητος οὐδὲ Ἄνυτος ἀλλ᾽ ἡ τῶν πολλῶν διαβολή τε καὶ φθόνος. ἃ δὴ πολλοὺς καὶ ἄλλους καὶ ἀγαθοὺς [28b ] ἄνδρας ᾕρηκεν, οἶμαι δὲ καὶ αἱρήσει· οὐδὲν δὲ δεινὸν μὴ ἐν ἐμοὶ στῇ.



ἴσως ἂν οὖν εἴποι τις· "εἶτ᾽ οὐκ αἰσχύνῃ, ὦ Σώκρατες, τοιοῦτον ἐπιτήδευμα ἐπιτηδεύσας ἐξ οὗ κινδυνεύεις νυνὶ ἀποθανεῖν;" ἐγὼ δὲ τούτῳ ἂν δίκαιον λόγον ἀντείποιμι, ὅτι 'οὐ καλῶς λέγεις, ὦ ἄνθρωπε, εἰ οἴει δεῖν κίνδυνον ὑπολογίζεσθαι τοῦ ζῆν ἢ τεθνάναι ἄνδρα ὅτου τι καὶ σμικρὸν ὄφελός ἐστιν, ἀλλ᾽ οὐκ ἐκεῖνο μόνον σκοπεῖν ὅταν πράττῃ, πότερον δίκαια ἢ ἄδικα πράττει, καὶ ἀνδρὸς ἀγαθοῦ ἔργα ἢ κακοῦ. φαῦλοι [28c ] γὰρ ἂν τῷ γε σῷ λόγῳ εἶεν τῶν ἡμιθέων ὅσοι ἐν Τροίᾳ τετελευτήκασιν οἵ τε ἄλλοι καὶ ὁ τῆς Θέτιδος υἱός, ὃς τοσοῦτον τοῦ κινδύνου κατεφρόνησεν παρὰ τὸ αἰσχρόν τι ὑπομεῖναι ὥστε, ἐπειδὴ εἶπεν ἡ μήτηρ αὐτῷ προθυμουμένῳ Ἕκτορα ἀποκτεῖναι, θεὸς οὖσα, οὑτωσί πως, ὡς ἐγὼ οἶμαι· "ὦ παῖ, εἰ τιμωρήσεις Πατρόκλῳ τῷ ἑταίρῳ τὸν φόνον καὶ Ἕκτορα ἀποκτενεῖς, αὐτὸς ἀποθανῇ--αὐτίκα γάρ τοι", φησί, "μεθ᾽ Ἕκτορα πότμος ἑτοῖμος" --ὁ δὲ τοῦτο ἀκούσας τοῦ μὲν θανάτου καὶ τοῦ κινδύνου ὠλιγώρησε, πολὺ δὲ μᾶλλον [28d ] δείσας τὸ ζῆν κακὸς ὢν καὶ τοῖς φίλοις μὴ τιμωρεῖν, "αὐτίκα", φησί, "τεθναίην, δίκην ἐπιθεὶς τῷ ἀδικοῦντι, ἵνα μὴ ἐνθάδε μένω καταγέλαστος παρὰ νηυσὶ κορωνίσιν ἄχθος ἀρούρης". μὴ αὐτὸν οἴει φροντίσαι θανάτου καὶ κινδύνου;'





οὕτω γὰρ ἔχει, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τῇ ἀληθείᾳ· οὗ ἄν τις ἑαυτὸν τάξῃ ἡγησάμενος βέλτιστον εἶναι ἢ ὑπ᾽ ἄρχοντος ταχθῇ, ἐνταῦθα δεῖ, ὡς ἐμοὶ δοκεῖ, μένοντα κινδυνεύειν, μηδὲν ὑπολογιζόμενον μήτε θάνατον μήτε ἄλλο μηδὲν πρὸ τοῦ αἰσχροῦ. ἐγὼ οὖν δεινὰ ἂν εἴην εἰργασμένος, ὦ ἄνδρες [28e ] Ἀθηναῖοι, εἰ ὅτε μέν με οἱ ἄρχοντες ἔταττον, οὓς ὑμεῖς εἵλεσθε ἄρχειν μου, καὶ ἐν Ποτειδαίᾳ καὶ ἐν Ἀμφιπόλει καὶ ἐπὶ Δηλίῳ, τότε μὲν οὗ ἐκεῖνοι ἔταττον ἔμενον ὥσπερ καὶ ἄλλος τις καὶ ἐκινδύνευον ἀποθανεῖν, τοῦ δὲ θεοῦ τάττοντος, ὡς ἐγὼ ᾠήθην τε καὶ ὑπέλαβον, φιλοσοφοῦντά με δεῖν ζῆν καὶ ἐξετάζοντα ἐμαυτὸν καὶ τοὺς ἄλλους, ἐνταῦθα δὲ φοβηθεὶς ἢ θάνατον [29a ] ἣ ἄλλ᾽ ὁτιοῦν πρᾶγμα λίποιμι τὴν τάξιν.



δεινόν τἂν εἴη, καὶ ὡς ἀληθῶς τότ᾽ ἄν με δικαίως εἰσάγοι τις εἰς δικαστήριον, ὅτι οὐ νομίζω θεοὺς εἶναι ἀπειθῶν τῇ μαντείᾳ καὶ δεδιὼς θάνατον καὶ οἰόμενος σοφὸς εἶναι οὐκ ὤν. τὸ γάρ τοι θάνατον δεδιέναι, ὦ ἄνδρες, οὐδὲν ἄλλο ἐστὶν ἢ δοκεῖν σοφὸν εἶναι μὴ ὄντα· δοκεῖν γὰρ εἰδέναι ἐστὶν ἃ οὐκ οἶδεν. οἶδε μὲν γὰρ οὐδεὶς τὸν θάνατον οὐδ᾽ εἰ τυγχάνει τῷ ἀνθρώπῳ πάντων μέγιστον ὂν τῶν ἀγαθῶν, δεδίασι δ᾽ ὡς εὖ εἰδότες [29b ] ὅτι μέγιστον τῶν κακῶν ἐστι.



καίτοι πῶς οὐκ ἀμαθία ἐστὶν αὕτη ἡ ἐπονείδιστος, ἡ τοῦ οἴεσθαι εἰδέναι ἃ οὐκ οἶδεν; ἐγὼ δ᾽, ὦ ἄνδρες, τούτῳ καὶ ἐνταῦθα ἴσως διαφέρω τῶν πολλῶν ἀνθρώπων, καὶ εἰ δή τῳ σοφώτερός του φαίην εἶναι, τούτῳ ἄν, ὅτι οὐκ εἰδὼς ἱκανῶς περὶ τῶν ἐν Ἅιδου οὕτω καὶ οἴομαι οὐκ εἰδέναι· τὸ δὲ ἀδικεῖν καὶ ἀπειθεῖν τῷ βελτίονι καὶ θεῷ καὶ ἀνθρώπῳ, ὅτι κακὸν καὶ αἰσχρόν ἐστιν οἶδα. πρὸ οὖν τῶν κακῶν ὧν οἶδα ὅτι κακά ἐστιν, ἃ μὴ οἶδα εἰ καὶ ἀγαθὰ ὄντα τυγχάνει οὐδέποτε φοβήσομαι οὐδὲ φεύξομαι· ὥστε οὐδ᾽ εἴ [29c ] με νῦν ὑμεῖς ἀφίετε Ἀνύτῳ ἀπιστήσαντες, ὃς ἔφη ἢ τὴν ἀρχὴν οὐ δεῖν ἐμὲ δεῦρο εἰσελθεῖν ἤ, ἐπειδὴ εἰσῆλθον, οὐχ οἷόν τ᾽ εἶναι τὸ μὴ ἀποκτεῖναί με, λέγων πρὸς ὑμᾶς ὡς εἰ διαφευξοίμην ἤδη [ἂν ] ὑμῶν οἱ ὑεῖς ἐπιτηδεύοντες ἃ Σωκράτης διδάσκει πάντες παντάπασι διαφθαρήσονται, --εἴ μοι πρὸς ταῦτα εἴποιτε· "ὦ Σώκρατες, νῦν μὲν Ἀνύτῳ οὐ πεισόμεθα ἀλλ᾽ ἀφίεμέν σε, ἐπὶ τούτῳ μέντοι, ἐφ᾽ ᾧτε μηκέτι ἐν ταύτῃ τῇ ζητήσει διατρίβειν μηδὲ φιλοσοφεῖν· ἐὰν δὲ [29d ] ἁλῷς ἔτι τοῦτο πράττων, ἀποθανῇ" --

εἰ οὖν με, ὅπερ εἶπον, ἐπὶ τούτοις ἀφίοιτε, εἴποιμ᾽ ἂν ὑμῖν ὅτι "ἐγὼ ὑμᾶς, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ἀσπάζομαι μὲν καὶ φιλῶ, πείσομαι δὲ μᾶλλον τῷ θεῷ ἢ ὑμῖν, καὶ ἕωσπερ ἂν ἐμπνέω καὶ οἷός τε ὦ, οὐ μὴ παύσωμαι φιλοσοφῶν καὶ ὑμῖν παρακελευόμενός τε καὶ ἐνδεικνύμενος ὅτῳ ἂν ἀεὶ ἐντυγχάνω ὑμῶν, λέγων οἷάπερ εἴωθα, ὅτι "ὦ ἄριστε ἀνδρῶν, Ἀθηναῖος ὤν, πόλεως τῆς μεγίστης καὶ εὐδοκιμωτάτης εἰς σοφίαν καὶ ἰσχύν, χρημάτων μὲν οὐκ αἰσχύνῃ ἐπιμελούμενος ὅπως σοι ἔσται ὡς πλεῖστα, [29e ] καὶ δόξης καὶ τιμῆς, φρονήσεως δὲ καὶ ἀληθείας καὶ τῆς ψυχῆς ὅπως ὡς βελτίστη ἔσται οὐκ ἐπιμελῇ οὐδὲ φροντίζεις;" καὶ ἐάν τις ὑμῶν ἀμφισβητήσῃ καὶ φῇ ἐπιμελεῖσθαι, οὐκ εὐθὺς ἀφήσω αὐτὸν οὐδ᾽ ἄπειμι, ἀλλ᾽ ἐρήσομαι αὐτὸν καὶ ἐξετάσω καὶ ἐλέγξω, καὶ ἐάν μοι μὴ δοκῇ κεκτῆσθαι ἀρετήν, [30a ] φάναι δέ, ὀνειδιῶ ὅτι τὰ πλείστου ἄξια περὶ ἐλαχίστου ποιεῖται, τὰ δὲ φαυλότερα περὶ πλείονος. ταῦτα καὶ νεωτέρῳ καὶ πρεσβυτέρῳ ὅτῳ ἂν ἐντυγχάνω ποιήσω, καὶ ξένῳ καὶ ἀστῷ, μᾶλλον δὲ τοῖς ἀστοῖς, ὅσῳ μου ἐγγυτέρω ἐστὲ γένει. ταῦτα γὰρ κελεύει ὁ θεός, εὖ ἴστε, καὶ ἐγὼ οἴομαι οὐδέν πω ὑμῖν μεῖζον ἀγαθὸν γενέσθαι ἐν τῇ πόλει ἢ τὴν ἐμὴν τῷ θεῷ ὑπηρεσίαν. οὐδὲν γὰρ ἄλλο πράττων ἐγὼ περιέρχομαι ἢ πείθων ὑμῶν καὶ νεωτέρους καὶ πρεσβυτέρους μήτε σωμάτων [30b ] ἐπιμελεῖσθαι μήτε χρημάτων πρότερον μηδὲ οὕτω σφόδρα ὡς τῆς ψυχῆς ὅπως ὡς ἀρίστη ἔσται, λέγων ὅτι 'οὐκ ἐκ χρημάτων ἀρετὴ γίγνεται, ἀλλ᾽ ἐξ ἀρετῆς χρήματα καὶ τὰ ἄλλα ἀγαθὰ τοῖς ἀνθρώποις ἅπαντα καὶ ἰδίᾳ καὶ δημοσίᾳ'. εἰ μὲν οὖν ταῦτα λέγων διαφθείρω τοὺς νέους, ταῦτ᾽ ἂν εἴη βλαβερά· εἰ δέ τίς μέ φησιν ἄλλα λέγειν ἢ ταῦτα, οὐδὲν λέγει. πρὸς ταῦτα", φαίην ἄν, "ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ἢ πείθεσθε Ἀνύτῳ ἢ μή, καὶ ἢ ἀφίετέ με ἢ μή, ὡς ἐμοῦ οὐκ [30c ] ἂν ποιήσαντος ἄλλα, οὐδ᾽ εἰ μέλλω πολλάκις τεθνάναι".

μὴ θορυβεῖτε, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ἀλλ᾽ ἐμμείνατέ μοι οἷς ἐδεήθην ὑμῶν, μὴ θορυβεῖν ἐφ᾽ οἷς ἂν λέγω ἀλλ᾽ ἀκούειν· καὶ γάρ, ὡς ἐγὼ οἶμαι, ὀνήσεσθε ἀκούοντες. μέλλω γὰρ οὖν ἄττα ὑμῖν ἐρεῖν καὶ ἄλλα ἐφ᾽ οἷς ἴσως βοήσεσθε· ἀλλὰ μηδαμῶς ποιεῖτε τοῦτο. εὖ γὰρ ἴστε, ἐάν με ἀποκτείνητε τοιοῦτον ὄντα οἷον ἐγὼ λέγω, οὐκ ἐμὲ μείζω βλάψετε ἢ ὑμᾶς αὐτούς· ἐμὲ μὲν γὰρ οὐδὲν ἂν βλάψειεν οὔτε Μέλητος οὔτε Ἄνυτος--οὐδὲ γὰρ ἂν δύναιτο--οὐ γὰρ οἴομαι θεμιτὸν [30d ] εἶναι ἀμείνονι ἀνδρὶ ὑπὸ χείρονος βλάπτεσθαι. ἀποκτείνειε μεντἂν ἴσως ἢ ἐξελάσειεν ἢ ἀτιμώσειεν· ἀλλὰ ταῦτα οὗτος μὲν ἴσως οἴεται καὶ ἄλλος τίς που μεγάλα κακά, ἐγὼ δ᾽ οὐκ οἴομαι, ἀλλὰ πολὺ μᾶλλον ποιεῖν ἃ οὑτοσὶ νῦν ποιεῖ, ἄνδρα ἀδίκως ἐπιχειρεῖν ἀποκτεινύναι. νῦν οὖν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, πολλοῦ δέω ἐγὼ ὑπὲρ ἐμαυτοῦ ἀπολογεῖσθαι, ὥς τις ἂν οἴοιτο, ἀλλὰ ὑπὲρ ὑμῶν, μή τι ἐξαμάρτητε περὶ τὴν τοῦ [30e ] θεοῦ δόσιν ὑμῖν ἐμοῦ καταψηφισάμενοι. ἐὰν γάρ με ἀποκτείνητε, οὐ ῥᾳδίως ἄλλον τοιοῦτον εὑρήσετε, ἀτεχνῶς--εἰ καὶ γελοιότερον εἰπεῖν--προσκείμενον τῇ πόλει ὑπὸ τοῦ θεοῦ ὥσπερ ἵππῳ μεγάλῳ μὲν καὶ γενναίῳ, ὑπὸ μεγέθους δὲ νωθεστέρῳ καὶ δεομένῳ ἐγείρεσθαι ὑπὸ μύωπός τινος, οἷον δή μοι δοκεῖ ὁ θεὸς ἐμὲ τῇ πόλει προστεθηκέναι τοιοῦτόν τινα, ὃς ὑμᾶς ἐγείρων καὶ πείθων καὶ ὀνειδίζων ἕνα ἕκαστον [31a ] οὐδὲν παύομαι τὴν ἡμέραν ὅλην πανταχοῦ προσκαθίζων. τοιοῦτος οὖν ἄλλος οὐ ῥᾳδίως ὑμῖν γενήσεται, ὦ ἄνδρες, ἀλλ᾽ ἐὰν ἐμοὶ πείθησθε, φείσεσθέ μου· ὑμεῖς δ᾽ ἴσως τάχ᾽ ἂν ἀχθόμενοι, ὥσπερ οἱ νυστάζοντες ἐγειρόμενοι, κρούσαντες ἄν με, πειθόμενοι Ἀνύτῳ, ῥᾳδίως ἂν ἀποκτείναιτε, εἶτα τὸν λοιπὸν βίον καθεύδοντες διατελοῖτε ἄν, εἰ μή τινα ἄλλον ὁ θεὸς ὑμῖν ἐπιπέμψειεν κηδόμενος ὑμῶν. ὅτι δ᾽ ἐγὼ τυγχάνω ὢν τοιοῦτος οἷος ὑπὸ τοῦ θεοῦ τῇ πόλει δεδόσθαι, ἐνθένδε [31b ] ἂν κατανοήσαιτε· οὐ γὰρ ἀνθρωπίνῳ ἔοικε τὸ ἐμὲ τῶν μὲν ἐμαυτοῦ πάντων ἠμεληκέναι καὶ ἀνέχεσθαι τῶν οἰκείων ἀμελουμένων τοσαῦτα ἤδη ἔτη, τὸ δὲ ὑμέτερον πράττειν ἀεί, ἰδίᾳ ἑκάστῳ προσιόντα ὥσπερ πατέρα ἢ ἀδελφὸν πρεσβύτερον πείθοντα ἐπιμελεῖσθαι ἀρετῆς. καὶ εἰ μέν τι ἀπὸ τούτων ἀπέλαυον καὶ μισθὸν λαμβάνων ταῦτα παρεκελευόμην, εἶχον ἄν τινα λόγον· νῦν δὲ ὁρᾶτε δὴ καὶ αὐτοὶ ὅτι οἱ κατήγοροι τἆλλα πάντα ἀναισχύντως οὕτω κατηγοροῦντες τοῦτό γε οὐχ οἷοί τε ἐγένοντο ἀπαναισχυντῆσαι [31c ] παρασχόμενοι μάρτυρα, ὡς ἐγώ ποτέ τινα ἢ ἐπραξάμην μισθὸν ἢ ᾔτησα. ἱκανὸν γάρ, οἶμαι, ἐγὼ παρέχομαι τὸν μάρτυρα ὡς ἀληθῆ λέγω, τὴν πενίαν.

ἴσως ἂν οὖν δόξειεν ἄτοπον εἶναι, ὅτι δὴ ἐγὼ ἰδίᾳ μὲν ταῦτα συμβουλεύω περιιὼν καὶ πολυπραγμονῶ, δημοσίᾳ δὲ οὐ τολμῶ ἀναβαίνων εἰς τὸ πλῆθος τὸ ὑμέτερον συμβουλεύειν τῇ πόλει. τούτου δὲ αἴτιόν ἐστιν ὃ ὑμεῖς ἐμοῦ πολλάκις ἀκηκόατε πολλαχοῦ λέγοντος, ὅτι μοι θεῖόν τι καὶ [31d ] δαιμόνιον γίγνεται [φωνή], ὃ δὴ καὶ ἐν τῇ γραφῇ ἐπικωμῳδῶν Μέλητος ἐγράψατο. ἐμοὶ δὲ τοῦτ᾽ ἔστιν ἐκ παιδὸς ἀρξάμενον, φωνή τις γιγνομένη, ἣ ὅταν γένηται, ἀεὶ ἀποτρέπει με τοῦτο ὃ ἂν μέλλω πράττειν, προτρέπει δὲ οὔποτε. τοῦτ᾽ ἔστιν ὅ μοι ἐναντιοῦται τὰ πολιτικὰ πράττειν, καὶ παγκάλως γέ μοι δοκεῖ ἐναντιοῦσθαι· εὖ γὰρ ἴστε, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, εἰ ἐγὼ πάλαι ἐπεχείρησα πράττειν τὰ πολιτικὰ πράγματα, πάλαι ἂν ἀπολώλη καὶ οὔτ᾽ ἂν ὑμᾶς ὠφελήκη [31e ] οὐδὲν οὔτ᾽ ἂν ἐμαυτόν. καί μοι μὴ ἄχθεσθε λέγοντι τἀληθῆ· οὐ γὰρ ἔστιν ὅστις ἀνθρώπων σωθήσεται οὔτε ὑμῖν οὔτε ἄλλῳ πλήθει οὐδενὶ γνησίως ἐναντιούμενος καὶ διακωλύων πολλὰ ἄδικα καὶ παράνομα ἐν τῇ πόλει γίγνεσθαι, ἀλλ᾽ [32a ] ἀναγκαῖόν ἐστι τὸν τῷ ὄντι μαχούμενον ὑπὲρ τοῦ δικαίου, καὶ εἰ μέλλει ὀλίγον χρόνον σωθήσεσθαι, ἰδιωτεύειν ἀλλὰ μὴ δημοσιεύειν.

μεγάλα δ᾽ ἔγωγε ὑμῖν τεκμήρια παρέξομαι τούτων, οὐ λόγους ἀλλ᾽ ὃ ὑμεῖς τιμᾶτε, ἔργα. ἀκούσατε δή μοι τὰ συμβεβηκότα, ἵνα εἰδῆτε ὅτι οὐδ᾽ ἂν ἑνὶ ὑπεικάθοιμι παρὰ τὸ δίκαιον δείσας θάνατον, μὴ ὑπείκων δὲ ἀλλὰ κἂν ἀπολοίμην. ἐρῶ δὲ ὑμῖν φορτικὰ μὲν καὶ δικανικά, ἀληθῆ δέ. ἐγὼ γάρ, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ἄλλην μὲν ἀρχὴν οὐδεμίαν [32b ] πώποτε ἦρξα ἐν τῇ πόλει, ἐβούλευσα δέ· καὶ ἔτυχεν ἡμῶν ἡ φυλὴ Ἀντιοχὶς πρυτανεύουσα ὅτε ὑμεῖς τοὺς δέκα στρατηγοὺς τοὺς οὐκ ἀνελομένους τοὺς ἐκ τῆς ναυμαχίας ἐβουλεύσασθε ἁθρόους κρίνειν, παρανόμως, ὡς ἐν τῷ ὑστέρῳ χρόνῳ πᾶσιν ὑμῖν ἔδοξεν. τότ᾽ ἐγὼ μόνος τῶν πρυτάνεων ἠναντιώθην ὑμῖν μηδὲν ποιεῖν παρὰ τοὺς νόμους καὶ ἐναντία ἐψηφισάμην· καὶ ἑτοίμων ὄντων ἐνδεικνύναι με καὶ ἀπάγειν τῶν ῥητόρων, καὶ ὑμῶν κελευόντων καὶ βοώντων, μετὰ τοῦ [32c ] νόμου καὶ τοῦ δικαίου ᾤμην μᾶλλόν με δεῖν διακινδυνεύειν ἢ μεθ᾽ ὑμῶν γενέσθαι μὴ δίκαια βουλευομένων, φοβηθέντα δεσμὸν ἢ θάνατον. καὶ ταῦτα μὲν ἦν ἔτι δημοκρατουμένης τῆς πόλεως· ἐπειδὴ δὲ ὀλιγαρχία ἐγένετο, οἱ τριάκοντα αὖ μεταπεμψάμενοί με πέμπτον αὐτὸν εἰς τὴν θόλον προσέταξαν ἀγαγεῖν ἐκ Σαλαμῖνος Λέοντα τὸν Σαλαμίνιον ἵνα ἀποθάνοι, οἷα δὴ καὶ ἄλλοις ἐκεῖνοι πολλοῖς πολλὰ προσέταττον, βουλόμενοι ὡς πλείστους ἀναπλῆσαι αἰτιῶν. τότε μέντοι ἐγὼ [32d ] οὐ λόγῳ ἀλλ᾽ ἔργῳ αὖ ἐνεδειξάμην ὅτι ἐμοὶ θανάτου μὲν μέλει, εἰ μὴ ἀγροικότερον ἦν εἰπεῖν, οὐδ᾽ ὁτιοῦν, τοῦ δὲ μηδὲν ἄδικον μηδ᾽ ἀνόσιον ἐργάζεσθαι, τούτου δὲ τὸ πᾶν μέλει. ἐμὲ γὰρ ἐκείνη ἡ ἀρχὴ οὐκ ἐξέπληξεν, οὕτως ἰσχυρὰ οὖσα, ὥστε ἄδικόν τι ἐργάσασθαι, ἀλλ᾽ ἐπειδὴ ἐκ τῆς θόλου ἐξήλθομεν, οἱ μὲν τέτταρες ᾤχοντο εἰς Σαλαμῖνα καὶ ἤγαγον Λέοντα, ἐγὼ δὲ ᾠχόμην ἀπιὼν οἴκαδε. καὶ ἴσως ἂν διὰ ταῦτα ἀπέθανον, εἰ μὴ ἡ ἀρχὴ διὰ ταχέων κατελύθη. καὶ [32e ] τούτων ὑμῖν ἔσονται πολλοὶ μάρτυρες.

ἆρ᾽ οὖν ἄν με οἴεσθε τοσάδε ἔτη διαγενέσθαι εἰ ἔπραττον τὰ δημόσια, καὶ πράττων ἀξίως ἀνδρὸς ἀγαθοῦ ἐβοήθουν τοῖς δικαίοις καὶ ὥσπερ χρὴ τοῦτο περὶ πλείστου ἐποιούμην; πολλοῦ γε δεῖ, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι· οὐδὲ γὰρ ἂν ἄλλος [33a ] ἀνθρώπων οὐδείς. ἀλλ᾽ ἐγὼ διὰ παντὸς τοῦ βίου δημοσίᾳ τε εἴ πού τι ἔπραξα τοιοῦτος φανοῦμαι, καὶ ἰδίᾳ ὁ αὐτὸς οὗτος, οὐδενὶ πώποτε συγχωρήσας οὐδὲν παρὰ τὸ δίκαιον οὔτε ἄλλῳ οὔτε τούτων οὐδενὶ οὓς δὴ διαβάλλοντες ἐμέ φασιν ἐμοὺς μαθητὰς εἶναι. ἐγὼ δὲ διδάσκαλος μὲν οὐδενὸς πώποτ᾽ ἐγενόμην· εἰ δέ τίς μου λέγοντος καὶ τὰ ἐμαυτοῦ πράττοντος ἐπιθυμοῖ ἀκούειν, εἴτε νεώτερος εἴτε πρεσβύτερος, οὐδενὶ πώποτε ἐφθόνησα, οὐδὲ χρήματα μὲν λαμβάνων διαλέγομαι [33b ] μὴ λαμβάνων δὲ οὔ, ἀλλ᾽ ὁμοίως καὶ πλουσίῳ καὶ πένητι παρέχω ἐμαυτὸν ἐρωτᾶν, καὶ ἐάν τις βούληται ἀποκρινόμενος ἀκούειν ὧν ἂν λέγω. καὶ τούτων ἐγὼ εἴτε τις χρηστὸς γίγνεται εἴτε μή, οὐκ ἂν δικαίως τὴν αἰτίαν ὑπέχοιμι, ὧν μήτε ὑπεσχόμην μηδενὶ μηδὲν πώποτε μάθημα μήτε ἐδίδαξα· εἰ δέ τίς φησι παρ᾽ ἐμοῦ πώποτέ τι μαθεῖν ἢ ἀκοῦσαι ἰδίᾳ ὅτι μὴ καὶ οἱ ἄλλοι πάντες, εὖ ἴστε ὅτι οὐκ ἀληθῆ λέγει.

ἀλλὰ διὰ τί δή ποτε μετ᾽ ἐμοῦ χαίρουσί τινες πολὺν [33c ] χρόνον διατρίβοντες; ἀκηκόατε, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, πᾶσαν ὑμῖν τὴν ἀλήθειαν ἐγὼ εἶπον· ὅτι ἀκούοντες χαίρουσιν ἐξεταζομένοις τοῖς οἰομένοις μὲν εἶναι σοφοῖς, οὖσι δ᾽ οὔ. ἔστι γὰρ οὐκ ἀηδές. ἐμοὶ δὲ τοῦτο, ὡς ἐγώ φημι, προστέτακται ὑπὸ τοῦ θεοῦ πράττειν καὶ ἐκ μαντείων καὶ ἐξ ἐνυπνίων καὶ παντὶ τρόπῳ ᾧπέρ τίς ποτε καὶ ἄλλη θεία μοῖρα ἀνθρώπῳ καὶ ὁτιοῦν προσέταξε πράττειν. ταῦτα, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ ἀληθῆ ἐστιν καὶ εὐέλεγκτα. εἰ γὰρ δὴ ἔγωγε τῶν νέων [33d ] τοὺς μὲν διαφθείρω τοὺς δὲ διέφθαρκα, χρῆν δήπου, εἴτε τινὲς αὐτῶν πρεσβύτεροι γενόμενοι ἔγνωσαν ὅτι νέοις οὖσιν αὐτοῖς ἐγὼ κακὸν πώποτέ τι συνεβούλευσα, νυνὶ αὐτοὺς ἀναβαίνοντας ἐμοῦ κατηγορεῖν καὶ τιμωρεῖσθαι· εἰ δὲ μὴ αὐτοὶ ἤθελον, τῶν οἰκείων τινὰς τῶν ἐκείνων, πατέρας καὶ ἀδελφοὺς καὶ ἄλλους τοὺς προσήκοντας, εἴπερ ὑπ᾽ ἐμοῦ τι κακὸν ἐπεπόνθεσαν αὐτῶν οἱ οἰκεῖοι, νῦν μεμνῆσθαι καὶ τιμωρεῖσθαι. πάντως δὲ πάρεισιν αὐτῶν πολλοὶ ἐνταυθοῖ οὓς ἐγὼ ὁρῶ, πρῶτον μὲν Κρίτων οὑτοσί, ἐμὸς ἡλικιώτης [33e ] καὶ δημότης, Κριτοβούλου τοῦδε πατήρ, ἔπειτα Λυσανίας ὁ Σφήττιος, Αἰσχίνου τοῦδε πατήρ, ἔτι δ᾽ Ἀντιφῶν ὁ Κηφισιεὺς οὑτοσί, Ἐπιγένους πατήρ, ἄλλοι τοίνυν οὗτοι ὧν οἱ ἀδελφοὶ ἐν ταύτῃ τῇ διατριβῇ γεγόνασιν, Νικόστρατος Θεοζοτίδου, ἀδελφὸς Θεοδότου--καὶ ὁ μὲν Θεόδοτος τετελεύτηκεν, ὥστε οὐκ ἂν ἐκεῖνός γε αὐτοῦ καταδεηθείη--καὶ Παράλιος ὅδε, ὁ Δημοδόκου, οὗ ἦν Θεάγης ἀδελφός· ὅδε δὲ [34a ] Ἀδείμαντος, ὁ Ἀρίστωνος, οὗ ἀδελφὸς οὑτοσὶ Πλάτων, καὶ Αἰαντόδωρος, οὗ Ἀπολλόδωρος ὅδε ἀδελφός. καὶ ἄλλους πολλοὺς ἐγὼ ἔχω ὑμῖν εἰπεῖν, ὧν τινα ἐχρῆν μάλιστα μὲν ἐν τῷ ἑαυτοῦ λόγῳ παρασχέσθαι Μέλητον μάρτυρα· εἰ δὲ τότε ἐπελάθετο, νῦν παρασχέσθω--ἐγὼ παραχωρῶ--καὶ λεγέτω εἴ τι ἔχει τοιοῦτον. ἀλλὰ τούτου πᾶν τοὐναντίον εὑρήσετε, ὦ ἄνδρες, πάντας ἐμοὶ βοηθεῖν ἑτοίμους τῷ διαφθείροντι, τῷ κακὰ ἐργαζομένῳ τοὺς οἰκείους αὐτῶν, ὥς φασι Μέλητος καὶ [34b ] Ἄνυτος. αὐτοὶ μὲν γὰρ οἱ διεφθαρμένοι τάχ᾽ ἂν λόγον ἔχοιεν βοηθοῦντες· οἱ δὲ ἀδιάφθαρτοι, πρεσβύτεροι ἤδη ἄνδρες, οἱ τούτων προσήκοντες, τίνα ἄλλον ἔχουσι λόγον βοηθοῦντες ἐμοὶ ἀλλ᾽ ἢ τὸν ὀρθόν τε καὶ δίκαιον, ὅτι συνίσασι Μελήτῳ μὲν ψευδομένῳ, ἐμοὶ δὲ ἀληθεύοντι;

εἶεν δή, ὦ ἄνδρες· ἃ μὲν ἐγὼ ἔχοιμ᾽ ἂν ἀπολογεῖσθαι, σχεδόν ἐστι ταῦτα καὶ ἄλλα ἴσως τοιαῦτα.

τάχα δ᾽ ἄν τις [34c ] ὑμῶν ἀγανακτήσειεν ἀναμνησθεὶς ἑαυτοῦ, εἰ ὁ μὲν καὶ ἐλάττω τουτουῒ τοῦ ἀγῶνος ἀγῶνα ἀγωνιζόμενος ἐδεήθη τε καὶ ἱκέτευσε τοὺς δικαστὰς μετὰ πολλῶν δακρύων, παιδία τε αὑτοῦ ἀναβιβασάμενος ἵνα ὅτι μάλιστα ἐλεηθείη, καὶ ἄλλους τῶν οἰκείων καὶ φίλων πολλούς, ἐγὼ δὲ οὐδὲν ἄρα τούτων ποιήσω, καὶ ταῦτα κινδυνεύων, ὡς ἂν δόξαιμι, τὸν ἔσχατον κίνδυνον. τάχ᾽ ἂν οὖν τις ταῦτα ἐννοήσας αὐθαδέστερον ἂν πρός με σχοίη καὶ ὀργισθεὶς αὐτοῖς τούτοις θεῖτο ἂν μετ᾽ [34d ] ὀργῆς τὴν ψῆφον. εἰ δή τις ὑμῶν οὕτως ἔχει--οὐκ ἀξιῶ μὲν γὰρ ἔγωγε, εἰ δ᾽ οὖν--ἐπιεικῆ ἄν μοι δοκῶ πρὸς τοῦτον λέγειν λέγων ὅτι "ἐμοί, ὦ ἄριστε, εἰσὶν μέν πού τινες καὶ οἰκεῖοι· καὶ γὰρ τοῦτο αὐτὸ τὸ τοῦ Ὁμήρου, οὐδ᾽ ἐγὼ 'ἀπὸ δρυὸς οὐδ᾽ ἀπὸ πέτρης' πέφυκα ἀλλ᾽ ἐξ ἀνθρώπων, ὥστε καὶ οἰκεῖοί μοί εἰσι καὶ ὑεῖς γε, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τρεῖς, εἷς μὲν μειράκιον ἤδη, δύο δὲ παιδία· ἀλλ᾽ ὅμως οὐδένα αὐτῶν δεῦρο ἀναβιβασάμενος δεήσομαι ὑμῶν ἀποψηφίσασθαι". τί δὴ οὖν οὐδὲν τούτων ποιήσω; οὐκ αὐθαδιζόμενος, ὦ ἄνδρες [34e ] Ἀθηναῖοι, οὐδ᾽ ὑμᾶς ἀτιμάζων, ἀλλ᾽ εἰ μὲν θαρραλέως ἐγὼ ἔχω πρὸς θάνατον ἢ μή, ἄλλος λόγος, πρὸς δ᾽ οὖν δόξαν καὶ ἐμοὶ καὶ ὑμῖν καὶ ὅλῃ τῇ πόλει οὔ μοι δοκεῖ καλὸν εἶναι ἐμὲ τούτων οὐδὲν ποιεῖν καὶ τηλικόνδε ὄντα καὶ τοῦτο τοὔνομα ἔχοντα, εἴτ᾽ οὖν ἀληθὲς εἴτ᾽ οὖν ψεῦδος, ἀλλ᾽ οὖν δεδογμένον [35a ] γέ ἐστί τῳ Σωκράτη διαφέρειν τῶν πολλῶν ἀνθρώπων. εἰ οὖν ὑμῶν οἱ δοκοῦντες διαφέρειν εἴτε σοφίᾳ εἴτε ἀνδρείᾳ εἴτε ἄλλῃ ᾑτινιοῦν ἀρετῇ τοιοῦτοι ἔσονται, αἰσχρὸν ἂν εἴη· οἵουσπερ ἐγὼ πολλάκις ἑώρακά τινας ὅταν κρίνωνται, δοκοῦντας μέν τι εἶναι, θαυμάσια δὲ ἐργαζομένους, ὡς δεινόν τι οἰομένους πείσεσθαι εἰ ἀποθανοῦνται, ὥσπερ ἀθανάτων ἐσομένων ἂν ὑμεῖς αὐτοὺς μὴ ἀποκτείνητε· οἳ ἐμοὶ δοκοῦσιν αἰσχύνην τῇ πόλει περιάπτειν, ὥστ᾽ ἄν τινα καὶ τῶν ξένων [35b ] ὑπολαβεῖν ὅτι οἱ διαφέροντες Ἀθηναίων εἰς ἀρετήν, οὓς αὐτοὶ ἑαυτῶν ἔν τε ταῖς ἀρχαῖς καὶ ταῖς ἄλλαις τιμαῖς προκρίνουσιν, οὗτοι γυναικῶν οὐδὲν διαφέρουσιν. ταῦτα γάρ, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, οὔτε ὑμᾶς χρὴ ποιεῖν τοὺς δοκοῦντας καὶ ὁπῃοῦν τι εἶναι, οὔτ᾽, ἂν ἡμεῖς ποιῶμεν, ὑμᾶς ἐπιτρέπειν, ἀλλὰ τοῦτο αὐτὸ ἐνδείκνυσθαι, ὅτι πολὺ μᾶλλον καταψηφιεῖσθε τοῦ τὰ ἐλεινὰ ταῦτα δράματα εἰσάγοντος καὶ καταγέλαστον τὴν πόλιν ποιοῦντος ἢ τοῦ ἡσυχίαν ἄγοντος.

χωρὶς δὲ τῆς δόξης, ὦ ἄνδρες, οὐδὲ δίκαιόν μοι δοκεῖ [35c ] εἶναι δεῖσθαι τοῦ δικαστοῦ οὐδὲ δεόμενον ἀποφεύγειν, ἀλλὰ διδάσκειν καὶ πείθειν. οὐ γὰρ ἐπὶ τούτῳ κάθηται ὁ δικαστής, ἐπὶ τῷ καταχαρίζεσθαι τὰ δίκαια, ἀλλ᾽ ἐπὶ τῷ κρίνειν ταῦτα· καὶ ὀμώμοκεν οὐ χαριεῖσθαι οἷς ἂν δοκῇ αὐτῷ, ἀλλὰ δικάσειν κατὰ τοὺς νόμους. οὔκουν χρὴ οὔτε ἡμᾶς ἐθίζειν ὑμᾶς ἐπιορκεῖν οὔθ᾽ ὑμᾶς ἐθίζεσθαι· οὐδέτεροι γὰρ ἂν ἡμῶν εὐσεβοῖεν. μὴ οὖν ἀξιοῦτέ με, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τοιαῦτα δεῖν πρὸς ὑμᾶς πράττειν ἃ μήτε ἡγοῦμαι καλὰ εἶναι μήτε [35d ] δίκαια μήτε ὅσια, ἄλλως τε μέντοι νὴ Δία πάντως καὶ ἀσεβείας φεύγοντα ὑπὸ Μελήτου τουτουΐ. σαφῶς γὰρ ἄν, εἰ πείθοιμι ὑμᾶς καὶ τῷ δεῖσθαι βιαζοίμην ὀμωμοκότας, θεοὺς ἂν διδάσκοιμι μὴ ἡγεῖσθαι ὑμᾶς εἶναι, καὶ ἀτεχνῶς ἀπολογούμενος κατηγοροίην ἂν ἐμαυτοῦ ὡς θεοὺς οὐ νομίζω. ἀλλὰ πολλοῦ δεῖ οὕτως ἔχειν· νομίζω τε γάρ, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ὡς οὐδεὶς τῶν ἐμῶν κατηγόρων, καὶ ὑμῖν ἐπιτρέπω καὶ τῷ θεῷ κρῖναι περὶ ἐμοῦ ὅπῃ μέλλει ἐμοί τε ἄριστα εἶναι καὶ ὑμῖν.

[35e ] τὸ μὲν μὴ ἀγανακτεῖν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ἐπὶ τούτῳ [36a ] τῷ γεγονότι, ὅτι μου κατεψηφίσασθε, ἄλλα τέ μοι πολλὰ συμβάλλεται, καὶ οὐκ ἀνέλπιστόν μοι γέγονεν τὸ γεγονὸς τοῦτο, ἀλλὰ πολὺ μᾶλλον θαυμάζω ἑκατέρων τῶν ψήφων τὸν γεγονότα ἀριθμόν. οὐ γὰρ ᾠόμην ἔγωγε οὕτω παρ᾽ ὀλίγον ἔσεσθαι ἀλλὰ παρὰ πολύ· νῦν δέ, ὡς ἔοικεν, εἰ τριάκοντα μόναι μετέπεσον τῶν ψήφων, ἀπεπεφεύγη ἄν. Μέλητον μὲν οὖν, ὡς ἐμοὶ δοκῶ, καὶ νῦν ἀποπέφευγα, καὶ οὐ μόνον ἀποπέφευγα, ἀλλὰ παντὶ δῆλον τοῦτό γε, ὅτι εἰ μὴ ἀνέβη Ἄνυτος καὶ Λύκων κατηγορήσοντες ἐμοῦ, κἂν ὦφλε [36b ] χιλίας δραχμάς, οὐ μεταλαβὼν τὸ πέμπτον μέρος τῶν ψήφων.

τιμᾶται δ᾽ οὖν μοι ὁ ἀνὴρ θανάτου. εἶεν· ἐγὼ δὲ δὴ τίνος ὑμῖν ἀντιτιμήσομαι, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι; ἢ δῆλον ὅτι τῆς ἀξίας; τί οὖν; τί ἄξιός εἰμι παθεῖν ἢ ἀποτεῖσαι, ὅτι μαθὼν ἐν τῷ βίῳ οὐχ ἡσυχίαν ἦγον, ἀλλ᾽ ἀμελήσας ὧνπερ οἱ πολλοί, χρηματισμοῦ τε καὶ οἰκονομίας καὶ στρατηγιῶν καὶ δημηγοριῶν καὶ τῶν ἄλλων ἀρχῶν καὶ συνωμοσιῶν καὶ στάσεων τῶν ἐν τῇ πόλει γιγνομένων, ἡγησάμενος ἐμαυτὸν [36c ] τῷ ὄντι ἐπιεικέστερον εἶναι ἢ ὥστε εἰς ταῦτ᾽ ἰόντα σῴζεσθαι, ἐνταῦθα μὲν οὐκ ᾖα οἷ ἐλθὼν μήτε ὑμῖν μήτε ἐμαυτῷ ἔμελλον μηδὲν ὄφελος εἶναι, ἐπὶ δὲ τὸ ἰδίᾳ ἕκαστον ἰὼν εὐεργετεῖν τὴν μεγίστην εὐεργεσίαν, ὡς ἐγώ φημι, ἐνταῦθα ᾖα, ἐπιχειρῶν ἕκαστον ὑμῶν πείθειν μὴ πρότερον μήτε τῶν ἑαυτοῦ μηδενὸς ἐπιμελεῖσθαι πρὶν ἑαυτοῦ ἐπιμεληθείη ὅπως ὡς βέλτιστος καὶ φρονιμώτατος ἔσοιτο, μήτε τῶν τῆς πόλεως, πρὶν αὐτῆς τῆς πόλεως, τῶν τε ἄλλων οὕτω κατὰ τὸν [36d ] αὐτὸν τρόπον ἐπιμελεῖσθαι--τί οὖν εἰμι ἄξιος παθεῖν τοιοῦτος ὤν; ἀγαθόν τι, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, εἰ δεῖ γε κατὰ τὴν ἀξίαν τῇ ἀληθείᾳ τιμᾶσθαι· καὶ ταῦτά γε ἀγαθὸν τοιοῦτον ὅτι ἂν πρέποι ἐμοί. τί οὖν πρέπει ἀνδρὶ πένητι εὐεργέτῃ δεομένῳ ἄγειν σχολὴν ἐπὶ τῇ ὑμετέρᾳ παρακελεύσει; οὐκ ἔσθ᾽ ὅτι μᾶλλον, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, πρέπει οὕτως ὡς τὸν τοιοῦτον ἄνδρα ἐν πρυτανείῳ σιτεῖσθαι, πολύ γε μᾶλλον ἢ εἴ τις ὑμῶν ἵππῳ ἢ συνωρίδι ἢ ζεύγει νενίκηκεν Ὀλυμπίασιν· ὁ μὲν γὰρ ὑμᾶς ποιεῖ εὐδαίμονας δοκεῖν εἶναι, ἐγὼ δὲ [36e ] εἶναι, καὶ ὁ μὲν τροφῆς οὐδὲν δεῖται, ἐγὼ δὲ δέομαι. εἰ οὖν δεῖ με κατὰ τὸ δίκαιον τῆς ἀξίας τιμᾶσθαι, τούτου [37a ] τιμῶμαι, ἐν πρυτανείῳ σιτήσεως.

ἴσως οὖν ὑμῖν καὶ ταυτὶ λέγων παραπλησίως δοκῶ λέγειν ὥσπερ περὶ τοῦ οἴκτου καὶ τῆς ἀντιβολήσεως, ἀπαυθαδιζόμενος· τὸ δὲ οὐκ ἔστιν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τοιοῦτον ἀλλὰ τοιόνδε μᾶλλον. πέπεισμαι ἐγὼ ἑκὼν εἶναι μηδένα ἀδικεῖν ἀνθρώπων, ἀλλὰ ὑμᾶς τοῦτο οὐ πείθω· ὀλίγον γὰρ χρόνον ἀλλήλοις διειλέγμεθα. ἐπεί, ὡς ἐγᾦμαι, εἰ ἦν ὑμῖν νόμος, ὥσπερ καὶ ἄλλοις ἀνθρώποις, περὶ θανάτου μὴ μίαν ἡμέραν [37b ] μόνον κρίνειν ἀλλὰ πολλάς, ἐπείσθητε ἄν· νῦν δ᾽ οὐ ῥᾴδιον ἐν χρόνῳ ὀλίγῳ μεγάλας διαβολὰς ἀπολύεσθαι. πεπεισμένος δὴ ἐγὼ μηδένα ἀδικεῖν πολλοῦ δέω ἐμαυτόν γε ἀδικήσειν καὶ κατ᾽ ἐμαυτοῦ ἐρεῖν αὐτὸς ὡς ἄξιός εἰμί του κακοῦ καὶ τιμήσεσθαι τοιούτου τινὸς ἐμαυτῷ. τί δείσας; ἦ μὴ πάθω τοῦτο οὗ Μέλητός μοι τιμᾶται, ὅ φημι οὐκ εἰδέναι οὔτ᾽ εἰ ἀγαθὸν οὔτ᾽ εἰ κακόν ἐστιν; ἀντὶ τούτου δὴ ἕλωμαι ὧν εὖ οἶδά τι κακῶν ὄντων τούτου τιμησάμενος; πότερον δεσμοῦ;

[37c ] καὶ τί με δεῖ ζῆν ἐν δεσμωτηρίῳ, δουλεύοντα τῇ ἀεὶ καθισταμένῃ ἀρχῇ, τοῖς ἕνδεκα; ἀλλὰ χρημάτων καὶ δεδέσθαι ἕως ἂν ἐκτείσω; ἀλλὰ ταὐτόν μοί ἐστιν ὅπερ νυνδὴ ἔλεγον· οὐ γὰρ ἔστι μοι χρήματα ὁπόθεν ἐκτείσω. ἀλλὰ δὴ φυγῆς τιμήσωμαι; ἴσως γὰρ ἄν μοι τούτου τιμήσαιτε. πολλὴ μεντἄν με φιλοψυχία ἔχοι, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, εἰ οὕτως ἀλόγιστός εἰμι ὥστε μὴ δύνασθαι λογίζεσθαι ὅτι ὑμεῖς μὲν ὄντες πολῖταί μου οὐχ οἷοί τε ἐγένεσθε ἐνεγκεῖν τὰς ἐμὰς [37d ] διατριβὰς καὶ τοὺς λόγους, ἀλλ᾽ ὑμῖν βαρύτεραι γεγόνασιν καὶ ἐπιφθονώτεραι, ὥστε ζητεῖτε αὐτῶν νυνὶ ἀπαλλαγῆναι· ἄλλοι δὲ ἄρα αὐτὰς οἴσουσι ῥᾳδίως; πολλοῦ γε δεῖ, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι. καλὸς οὖν ἄν μοι ὁ βίος εἴη ἐξελθόντι τηλικῷδε ἀνθρώπῳ ἄλλην ἐξ ἄλλης πόλεως ἀμειβομένῳ καὶ ἐξελαυνομένῳ ζῆν. εὖ γὰρ οἶδ᾽ ὅτι ὅποι ἂν ἔλθω, λέγοντος ἐμοῦ ἀκροάσονται οἱ νέοι ὥσπερ ἐνθάδε· κἂν μὲν τούτους ἀπελαύνω, οὗτοί με αὐτοὶ ἐξελῶσι πείθοντες τοὺς πρεσβυτέρους· [37e ] ἐὰν δὲ μὴ ἀπελαύνω, οἱ τούτων πατέρες δὲ καὶ οἰκεῖοι δι᾽ αὐτοὺς τούτους.

ἴσως οὖν ἄν τις εἴποι· "σιγῶν δὲ καὶ ἡσυχίαν ἄγων, ὦ Σώκρατες, οὐχ οἷός τ᾽ ἔσῃ ἡμῖν ἐξελθὼν ζῆν;" τουτὶ δή ἐστι πάντων χαλεπώτατον πεῖσαί τινας ὑμῶν. ἐάντε γὰρ λέγω ὅτι τῷ θεῷ ἀπειθεῖν τοῦτ᾽ ἐστὶν καὶ διὰ τοῦτ᾽ ἀδύνατον [38a ] ἡσυχίαν ἄγειν, οὐ πείσεσθέ μοι ὡς εἰρωνευομένῳ· ἐάντ᾽ αὖ λέγω ὅτι καὶ τυγχάνει μέγιστον ἀγαθὸν ὂν ἀνθρώπῳ τοῦτο, ἑκάστης ἡμέρας περὶ ἀρετῆς τοὺς λόγους ποιεῖσθαι καὶ τῶν ἄλλων περὶ ὧν ὑμεῖς ἐμοῦ ἀκούετε διαλεγομένου καὶ ἐμαυτὸν καὶ ἄλλους ἐξετάζοντος, ὁ δὲ ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ, ταῦτα δ᾽ ἔτι ἧττον πείσεσθέ μοι λέγοντι. τὰ δὲ ἔχει μὲν οὕτως, ὡς ἐγώ φημι, ὦ ἄνδρες, πείθειν δὲ οὐ ῥᾴδιον. καὶ ἐγὼ ἅμα οὐκ εἴθισμαι ἐμαυτὸν ἀξιοῦν κακοῦ [38b ] οὐδενός. εἰ μὲν γὰρ ἦν μοι χρήματα, ἐτιμησάμην ἂν χρημάτων ὅσα ἔμελλον ἐκτείσειν, οὐδὲν γὰρ ἂν ἐβλάβην· νῦν δὲ οὐ γὰρ ἔστιν, εἰ μὴ ἄρα ὅσον ἂν ἐγὼ δυναίμην ἐκτεῖσαι, τοσούτου βούλεσθέ μοι τιμῆσαι. ἴσως δ᾽ ἂν δυναίμην ἐκτεῖσαι ὑμῖν που μνᾶν ἀργυρίου· τοσούτου οὖν τιμῶμαι.

Πλάτων δὲ ὅδε, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ Κρίτων καὶ Κριτόβουλος καὶ Ἀπολλόδωρος κελεύουσί με τριάκοντα μνῶν τιμήσασθαι, αὐτοὶ δ᾽ ἐγγυᾶσθαι· τιμῶμαι οὖν τοσούτου, ἐγγυηταὶ δὲ ὑμῖν ἔσονται τοῦ ἀργυρίου οὗτοι ἀξιόχρεῳ.

[38c ] οὐ πολλοῦ γ᾽ ἕνεκα χρόνου, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ὄνομα ἕξετε καὶ αἰτίαν ὑπὸ τῶν βουλομένων τὴν πόλιν λοιδορεῖν ὡς Σωκράτη ἀπεκτόνατε, ἄνδρα σοφόν--φήσουσι γὰρ δὴ σοφὸν εἶναι, εἰ καὶ μή εἰμι, οἱ βουλόμενοι ὑμῖν ὀνειδίζειν-- εἰ γοῦν περιεμείνατε ὀλίγον χρόνον, ἀπὸ τοῦ αὐτομάτου ἂν ὑμῖν τοῦτο ἐγένετο· ὁρᾶτε γὰρ δὴ τὴν ἡλικίαν ὅτι πόρρω ἤδη ἐστὶ τοῦ βίου θανάτου δὲ ἐγγύς. λέγω δὲ τοῦτο οὐ [38d ] πρὸς πάντας ὑμᾶς, ἀλλὰ πρὸς τοὺς ἐμοῦ καταψηφισαμένους θάνατον. λέγω δὲ καὶ τόδε πρὸς τοὺς αὐτοὺς τούτους. ἴσως με οἴεσθε, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ἀπορίᾳ λόγων ἑαλωκέναι τοιούτων οἷς ἂν ὑμᾶς ἔπεισα, εἰ ᾤμην δεῖν ἅπαντα ποιεῖν καὶ λέγειν ὥστε ἀποφυγεῖν τὴν δίκην. πολλοῦ γε δεῖ. ἀλλ᾽ ἀπορίᾳ μὲν ἑάλωκα, οὐ μέντοι λόγων, ἀλλὰ τόλμης καὶ ἀναισχυντίας καὶ τοῦ μὴ ἐθέλειν λέγειν πρὸς ὑμᾶς τοιαῦτα οἷ᾽ ἂν ὑμῖν μὲν ἥδιστα ἦν ἀκούειν-- θρηνοῦντός τέ μου καὶ ὀδυρομένου καὶ ἄλλα ποιοῦντος καὶ [38e ] λέγοντος πολλὰ καὶ ἀνάξια ἐμοῦ, ὡς ἐγώ φημι, οἷα δὴ καὶ εἴθισθε ὑμεῖς τῶν ἄλλων ἀκούειν. ἀλλ᾽ οὔτε τότε ᾠήθην δεῖν ἕνεκα τοῦ κινδύνου πρᾶξαι οὐδὲν ἀνελεύθερον, οὔτε νῦν μοι μεταμέλει οὕτως ἀπολογησαμένῳ, ἀλλὰ πολὺ μᾶλλον αἱροῦμαι ὧδε ἀπολογησάμενος τεθνάναι ἢ ἐκείνως ζῆν. οὔτε γὰρ ἐν δίκῃ οὔτ᾽ ἐν πολέμῳ οὔτ᾽ ἐμὲ οὔτ᾽ ἄλλον οὐδένα δεῖ [39a ] τοῦτο μηχανᾶσθαι, ὅπως ἀποφεύξεται πᾶν ποιῶν θάνατον. καὶ γὰρ ἐν ταῖς μάχαις πολλάκις δῆλον γίγνεται ὅτι τό γε ἀποθανεῖν ἄν τις ἐκφύγοι καὶ ὅπλα ἀφεὶς καὶ ἐφ᾽ ἱκετείαν τραπόμενος τῶν διωκόντων· καὶ ἄλλαι μηχαναὶ πολλαί εἰσιν ἐν ἑκάστοις τοῖς κινδύνοις ὥστε διαφεύγειν θάνατον, ἐάν τις τολμᾷ πᾶν ποιεῖν καὶ λέγειν. ἀλλὰ μὴ οὐ τοῦτ᾽ ᾖ χαλεπόν, ὦ ἄνδρες, θάνατον ἐκφυγεῖν, ἀλλὰ πολὺ χαλεπώτερον πονηρίαν· [39b ] θᾶττον γὰρ θανάτου θεῖ. καὶ νῦν ἐγὼ μὲν ἅτε βραδὺς ὢν καὶ πρεσβύτης ὑπὸ τοῦ βραδυτέρου ἑάλων, οἱ δ᾽ ἐμοὶ κατήγοροι ἅτε δεινοὶ καὶ ὀξεῖς ὄντες ὑπὸ τοῦ θάττονος, τῆς κακίας. καὶ νῦν ἐγὼ μὲν ἄπειμι ὑφ᾽ ὑμῶν θανάτου δίκην ὀφλών, οὗτοι δ᾽ ὑπὸ τῆς ἀληθείας ὠφληκότες μοχθηρίαν καὶ ἀδικίαν. καὶ ἐγώ τε τῷ τιμήματι ἐμμένω καὶ οὗτοι. ταῦτα μέν που ἴσως οὕτως καὶ ἔδει σχεῖν, καὶ οἶμαι αὐτὰ μετρίως ἔχειν.

[39c ] τὸ δὲ δὴ μετὰ τοῦτο ἐπιθυμῶ ὑμῖν χρησμῳδῆσαι, ὦ καταψηφισάμενοί μου· καὶ γάρ εἰμι ἤδη ἐνταῦθα ἐν ᾧ μάλιστα ἄνθρωποι χρησμῳδοῦσιν, ὅταν μέλλωσιν ἀποθανεῖσθαι. φημὶ γάρ, ὦ ἄνδρες οἳ ἐμὲ ἀπεκτόνατε, τιμωρίαν ὑμῖν ἥξειν εὐθὺς μετὰ τὸν ἐμὸν θάνατον πολὺ χαλεπωτέραν νὴ Δία ἢ οἵαν ἐμὲ ἀπεκτόνατε· νῦν γὰρ τοῦτο εἴργασθε οἰόμενοι μὲν ἀπαλλάξεσθαι τοῦ διδόναι ἔλεγχον τοῦ βίου, τὸ δὲ ὑμῖν πολὺ ἐναντίον ἀποβήσεται, ὡς ἐγώ φημι. πλείους ἔσονται ὑμᾶς [39d ] οἱ ἐλέγχοντες, οὓς νῦν ἐγὼ κατεῖχον, ὑμεῖς δὲ οὐκ ᾐσθάνεσθε· καὶ χαλεπώτεροι ἔσονται ὅσῳ νεώτεροί εἰσιν, καὶ ὑμεῖς μᾶλλον ἀγανακτήσετε. εἰ γὰρ οἴεσθε ἀποκτείνοντες ἀνθρώπους ἐπισχήσειν τοῦ ὀνειδίζειν τινὰ ὑμῖν ὅτι οὐκ ὀρθῶς ζῆτε, οὐ καλῶς διανοεῖσθε· οὐ γάρ ἐσθ᾽ αὕτη ἡ ἀπαλλαγὴ οὔτε πάνυ δυνατὴ οὔτε καλή, ἀλλ᾽ ἐκείνη καὶ καλλίστη καὶ ῥᾴστη, μὴ τοὺς ἄλλους κολούειν ἀλλ᾽ ἑαυτὸν παρασκευάζειν ὅπως ἔσται ὡς βέλτιστος. ταῦτα μὲν οὖν ὑμῖν τοῖς καταψηφισαμένοις μαντευσάμενος ἀπαλλάττομαι.

[39e ] τοῖς δὲ ἀποψηφισαμένοις ἡδέως ἂν διαλεχθείην ὑπὲρ τοῦ γεγονότος τουτουῒ πράγματος, ἐν ᾧ οἱ ἄρχοντες ἀσχολίαν ἄγουσι καὶ οὔπω ἔρχομαι οἷ ἐλθόντα με δεῖ τεθνάναι. ἀλλά μοι, ὦ ἄνδρες, παραμείνατε τοσοῦτον χρόνον· οὐδὲν γὰρ κωλύει διαμυθολογῆσαι πρὸς ἀλλήλους ἕως ἔξεστιν. ὑμῖν [40a ] γὰρ ὡς φίλοις οὖσιν ἐπιδεῖξαι ἐθέλω τὸ νυνί μοι συμβεβηκὸς τί ποτε νοεῖ. ἐμοὶ γάρ, ὦ ἄνδρες δικασταί--ὑμᾶς γὰρ δικαστὰς καλῶν ὀρθῶς ἂν καλοίην--θαυμάσιόν τι γέγονεν. ἡ γὰρ εἰωθυῖά μοι μαντικὴ ἡ τοῦ δαιμονίου ἐν μὲν τῷ πρόσθεν χρόνῳ παντὶ πάνυ πυκνὴ ἀεὶ ἦν καὶ πάνυ ἐπὶ σμικροῖς ἐναντιουμένη, εἴ τι μέλλοιμι μὴ ὀρθῶς πράξειν. νυνὶ δὲ συμβέβηκέ μοι ἅπερ ὁρᾶτε καὶ αὐτοί, ταυτὶ ἅ γε δὴ οἰηθείη ἄν τις καὶ νομίζεται ἔσχατα κακῶν εἶναι· ἐμοὶ δὲ [40b ] οὔτε ἐξιόντι ἕωθεν οἴκοθεν ἠναντιώθη τὸ τοῦ θεοῦ σημεῖον, οὔτε ἡνίκα ἀνέβαινον ἐνταυθοῖ ἐπὶ τὸ δικαστήριον, οὔτε ἐν τῷ λόγῳ οὐδαμοῦ μέλλοντί τι ἐρεῖν. καίτοι ἐν ἄλλοις λόγοις πολλαχοῦ δή με ἐπέσχε λέγοντα μεταξύ· νῦν δὲ οὐδαμοῦ περὶ ταύτην τὴν πρᾶξιν οὔτ᾽ ἐν ἔργῳ οὐδενὶ οὔτ᾽ ἐν λόγῳ ἠναντίωταί μοι. τί οὖν αἴτιον εἶναι ὑπολαμβάνω; ἐγὼ ὑμῖν ἐρῶ· κινδυνεύει γάρ μοι τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο ἀγαθὸν γεγονέναι, καὶ οὐκ ἔσθ᾽ ὅπως ἡμεῖς ὀρθῶς ὑπολαμβάνομεν, [40c ] ὅσοι οἰόμεθα κακὸν εἶναι τὸ τεθνάναι. μέγα μοι τεκμήριον τούτου γέγονεν· οὐ γὰρ ἔσθ᾽ ὅπως οὐκ ἠναντιώθη ἄν μοι τὸ εἰωθὸς σημεῖον, εἰ μή τι ἔμελλον ἐγὼ ἀγαθὸν πράξειν. ἐννοήσωμεν δὲ καὶ τῇδε ὡς πολλὴ ἐλπίς ἐστιν ἀγαθὸν αὐτὸ εἶναι. δυοῖν γὰρ θάτερόν ἐστιν τὸ τεθνάναι· ἢ γὰρ οἷον μηδὲν εἶναι μηδὲ αἴσθησιν μηδεμίαν μηδενὸς ἔχειν τὸν τεθνεῶτα, ἢ κατὰ τὰ λεγόμενα μεταβολή τις τυγχάνει οὖσα καὶ μετοίκησις τῇ ψυχῇ τοῦ τόπου τοῦ ἐνθένδε εἰς ἄλλον τόπον. καὶ εἴτε δὴ μηδεμία αἴσθησίς ἐστιν ἀλλ᾽ [40d ] οἷον ὕπνος ἐπειδάν τις καθεύδων μηδ᾽ ὄναρ μηδὲν ὁρᾷ, θαυμάσιον κέρδος ἂν εἴη ὁ θάνατος--ἐγὼ γὰρ ἂν οἶμαι, εἴ τινα ἐκλεξάμενον δέοι ταύτην τὴν νύκτα ἐν ᾗ οὕτω κατέδαρθεν ὥστε μηδὲ ὄναρ ἰδεῖν, καὶ τὰς ἄλλας νύκτας τε καὶ ἡμέρας τὰς τοῦ βίου τοῦ ἑαυτοῦ ἀντιπαραθέντα ταύτῃ τῇ νυκτὶ δέοι σκεψάμενον εἰπεῖν πόσας ἄμεινον καὶ ἥδιον ἡμέρας καὶ νύκτας ταύτης τῆς νυκτὸς βεβίωκεν ἐν τῷ ἑαυτοῦ βίῳ, οἶμαι ἂν μὴ ὅτι ἰδιώτην τινά, ἀλλὰ τὸν μέγαν βασιλέα εὐαριθμήτους [40e ] ἂν εὑρεῖν αὐτὸν ταύτας πρὸς τὰς ἄλλας ἡμέρας καὶ νύκτας--εἰ οὖν τοιοῦτον ὁ θάνατός ἐστιν, κέρδος ἔγωγε λέγω· καὶ γὰρ οὐδὲν πλείων ὁ πᾶς χρόνος φαίνεται οὕτω δὴ εἶναι ἢ μία νύξ. εἰ δ᾽ αὖ οἷον ἀποδημῆσαί ἐστιν ὁ θάνατος ἐνθένδε εἰς ἄλλον τόπον, καὶ ἀληθῆ ἐστιν τὰ λεγόμενα, ὡς ἄρα ἐκεῖ εἰσι πάντες οἱ τεθνεῶτες, τί μεῖζον ἀγαθὸν τούτου εἴη ἄν, ὦ ἄνδρες δικασταί; εἰ γάρ τις [41a ] ἀφικόμενος εἰς Ἅιδου, ἀπαλλαγεὶς τουτωνὶ τῶν φασκόντων δικαστῶν εἶναι, εὑρήσει τοὺς ὡς ἀληθῶς δικαστάς, οἵπερ καὶ λέγονται ἐκεῖ δικάζειν, Μίνως τε καὶ Ῥαδάμανθυς καὶ Αἰακὸς καὶ Τριπτόλεμος καὶ ἄλλοι ὅσοι τῶν ἡμιθέων δίκαιοι ἐγένοντο ἐν τῷ ἑαυτῶν βίῳ, ἆρα φαύλη ἂν εἴη ἡ ἀποδημία; ἢ αὖ Ὀρφεῖ συγγενέσθαι καὶ Μουσαίῳ καὶ Ἡσιόδῳ καὶ Ὁμήρῳ ἐπὶ πόσῳ ἄν τις δέξαιτ᾽ ἂν ὑμῶν; ἐγὼ μὲν γὰρ πολλάκις ἐθέλω τεθνάναι εἰ ταῦτ᾽ ἔστιν ἀληθῆ. ἐπεὶ [41b ] ἔμοιγε καὶ αὐτῷ θαυμαστὴ ἂν εἴη ἡ διατριβὴ αὐτόθι, ὁπότε ἐντύχοιμι Παλαμήδει καὶ Αἴαντι τῷ Τελαμῶνος καὶ εἴ τις ἄλλος τῶν παλαιῶν διὰ κρίσιν ἄδικον τέθνηκεν, ἀντιπαραβάλλοντι τὰ ἐμαυτοῦ πάθη πρὸς τὰ ἐκείνων--ὡς ἐγὼ οἶμαι, οὐκ ἂν ἀηδὲς εἴη--καὶ δὴ τὸ μέγιστον, τοὺς ἐκεῖ ἐξετάζοντα καὶ ἐρευνῶντα ὥσπερ τοὺς ἐνταῦθα διάγειν, τίς αὐτῶν σοφός ἐστιν καὶ τίς οἴεται μέν, ἔστιν δ᾽ οὔ. ἐπὶ πόσῳ δ᾽ ἄν τις, ὦ ἄνδρες δικασταί, δέξαιτο ἐξετάσαι τὸν ἐπὶ Τροίαν ἀγαγόντα [41c ] τὴν πολλὴν στρατιὰν ἢ Ὀδυσσέα ἢ Σίσυφον ἢ ἄλλους μυρίους ἄν τις εἴποι καὶ ἄνδρας καὶ γυναῖκας, οἷς ἐκεῖ διαλέγεσθαι καὶ συνεῖναι καὶ ἐξετάζειν ἀμήχανον ἂν εἴη εὐδαιμονίας; πάντως οὐ δήπου τούτου γε ἕνεκα οἱ ἐκεῖ ἀποκτείνουσι· τά τε γὰρ ἄλλα εὐδαιμονέστεροί εἰσιν οἱ ἐκεῖ τῶν ἐνθάδε, καὶ ἤδη τὸν λοιπὸν χρόνον ἀθάνατοί εἰσιν, εἴπερ γε τὰ λεγόμενα ἀληθῆ.

ἀλλὰ καὶ ὑμᾶς χρή, ὦ ἄνδρες δικασταί, εὐέλπιδας εἶναι πρὸς τὸν θάνατον, καὶ ἕν τι τοῦτο διανοεῖσθαι ἀληθές, ὅτι [41d ] οὐκ ἔστιν ἀνδρὶ ἀγαθῷ κακὸν οὐδὲν οὔτε ζῶντι οὔτε τελευτήσαντι, οὐδὲ ἀμελεῖται ὑπὸ θεῶν τὰ τούτου πράγματα· οὐδὲ τὰ ἐμὰ νῦν ἀπὸ τοῦ αὐτομάτου γέγονεν, ἀλλά μοι δῆλόν ἐστι τοῦτο, ὅτι ἤδη τεθνάναι καὶ ἀπηλλάχθαι πραγμάτων βέλτιον ἦν μοι. διὰ τοῦτο καὶ ἐμὲ οὐδαμοῦ ἀπέτρεψεν τὸ σημεῖον, καὶ ἔγωγε τοῖς καταψηφισαμένοις μου καὶ τοῖς κατηγόροις οὐ πάνυ χαλεπαίνω. καίτοι οὐ ταύτῃ τῇ διανοίᾳ κατεψηφίζοντό μου καὶ κατηγόρουν, ἀλλ᾽ οἰόμενοι βλάπτειν· [41e ] τοῦτο αὐτοῖς ἄξιον μέμφεσθαι. τοσόνδε μέντοι αὐτῶν δέομαι· τοὺς ὑεῖς μου, ἐπειδὰν ἡβήσωσι, τιμωρήσασθε, ὦ ἄνδρες, ταὐτὰ ταῦτα λυποῦντες ἅπερ ἐγὼ ὑμᾶς ἐλύπουν, ἐὰν ὑμῖν δοκῶσιν ἢ χρημάτων ἢ ἄλλου του πρότερον ἐπιμελεῖσθαι ἢ ἀρετῆς, καὶ ἐὰν δοκῶσί τι εἶναι μηδὲν ὄντες, ὀνειδίζετε αὐτοῖς ὥσπερ ἐγὼ ὑμῖν, ὅτι οὐκ ἐπιμελοῦνται ὧν δεῖ, καὶ οἴονταί τι εἶναι ὄντες οὐδενὸς ἄξιοι. καὶ ἐὰν [42a ] ταῦτα ποιῆτε, δίκαια πεπονθὼς ἐγὼ ἔσομαι ὑφ᾽ ὑμῶν αὐτός τε καὶ οἱ ὑεῖς. ἀλλὰ γὰρ ἤδη ὥρα ἀπιέναι, ἐμοὶ μὲν ἀποθανουμένῳ, ὑμῖν δὲ βιωσομένοις· ὁπότεροι δὲ ἡμῶν ἔρχονται ἐπὶ ἄμεινον πρᾶγμα, ἄδηλον παντὶ πλὴν ἢ τῷ θεῷ.










 
Θα μπορούσε ίσως κάποιος από σας να πάρει το λόγο και να πει: «Αλλά, Σωκράτη, τι σου συμβαίνει; Από πού προήλθαν αυτές οι διαβολές εναντίον σου; Εφόσον βέβαια, αν δεν έκανες τίποτε περισσότερο από αυτά που κάνουν οι περισσότεροι άνθρωποι, δε θα αποκτούσες τέτοια φήμη και δε θα λέγονταν τόσα για σένα, εκτός εάν στ' αλήθεια έκανες κάτι αλλιώτικο από τους πολλούς. Πες μας, λοιπόν, τι συμβαίνει, για να μη λέει ο καθένας μας για σένα ό,τι του κατέβει».

Έχω την εντύπωση ότι δίκιο θα είχε όποιος θα τα έλεγε αυτά, και εγώ θα προσπαθήσω να αποκαλύψω τι είναι αυτό τέλος πάντων που κατασκεύασε τις φήμες και τις συκοφαντίες σε βάρος μου. Ακούστε λοιπόν. Και ίσως σε μερικούς από σας φανεί ότι αστειεύομαι· να το ξέρετε καλά όμως, θα σας πω την πάσα αλήθεια.



Εγώ λοιπόν, Αθηναίοι, για τίποτε άλλο δεν απέκτησα αυτό το όνομα παρά μόνο εξαιτίας κάποιας σοφίας. Ποια είναι αυτή η σοφία; Ίσως βέβαια να είναι η ανθρώπινη σοφία. Γιατί πράγματι φαίνεται ότι ως προς αυτή είμαι σοφός. Αυτοί όμως, για τους οποίους λίγο πριν μίλησα, είναι σοφοί με μια σοφία που υπερβαίνει τα ανθρώπινα μέτρα, αλλιώς δεν ξέρω τι να πω· γιατί εγώ βέβαια αυτή δεν τη κατέχω, και αυτός που το ισχυρίζεται ψέματα λέει και με σκοπό να με διαβάλλει.







Και μη με αποδοκιμάσετε, Αθηναίοι, ακόμα και αν σας φανεί ότι λέω μεγάλα λόγια· αφού η ιστορία που θα σας αφηγηθώ δεν είναι δική μου, αλλά θα την αποδώσω σε κάποιον που τον θεωρείτε αξιόπιστο. Πράγματι, για τη δική μου σοφία, αν έχω κάποια, και τι είδους είναι, θα σας φέρω μάρτυρα το θεό των Δελφών.



Τον Χαιρεφώντα, αν δεν κάνω λάθος, τον γνωρίζετε. Και δικός μου φίλος ήταν από τα νεανικά μας χρόνια και δικός σας σύντροφος ήταν, των δημοκρατικών, και μαζί σας έφυγε κατά την πρόσφατη εξορία και μαζί σας επέστρεψε. Επομένως γνωρίζετε τι άνθρωπος ήταν ο Χαιρεφώντας, πόσο ορμητικός σε ό,τι καταπιανόταν.



Κάποτε λοιπόν και στους Δελφούς πήγε και τόλμησε γι αυτό να ζητήσει χρησμό- μην κάνετε θόρυβο, Αθηναίοι- για το αν δηλαδή υπάρχει κανείς σοφότερος από μένα. Χρησμοδότησε λοιπόν η Πυθία ότι κανένας δεν είναι σοφότερος. Και αυτά, επειδή ο Χαιρεφώντας πέθανε, θα σας τα επιβεβαιώσει αυτός εδώ ο αδερφός του.

Σκεφθείτε λοιπόν για ποιους λόγους σας τα λέω αυτά· αφού πρόκειται να ας αποκαλύψω από πού προήλθε η εναντίον μου διαβολή.



Όταν εγώ λοιπόν έμαθα αυτά σκεφτόμουν κάπως έτσι: «τι τέλος πάντων λέει ο θεός και τι υπαινίσσεται; Γιατί εγώ βέβαια σε καμιά περίπτωση δεν πιστεύω ότι είμαι σοφός, ούτε πολύ ούτε λίγο· τι λοιπόν εννοεί ισχυριζόμενος ότι είμαι ο πιο σοφός; Γιατί βέβαια δε λέει ψέματα ούτε του επιτρέπεται να λέει.»



Και για μεγάλο χρονικό διάστημα αναρωτιόμουν τι τέλος πάντων εννοεί ο θεός. Αργότερα και με μεγάλη δυσκολία στράφηκα σε μια τέτοιου είδους διερεύνηση του χρησμού. Επισκέφθηκα κάποιον από αυτούς που θεωρούνται σοφοί, για να ελέγξω το μαντείο, αν υπήρχε περίπτωση να τα καταφέρω, και να απαντήσω στο χρησμό ότι «αυτός εδώ είναι από μένα σοφώτερος, συ είπες όμως ότι είμαι εγώ».



Εξετάζοντάς τον λοιπόν προσεκτικά ―δε χρειάζεται να πω όνομα, ήταν όμως κάποιος από τους πολιτικούς και παρατηρώντας τον κάτι τέτοιο έπαθα, Αθηναίοι― και συζητώντας μαζί του αυτός ο άνθρωπος μου έδωσε την εντύπωση ότι φαινόταν σοφός σε πολλούς άλλους και κυρίως στον ίδιο του τον εαυτό, αλλά δεν ήταν· στη συνέχεια προσπαθούσα να του αποδείξω ότι νόμιζε πως ήταν σοφός χωρίς όμως να είναι.





Γι αυτό λοιπόν και σ'αυτόν έγινα μισητός και σε πολλούς από τους παρόντες· αποχωρώντας λοιπόν σκεφτόμουν ότι απ'αυτόν τον άνθρωπο είμαι σοφώτερος· γιατί, όπως δείχνουν τα πράγματα, κανένας από μας τους δυο δεν γνωρίζει τίποτε πραγματικά καλό, αλλά αυτός νομίζει ότι ξέρει, παρόλο που δεν ξέρει, ενώ εγώ όπως ακριβώς δεν ξέρω ούτε νομίζω ότι ξέρω· φαίνεται λοιπόν ότι απ' αυτόν σε κάτι λίγο είμαι σοφώτερος, επειδή πράγματι αυτά που δε γνωρίζω καλά δε νομίζω ότι τα κατέχω γνωστικά.



Κατόπιν πήγα σε άλλον, κάποιον απ'αυτούς που θεωρούνταν ότι είναι σοφώτεροι από εκείνον και είχα την εντύπωση ότι τα ίδια ισχύουν και γι αυτόν, και για το λόγο αυτό έγινα μισητός και σε εκείνον και σε άλλους πολλούς.



Στη συνέχεια εξακολούθησα λοιπόν να πηγαίνω και σε άλλους, έχοντας συναίσθηση και λύπη και φόβο επειδή γινόμουν μισητός, όμως πίστευα ότι ήταν ανάγκη να δώσω προτεραιότητα στο χρησμό του θεού.



Έπρεπε λοιπόν να πάω, και να εξετάσω το χρησμό του θεού, σε όλους όσοι θεωρούνταν ότι γνωρίζουν καλά κάτι. Και, μα τον κύνα, Αθηναίοι ―γιατί πρέπει κάποιος να σας λέει την αλήθεια― πραγματικά έπαθα κάτι σαν αυτό· οι πιο ξακουστοί για τη σοφία τους έδωσαν την εντύπωση σε μένα, καθώς ερευνούσα σύμφωνα με την εντολή του θεού, ότι λίγο απείχαν από την πλήρη άγνοια, ενώ οι άλλοι που θεωρούνταν λιγότερο σοφοί ήταν πιο σωστοί ως προς τη σύνεση.



Πρέπει όμως να σας αποκαλύψω τη δική μου περιπλάνηση, που ήταν παρόμοια με τους κόπους που υφίσταται κάποιος, για να μη μείνει ανέλεγκτη η μαντεία εκ μέρους μου. Λοιπόν, μετά από τους πολιτικούς επισκέφθηκα τους ποιητές και αυτούς που γράφουν τραγωδίες και τους διθυραμβοποιούς και τους άλλους, για να διαπιστώσω έμπρακτα ότι αμαθέστερος από εκείνους είμαι.



Παίρνοντας λοιπόν στα χέρια μου τα ποιήματά τους και μάλιστα αυτά που θεωρούσα τα πιο καλοδουλεμμένα, επίμονα τους ρωτούσα ποιο ήταν το νόημά τους, για να μάθω και κάτι παραπάνω απ'αυτούς. Ντρέπομαι ειλικρινά να σας πω την αλήθεια, Αθηνάιοι· όμως πρέπει να την πω. Με μια κουβέντα, σχεδόν όλοι οι παρόντες θα μπορούσαν καλύτερα μιλήσουν σχετικά με τα ποιήματα που αυτοί είχαν γράψει. Κατάλαβα λοιπόν και για τους ποιητές μέσα σε λίγο χρόνο αυτό, ότι δηλαδή δε δημιουργούν τα ποιήματά τους χάρη στη σοφία τους, αλλά χάρη σε κάποιο ταλέντο και επειδή κυριαρχούνται από κάποια μανία θεϊκή όπως ακριβώς οι μάντεις και αυτοί που χρησμοδοτούν· καθόσον μάλιστα αυτοί λένε πολλά και καλά πράγματα, αλλά δεν έχουν καμιά επίγνωση αυτών που λένε.





Κάτι τέτοιο μου φάνηκε ότι έχουν πάθει και οι ποιητές, και συνάμα αντιλήθφηκα ότι, επειδή ήταν ποιητές, πίστευαν πως είναι η σοφώτεροι άνθρωποι και σε άλλα πράγματα, στα οποία δεν ήταν. Έφυγα λοιπόν και από αυτούς πιστεύοντας ότι υπερέχω απέναντί τους για όποιο λόγο υπερείχα και των πολιτικών.



Στο τέλος πήγα και στους τεχνίτες· και ήξερα καλά, σαν να λέμε, ότι εγώ τίποτε δεν ήξερα, θα διαπίστωνα όμως ότι αυτοί ήξεραν πολλά και όμορφα πράγματα. Και σ' αυτό δεν έπεσα έξω, αλλά γνώριζαν αυτά που εγώ δεν ήξερα και σε αυτό ήταν σοφώτεροί μου. Αλλά, Αθηναίοι, μου έδωσαν την εντύπωση οι καλοί τεχνίτες ότι έκαναν το ίδιο σφάλμα με τους ποιητές ― ο καθένας από αυτούς επειδή ήταν πολύ καλός στην τέχνη του, είχε την αξίωση να θεωρείται σοφώτατος και στα άλλα τα σημαντικότατα ζητήματα― και αυτό το ελάττωμά τους επισκίαζε τη σοφία τους· επομένως αναρωτήθηκα σχετικά με το χρησμό, πιο απ' τα δυο να δεχτώ τον εαυτό μου να είναι αυτός που είναι, ούτε σοφός με τη σοφία εκείνων ούτε αμαθής με τη δική τους αμάθεια, ή να έχω και τα δυο γνωρίσματα που εκείνοι έχουν. Απάντησα λοιπόν στον εαυτό μου και στο θεό που χρησμοδότησε ότι με συμφέρει να είμαι αυτός που είμαι.



Εξαιτίας βέβαια αυτής της έρευνας, Αθηναίοι, μεγάλη απέχθεια προκλήθηκε σε βάρος μου και τόσο δυσβάστακτη και βαριά ώστε πολλές συκοφαντίες να διατυπωθούν εναντίον μου, και τη φήμη του σοφού όμως να αποκτήσω· γιατί νομίζουν αυτοί που παρίστανται σε τέτοιες συζητήσεις ότι είμαι σοφός στα ζητήματα που τυχόν θα αποδέιξω το λάθος του συνομιλητή μου. Όμως φαίνεται ότι πραγματικά σοφός είναι ο θεός, και με αυτό το χρησμό αυτό εννοεί, ότι δηλαδή η ανθρώπινη σοφία ελάχιστα αξίζει ή και καθόλου. Επίσης φαίνεται ότι εμένα το Σωκράτη αναφέρει και το δικό μου όνομα χρησιμοποιεί ως παράδειγμα, σα να ήθελε να πει: «Άνθρωποι, ο πιο σοφός ανάμεσά σας είναι αυτός που, όπως ο Σωκράτης, γνωρίζει ότι τίποτε

δεν αξίζει στ' αλήθεια όσον αφορά τη σοφία του». Αυτά λοιπόν εγώ ακόμη και τώρα περιφερόμενος ερευνώ και εξετάζω, σύμφωνα με την εντολή του θεού, όποιον από τους πολίτες ή τους ξένους νομίζω ότι είναι σοφός· και κάθε φορά που θα μου φανεί ότι δεν είναι , προσφέροντας υπηρεσία στο θεό αποδεικνύω ότι πράγματι δεν είναι σοφός.



Και εξαιτίας αυτής της ενασχόλησής μου δεν είχα το χρόνο ούτε στα δημόσια ούτε στην ιδιωτική μου ζωή να πράξω κάτι άξιο λόγου, αλλά ζω σε πολύ μεγάλη φτώχεια λόγω της αφοσίωσής μου στο θεό.



Επιπλέον οι νέοι ―αυτοί έχουν πολύ ελεύθερο χρόνο, δηλαδή οι γόνοι των πλουσιωτάτων οικογενειών ―που με ακολουθούν με δική τους πρωτοβουλία, χαίρονται να με ακούν κατά την εξέταση των ανθρώπων, και οι ίδιοι πολλές φορές με μιμούνται, και έπειτα επιχειρούν να εξετάζουν άλλους· άλλωστε ανακαλύπτουν πάρα πολλούς, νομίζω, που πιστεύουν ότι γνωρίζουν κάτι καλά, ενώ λίγα ξέρουν ή τίποτα.





Γι αυτό το λόγο λοιπόν όσοι εξετάζονται απ'αυτούς οργίζονται με μένα, όχι με αυτούς, και λένε ότι τάχα υπάρχει κάποιος Σωκράτης που είναι βρωμερός και διαφθείρει τους νέους· και κάθε φορά που κάποιος τους ρωτάει με ποιες πράξεις και ποια λόγια τους διαφθείρει, δεν έχουν τίποτε να πουν αλλά έχουν άγνοια, και για να μην αποκαλυφθεί το αδιέξοδό τους, αναφέρουν τις συνηθισμένες κατηγορίες που που εκτοξεύονται εναντίον όλων όσοι ασχολούνται με τη φιλοσοφία, ότι «τα ουράνια και αυτά που βρίσκονται μέσα στη γη» και «δεν πιστεύει στους θεούς» και «κάνει το πιο αδύναμο επιχείρημα ισχυρότερο».



Την αλήθεια όμως νομίζω δε θα ήθελαν να την πουν, επειδή πράγματι ολοφάνερα αποδεικνύεται ότι προσποιούνται μεν πως γνωρίζουν, ενώ δεν ξέρουν τίποτα. Πιστεύω λοιπόν ότι, επειδή πράγματι αγαπούν τις τιμές και είναι επιθετικοί και πολλοί, και επειδή μιλούν εναντίον μου συστηματικά και με αληθοφάνεια, σας έχουν γεμίσει το κεφάλι με συκοφαντίες διαβάλλοντάς με από παλιά και με πάθος.

Γι αυτό και ο Μέλητος μου επιτέθηκε και ο Άνυτος και ο Λύκων, ο Μέλητος, ο Μέλητος από τη στεναχώρια του υπερασπιζόμενος τους ποιητές, ο Άνυτος τους τεχνίτες, και ο Λύκωνας τους ρήτορες· επομένως, όπως έλεγα στην αρχή, θα απορούσα, αν κατάφερνα εγώ αυτή τη συκοφαντία να βγάλω από το μυαλό σας μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα, που έχει πάρει τόσο μεγάλες διαστάσεις. Αυτή είναι, Αθηναίοι, η αλήθεια που ψάχνετε, και σας τη λέω χωρίς να κρύψω τίποτα ούτε σημαντικό ούτε ασήμαντο ή να παραποιήσω.



Και όμως γνωρίζω καλά ότι εξαιτίας αυτού ακριβώς γίνομαι μισητός από αυτούς, πράγμα που αποτελεί απόδειξη ότι πράγματι την αλήθεια λέω και ότι αυτές είναι η εναντίον μου

συκοφαντίες και ότι αυτά είναι τα αίτιά τους. Και εάν τώρα ή στο μέλλον τα ερευνήσετε, θα διαπιστώσετε ότι έτσι έχουν.



Σχετικά λοιπόν με τις κατηγορίες των πρώτων μου κατηγόρων είναι αρκετά όσα σας είπα μέχρι τώρα· προς το Μέλητο όμως, που είναι καλός άνθρωπος και αγαπάει την πόλη, όπως λέει, και προς τους μεταγενέστερους κατήγουρους θα προσπαθήσω να απολογηθώ στη συνέχεια. Από την αρχή λοιπόν, σα να ήταν άλλοι κατήγοροι αυτοί, ας δούμε την επίσημη καταγγελία τους.



Έχει λοιπόν κάπως έτσι: ο Σωκράτης, λέει, παραβαίνει τους νόμους, επειδή και τους νέους διαφθείρει και στους θεούς της πόλης δεν πιστεύει αλλά σε άλλους καινούριους θεούς. Η κατηγορία λοιπόν τέτοια είναι· ας εξετάσουμε κάθε μέρος της χωριστά.



Υποστηρίζει λοιπόν ότι παραβιάζω τους νόμους διαφθείροντας τους νέους. Εγώ όμως βέβαια, Αθηναίοι, ισχυρίζομαι ότι ο Μέλητος παραβαίνει τους νόμους, επειδή με ζήλο παίζει επιπόλαια, και ελαφρά τη καρδία σέρνει ανθρώπους στο δικαστήριο, προσποιούμενος ότι ασχολείται σοβαρά και ενδιαφέρεται για πράγμτα που ποτέ μέχρι τώρα δεν τον ένοιαξαν· και ότι έτσι έχουν τα πράγματα θα προσπαθήσω να σας το αποδείξω.

-Για έλα εδώ, Μέλητε, και πες μου· για κάτι άλλο περισσότερο νοιάζεσαι ή για το πώς θα γίνουν καλύτεροι οι νέοι;

-Όχι βέβαια.

-Εμπρός λοιπόν πες και σ'αυτούς, ποιος τους κάνει καλύτερους; Γιατί είναι φανερό ότι ξέρεις, αφού τόσο σε ενδιαφέρει το ζήτημα. Βρήκες τον διαφθορέα, όπως ισχυρίζεσαι, δηλαδή εμένα, και με σέρνεις μπροστά τους και με κατηγορείς· εμπρός λοιπόν πες και φανέρωσέ τους, ποιος είναι αυτός που κάνει τους νέους καλύτερους; Βλέπεις, Μέλητε, ότι σιωπάς και δεν μπορείς τίποτε να πεις; Και όμως δε σου φαίνεται αισχρό αυτό και ικανοποιητική απόδειξη αυτού που εγώ υποστηρίζω, ότι δηλαδή ποτέ δε νοιάστηκες; Αλλά πες, καλέ μου άνθρωπε, ποιος τους κάνει καλύτερους;

-Οι νόμοι

-Μα δε ρωτάω αυτό, αγαπητέ, αλλά ποιος άνθρωπος, που βέβαια πρώτα απ' όλα αυτό γνωρίζει, δηλαδή τους νόμους;

-Αυτοί εδώ, Σωκράτη, οι δικαστές.

-Πώς μας τα λες, Μέλητε; Αυτοί εδώ τους νέους να εκπαιδεύουν είναι ικανοί και καλύτερους να τους κάνουν;

-Μάλιστα.

-Τι απ'τα δυο, όλοι χωρίς εξαίρεση ή άλλοι μπορούν και άλλοι όχι;

-Όλοι ανεξαίρετα.

-Καλά, μα την Ήρα, τα λες και άφθονους ωφέλιμους αναφέρεις. Λοιπόν; Και οι ακροατές τους κάνουν καλύτερους ή όχι;

-Και αυτοί.

-Και οι βουλευτές;

-Και οι βουλευτές.



-Όμως, Μέλητε, μήπως αυτοί που συγκεντρώνονται στην εκκλησία, δηλαδή οι εκκλησιαστές, διαφθείρουν τους νέους;

Ή και όλοι εκείνοι χωρίς εξαίρεση τους κάνουν καλύτερους;

-Και εκείνοι.

-Επομένως, κατά πως φαίνεται, όλοι οι Αθηναίοι τους κάνουν καλούς και σωστούς εκτός από μένα, ενώ μόνο εγώ τους διαφθείρω. Αυτό λες;

-Εντελώς ξεκάθαρα αυτά λέω.

Μεγάλη δυστυχία μου καταλογίζεις. Και απάντησέ μου· αλήθεια, και με τα άλογα το ίδιο νομίζεις ότι συμβαίνει; Τα βελτιώνουν όλοι οι άνθρωποι και ένας μόνο τα καταστρέφει; Ή, το εντελώς αντίθετο, ένας είναι αυτός που μπορεί να τα ωφελήσει ή ελάχιστοι, οι ειδικοί στα άλογα, ενώ οι πολλοί, εάν βέβαια ασχοληθούν και χρησιμοποιήσουν τα άλογα, τα καταστρέφουν; Έτσι δεν έχουν τα πράγματα και με άλογα και με όλα τα άλλα ζώα; Βεβαιότατα, είτε συ και ο Άνυτος το αρνηθείτε είτε το δεχθείτε·



Λοιπόν, μεγάλη ευτυχία θα είχαν οι νέοι εάν μόνο ένας τους διέφθειρε, ενώ όλοι οι υπόλοιποι τους ωφελούσαν. Αλλ'όμως, Μέλητε, ξεκάθαρα αποκαλύπτεται ότι ποτέ μέχρι τώρα δε φρόντισες για τους νέους, και με σαφήνεια δείχνεις την αδιαφορία σου, επειδή ποτέ δε νοιάστηκες για όσα με σέρνεις σε δίκη.





Όμως πες μας ακόμα, για όνομα του Δία Μέλητε, πιο απ'τα δυο είναι καλύτερο να ζει κανείς ανάμεσα σε ηθικούς πολίτες ή σε ανήθικους; Άνθρωπε, απάντησε· δε σε ρωτάω τίποτε δύσκολο. Δεν κάνουν οι ανήθικοι κάτι κακό πάντοτε σ'αυτούς που τους συναναστρέφονται, και οι ηθικοί κάποιο καλό;

-Ασφαλώς.



-Υπάρχει λοιπόν κάποιος που να θέλει να υποστεί βλάβη και όχι να ωφεληθεί από εκείνους που συναναστρέφεται; Απάντησε, αγαπητέ μου· καθόσον μάλιστα ο νόμος επιβάλλει να απαντήσεις. Υπάρχει κανείς που να θέλει να βλάπτεται;

-Όχι βέβαια.

-Εμπρός λοιπόν, με φέρνεις σε δίκη επειδή τάχα διαφθείρω τους νέους και τους κάνω χειρότερους με τη θέλησή μου ή ακούσια;

-Με τη θέλησή σου βέβαια.



-Τι λοιπόν, Μέλητε; Τόσο σοφώτερος είσαι από μένα το γέροντα, συ που είσαι τόσο νέος, ώστε συ γνωρίζεις ότι οι κακοί μεν κακό κάνουν πάντα σ'αυτούς που βρίσκονται κοντά τους και οι καλοί καλό, εγώ όμως σε τέτοιο σημείο αμάθιας έχω φτάσει ώστε ακόμα και αυτό αγνοώ, ότι δηλαδή αν κάκω κακό σε κάποιον απ'αυτούς που με πλησιάζουν, θα κινδυνέψω να πάθω κάποιο κακό απ'αυτόν, και από πάνω αυτό το μεγάλο κακό το κάνω με τη θέλησή μου, σύμφωνα με τον ισχυρισμό σου;



Σ'αυτά εγώ δεν πείθομαι, Μέλητε, και νομίζω ούτε άλλος κανένας άνθρωπος· άρα ή δε διαφθείρω, ή εάν διαφθείρω το κάνω ακούσια, επομένως συ βέβαια και στις δυο περιπτώσεις ψεύδεσαι. Αν όμως αθέλητα διαφθείρω, για τα τέτοιου είδους αμαρτήματα δεν προστάζει ο νόμος να προσαχθώ σε δίκη, αλλά αφού με πάρεις κατ'ιδίαν να με δασκαλέψεις και να μου βάλεις μυαλό· αφού είναι φανερό ότι, εάν μάθω,

θα σταματήσω βέβαια να κάνω αυτό που άθελά μου κάνω. Συ όμως απέφυγες να με πλησιάσεις και να με δασκαλέψεις και δε θέλησες, αντίθετα με φέρνεις εδώ, όπου ο νόμος προστάζει να προσάγονται όσοι πρέπει να τιμωρηθούν και όχι να διδαχθούν.



Επομένως, Αθηναίοι, ήδη μεν αυτό είναι φανερό που εγώ λέγω, ότι δηλαδή το Μέλητο ποτέ δεν τον ένοιαξε γι αυτά ούτε λίγο ούτε πολύ. Όμως πες μας, με ποιο τρόπο ισχυρίζεσαι ότι διαφθείρω, Μέλητε, τους νέους; Ή είναι φανερό σύμφωνα με την έγγραφη καταγγελία σου ότι τους διαφθείρω διδάσκοντάς τους να μην πιστεύουν στους θεούς που πιστεύει η πόλη, αλλά σε άλλες καινούριες θεότητες; Δεν ισχυρίζεσαι ότι διδάσκοντας αυτά τους διαφθείρω;

-Ακριβώς αυτό υποστηρίζω.

-Στο όνομα λοιπόν, Μέλητε, αυτών των ίδιων των θεών για τους οποίους μιλάμε, μίλα με περισσότερη σαφήνεια και σε μένα και σε αυτούς εδώ τους άνδρες. Γιατί εγώ δεν μπορώ να καταλάβω ποιο από τα δυο εννοείς ότι διδάσκω να πιστεύουν σε κάποιους θεούς ―και επομένως πιστεύω ότι υπάρχουν θεοί και δεν είμαι καθόλου άθεος και δεν παραβαίνω τους νόμους σ'αυτό το σημείο― όχι όμως αυτοί στους οποίους η πόλη πιστεύει αλλά άλλοι, και αυτό μου καταλογίζεις, ότι δηλαδή σε άλλους πιστεύω, ή ισχυρίζεσαι ότι ο ίδιος δεν πιστεύω καθόλου στους θεούς και αυτά τα διδάσκω και στους άλλους;

-Αυτό εννοώ, ότι δηλαδή δεν πιστεύεις καθόλου στους θεούς.

-Υπέροχε Μέλητε, γιατί τα λες αυτά; δηλαδή δεν πιστεύω ούτε ότι ο ήλιος ούτε η σελήνη είναι θεοί, όπως οι άλλοι άνθρωποι;

-Μα το Δία, δικαστές, δεν το πιστεύει, αφού λέει ότι ο ήλιος είναι πέτρα και η σελήνη σαν τη γη.





-Τον Αναξαγόρα νομίζεις ότι κατηγορείς, φίλε Μέλητε; Και τόσο πολύ υποτιμάς αυτούς εδώ και τους θεωρείς τόσο αστοιχείωτους ώστε να μη γνωρίζουν ότι τα βιβλία του Αναξαγόρα από τις Κλαζομενές είναι γεμάτα από τέτοιες ιδέες; Και μάλιστα οι νέοι μαθαίνουν από μένα αυτά, που μπορούν ανά πάσα στιγμή με μια δραχμή αφού τα αγοράσουν από εκεί που τα πουλάνε μετά να περιγελούν το Σωκράτη, αν προσποιείται ότι είναι δικές του οι θεωρίες αυτές που είναι άλλωστε και ολωσδιόλου παράλογες; Αλλά μα το Δία, αυτή την εντύπωση σου δίνω; Πιστεύω πως δεν υπάρχει κανένας θεός;

-Μα το Δία δεν πιστεύεις στους θεούς καθόλου.

-Νομίζω, Μέλητε, ότι δεν πιστεύεις ούτε σ'αυτά που ξεστομίζεις. Λοιπόν, δικαστές, αυτός εδώ μου δίνει την εντύπωση ότι είναι πολύ θρασής και αδιάντροπος, και απερίσκεπτα την καταγγελία αυτή κατέθεσε από αλαζονεία και αδιαντροπιά και νεανική απερισκεψία.



Γιατί μοιάζει σαν να σκάρωσε ένα αίνιγμα και σας δοκιμάζει: «άραγε θα μπορέσει ο σοφός Σωκράτης να καταλάβει ότι αστειεύομαι και πέφτω σε αντιφάσεις, ή θα εξαπατήσω και αυτόν και τους άλλους που με ακούν;» επομένως αυτός μου δίνει την εντύπωση ότι αντιφάσκει στην καταγγελία σα να ήθελε να πει: «παραβαίνει τους νόμους ο Σωκράτης επειδή δεν πιστεύει στους θεούς, αλλά πιστεύει στους θεούς». Και όμως αυτό είναι χαρακτηριστικό κάποιου που αστειεύεται.

Ας εξετάσουμε όμως μαζί, Αθηναίοι, για ποιο λόγο μου φαίνεται ότι τα λέει αυτά· και συ, Μέλητε, απάντησέ μας. Σεις όμως να έχετε στο μυαλό σας, και γι αυτό βέβαια από την αρχή σας παρακάλεσα, να μη με αποδοκιμάζετε αν μιλάω με τον τρόπο που έχω συνηθίσει.



Είναι κανείς από τους ανθρώπους, Μέλητε, που να πιστεύει ότι υπάρχουν μεν ανθρώπινα πράγματα αλλά όχι άνθρωποι; Ας απαντήσει, Αθηναίοι, και ας μη σας μπερδεύει λέγοντας άλλα τη μια φορά και άλλα την άλλη.

Είναι κανείς που δεν πιστεύει ότι υπάρχουν άλογα, αλλά υπάρχουν πράγματα που σχετίζονται με τα άλογα; Ή ότι δεν υπάρχουν αυλητές, αλλά υπάρχουν τα σχετικά με τους αυλούς; Δεν υπάρχει, άριστε άνδρα· αν δε θέλεις να απαντήσεις, εγώ στο λέω και στους άλλους αυτούς εδώ. Αλλά στο εξής να απαντήσεις· υπάρχει κανένας που πιστεύει ότι υπάρχουν θεϊκά πράγματα αλλά όχι θεοί;



-Δεν υπάρχει.



-Μεγάλη χάρη μου έκανες αφού έστω και με δυσκολία απάντησες επειδή πιέστηκες από αυτούς εδώ. Λοιπόν ισχυρίζεσαι ότι εγώ και πιστεύω σε θεϊκά πράγματα, καινούρια ή παλιά, και τα διδάσκω, επομένως πιστεύω σε θεϊκά πράγματα, σύμφωνα με τα λεγόμενά σου, και γι αυτά έδωσες όρκο ότι είναι αληθινά κατά την κατάθεση της μήνυσης. Αν όμως πιστεύω σε θεϊκά πράγματα, κατ'ανάγκη πρέπει να πιστεύω και σε θεούς· έτσι δεν είναι; Έτσι βέβαια· Θεωρώ ότι το παραδέχεσαι, αφού δεν απαντάς. Δε δεχόμαστε όμως ότι οι θεότητες είναι θεοί ή παιδιά θεών; Το παραδέχεσαι ή όχι;

-Απόλυτα.

-Λοιπόν αν πιστεύω ότι υπάρχουν θεότητες, κατά τον ισχυρισμό σου, και αν οι θεότητες είναι κάποιο είδος θεών, αυτό είναι που λέω ότι φτιάχνεις αινίγματα και αστειεύεσαι, με το να λες ότι θεωρώ πως θεοί δεν υπάρχουν και πάλι ότι πιστεύω πως υπάρχουν, αφού βέβαια πιστεύω ότι θεότητες υπάρχουν. Εάν όμως οι θεότητες είναι κάποια νόθα παιδιά θεών, είτε από νύμφες είτε από άλλες γυναίκες, που λέγεται ότι τους γεννάνε, ποιος άνθρωπος θα πίστευε ότι υπάρχουν παιδιά θεών, αλλά όχι θεοί; Όπως κατά τον ίδιο τρόπο βέβαια θα ήταν παράλογο εάν κάποιος πίστευε ότι υπάρχουν παιδιά παιδιά των αλόγων και των γαϊδουριών, δηλαδή τα μουλάρια, αλλά να μην πιστεύει ότι υπάρχουν άλογα και γαϊδούρια. Επομένως, Μέλητε, δεν υπάρχει περίπτωση να μην υπέβαλες αυτή την καταγγελία παρά για να μας δοκιμάσεις ή επειδή δεν εύρισκες αληθινό αδίκημα για να με σύρεις σε δίκη· όμως κανένα τέχνασμα δεν υπάρχει για να πείσεις οποιονδήποτε, ακόμα και τον πλέον ανόητο, ότι τάχα μπορεί το ίδιο άτομο να πιστεύει ότι υπάρχουν πράγματα που συνδέονται με τις θεότητες και τους θεούς, και συνάμα να πιστεύει ότι ούτε θεότητες υπάρχουν, ούτε θεοί, ούτε ήρωες.



Συμπερασματικά, Αθηναίοι, πιστεύω πως δε χρειάζεται να απολογηθώ άλλο για να αποδείξω ότι δεν είμαι ένοχος για την κατηγορία που μου αποδίδει ο Μέλητος, αλλά και μέχρις εδώ αρκετή είναι· αυτό όμως που και προηγουμένως έλεγα, ότι δηλαδή πολλοί πολύ με μίσησαν, καλά να το ξέρετε ότι είναι αλήθεια. Και αυτό το μίσος θα με καταδικάσει, αν βέβαια με καταδικάσει, και όχι ο Μέλητος ούτε ο Άνυτος αλλά των πολλών και η συκοφαντία και ο φθόνος. Αυτά βέβαια πολλούς και άλλους σπουδαίους άνδρες έχουν καταδικάσει, και θεωρώ ότι και θα καταδικάσουν· δεν υπάρχει κανένας φόβος να σταματήσει αυτό με μένα.

Πιθανόν όμως θα μπορούσε κάποιος να πει: «Μα δεν ντρέπεσαι,Σωκράτη, που επιδόθηκες σε τέτοια απασχόληση εξαιτίας της οποίας διατρέχεις τώρα δα τον κίνδυνο να πεθάνεις;». εγώ όμως σ' αυτόν δικαιολογημένα θα απαντούσα ότι: «δεν τα λες σωστά, άνθρωπε, αν νομίζεις ότι πρέπει να υπολογίζει το αν θα ζήσει ή θα πεθάνει ένας άνθρωπος που έστω και λίγο μπορεί να ωφελήσει, αλλά μόνο εκείνο πρέπει να εξετάζει κάθε φορά που κάνει κάτι, αν δηλαδή η πράξη του είναι δίκαιη ή άδικη, και αν ταιτιάζει σε καλό ή καό άνθρωπο. Επειδή, σύμφωνα με τα λόγια σου, ελεεινοί θα ήταν όσοι από τους ημίθεους σκοτώθηκαν στην Τροία, και οι άλλοι και ο γιος της Θέτιδας, που τόσο πολύ περιφρόνησε τον κίνδυνο προκειμένου να μην ντροπιαστεί ώστε, όταν η μάνα του η θεά, βλέποντάς τον αποφασισμένο να σκοτώσει τον Έκτορα, του είπε κάτι τέτοιο, αν θυμάμαι καλά: «παιδί μου, αν πάρεις εκδίκηση για το φόνο του συντρόφου σου του Πάτροκλου και σκοτώσεις τον Έκτορα, και ο ίδιος θα πεθάνεις ―«γιατί αμέσως», είπε, «μετά το θάνατο του Έκτορα θα πεθάνεις και ο ίδιος»― αυτός όμως ενώ το άκουσε για το θανάσιμο κίνδυνο αδιαφόρησε, επειδή πολύ περισσότερο φοβήθηκε να ζήσει ως δειλός και να μην εκδικηθεί το χαμό των φίλων, «αμέσως τώρα», είπε, «να πέθαινα, έχοντας τιμωρήσει τον άδικο, για να μη μένω άπραγος εδώ περίγελος όλων δίπλα στα πλοία τα καμπυλόπρυμνα, άχρηστο βάρος της γης». Έχεις την εντύπωση ότι νοιάστηκε για θάνατο και κίνδυνο;



Έτσι λοιπόν έχουν τα πράγματα, Αθηναίοι, μα την αλήθεια· όπου τάζει κανείς τον εαυτό του, επειδή νομίζει ότι είναι το καλύτερο ή όπου τοποθετηθεί από το διοικητή του, εκεί πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να μένει και να αντιμετωπίζει τον κίνδυνο, χωρίς καθόλου να υπολογίζει μήτε το θάνατο μήτε άλλο τίποτε μπροστά στην ατίμωση. Εγώ λοιπόν άθλια πράγματα θα έκανα, Αθηναίοι, εάν όταν οι άρχοντες με όριζαν, αυτοί που σεις εκλέξατε, και στην Ποτίδαια και στην Αμφίπολη και στο Δήλιο, εάν τότε μεν έμενα εκεί όπου εκείνοι όρισαν, όπως και κάθε άλλος, και έβαζα σε κίνδυνο τη ζωή μου, ενώ αντίθετα, όταν ο θεός μου όρισε, όπως εγώ το κατάλαβα και το ερμήνευσα, ότι δηλαδή πρέπει να περάσω τη ζωή μου φιλοσοφώντας και εξετάζοντας τον εαυτό μου και τους άλλους, εάν στην περίπτωση αυτή λιποτακτούσα από φόβο για το θάνατο ή για κάτι άλλο.



Και θα ήταν φοβερό, και στ' αλήθεια τότε δικαιολογημένα κάποιος θα με οδηγούσε σε δίκη, επειδή δεν πιστεύω στους θεούς και δεν υπακούω στο χρησμό και φοβάμαι το θάνατο και νομίζω ότι είμαι σοφός ενώ δεν είμαι. Γιατί το να φοβάται κανείς το θάνατο, Αθηναίοι, τίποτε άλλο δεν είναι από το να νομίζει πως είναι σοφός ενώ δεν είναι· αφού πιστεύει ότι γνωρίζει αυτά που δεν ξέρει. Γιατί κανένας δεν ξέρει τι είναι ο θάνατος ούτε αν συμβαίνει να είναι το ύψιστο αγαθό για τους ανθρώπους, τον φοβούνται όμως λες και γνωρίζουν καλά ότι είναι η πιο μεγάλη συμφορά.



Και όμως πώς δεν είναι αυτή η πιο ντροπιαστική αμάθεια, το να νομίζει δηλαδή κανείς ότι γνωρίζει καλά αυτά που δεν ξέρει; Εγώ όμως, Αθηναίοι, και στην περίπτωση αυτή στο σημείο αυτό διαφέρω από τους πολλούς ανθρώπους, και εάν βέβαια θα ισχυριζόμουν ότι σε κάτι είμαι σοφώτερος από κάποιον είναι σ' αυτό, ότι δηλαδή δεν έχω σαφή γνώση για τα μετά θάνατο και γι αυτό και νομίζω ότι δεν τα γνωρίζω· Το να αδικεί όμως κανείς και να μην υπακούει στον ανώτερό του και σε θεό και σε άνθρωπο, ότι πράγματι είναι κακό και αισχρό, αυτό το ξέρω καλά.





















































































































































































































































































































































Ησυχάστε, Αθηναίοι, και κάντε μου τη χάρη να τηρήσετε αυτό που σας παρακάλεσα, να ακούτε ήσυχα αυτά που λέω. Γιατί, όπως εγώ νομίζω, θα ωφεληθείτε, αν ακούσετε. Σκοπεύω να σας πω και άλλα πράγματα για τα οποία ίσως θα διαμαρτυρηθείτε·με κανένα τρόπο μην το κάνετε. Να ξέρετε καλά ότι αν με εκτελέσετε, εμένα που είμαι τέτοιος που λέω, θα βλάψετε περισσότερο τους εαυτούς σας παρά εμένα. Γιατί καθόλου δε θα μπορούσαν να με βλάψουν ούτε ο Μέλητος ούτε ο Άνυτος· δε θα είχαν τη δυνατότητα. Γιατί πιστεύω ότι είναι αδύνατον, σύμφωνα με το θεϊκό νόμο, να βλάψει ο χειρότερος άνθρωπος τον καλύτερο. Θα μπορούσε ίσως να τον οδηγήσει στην εκτέλεση ή να τον εξορίσει ή να του στερήσει την ιδιότητα του πολίτη. Αυτά ίσως ο κατήγορός μου και άλλοι άνθρωποι τα θεωρούν μεγάλα δεινά. Εγώ όμως όχι: αντίθετα, πιστεύω ότι είναι πολύ μεγαλύτερο κακό να κάνει κανείς αυτό που προσπαθεί τώρα ο Άνυτος, να επιχειρεί δηλαδή να οδηγήσει άδικα στο θάνατο έναν άνθρωπο. Επομένως, Αθηναίοι, εγώ δεν απολογούμαι για να υπερασπιστώ τον εαυτό μου, όπως θα νόμιζε κανείς, αλλά για να υπερασπιστώ εσάς, μη τυχόν και καταδικάζοντάς με διαπράξετε ολέθριο σφάλμα απέναντι στο δώρο του θεού σε σας. Γιατί, αν με σκοτώσετε, δε θα βρείτε εύκολα άλλον τέτοιο σαν και μένα, που, κυριολεκτικά, αν και ακούγεται λίγο αστείο, τοποθετήθηκε από το θεό στην πόλη όπως μία αλογόμυγα πάνω σε άλογο μεγαλόσωμο και καθαρόαιμο, νωθρό όμως εξαιτίας του όγκου του, που του χρειάζεται μία αλογόμυγα να το ξυπνάει. Σαν κάτι τέτοιο μου φαίνεται πως ο θεός με έβαλε στην πόλη για να μη σταματάω όλη μέρα να ξυπνάω και να διαφωτίζω και να επιπλήττω τον καθένα σας, πηγαίνοντας να καθίσω δίπλα του, όπου και αν πάει. Και δε θα βρείτε εύκολα άλλον τέτοιο, Αθηναίοι· αν με πιστέψετε, δε θα με εκτελέσετε. Ίσως όμως από δυσαρέσκεια, όπως όσοι μόλις έχουν σηκωθεί και νυστάζουν ακόμη, θα μπορούσατε να μου καταφέρετε ένα χτύπημα και, ακολουθώντας τη γνώμη του Άνυτου, να με εκτέλεσε. Κατόπιν θα περνούσατε την υπόλοιπη ζωή σας κοιμισμένοι, εκτός και αν ο θεός ενδιαφερόταν για σας και σας έστελνε κάποιον άλλο. Όσο για το ότι εγώ είμαι το είδος του ανθρώπου που χάρισε ο θεός στην πόλη, θα το καταλάβετε από τα παρακάτω: δε μοιάζει δηλαδή ανθρώπινο ότι έχω παραμελήσει όλα τα προσωπικά μου ζητήματα και ανέχομαι να μένει παραμελημένο τόσα χρόνια το σπίτι μου, ενώ διαρκώς ασχολούμαι με τις δικές σας υποθέσεις, πλησιάζοντας τον καθένα σας ξεχωριστά και πείθοντάς τον σαν πατέρας ή μεγαλύτερος αδερφός να φροντίζει για την αρετή. Αν από αυτό αποκόμιζα βέβαια κάποιο κέρδος ή αν πληρωνόμουν για να σας προτρέπω στην αρετή, θα είχα κάποιο λόγο να το κάνω. Τώρα όμως βλέπετε και μόνοι σας ότι και οι κατήγοροί μου, που διατυπώνουν τόσο αναίσχυντα κατηγορίες για όλα τα υπόλοιπα, δεν μπόρεσαν να φτάσουν σε τέτοιο βαθμό ξεδιαντροπιάς, ώστε να φέρουν μάρτυρα ότι εγώ ή πήρα ή ζήτησα ποτέ χρήματα. Εγώ όμως παρουσιάζω αδιάψευστο ―όπως νομίζω― μάρτυρα του ότι λέω την αλήθεια τη φτώχεια μου.















































































































































































































































































































































































































































































































Αλλά και πέρα από το ζήτημα της φήμης, Αθηναίοι, δε μου φαίνεται ότι είναι δίκαιο να παρακαλάει κανείς το δικαστή, ούτε να αθωώνεται με παρακάλια, αλλά να εξηγεί την ουσία της υπόθεσης και να πείθει. Γιατί δεν κάθεται στη θέση του ο δικαστής για αυτό το σκοπό, για να κάνει χάρες κατά την απονομή του δικαίου, αλλά για να κρίνει αντικειμενικά· και ορκίστηκε όχι να κάνει χάρες σε όποιον θέλει, αλλά να δικάζει σύμφωνα με τους νόμους. Έτσι λοιπόν δεν πρέπει ούτε εμείς οι κατηγορούμενοι να σας συνηθίζουμε στην επιορκία, ούτε εσείς να τη συνηθίζετε. Γιατί σε αυτή την περίπτωση και οι μεν και οι δε θα δείχναμε ασέβεια προς τους θεούς. Μην έχετε επομένως την απαίτηση, Αθηναίοι, να συμπεριφερθώ σε σας με τρόπο που πιστεύω ότι ούτε ωραίος είναι, ούτε δίκαιος, ούτε αρέσει στους θεούς· προπαντός, μα το Δία, από τη στιγμή που με μήνυσε για ασέβεια αυτός εδώ ο Μέλητος. Γιατί σαφέστατα, αν σας έπειθα και σας βίαζα με παρακάλια να παραβείτε τον όρκο σας, θα σας δίδασκα να μην πιστεύετε στην ύπαρξη των θεών και, πράγματι, με την απολογία μου θα επέρριπτα ο ίδιος στον εαυτό μου την κατηγορία ότι δεν πιστεύω στους θεούς. Αλλά αυτό πολύ απέχει από την αλήθεια. Γιατί πιστεύω, Αθηναίοι, πολύ περισσότερο από ό,τι οποιοσδήποτε από τους κατήγορους μου, και αφήνω εσάς και το θεό να με κρίνετε και να αποφασίσετε ποιο είναι το καλύτερο να γίνει για μένα και για σας.