Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2012

Αριστοτέλους «Ηθικά Νικομάχεια» - ΕΝΟΤΗΤΑ 1η


ΕΝΟΤΗΤΑ 1η (B1, 1-3): ΔΙΑΝΟΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΗΘΙΚΗ ΑΡΕΤΗ. 
ΤΑΙΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗ ΦΥΣΗ ΜΑΣ Η ΗΘΙΚΗ ΑΡΕΤΗ;

Διάκριση των αρετών σε διανοητικές και ηθικές - Η διανοητική αρετή και οι παράγοντες που συντελούν στην κατάκτησή της.
Διττῆς δὴ τῆς ἀρετῆς οὔσης, τῆς μὲν διανοητικῆς τῆς δὲ ἠθικῆς, ἡ μὲν διανοητικὴ τὸ πλεῖον ἐκ διδασκαλίας ἔχει καὶ τὴν γένεσιν καὶ τὴν αὔξησιν, διόπερ ἐμπειρίας δεῖται καὶ χρόνου,
 
Δύο λοιπόν, όπως είδαμε, είναι τα είδη της αρετής, η διανοητική και η ηθική. Η διανοητική αρετή χρωστάει και τη γένεση και την αύξηση της κατά κύριο λόγο στη διδασκαλία (γι’ αυτό κι εκείνο που χρειάζεται γι’ αυτήν είναι η πείρα και ο χρόνος),

Η ηθική αρετή : Συσχετισμός της με το «ἔθος»
ἡ δ’ ἠθικὴ ἐξ ἔθους περιγίνεται, ὅθεν καὶ τοὔνομα ἔσχηκε μικρὸν παρεκκλῖνον ἀπὸ τοῦ ἔθους.

 ενώ η ηθική αρετή είναι αποτέλεσμα του έθους (και το ίδιο της το όνομα, άλλωστε, μικρή μόνο διαφορά παρουσιάζει από τη λέξη έθος). 

Η αποδεικτέα θέση: οι ηθικές αρετές δεν υπάρχουν μέσα μας εκ φύσεως
Ἐξ οὗ καὶ δῆλον ὅτι οὐδεμία τῶν ἠθικῶν ἀρετῶν φύσει ἡμῖν ἐγγίνεται˙
 
Αυτό ακριβώς κάνει φανερό ότι καμιά ηθική αρετή δεν υπάρχει μέσα μας εκ φύσεως. 

Παραδείγματα που στηρίζουν την αποδεικτέα θέση
οὐθὲν γὰρ τῶν φύσει ὄντων ἄλλως ἐθίζεται, οἷον ὁ λίθος φύσει κάτω φερόμενος οὐκ ἂν ἐθισθείη ἄνω φέρεσθαι, οὐδ’ ἂν μυριάκις αὐτὸν ἐθίζῃ τις ἄνω ῥιπτῶν, οὐδὲ τὸ πῦρ κάτω, οὐδ’ ἄλλο οὐδὲν τῶν ἄλλως πεφυκότων ἄλλως ἂν ἐθισθείη.
 
Πραγματικά, δεν υπάρχει πράγμα εφοδιασμένο από τη φύση με κάποιες ιδιότητες, που να μπορείς να το συνηθίσεις να αποκτήσει άλλες ιδιότητες. Παράδειγμα η πέτρα: καμωμένη από, τη φύση να πηγαίνει προς τα κάτω, δεν είναι δυνατό να συνηθίσει να πηγαίνει προς τα πάνω, έστω κι αν χιλιάδες φορές προσπαθήσει κανείς να της το μάθει πετώντας την και ξαναπετώντας την προς τα πάνω· ούτε η φωτιά μπορεί να συνηθίσει να πηγαίνει προς. τα κάτω» γενικά δεν υπάρχει πράγμα καμωμένο από τη φύση να συμπεριφέρεται με έναν ορισμένο τρόπο, που να μπορεί να συνηθίσει να συμπεριφέρεται με άλλον τρόπο.  

Γενικό συμπέρασμα
Οὔτ’ ἄρα φύσει οὔτε παρὰ φύσιν ἐγγίνονται αἱ ἀρεταί, ἀλλὰ πεφυκόσι μὲν ἡμῖν δέξασθαι αὐτάς, τελειουμένοις δὲ διὰ τοῦ ἔθους.

Επομένως οι αρετές δεν υπάρχουν μέσα μας εκ φύσεως -ούτε όμως και είναι αντίθετη προς τη φύση μας η γένεση τους μέσα μας: η φύση μας έκανε επιδεκτικούς στις αρετές, τέλειοι όμως σ’ αυτές γινόμαστε με τη διαδικασία του έθους.


1. Η ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΑΡΕΤΩΝ ΣΕ ΔΙΑΝΟΗΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΗΘΙΚΕΣ



α. Οι διανοητικές αρετές

Οι διανοητικές αρετές (π.χ. σοφία, φρόνηση, σύνεση) σχετίζονται με τη λογική και ανήκουν, σύμφωνα με το χωρισμό του Αριστοτέλη, στο καθαρά λογικό μέρος της ψυχής, το «λόγον έχον» μέρος. Παράγοντες που συμβάλλουν στη γένεση και την επαύξησή τους είναι κατά κύριο λόγο η διδασκαλία, η οποία απαιτεί εμπειρία και χρόνο. Η φράση «τό πλεον» (= κατά κύριο λόγο) υποδηλώνει την ύπαρξη κι άλλων παραγόντων που δεν αναφέρονται στο κείμενο. Την κύρια, λοιπόν, ευθύνη για τη μετάδοσή τους (πέρα από άλλους παράγοντες και το ίδιο το άτομο) την έχει ο δάσκαλος.

Η τόσο σύντομη αναφορά στις διανοητικές αρετές οφείλεται στο ότι ο Αριστοτέλης θέλει απλώς να διακρίνει τα δύο είδη αρετής και να τονίσει τις διαφορές τους. Θα αναφερθεί διεξοδικά σ' αυτές στο έκτο βιβλίο.

β. Οι ηθικές αρετές  
Οι ηθικές αρετές (π.χ. η δικαιοσύνη, η σωφροσύνη, η ανδρεία) ανήκουν, σύμφωνα με το χωρισμό του Αριστοτέλη, στο «έπιθυμητικόν», στο μέρος δηλαδή της ψυχής που μετέχει και στο «λόγον έχον» και στο «αλογον» μέρος. Αυτές περιγράφουν το χαρακτήρα του ανθρώπου. Η κατάκτησή τους οφείλεται στον εθισμό («έθος»), δηλαδή στη συνήθεια που δημιουργείται με την επανάληψη μιας ενέργειας. Μάλιστα ο Αριστοτέλης, για να στηρίξει αυτή του την άποψη, συνδέει ετυμολογικά τη λέξη «ηθική», όρο τον οποίο δημιούργησε ο ίδιος, με τη λέξη «έθος». Παρατηρούμε ότι συσχετίζει την πραγματική σημασία των λέξεων με τα πράγματα ή τις ιδιότητες που δηλώνουν, για να κατανοήσει και να επιβεβαιώσει τη μεταξύ τους σχέση. Έτσι, καταλήγει να μας πείσει ότι οι δύο λέξεις δε συνδέονται μόνο ετυμολογικά αλλά και σημασιολογικά. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι την ευθύνη για την κατάκτηση των ηθικών αρετών την έχει ο ίδιος ο άνθρωπος. Εξαρτάται μάλιστα σε απόλυτο βαθμό από αυτόν αν θα φτάσει στο στόχο του, αν θα αποκτήσει ήθος «ευγενές και φιλόκαλον». Και για να το κατορθώσει, πρέπει να καταβάλλει επίπονη προσπάθεια και αγώνα, να εθίσει την ψυχή του σε πράξεις ενάρετες, να την καλλιεργήσει «δια τοΰ έθους». Τέτοιες απόψεις υποστήριζε και ο Πλάτωνας (Νόμοι 792). Σοφός λοιπόν γίνεται κανείς κατά κύριο λόγο με τη βοήθεια του δασκάλου, ενώ αγαθός γίνεται με τη θέληση και την επιμονή του στην άσκηση της αρετής. Βέβαια, για να φτάσει στο στόχο του, πρέπει να καταβάλλει επίπονη προσπάθεια και αγώνα.

Σ' αυτό το σημείο πρέπει να προσδιορίσουμε το περιεχόμενο της λέξης «αρετή», για να γίνει περισσότερο κατανοητή. 
Στην αρχαία ελληνική σήμαινε τη θετική ικανότητα, την υπεροχή, την ανωτερότητα. Έτσι, μιλάμε για την αρετή του πολεμιστή, του ρήτορα, του αλόγου, του ματιού (όλα αυτά θα αναφερθούν από τον Αριστοτέλη σε επόμενες ενότητες). Δεν είχε, επομένως, καθαρά ηθικό περιεχόμενο, όπως σήμερα, γι' αυτό και στο κείμενο τοποθετείται δίπλα της ο προσδιορισμός «ηθική».


2. Ο ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΠΟΥ ΟΔΗΓΕΙ ΣΤΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ / ΣΤΗΝ ΑΠΟΔΕΙΚΤΕΑ ΘΕΣΗ

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη:

  Η λέξη «ηθική» συνδέεται ετυμολογικά και σημασιολογικά με τη λέξη «έθος».

  «Έθος» είναι ο εθισμός, η συνήθεια που προέρχεται από την επανάληψη.

  Αφού, λοιπόν, η «ηθική» συνδέεται σημασιολογικά με το «έθος», αυτό σημαίνει ότι η ηθική, δηλαδή οι ηθικές αρετές, σχετίζονται με τον εθισμό, τη συνήθεια που προέρχεται από την επανάληψη μιας ηθικής ενέργειας.

  Ό,τι, όμως, σχετίζεται με τον εθισμό, τη συνήθεια και την επανάληψη είναι επίκτητο χαρακτηριστικό.

  Άρα, οι ηθικές αρετές δεν υπάρχουν μέσα μας εκ φύσεως (αποδεικτέα θέση: «ουδεμία των ηθικών αρετών φύσει ήμΐν έγγίνεται»). Ωστόσο έχουμε έν δυνάμει την ικανότητα να τις κατακτήσουμε και να φτάσουμε στο τέλειο, στο σκοπό της ύπαρξής μας.


3. ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΨΗΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΕΤΗ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ

Η θέση του Αριστοτέλη, ότι η αρετή δεν είναι έμφυτη αλλά είναι αποτέλεσμα συνήθειας, έρχεται σε αντίθεση με την παλιά αριστοκρατική αντίληψη. Σύμφωνα μ' αυτή η αρετή είναι δώρο της φύσης ή των θεών, το οποίο τελεσίδικα δίνεται ή δε δίνεται στον άνθρωπο τη στιγμή της γέννησής του και είναι προνόμιο των ευγενών («των αρίστων»). Φυσικά, κληροδοτείται και στους απογόνους τους, αλλά δε δίνεται στους πολλούς.

Την άποψη αυτή τη συναντάμε σε πολλούς ποιητές (στον Όμηρο, τον Τυρταίο, το Θέογνη, τον Πίνδαρο), ενώ χαρακτηριστικά είναι τα λόγια της Αντιγόνης προς την Ισμήνη στο έργο «Αντιγόνη» του Σοφοκλή: «δείξεις τάχα ετε εγενής πέφυκας, ετ' ἐσθλῶν κακή». Επίσης, ο Ξενοφώντας στο έργο του «Αγησίλαος» αποδίδει την αρετή του Αγησίλαου στην ευγενική του καταγωγή.


4. ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΚΤΕΑΣ ΘΕΣΗΣ: ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ

Προκειμένου να στηρίξει ο Αριστοτέλης τη θέση του, ότι οι ηθικές αρετές δεν υπάρχουν μέσα μας εκ φύσεως («ουδεμία των ηθικών αρετών φύσει ήμν έγγίνεται»), θα χρησιμοποιήσει δύο παραδείγματα παρμένα από το χώρο της φύσης: την πέτρα και τη φωτιά. Η πέτρα πάντοτε θα κινείται με πορεία προς τα κάτω, διότι υπακούει στο φυσικό νόμο της βαρύτητας, που είναι σταθερός και αμετάβλητος. Η φωτιά πάντοτε θα έχει πορεία προς τα πάνω λόγω της φυσικής ιδιότητας των θερμών αερίων, που επίσης είναι σταθερή και δε μεταβάλλεται. Άρα, από τα παραπάνω προκύπτει ότι οι φυσικοί νόμοι δε μεταβάλλονται, όσο κι αν προσπαθήσει κάποιος.

Από την άλλη, ο άνθρωπος με τις ενέργειες και τις επιλογές του μπορεί να μεταβάλλει τη συμπεριφορά του, να καλλιεργήσει και να αναπτύξει κάποιες ιδιότητες του χαρακτήρα του.

Επομένως, εφόσον οι ηθικές αρετές μεταβάλλονται και δε μένουν σταθερές όπως τα πράγματα που γεννιούνται με μια ιδιότητα εκ φύσεως, αποδεικνύεται ότι δεν είναι έμφυτες. Έτσι, ο Αριστοτέλης καταφέρνει να αποδείξει τη θέση του μέσα από έναν επαγωγικό συλλογισμό, που συνοπτικά έχει ως εξής:

1η προκείμενη: όσα υπάρχουν εκ φύσεως έχουν κάποιες ιδιότητες που δεν μπορούν να αλλάξουν με τον εθισμό, όσο κι αν κανείς προσπαθήσει («οὐθὲν γὰρ τῶν φύσει ὄντων ἄλλως ἐθίζεται»)

2η προκείμενη: η ανθρώπινη συμπεριφορά, τα ηθικά μας χαρακτηριστικά μεταβάλλονται και καλλιεργούνται με τον εθισμό, όπως αποδεικνύει και η ετυμολογία της λέξης «ηθική» («ἡ δ’ ἠθικὴ ἐξ ἔθους περιγίνεται»)

Συμπέρασμα: καμία ηθική αρετή δεν υπάρχει εκ φύσεως («οὐδεμία τῶν ἠθικῶν ἀρετῶν φύσει ἡμῖν ἐγγίνεται»)



Συγκεκριμένα, παρατηρούμε ότι στην αρχή διατυπώνει καταφατικά τη θέση του, ότι η ηθική αρετή είναι αποτέλεσμα συνήθειας, εθισμού («ή ηθική έξ έθους περιγίνεται»), ενώ στη συνέχεια εξάγει το συμπέρασμά του με άρνηση («ουδεμία τών ηθικών αρετών φύσει ήμΐν έγγίνεται»). Προσπαθεί δηλαδή να ενισχύσει τη θέση του ανατρέποντας την αντίθετη. Γι' αυτό ακριβώς στο συγκεκριμένο χωρίο συσσωρεύονται εννέα λέξεις και φράσεις με αρνητική σημασία: «ουδεμία», «ούθέν», «ούκ αν έθισθείη», «ούδ' αν έθίζη», «ούδέ τό πρ», «ούδ' αλλο», «ούδέν», «οτ' αρα ...», «οτε παρά φύσιν». Έτσι, υπογραμμίζεται έντονα η αντίθεση μεταξύ του «έξ έθους» και του «φύσει».


5. ΓΕΝΙΚΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Το κείμενο ολοκληρώνεται με ένα γενικό συμπέρασμα που μοιάζει, αλλά δεν είναι, αντιφατικό, ότι οι ηθικές αρετές δεν υπάρχουν μέσα μας εκ φύσεως αλλά ούτε και αντίθετα προς αυτή. Ο Αριστοτέλης εννοεί ότι ο άνθρωπος έχει «δυνάμει», από τη φύση του, την προδιάθεση να δεχτεί την αρετή και να την ολοκληρώσει, δηλαδή να την καλλιεργήσει, μέσω του εθισμού. Κατά τον φιλόσοφο, η άσκηση της αρετής είναι δυνατότητα και όχι χαρακτηριστικό, δοσμένη στον άνθρωπο από τη φύση. Επομένως, ο ίδιος είναι ο μόνος υπεύθυνος για το αν θα φτάσει στην αρετή βελτιώνοντας αδιάλειπτα τη συμπεριφορά του, διαμορφώνοντας τον χαρακτήρα του, το ήθος του.

Συγκεκριμένα, με τη λέξη «τελειουμένοις» ο Αριστοτέλης μας παραπέμπει σ' ένα χαρακτηριστικό όρο της φιλοσοφίας του, το «τέλος», που σημαίνει την ολοκλήρωση, την επίτευξη του ύψιστου στόχου. Θεωρεί, δηλαδή, τις ηθικές αρετές το μέσο με το οποίο ο άνθρωπος θα φτάσει στην ολοκλήρωσή του, στο ξεπέρασμα της ζωώδους φύσης του και στην κατάκτηση της ευδαιμονίας.


6. ΟΡΟΙ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ

Στο κείμενο αυτό μπορούμε να εντοπίσουμε πολλούς όρους χαρακτηριστικούς της αριστοτελικής φιλοσοφίας:

  γένεσις: η δημιουργία

  αξησις: η διαμόρφωση και εξέλιξη

έθος: ο εθισμός, η συνήθεια, ο τρόπος συμπεριφοράς, που καθιερώνεται με την επανάληψη

  φύσις: ο κόσμος και οι νόμοι που τον διέπουν

φύσει: ο εκ φύσεως, ο έμφυτος, τα εγγενή χαρακτηριστικά του ανθρώπου

αρετή: η διαρκής διάθεση να θέλουμε να επιτελέσουμε ένα ορισμένο είδος ηθικών πράξεων

  διανοητική αρετή: η αρετή που σχετίζεται με το «λόγον έχον» μέρος της ψυχής (πχ. η φρονηση, η σοφία, η σύνεση)

  ηθική αρετή: η αρετή που ανήκει στο «έπιθυμητικόν» μέρος της ψυχής και περιγράφει το χαρακτήρα του ανθρώπου

• τελειουμένοις: η τελείωση, η ολοκλήρωση, η επίτευξη του ύψιστου στόχου, της ευδαιμονίας.



ΑΙΣΘΗΤΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Στο κείμενο αυτό παρατηρούμε ότι το ύφος του Αριστοτέλη είναι στοχαστικό, λιτό, σαφές και ακριβές. Κυριαρχεί η αντικειμενική και εναργής επιχειρηματολογία και ο επιστημονικός λόγος. Αποφεύγει σκόπιμα τον ποιητικό λόγο, διότι πίστευε ότι η αναζήτηση της αλήθειας υπηρετείται αυστηρά από τη λιτότητα και τη σαφήνεια. Έτσι, τα σχήματα λόγου δεν είναι ιδιαίτερα συχνά. Εδώ, εντοπίζουμε τα εξής:

Αντιθέσεις:«ή μέν διανοητική * ή δ' ηθική», «έξ έθους * φύσει»

Πολυσύνδετα σχήματα:«και τήν γένεσιν και τήν αΰξησιν»,«οΰτ' αρα φύσει οΰτε παρά φύσιν»

Συσσώρευση αρνήσεων:«ουδεμία»,«ούθέν»,«ουκ αν έθισθείη», «ούδ' αν έθίζη», «ούδέ τό πρ», «ούδ' αλλο», «ούδέν», «οτ' αρα ...», «οτε παρά φύσιν»

Παραδείγματα: πέτρα - φωτιά

Αραιή είναι η χρήση επιθέτων, ενώ κυριαρχούν τα ρήματα και τα ουσιαστικά.



ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΑ ΚΑΙ ΟΜΟΡΡΙΖΑ ΣΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ
διανοητικς < δια + νους: νοητός, νόημα, νόηση, νοητικός, νοερός, άνοια, παράνοια, διάνοια, ομόνοια, διχόνοια, έννοια, πρόνοια, μετάνοια, υπόνοια, διανόηση, κατανόηση, παρανόηση, επινόηση, συνεννόηση
ηθικς < ήθος < έθος: ηθικός, ηθικότητα, ηθοπλαστικός, ηθοποιός, ηθογραφία
μπειρίας < έν + πειράομαι -ώμαι: πείρα, απειρία, εμπειρία, απόπειρα, άπειρος, έμπειρος, αποπειρατικός, πολύπειρος, πείραμα, πειραματόζωο, πειραματιστής, πειραματόζωο, πείραγμα, πειρακτικός, πειρασμός, πειρατής
παρεκκλνον < παρα + έκ + κλίνω: κλίση, κλιτός, άκλιτος, κλίμα, ανάκλιντρο, απόκλιση, παρέκκλιση, απαρέγκλιτος, έγκλιση, υπόκλιση, κατάκλιση, σύγκλιση
δλον < δηλόω -ώ: δήλωση, διαδήλωση, εκδήλωση, συνυποδήλωση, δηλωτικός, εκδηλωτικός
ρετν < άραρίσκω (= τακτοποιώ, προετοιμάζω, συνδέω): ενάρετος, πανάρετος, αρέσκεια, φιλαρέσκεια, δυσαρέσκεια, αρεστός, αριθμός, άρθρο, άρμα, αρμός, αρμονία, άριστος, αριστείο, αριστοκρατία
πεφυκότων < φύομαι: φύση, φυσικότητα, φυσιολογικός, φυτό, φυτικός, φυλή, φύλο, φυσικοθεραπευτής, φυσιολάτρης, φυσιογνώστης, φυσιογνωμία, αυτοφυής, ιδιοφυής, ευφυής, μεγαλοφυής, ευφυΐα, μεγαλοφυία, τριχοφυΐα
δέξασθαι < δέχομαι: δεκτός, αποδεκτός, παραδεκτός, ακατάδεκτος, ευπρόσδεκτος, αποδοχή, παραδοχή, συνεκδοχή, υποδοχή, δέκτης, αποδέκτης, διάδοχος, ανάδοχος, δοχείο, δεξαμενή, δοκιμή, δοκιμάζω

από rhopath

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

Η πλατωνική Θεωρία των Ιδεών

Για τον Πλάτωνα υπάρχουν τα διάφορα αντικείμενα, οι διάφορες έννοιες όπως φαίνονται σε μας μέσα από τις αισθήσεις. Αυτό που αντιλαμβάνονται οι αισθήσεις δεν είναι παρά το ατελές απεικόνισμα (το φαίνεσθαι) της αρχικής Ιδέας (το εἶναι) του συγκεκριμένου πράγματος, της συγκεκριμένης έννοιας στην αρχετυπική του διάσταση. 

Theory of Forms


Για τον Πλάτωνα ο κόσμος που ζούμε και τον νιώθουμε τόσο αληθινό, όσα βλέπουμε ή αντιλαμβανόμαστε γύρω μας δεν είναι παρά παροδικό ομοίωμα του αληθινού κόσμου που δεν είναι άλλος από τον κόσμο των Ιδεών, δεν είναι παρά θολά απεικάσματα, ατελείς απεικονίσεις, θολά αντίγραφα του νοητού κόσμου που τον κατοικούν αποκλειστικά θείες οντότητες και ιδέες. 
.
 
    Οι ιδέες για τον Πλάτωνα δεν είναι νοήματα, αλλά πραγματικότητες (τά ὄντως ὄντα). Οι Ιδέες αποτελούν έναν αιώνιο και αμετάβλητο κόσμο, που υπάρχει για τον εαυτό του και που μόνο με τη νόηση γίνεται αντιληπτός. Υπάρχουν ιδέες για όλα όσα βάζει ο νους. Όχι μόνο για τα ευγενή και σημαντικά πράγματα, αλλά και για τα ευτελή, ακόμα και για αυτά που χαρακτηρίζουμε παρακατιανά. Για τον Πλάτωνα οι ιδέες ανήκουν σε ένα νοητό κόσμο. Αυτόν τον κόσμο με όλα όσα ανήκουν σ’ αυτόν, τα ὄντως ὄντα, θεϊκά και νοητά, υπερουράνια και υποχθόνια, ο Πλάτωνας τον θεωρεί έναν υπαρκτό κόσμο και θεωρεί ότι καθετί έξω από αυτόν δεν είναι ὄντως ὄν και ότι απλά συμμετέχει σ’ ένα βαθμό ύπαρξης. Όταν ο Πλάτωνας αναγνωρίζει τις νοητές ιδέες ως αληθινές και ως αυθεντικά πρότυπα όλων των αξιών, των αρετών, των θαυμαστών πράξεων και των εμπνευσμένων δημιουργημάτων, εννοεί ότι έξω από τις ιδέες πουθενά αλλού δεν υπάρχουν αυτά αληθινά. Παρόμοιες ιδιότητες, αρετές, ανώτερα γνωρίσματα μπορεί να παρουσιάζονται στο καθετί που δεν είναι ιδέα, όμως αληθινά δεν του ανήκουν. Προέρχονται από το ότι αυτό μετέχει απλώς σε κάποιες ιδιότητες των ιδεών και δέχεται το αντικαθρέφτισμά τους.

   Σ’ αυτή τους την καθαρή αυτοΰπαρξη οι ιδέες βρίσκονται σ’ ένα υπερουράνιο τόπο («πάνω από τον ουρανό»), όπου οι ψυχές τις αντίκρισαν στην προΰπαρξη τους. Μόνο η ψυχή ζει και στον έναν κόσμο (τον κόσμο των ιδεών) και στον άλλο (τον κόσμο των αισθητών πραγμάτων). Έρχεται εδώ, στο γήινο κόσμο για να διανύσει την εγκόσμια περιπέτειά της, ενώ από τη φύση της ανήκει στο υπερκόσμιο περιβάλλον των ιδεών. Κάθε μάθηση και γνώση είναι ανάμνηση. Η ψυχή δηλαδή βλέποντας τα αισθητά, τα γήινα όντα, θυμάται με τη νόηση τις ιδέες. Για τα γήινα, τα αντιληπτά με τις αισθήσεις είναι θολά είδωλα του φωτεινού κόσμου των ιδεών. Η ψυχή όταν ζούσε στον κόσμο των ιδεών γνώρισε την πραγματική ουσία των πραγμάτων (τά ὄντως ὄντα). Στο γήινο κόσμο με τις αισθήσεις ξαναθυμάται και αναγνωρίζει στα αισθητά τις ατελείς απεικονίσεις των αρχετυπικών εννοιών, που είναι οι ιδέες. Όλοι έχουν μέσα τους τη γνώση και την αλήθεια και αυτό που πρέπει να γίνει είναι να την ανακαλέσουν στη μνήμη τους. Έτσι η κατάκτηση της αλήθειας, της αληθινής γνώσης, γίνεται αυτό που ετυμολογικά προσημαίνει ως έννοια: α+λήθη, δηλαδή άρση της λήθης, ανάμνηση.


Οι ιδέες λοιπόν στην πλατωνική φιλοσοφία έχουν τριπλή λειτουργία:

α) οντολογική: παριστάνουν το πραγματικό είναι, το καθαυτό των όντων (την ουσία, το ὄντως ὄν). Κάθε όν είναι αυτό που είναι γιατί σ’ αυτό παρουσιάζεται μια ιδέα (παρουσία) είτε γιατί παίρνει μέρος σ’ αυτήν (μέθεξις, κοινωνία). Έτσι η ιδέα ενός πράγματος αποτελεί την αρχετυπική του, την τέλεια μορφή αυτού του πράγματος, είναι κάτι ενιαίο και αμετάβλητο, μια αρχετυπική σταθερά, σε αντίθεση με την πολλαπλή, ατελή και συνεχώς μεταβαλλόμενη γήινη απεικόνισή του.


β) τελολογική ή παραδειγματική: Καθετί που γίνεται σε ένα ον έχει το σκοπό του. Οι σκοποί αυτοί όμως μπορεί να βρίσκονται μόνο στην πραγματοποίηση εκείνων που η νόηση τα αναγνωρίζει για αμετάβλητα πρότυπα των όντων. Σαν τέτοιες οι ιδέες μοιάζουν με την ιδανική εικόνα που έχει μέσα στο κεφάλι του ο καλλιτέχνης και την οποία προσπαθεί να διαμορφώσει στην ύλη. Από αυτή την άποψη οι Ιδέες είναι αιτίες και ενέργειες που τα ανθρώπινα όντα τις κάνουν εκείνο είναι.


γ) λογική: οι ιδέες μας κάνουν ικανούς να βάλουμε τάξη στο χάος των καθέκαστα, να καταλάβουμε το όμοιο, να ξεχωρίσουμε το ανόμοιο, να νιώσουμε την ενότητα μέσα στην πολλαπλότητα.


Η πλατωνική Θεωρία των Ιδεών - Μέσα από το μαθηματικό στοχασμό

   Η θεωρία των Ιδεών κατέχει κεντρική θέση μέσα στην πλατωνική φιλοσοφία. Είναι η κύρια ερμηνευτική θεωρία που ο Πλάτωνας προτείνει για την κατανόηση του σύμπαντος και τη θέση του ανθρώπου μέσα σ’ αυτό.

Σε κανένα έργο του Πλάτωνα δεν παρουσιάζεται αναλυτικά και με την απόλυτη δυνατή πληρότητα η θεωρία των Ιδεών. Διάσπαρτες πληροφορίες βρίσκουμε σε διάφορους διαλόγους της «μέσης» και της «ύστερης» περιόδου του έργου του. Προφανώς η πλήρης ανάπτυξή της γινόταν προφορικά, στα μαθήματα της Ακαδημίας.


Α. Τρεις τρόποι προσέγγισης της θεωρίας των ιδεών

1.     Μαθηματικός στοχασμός

2.     Προβληματισμός για το δίκαιο

3.     Εποπτεία του ωραίου


Α1. Μαθηματικός στοχασμός

Όταν κάνουμε μαθηματικά χρησιμοποιούμε αριθμούς, γεωμετρικά σχήματα και σύμβολα είτε τυπωμένα στο χαρτί είτε χαραγμένα σε κάποιο είδους πίνακα (οι αρχαίοι πολύ συχνά τα σχεδίαζαν σε πινακίδες ή στην άμμο).

Γνωρίζουμε πάντα ότι τα σχεδιασμένα σχήματα έχουν διάφορα μικρά ή μεγάλα ελαττώματα. Όμως δεν κοιτάμε αυτά. Μας ενδιαφέρουν οι ακριβείς ιδιότητες των σχημάτων, όπως τις έχουμε στο νου μας.

Γιατί μάταια, όσο τέλεια όργανα σχεδίασης και να διαθέταμε, θα μπορούσαμε να εξαλείψουμε τις ατέλειες των σχεδιασμένων σχημάτων. Ο κύκλος που σκεφτόμαστε είναι τέλειος, οι ευθείες γραμμές που χαράζουμε έχουν το ίδιο πάχος και εκτείνονται στο άπειρο, τα τρίγωνα έχουν άθροισμα γωνιών ίσων με δύο ορθές, τα στερεά είναι άυλα και δίχως βάρος. Σχήματα και σώματα με τέτοιες ιδιότητες δεν υπάρχουν πουθενά στον κόσμο γύρω μας, ούτε και διαθέτουμε τρόπους για την άψογη κατασκευή τους.

   Γνωρίζουμε ότι αριθμοί που παριστάνονται στα βιβλία ή σημειώνονται στο χαρτί δεν είναι παρά σύμβολα και απλώς σημαίνουν, παριστάνουν ή αντιπροσωπεύουν τα πρότυπά τους. Τα αυθεντικά πρότυπα των αριθμών, οι καθαυτό αριθμοί, και οι αυθεντικές μαθηματικές σχέσεις είναι στη σκέψη μας, όπως είναι και οι τέλειοι κύκλοι, οι τέλειες ευθείες και τα άλλα γεωμετρικά σχήματα στο νου μας. Κάθε σύμβολο που χρησιμοποιείται για κάθε μαθηματική σχέση και κάθε αριθμητικό ψηφίο (=, +, -, 2, 15 κοκ.) αναπαράγεται συνεχώς, γράφεται και διαγράφεται, απαλείφεται και επαναφέρεται άπειρες φορές. Αυτές δεν είναι παρά απλές, φθαρτές και πρόσκαιρες απεικονίσεις των αυθεντικών προτύπων. Το αυθεντικό πρότυπο είναι ένα, αναλλοίωτο και μοναδικό. Όσες φορές και αν σημειώσουμε το σύμβολο =, παριστάνουμε πάντοτε μια μοναδικά μαθηματική σχέση, την αυθεντική ισότητα. Ομοίως το 2 παριστάνει την αυθεντική δυάδα, το 10 την αυθεντική δυάδα.

  Το ίδιο συμβαίνει και στον πρακτικό βίο. Οι κάθε είδους υλικές κατασκευές μας, έπιπλα, κτίρια, μηχανές και χιλιάδες άλλα τεχνήματα, που ασταμάτητα παράγουμε και καταστρέφουμε είναι μορφές υλοποίησης μαθηματικών δεδομένων. Η ευθυγράμμιση, η ορθή γωνία, η αμβλεία γωνία, η οξεία γωνία, η ισότητα μεγεθών, η αναλογία, η συμμετρία, οι παράλληλες γραμμές, οι επίπεδες επιφάνειες, τα κυκλικά και σφαιρικά σχήματα, οι απανταχού παρόντες γύρω μας τροχοί, μας προσφέρουν ένα πλήθος από φθαρτές, πρόσκαιρες και πάντα ατελείς  απεικονίσεις αυθεντικών και τέλειων μαθηματικών μορφών και σχέσεων.

   Πολύ συχνά στην καθημερινότητά μας τυχαίνει το βλέμμα μας αυθόρμητα να ακολουθεί κάποια γραμμή μιας οροφής η μια γωνία μιας στέγης, εκεί που δύο επιφάνειες, επίπεδες υποτίθεται, συναντώνται και τέμνονται. Όμως καθόλου ο νους μας δε δυσκολεύεται να ανακαλύπτει, πέρα από τις ατέλειες που πάντα υπάρχουν σ’ αυτές τις τομές, την άψογη ευθεία τομή δύο επιπέδων της στερεομετρίας. Πόσες φορές δε σχηματίσαμε τη λύση ενός μαθηματικού προβλήματος στο μυαλό μας, πριν καταφύγουμε σε μολύβι και χαρτί.



   Συμπέρασμα: τόσο από τη θεωρία όσο και από την καθημερινή πράξη αναγνωρίζουμε ότι πέρα από τα ορατά μαθηματικά σχήματα και σύμβολα υπάρχουν τα νοητά τους πρότυπα, που η σκέψη μας τα κατέχει αναλλοίωτα, και που δε δημιουργούνται ούτε φθείρονται. Αυτά τα αναλλοίωτα πρότυπα είναι οι πλατωνικές Ιδέες.

Η πλατωνική Θεωρία των Ιδεών - Μέσα από την εποπτεία του ωραίου

    Γιατί όταν βλέπουμε ένα όμορφο πρόσωπο, ένα όμορφο σώμα νιώθουμε αυθόρμητο θαυμασμό και έχουμε την επιθυμία να το βλέπουμε και να το θαυμάζουμε;

   Γιατί από την έλξη που ασκεί η σωματική ομορφιά μπορεί εντελώς φυσικά να γεννηθεί ο πόθος και για στενό προσωπικό δεσμό, για ερωτική σχέση;

   Αλλά αυτός ο πόθος μπορεί να προέλθει μόνο από τη σωματική έλξη; ή και άλλα προσωπικά γνωρίσματα ενός ατόμου ενέχουν το στοιχείο του ωραίου και μπορούν να μας γοητεύουν, να εγείρουν μέσα μας τον πόθο; [π.χ. οι ωραίοι εκφραστικοί τρόποι ενός προσώπου –στοιχείο μη λεκτικής επικοινωνίας-, η ωραία σκέψη του κτλ.].

Πάντοτε ο θαυμασμός της ομορφιάς συνοδεύεται με τον ερωτικό πόθο;

Το βλέμμα μας έλκεται και θαυμάζει πολλά και διαφορετικά όμορφα πράγματα (ρούχα, παπούτσια, έπιπλα, κτίρια, αυτοκίνητα, κοσμήματα, πολύτιμες πέτρες κτλ.). Γιατί τα θαυμάζει και θέλει να τα αποκτήσει; Το κριτήριό του είναι η αίσθηση πολυτέλειας και πλούτου που αυτά μπορούν να προσφέρουν στην κοινωνική μας ζωή;

Γιατί είμαστε ευαίσθητοι και «απολαμβάνουμε» ένα ωραίο βιβλίο, μια ωραία ταινία, έναν ωραίο ζωγραφικό πίνακα, ένα ωραίο τραγούδι, καθετί που δημιουργείται από καλλιτεχνική έμπνευση και απευθύνεται στην ευαισθησία μας για το ωραίο και μας προσφέρεται για αισθητική (δηλαδή καλλιτεχνικής ποιότητας) συγκίνηση και απόλαυση;

 Το ωραίο είναι και αυτό ιδέα. Αλλά διαφοροποιείται σε κάτι από τις υπόλοιπες ιδέες. Η δική της παρουσία δε βρίσκει θέση στο μυαλό, όπως οι άλλες ιδέες, δεν εντοπίζεται στο νου και δεν αποδίδεται με έναν τυπικό ορισμό. Αγκαλιάζει όλη την ψυχή μας και μας εμπνέει την ολική εκείνη αίσθηση που είναι η χαρά της ομορφιάς, η απόλαυση του κάλλους.

 Το ωραίο («τό καλόν»), η ιδέα της ομορφιάς («ἡ φύσις τοῦ κάλλους») είναι η πιο πλατωνική από όλες τις ιδέες. Και αυτή, όπως και οι άλλες ιδέες, είναι οντότητα υπεραισθητή. Αλλά η λάμψη της είναι τόσο διαπεραστική, που ακτινοβολεί μέχρι κάτω στον κόσμο των σωμάτων.  Τέτοια εξαίρεση αποτελεί η ιδέα του κάλλους, που μόνο ίσως η ιδέα του αγαθού την ξεπερνά, ώστε σε καμιά από τις άλλες ιδέες δε μετέχουν τόσα πολλά αντικείμενα, πνευματικά αλλά και αισθητά, από όλες τις βαθμίδες της ύπαρξης.

Έτσι τα πλούσια ίχνη που η αιώνια ιδέα του ωραίου εναποθέτει σε τόσα πολλά «ωραία», εγκόσμια και φθαρτά, ξυπνούν και στις πιο αδύνατες ψυχές τον πόθο για την ανάβαση στην υψηλή χώρα των ιδεών.


Η πλατωνική θεωρία των Ιδεών - Μέσα από τον προβληματισμό για το δίκαιο

Σήμερα, όταν μιλάμε για δίκαιο, στο νου μας έχουμε κανονικά το νόμο. Μια νομοθεσία είναι η ρητή και συγκεκριμένη διατύπωση (γραπτή ή προφορική) των κανόνων δικαίου. Υπάρχουν όμως πολλές νομοθεσίες, αλλά και κάθε νομοθεσία συνεχώς μεταβάλλεται. Οι διατάξεις μιας νομοθεσίας διαφέρουν πολλές φορές από τις διατάξεις μιας άλλης ή μπορεί, ακόμη, και να βρίσκονται σε αντίθεση. Τέτοιες διαφορές νομοθεσίας παρουσιάζονται συχνά από χώρα σε χώρα, ώστε κάτι που είναι άδικο στη μια να θεωρείται δίκαιο σε μια άλλη. Επομένως το δίκαιο δεν είναι οι νόμοι. Γιατί, αν δεχτούμε ότι είναι, τότε ποιες από αυτές τις διαφορετικές ή ασύμβατες νομικές διατάξεις αντιπροσωπεύουν τους κανόνες δικαίου;

Υπήρξαν και υπάρχουν χώρες με νομοθεσία τυραννική και άδικη. Υπήρξαν στους διάφορους λαούς –και μέχρι ένα βαθμό υπάρχουν μέχρι και σήμερα- νομοθεσίες αρχέγονες, πολιτισμένες, αυταρχικές ή πιο δημοκρατικές. Εξάλλου, κάποιοι συγκεκριμένοι νόμοι που είναι φανερά άδικοι, δεν αποκλείεται να εμφανιστούν ακόμα και σε ευνομούμενες χώρες. Και οι πολίτες, φυσικό θα είναι να διαμαρτύρονται, αφού θα διαπιστώνουν ότι αυτό που ισχύει στη χώρα τους ως δίκαιο δεν είναι πραγματικά δίκαιο.

Με ποιο κριτήριο θεμελιώνεται τι είναι και τι δεν είναι πραγματικά δίκαιο;

Είναι ένα ζήτημα που τέθηκε στην αρχαιότητα από τους σοφιστές, οι οποίοι άσκησαν κριτική στο νομοθετημένο δίκαιο των πόλεων και αμφισβήτησαν το κύρος του επισημαίνοντας την αντίθεση νόμου και φύσης και αναζήτησαν τη θεμελίωση του δικαίου στη φύση. Όμως η φύση αόριστα δεν είναι ασφαλές θεμέλιο. Γιατί μπορεί να πάρει πολλές και διαφορετικές εκδοχές (από τη φυσική ισότητα όλων των ανθρώπων μέχρι τη φυσική υπεροχή των ισχυρών).

Συμπέρασμα: το αυθεντικό δίκαιο και η αυθεντική δικαιοσύνη (το όντως δίκαιο) υπάρχουν ως αιώνια πρότυπα. Ανήκουν στον κόσμο των ιδεών μαζί με όλο το σύστημα των ευγενέστερων ιδιοτήτων των ανθρώπων.

Δικαιοσύνη, ανδρεία, αυτοκυριαρχία, αυτοσεβασμός, πρακτική σοφία (φρόνησις), ευσέβεια (ὁσιότης) στηρίζουν η μια την άλλη και όλες μαζί ζωογονούνται από την ιδέα του αγαθού (πρώτη και κορυφαία μεταξύ τους Ιδέα).

Η ακτινοβολία τους φωτίζει τις ψυχές των ανθρώπων και τις ενισχύει να αναπτύξουν μέσα τους ομόλογες, ηθικές αρετές, εγκόσμια ομοιώματα των υπερκόσμιων ιδεών. Το θεμέλιο του δικαίου και κάθε άλλης ηθικής και κοινωνικής αξίας είναι αυτός ο νοητός άξονας, που έρχεται από το ύψος των υπερχρονικών ιδεών και εισχωρεί στον εσωτερικό κόσμο της ανθρώπινης ψυχής.