Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

Η πλατωνική Θεωρία των Ιδεών

Για τον Πλάτωνα υπάρχουν τα διάφορα αντικείμενα, οι διάφορες έννοιες όπως φαίνονται σε μας μέσα από τις αισθήσεις. Αυτό που αντιλαμβάνονται οι αισθήσεις δεν είναι παρά το ατελές απεικόνισμα (το φαίνεσθαι) της αρχικής Ιδέας (το εἶναι) του συγκεκριμένου πράγματος, της συγκεκριμένης έννοιας στην αρχετυπική του διάσταση. 

Theory of Forms


Για τον Πλάτωνα ο κόσμος που ζούμε και τον νιώθουμε τόσο αληθινό, όσα βλέπουμε ή αντιλαμβανόμαστε γύρω μας δεν είναι παρά παροδικό ομοίωμα του αληθινού κόσμου που δεν είναι άλλος από τον κόσμο των Ιδεών, δεν είναι παρά θολά απεικάσματα, ατελείς απεικονίσεις, θολά αντίγραφα του νοητού κόσμου που τον κατοικούν αποκλειστικά θείες οντότητες και ιδέες. 
.
 
    Οι ιδέες για τον Πλάτωνα δεν είναι νοήματα, αλλά πραγματικότητες (τά ὄντως ὄντα). Οι Ιδέες αποτελούν έναν αιώνιο και αμετάβλητο κόσμο, που υπάρχει για τον εαυτό του και που μόνο με τη νόηση γίνεται αντιληπτός. Υπάρχουν ιδέες για όλα όσα βάζει ο νους. Όχι μόνο για τα ευγενή και σημαντικά πράγματα, αλλά και για τα ευτελή, ακόμα και για αυτά που χαρακτηρίζουμε παρακατιανά. Για τον Πλάτωνα οι ιδέες ανήκουν σε ένα νοητό κόσμο. Αυτόν τον κόσμο με όλα όσα ανήκουν σ’ αυτόν, τα ὄντως ὄντα, θεϊκά και νοητά, υπερουράνια και υποχθόνια, ο Πλάτωνας τον θεωρεί έναν υπαρκτό κόσμο και θεωρεί ότι καθετί έξω από αυτόν δεν είναι ὄντως ὄν και ότι απλά συμμετέχει σ’ ένα βαθμό ύπαρξης. Όταν ο Πλάτωνας αναγνωρίζει τις νοητές ιδέες ως αληθινές και ως αυθεντικά πρότυπα όλων των αξιών, των αρετών, των θαυμαστών πράξεων και των εμπνευσμένων δημιουργημάτων, εννοεί ότι έξω από τις ιδέες πουθενά αλλού δεν υπάρχουν αυτά αληθινά. Παρόμοιες ιδιότητες, αρετές, ανώτερα γνωρίσματα μπορεί να παρουσιάζονται στο καθετί που δεν είναι ιδέα, όμως αληθινά δεν του ανήκουν. Προέρχονται από το ότι αυτό μετέχει απλώς σε κάποιες ιδιότητες των ιδεών και δέχεται το αντικαθρέφτισμά τους.

   Σ’ αυτή τους την καθαρή αυτοΰπαρξη οι ιδέες βρίσκονται σ’ ένα υπερουράνιο τόπο («πάνω από τον ουρανό»), όπου οι ψυχές τις αντίκρισαν στην προΰπαρξη τους. Μόνο η ψυχή ζει και στον έναν κόσμο (τον κόσμο των ιδεών) και στον άλλο (τον κόσμο των αισθητών πραγμάτων). Έρχεται εδώ, στο γήινο κόσμο για να διανύσει την εγκόσμια περιπέτειά της, ενώ από τη φύση της ανήκει στο υπερκόσμιο περιβάλλον των ιδεών. Κάθε μάθηση και γνώση είναι ανάμνηση. Η ψυχή δηλαδή βλέποντας τα αισθητά, τα γήινα όντα, θυμάται με τη νόηση τις ιδέες. Για τα γήινα, τα αντιληπτά με τις αισθήσεις είναι θολά είδωλα του φωτεινού κόσμου των ιδεών. Η ψυχή όταν ζούσε στον κόσμο των ιδεών γνώρισε την πραγματική ουσία των πραγμάτων (τά ὄντως ὄντα). Στο γήινο κόσμο με τις αισθήσεις ξαναθυμάται και αναγνωρίζει στα αισθητά τις ατελείς απεικονίσεις των αρχετυπικών εννοιών, που είναι οι ιδέες. Όλοι έχουν μέσα τους τη γνώση και την αλήθεια και αυτό που πρέπει να γίνει είναι να την ανακαλέσουν στη μνήμη τους. Έτσι η κατάκτηση της αλήθειας, της αληθινής γνώσης, γίνεται αυτό που ετυμολογικά προσημαίνει ως έννοια: α+λήθη, δηλαδή άρση της λήθης, ανάμνηση.


Οι ιδέες λοιπόν στην πλατωνική φιλοσοφία έχουν τριπλή λειτουργία:

α) οντολογική: παριστάνουν το πραγματικό είναι, το καθαυτό των όντων (την ουσία, το ὄντως ὄν). Κάθε όν είναι αυτό που είναι γιατί σ’ αυτό παρουσιάζεται μια ιδέα (παρουσία) είτε γιατί παίρνει μέρος σ’ αυτήν (μέθεξις, κοινωνία). Έτσι η ιδέα ενός πράγματος αποτελεί την αρχετυπική του, την τέλεια μορφή αυτού του πράγματος, είναι κάτι ενιαίο και αμετάβλητο, μια αρχετυπική σταθερά, σε αντίθεση με την πολλαπλή, ατελή και συνεχώς μεταβαλλόμενη γήινη απεικόνισή του.


β) τελολογική ή παραδειγματική: Καθετί που γίνεται σε ένα ον έχει το σκοπό του. Οι σκοποί αυτοί όμως μπορεί να βρίσκονται μόνο στην πραγματοποίηση εκείνων που η νόηση τα αναγνωρίζει για αμετάβλητα πρότυπα των όντων. Σαν τέτοιες οι ιδέες μοιάζουν με την ιδανική εικόνα που έχει μέσα στο κεφάλι του ο καλλιτέχνης και την οποία προσπαθεί να διαμορφώσει στην ύλη. Από αυτή την άποψη οι Ιδέες είναι αιτίες και ενέργειες που τα ανθρώπινα όντα τις κάνουν εκείνο είναι.


γ) λογική: οι ιδέες μας κάνουν ικανούς να βάλουμε τάξη στο χάος των καθέκαστα, να καταλάβουμε το όμοιο, να ξεχωρίσουμε το ανόμοιο, να νιώσουμε την ενότητα μέσα στην πολλαπλότητα.


Η πλατωνική Θεωρία των Ιδεών - Μέσα από το μαθηματικό στοχασμό

   Η θεωρία των Ιδεών κατέχει κεντρική θέση μέσα στην πλατωνική φιλοσοφία. Είναι η κύρια ερμηνευτική θεωρία που ο Πλάτωνας προτείνει για την κατανόηση του σύμπαντος και τη θέση του ανθρώπου μέσα σ’ αυτό.

Σε κανένα έργο του Πλάτωνα δεν παρουσιάζεται αναλυτικά και με την απόλυτη δυνατή πληρότητα η θεωρία των Ιδεών. Διάσπαρτες πληροφορίες βρίσκουμε σε διάφορους διαλόγους της «μέσης» και της «ύστερης» περιόδου του έργου του. Προφανώς η πλήρης ανάπτυξή της γινόταν προφορικά, στα μαθήματα της Ακαδημίας.


Α. Τρεις τρόποι προσέγγισης της θεωρίας των ιδεών

1.     Μαθηματικός στοχασμός

2.     Προβληματισμός για το δίκαιο

3.     Εποπτεία του ωραίου


Α1. Μαθηματικός στοχασμός

Όταν κάνουμε μαθηματικά χρησιμοποιούμε αριθμούς, γεωμετρικά σχήματα και σύμβολα είτε τυπωμένα στο χαρτί είτε χαραγμένα σε κάποιο είδους πίνακα (οι αρχαίοι πολύ συχνά τα σχεδίαζαν σε πινακίδες ή στην άμμο).

Γνωρίζουμε πάντα ότι τα σχεδιασμένα σχήματα έχουν διάφορα μικρά ή μεγάλα ελαττώματα. Όμως δεν κοιτάμε αυτά. Μας ενδιαφέρουν οι ακριβείς ιδιότητες των σχημάτων, όπως τις έχουμε στο νου μας.

Γιατί μάταια, όσο τέλεια όργανα σχεδίασης και να διαθέταμε, θα μπορούσαμε να εξαλείψουμε τις ατέλειες των σχεδιασμένων σχημάτων. Ο κύκλος που σκεφτόμαστε είναι τέλειος, οι ευθείες γραμμές που χαράζουμε έχουν το ίδιο πάχος και εκτείνονται στο άπειρο, τα τρίγωνα έχουν άθροισμα γωνιών ίσων με δύο ορθές, τα στερεά είναι άυλα και δίχως βάρος. Σχήματα και σώματα με τέτοιες ιδιότητες δεν υπάρχουν πουθενά στον κόσμο γύρω μας, ούτε και διαθέτουμε τρόπους για την άψογη κατασκευή τους.

   Γνωρίζουμε ότι αριθμοί που παριστάνονται στα βιβλία ή σημειώνονται στο χαρτί δεν είναι παρά σύμβολα και απλώς σημαίνουν, παριστάνουν ή αντιπροσωπεύουν τα πρότυπά τους. Τα αυθεντικά πρότυπα των αριθμών, οι καθαυτό αριθμοί, και οι αυθεντικές μαθηματικές σχέσεις είναι στη σκέψη μας, όπως είναι και οι τέλειοι κύκλοι, οι τέλειες ευθείες και τα άλλα γεωμετρικά σχήματα στο νου μας. Κάθε σύμβολο που χρησιμοποιείται για κάθε μαθηματική σχέση και κάθε αριθμητικό ψηφίο (=, +, -, 2, 15 κοκ.) αναπαράγεται συνεχώς, γράφεται και διαγράφεται, απαλείφεται και επαναφέρεται άπειρες φορές. Αυτές δεν είναι παρά απλές, φθαρτές και πρόσκαιρες απεικονίσεις των αυθεντικών προτύπων. Το αυθεντικό πρότυπο είναι ένα, αναλλοίωτο και μοναδικό. Όσες φορές και αν σημειώσουμε το σύμβολο =, παριστάνουμε πάντοτε μια μοναδικά μαθηματική σχέση, την αυθεντική ισότητα. Ομοίως το 2 παριστάνει την αυθεντική δυάδα, το 10 την αυθεντική δυάδα.

  Το ίδιο συμβαίνει και στον πρακτικό βίο. Οι κάθε είδους υλικές κατασκευές μας, έπιπλα, κτίρια, μηχανές και χιλιάδες άλλα τεχνήματα, που ασταμάτητα παράγουμε και καταστρέφουμε είναι μορφές υλοποίησης μαθηματικών δεδομένων. Η ευθυγράμμιση, η ορθή γωνία, η αμβλεία γωνία, η οξεία γωνία, η ισότητα μεγεθών, η αναλογία, η συμμετρία, οι παράλληλες γραμμές, οι επίπεδες επιφάνειες, τα κυκλικά και σφαιρικά σχήματα, οι απανταχού παρόντες γύρω μας τροχοί, μας προσφέρουν ένα πλήθος από φθαρτές, πρόσκαιρες και πάντα ατελείς  απεικονίσεις αυθεντικών και τέλειων μαθηματικών μορφών και σχέσεων.

   Πολύ συχνά στην καθημερινότητά μας τυχαίνει το βλέμμα μας αυθόρμητα να ακολουθεί κάποια γραμμή μιας οροφής η μια γωνία μιας στέγης, εκεί που δύο επιφάνειες, επίπεδες υποτίθεται, συναντώνται και τέμνονται. Όμως καθόλου ο νους μας δε δυσκολεύεται να ανακαλύπτει, πέρα από τις ατέλειες που πάντα υπάρχουν σ’ αυτές τις τομές, την άψογη ευθεία τομή δύο επιπέδων της στερεομετρίας. Πόσες φορές δε σχηματίσαμε τη λύση ενός μαθηματικού προβλήματος στο μυαλό μας, πριν καταφύγουμε σε μολύβι και χαρτί.



   Συμπέρασμα: τόσο από τη θεωρία όσο και από την καθημερινή πράξη αναγνωρίζουμε ότι πέρα από τα ορατά μαθηματικά σχήματα και σύμβολα υπάρχουν τα νοητά τους πρότυπα, που η σκέψη μας τα κατέχει αναλλοίωτα, και που δε δημιουργούνται ούτε φθείρονται. Αυτά τα αναλλοίωτα πρότυπα είναι οι πλατωνικές Ιδέες.

Η πλατωνική Θεωρία των Ιδεών - Μέσα από την εποπτεία του ωραίου

    Γιατί όταν βλέπουμε ένα όμορφο πρόσωπο, ένα όμορφο σώμα νιώθουμε αυθόρμητο θαυμασμό και έχουμε την επιθυμία να το βλέπουμε και να το θαυμάζουμε;

   Γιατί από την έλξη που ασκεί η σωματική ομορφιά μπορεί εντελώς φυσικά να γεννηθεί ο πόθος και για στενό προσωπικό δεσμό, για ερωτική σχέση;

   Αλλά αυτός ο πόθος μπορεί να προέλθει μόνο από τη σωματική έλξη; ή και άλλα προσωπικά γνωρίσματα ενός ατόμου ενέχουν το στοιχείο του ωραίου και μπορούν να μας γοητεύουν, να εγείρουν μέσα μας τον πόθο; [π.χ. οι ωραίοι εκφραστικοί τρόποι ενός προσώπου –στοιχείο μη λεκτικής επικοινωνίας-, η ωραία σκέψη του κτλ.].

Πάντοτε ο θαυμασμός της ομορφιάς συνοδεύεται με τον ερωτικό πόθο;

Το βλέμμα μας έλκεται και θαυμάζει πολλά και διαφορετικά όμορφα πράγματα (ρούχα, παπούτσια, έπιπλα, κτίρια, αυτοκίνητα, κοσμήματα, πολύτιμες πέτρες κτλ.). Γιατί τα θαυμάζει και θέλει να τα αποκτήσει; Το κριτήριό του είναι η αίσθηση πολυτέλειας και πλούτου που αυτά μπορούν να προσφέρουν στην κοινωνική μας ζωή;

Γιατί είμαστε ευαίσθητοι και «απολαμβάνουμε» ένα ωραίο βιβλίο, μια ωραία ταινία, έναν ωραίο ζωγραφικό πίνακα, ένα ωραίο τραγούδι, καθετί που δημιουργείται από καλλιτεχνική έμπνευση και απευθύνεται στην ευαισθησία μας για το ωραίο και μας προσφέρεται για αισθητική (δηλαδή καλλιτεχνικής ποιότητας) συγκίνηση και απόλαυση;

 Το ωραίο είναι και αυτό ιδέα. Αλλά διαφοροποιείται σε κάτι από τις υπόλοιπες ιδέες. Η δική της παρουσία δε βρίσκει θέση στο μυαλό, όπως οι άλλες ιδέες, δεν εντοπίζεται στο νου και δεν αποδίδεται με έναν τυπικό ορισμό. Αγκαλιάζει όλη την ψυχή μας και μας εμπνέει την ολική εκείνη αίσθηση που είναι η χαρά της ομορφιάς, η απόλαυση του κάλλους.

 Το ωραίο («τό καλόν»), η ιδέα της ομορφιάς («ἡ φύσις τοῦ κάλλους») είναι η πιο πλατωνική από όλες τις ιδέες. Και αυτή, όπως και οι άλλες ιδέες, είναι οντότητα υπεραισθητή. Αλλά η λάμψη της είναι τόσο διαπεραστική, που ακτινοβολεί μέχρι κάτω στον κόσμο των σωμάτων.  Τέτοια εξαίρεση αποτελεί η ιδέα του κάλλους, που μόνο ίσως η ιδέα του αγαθού την ξεπερνά, ώστε σε καμιά από τις άλλες ιδέες δε μετέχουν τόσα πολλά αντικείμενα, πνευματικά αλλά και αισθητά, από όλες τις βαθμίδες της ύπαρξης.

Έτσι τα πλούσια ίχνη που η αιώνια ιδέα του ωραίου εναποθέτει σε τόσα πολλά «ωραία», εγκόσμια και φθαρτά, ξυπνούν και στις πιο αδύνατες ψυχές τον πόθο για την ανάβαση στην υψηλή χώρα των ιδεών.


Η πλατωνική θεωρία των Ιδεών - Μέσα από τον προβληματισμό για το δίκαιο

Σήμερα, όταν μιλάμε για δίκαιο, στο νου μας έχουμε κανονικά το νόμο. Μια νομοθεσία είναι η ρητή και συγκεκριμένη διατύπωση (γραπτή ή προφορική) των κανόνων δικαίου. Υπάρχουν όμως πολλές νομοθεσίες, αλλά και κάθε νομοθεσία συνεχώς μεταβάλλεται. Οι διατάξεις μιας νομοθεσίας διαφέρουν πολλές φορές από τις διατάξεις μιας άλλης ή μπορεί, ακόμη, και να βρίσκονται σε αντίθεση. Τέτοιες διαφορές νομοθεσίας παρουσιάζονται συχνά από χώρα σε χώρα, ώστε κάτι που είναι άδικο στη μια να θεωρείται δίκαιο σε μια άλλη. Επομένως το δίκαιο δεν είναι οι νόμοι. Γιατί, αν δεχτούμε ότι είναι, τότε ποιες από αυτές τις διαφορετικές ή ασύμβατες νομικές διατάξεις αντιπροσωπεύουν τους κανόνες δικαίου;

Υπήρξαν και υπάρχουν χώρες με νομοθεσία τυραννική και άδικη. Υπήρξαν στους διάφορους λαούς –και μέχρι ένα βαθμό υπάρχουν μέχρι και σήμερα- νομοθεσίες αρχέγονες, πολιτισμένες, αυταρχικές ή πιο δημοκρατικές. Εξάλλου, κάποιοι συγκεκριμένοι νόμοι που είναι φανερά άδικοι, δεν αποκλείεται να εμφανιστούν ακόμα και σε ευνομούμενες χώρες. Και οι πολίτες, φυσικό θα είναι να διαμαρτύρονται, αφού θα διαπιστώνουν ότι αυτό που ισχύει στη χώρα τους ως δίκαιο δεν είναι πραγματικά δίκαιο.

Με ποιο κριτήριο θεμελιώνεται τι είναι και τι δεν είναι πραγματικά δίκαιο;

Είναι ένα ζήτημα που τέθηκε στην αρχαιότητα από τους σοφιστές, οι οποίοι άσκησαν κριτική στο νομοθετημένο δίκαιο των πόλεων και αμφισβήτησαν το κύρος του επισημαίνοντας την αντίθεση νόμου και φύσης και αναζήτησαν τη θεμελίωση του δικαίου στη φύση. Όμως η φύση αόριστα δεν είναι ασφαλές θεμέλιο. Γιατί μπορεί να πάρει πολλές και διαφορετικές εκδοχές (από τη φυσική ισότητα όλων των ανθρώπων μέχρι τη φυσική υπεροχή των ισχυρών).

Συμπέρασμα: το αυθεντικό δίκαιο και η αυθεντική δικαιοσύνη (το όντως δίκαιο) υπάρχουν ως αιώνια πρότυπα. Ανήκουν στον κόσμο των ιδεών μαζί με όλο το σύστημα των ευγενέστερων ιδιοτήτων των ανθρώπων.

Δικαιοσύνη, ανδρεία, αυτοκυριαρχία, αυτοσεβασμός, πρακτική σοφία (φρόνησις), ευσέβεια (ὁσιότης) στηρίζουν η μια την άλλη και όλες μαζί ζωογονούνται από την ιδέα του αγαθού (πρώτη και κορυφαία μεταξύ τους Ιδέα).

Η ακτινοβολία τους φωτίζει τις ψυχές των ανθρώπων και τις ενισχύει να αναπτύξουν μέσα τους ομόλογες, ηθικές αρετές, εγκόσμια ομοιώματα των υπερκόσμιων ιδεών. Το θεμέλιο του δικαίου και κάθε άλλης ηθικής και κοινωνικής αξίας είναι αυτός ο νοητός άξονας, που έρχεται από το ύψος των υπερχρονικών ιδεών και εισχωρεί στον εσωτερικό κόσμο της ανθρώπινης ψυχής. 


Πλάτωνα «Πολιτεία», Ε13η - Σχόλια


Πλάτωνα  «Πολιτεία», Ε 13η -[519d-520a] 

The Republic
Ο ηθικός εξαναγκασμός των φιλοσόφων

Σύνδεση με τα προηγούμενα

· Ο Σωκράτης υποστήριξε ότι οι φιλόσοφοι έχουν τη ηθική υποχρέωση να εγκαταλείψουν το θεωρητικό τους κόσμο και να κατέβουν στην πολιτική πραγματικότητα για να αντιμετωπίσουν τις ανάγκες της κοινωνίας και να διαφωτίσουν τους απαίδευτους συνανθρώπους τους.
· Ο μελλοντικός φύλακας δέχεται την επίδραση του περιβάλλοντός και βελτιώνεται με την παιδεία μέχρι την τελείωσή του.
· Η παιδεία ως επίπονη και συνεχής άσκηση αφυπνίζει τον άνθρωπο και τον οδηγεί στον κόσμο των ιδεών.
· Η παιδεία σύμφωνα με τον Πλάτωνα είναι η καθοδήγηση του θείου στοιχείου που ενυπάρχει στον άνθρωπο προς την αληθινή περιοχή του όντος. Όσοι κατορθώνουν να φτάσουν στη θέαση του αγαθού, έχουν την υποχρέωση απαρνούμενοι τον πλούτο και την πολυτέλεια, υποτάσσοντας την ύλη στο πνεύμα, στο πλαίσιο του καταμερισμού των κοινωνικών ρόλων, να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στους πολλούς.
· Η πλατωνική δικαιοσύνη επιτυγχάνεται με την απρόσκοπτη εργασία των δημιουργών κάτω από την προστασία των φυλάκων, την οριοθέτηση αυστηρού βίου για τους φύλακες και τους φύλακες βασιλείς.

Η ένσταση του Γλαύκωνα και η απάντηση του Σωκράτη

Η ένσταση του Γλαύκωνα → «Ἔπειτ’, ἔφη, ἀδικήσομεν αὐτούς, καὶ ποιήσομεν χεῖρον ζῆν, δυνατὸν αὐτοῖς ὂν ἄμεινον;»


Η απάντηση του Σωκράτη → «ὅτι νόμῳ οὐ τοῦτο μέλει, ὅπως ἕν τι γένος ἐν πόλει διαφερόντως εὖ πράξει, ἀλλ’ ἐν ὅλῃ τῇ πόλει τοῦτο μηχανᾶται ἐγγενέσθαι, συναρμόττων τοὺς πολίτας πειθοῖ τε καὶ ἀνάγκῃ, ποιῶν μεταδιδόναι ἀλλήλοις τῆς ὠφελίας ἣν ἂν ἕκαστοι τὸ κοινὸν δυνατοὶ ὦσιν ὠφελεῖν καὶ αὐτὸς ἐμποιῶν τοιούτους ἄνδρας ἐν τῇ πόλει, οὐχ ἵνα ἀφιῇ τρέπεσθαι ὅπῃ ἕκαστος βούλεται, ἀλλ’ ἵνα καταχρῆται αὐτὸς αὐτοῖς ἐπὶ τὸν σύνδεσμον τῆς πόλεως». [= το νόμο δεν τον ενδιαφέρει αυτό, πως δηλαδή μέσα σε μια πόλη θα ευτυχήσει στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό μια μόνο κοινωνική ομάδα, αλλά ψάχνει να βρει τρόπο να γίνει αυτό για όλη την πόλη, ενώνοντας αρμονικά τους πολίτες και με την πειθώ και με τη βία και κάνοντάς τους να μοιράζονται μεταξύ τους την ωφέλεια, που ο καθένας τους μπορεί να προσφέρει στο κοινό, και ο ίδιος διαμορφώνοντας τέτοιους πολίτες στην πόλη, όχι για να αφήνει να κατευθύνεται όπου θέλει ο καθένας (να αφήνει τον καθένα να κατευθύνεται όπου θέλει), αλλά για να τους χρησιμοποιεί αυτός για να ενώνει σ’ ένα σώμα την πόλη (για να φυλάσσει την πόλη ενωμένη).]

· Η Πολιτεία που οραματίζονται δεν έχει στόχο την προάσπιση των συμφερόντων και την εξασφάλιση της ευτυχίας μιας μόνο κοινωνικής ομάδας (ὅπως ἕν τι γένος ἐν πόλει διαφερόντως εὖ πράξει).
· Η Πολιτεία που οραματίζονται έχει στόχο την ευτυχία, την ευδαιμονία όλων των κοινωνικών ομάδων. Εκείνο που ενδιαφέρει το νόμο δεν είναι πώς θα ευτυχίσει μια κοινωνική ομάδα, αλλά το σύνολο των πολιτών. Η ευτυχία του συνόλου είναι επιταγή του νόμου (νόμῳ ἀλλ’ ἐν ὅλῃ τῇ πόλει τοῦτο μηχανᾶται ἐγγενέσθαι).
· Αυτό θα γίνει πραγματικότητα αν όλοι οι πολίτες ενωθούν σε ένα αρμονικό σύνολο με την πειθώ και με τη βία. Έτσι θα μοιράζονται μεταξύ τους την ωφέλεια που θα προσφέρει ο καθένας τους στο κοινωνικό σύνολο (συναρμόττων τοὺς πολίτας πειθοῖ τε καὶ ἀνάγκῃ, ποιῶν μεταδιδόναι ἀλλήλοις τῆς ὠφελίας ἣν ἂν ἕκαστοι τὸ κοινὸν δυνατοὶ ὦσιν ὠφελεῖν).
· Για τον Πλάτωνα καμιά αντίληψη ιδιωτικού βίου δε δίνει σε κανένα το δικαίωμα να ενεργεί όπως του αρέσει, αγνοώντας την εξυπηρέτηση του κοινωνικού συνόλου. Σκοπός του νόμου είναι να εξασφαλίσει την «ενότητα» της πόλης μέσα από την ωφέλεια που θα παρέχει ο ένας στον άλλον, σύμφωνα με τις δυνατότητές του και ταυτόχρονα με τον περιορισμό της ασύδοτης δράσης του καθενός (καὶ αὐτὸς ἐμποιῶν τοιούτους ἄνδρας ἐν τῇ πόλει, οὐχ ἵνα ἀφιῇ τρέπεσθαι ὅπῃ ἕκαστος βούλεται, ἀλλ’ ἵνα καταχρῆται αὐτὸς αὐτοῖς ἐπὶ τὸν σύνδεσμον τῆς πόλεως).
Για τον Πλάτωνα η βία, ο εξαναγκασμός, είναι αναγκαία για να συμμορφωθούν με το νόμο και να υπακούσουν στις κοινωνικές επιταγές οι απαίδευτοι. Οπότε δεν είναι καθόλου πράξη αδικίας ο εξαναγκασμός των φιλοσόφων να κατέβουν στο σπήλαιο και να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην κοινωνία. Και αυτό το χρέος το έχουν πολύ περισσότερο όσοι φιλόσοφοι δραστηριοποιούνται στην Αθήνα, επειδή η πόλη τους προίκισε με καλύτερη και τελειότερη παιδεία, ώστε να συμμετέχουν με επιτυχία και στη φιλοσοφία και στην πολιτική, σ’ αντίθεση με τους φιλόσοφους άλλων πόλεων που δεν οφείλουν σρ κανέναν τα «τροφεῖα» τους (οὐδ’ ἀδικήσομεν τοὺς παρ’ ἡμῖν φιλοσόφους γιγνομένους, ἀλλὰ δίκαια πρὸς αὐτοὺς ἐροῦμεν, προσαναγκάζοντες τῶν ἄλλων ἐπιμελεῖσθαί τε καὶ φυλάττειν).

Ο σκοπός του νόμου
· Ο σκοπός του νόμου είναι πώς θα εξασφαλίσει την ευτυχία σε όλο το κοινωνικό σύνολο της Πολιτείας.
· Για την εξυπηρέτηση αυτού του στόχου έχει στη διάθεσή του δύο μέσα:

► την πειθώ
► τη βία, τον εξαναγκασμό

· Έτσι οι πολίτες κατευθύνονται και καθοδηγούνται οι πολίτες ώστε να διαμορφωθεί ένα αρμονικό σύνολο μέσα στο οποίο ο κάθε πολίτης θα ωφελεί τους συμπολίτες του και θα ωφελείται από αυτούς.
· Η επιβολή του νόμου είναι μια απαραίτητη αναγκαιότητα που θα εξασφαλίσει την ευδαιμονία και την αυτάρκεια των πολιτών, κάτι που θα ήταν ανέφικτο με την ατομική δράση.

Όμως αυτές οι απόψεις του Πλάτωνα εγείρουν μια σειρά από ερωτήματα:


α) Η κοινωνική ευδαιμονία έχει μεγαλύτερη σημασία, περισσότερη βαρύτητα από την προσωπική ευδαιμονία;
β) Μπορούμε, διακηρύσσοντας την προτεραιότητα της κοινωνικής ευδαιμονίας, να υποβαθμίσουμε την ατομική ευδαιμονία;
γ) Μπορεί όμως μια πολιτεία, όσο και αν ο επιδιωκόμενος σκοπός είναι το καλό του κοινωνικού συνόλου, των πολιτών και όχι των λίγων, να στηριχτεί στη δύναμη της επιβολής και στην κρατική βία;
δ) Μπορεί η συμπεριφορά των πολλών να ρυθμιστεί από λίγους –έστω «φωτισμένους»- ανθρώπους με τη βία, όταν η πειθώ για διάφορους λόγους δεν επιτυγχάνεται;
ε) Κατ’ επέκταση νομιμοποιείται η χρήση της βίας όταν διακηρύσσεται ένας «καλός σκοπός»;

Ευδαιμονία της πόλης ή ευδαιμονία του ατόμου;

Το ερώτημα αφορά τι πρέπει να προτάσσεται: η ευδαιμονία του συνόλου ή η προσωπική ευδαιμονία του καθενός;

· Θουκυδίδης (2.60): «ἐγὼ γὰρ ἡγοῦμαι πόλιν πλείω ξύμπασαν ὀρθουμένην ὠφελεῖν τοὺς ἰδιώτας ἢ καθ' ἕκαστον τῶν πολιτῶν εὐπραγοῦσαν, ἁθρόαν δὲ σφαλλομένην. καλῶς μὲν γὰρ φερόμενος ἀνὴρ τὸ καθ' ἑαυτὸν διαφθειρομένης τῆς πατρίδος οὐδὲν ἧσσον ξυναπόλλυται, κακοτυχῶν δὲ ἐν εὐτυχούσῃ πολλῷ μᾶλλον διασῴζεται» [= Εγώ δηλαδή θεωρώ πως, αν η πολιτεία στο σύνολό της βρίσκεται σε καλή κατάσταση, ωφελεί κάθε πολίτη περισσότερο παρά όταν οι πολίτες ευτυχούν ο καθένας, αλλά η πολιτεία στο σύνολό της δυστυχεί. Όσο και αν ευτυχεί ένας ιδιώτης στις ιδιωτικές του υποθέσεις καταστρέφεται και ο ίδιος μαζί με την πατρίδα του, αν καταστραφεί εκείνη. Αν όμως δυστυχήσει, ενώ η πατρίδα του ευημερεί, έχει πολλές ελπίδες να σωθεί].
· Σοφοκλής, Αντιγόνη (189-190): ἥδ᾽ ἐστὶν ἡ σῴζουσα καὶ ταύτης ἔπι / πλέοντες ὀρθῆς τοὺς φίλους ποιούμεθα [= αυτή (η πόλη) είναι μοναδικό σωσίβιο και μόνο πάνω στης πόλης το σκαρί, ορθό σαν πλέει, δημιουργούμε τις φιλίες μας].
· Αριστοτέλης: η πόλη προηγείται οντολογικά και αξιολογικά ως όλον (ως σύνολο πολιτών) έναντι του μέρους (του κάθε πολίτη). Η πόλη μπορεί να φτάσει στην την ευδαιμονία μέσα από την αυτάρκεια και αυτή η ευδαιμονία διαχέεται σε όλους τους πολίτες.

Τα τρία αυτά αποσπάσματα είναι ενδεικτικά για την αντίληψη που ήταν πολύ διαδεδομένη στους αρχαίους Έλληνες ότι το πολιτειακό ιδεώδες (πολιτειακό ή κοινωνικό ιδεώδες: ο άνθρωπος ως άτομο - πολίτης πρέπει να θυσιάζεται για το σύνολο και την πατρίδα του κι αυτό αποτελεί την πλήρη καταξίωσή του) έχει πολύ μεγάλη σημασία και πρέπει να προτάσσεται των υπολοίπων. Πρόκειται για μια άποψη διαδεδομένη στον αρχαίο κόσμο σύμφωνα με την οποία: α) η καταστροφή της πατρίδας επιφέρει τη καταστροφή και στους πολίτες της, β) η ατομική ευτυχία βρίσκεται στη συλλογική

Η άποψη αυτή μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι ισχύει διότι:

α) η κοινωνία και η πολιτεία είναι ευεργέτες του ατόμου, αφού του προσφέρουν υλικά και πνευματικά αγαθά που μόνο του το άτομο δε θα μπορούσε να έχει.
β) Ό,τι ισχύει για το όλο ισχύει για το μέρος. Ένα ευτυχισμένο σύνολο κάνει ευτυχισμένα και τα άτομα που το αποτελούν. Αντίθετα ευτυχισμένα άτομα δε συνθέτουν πάντα ένα ευτυχισμένο σύνολο.
γ) Η κοινωνία ως αξία είναι ανώτερη από το άτομο. Η απώλεια ενός ατόμου επηρεάζει μόνο πρόσκαιρα την εξέλιξη μιας κοινωνίας. Αυτή εξακολουθεί να υπάρχει και μετά το θάνατο πολλών από τα μέλη της.
δ) Η κατάρρευση μιας κοινωνίας, ενός κοινωνικού συτήματος μπορεί να παρασύρει και να καταστρέψει πολύ περισσότερα άτομα.

Το ζήτημα δεν είναι η θεωρητική ορθότητα των παραπάνω θέσεων, αλλά η κοινωνική τους δυναμική. Η πλειοψηφία ασπάζεται αυτές τις θέσεις και «θεωρητικά» τις υποστηρίζει. Όμως πόσοι ενσυνείδητα τις κάνουν πράξη, ζουν με αυτές, φροντίζουν για την εδραίωσή τους και την εξέλιξή τους. Το ζήτημα που προκύπτει έχει να κάνει με το χάσμα ανάμεσα στη θεωρητική παραδοχή αυτών των θέσεων και με την πρακτική εξάσκηση των ακριβώς αντιθέτων. Πόσο δηλαδή πέρα από όσα υποστηρίζουμε θεωρητικά τελικά μας απασχολεί το «εγώ» και η προάσπιση του ατομικού μας συμφέροντος και μόνο.

Ο αυστριακός φιλόσοφος Karl Popper υποστήριξε ότι ο Πλάτωνας θεωρεί την ευδαιμονία της Πολιτείας ως κάτι ανώτερο και ανεξάρτητο από την ευδαιμονία των πολιτών και των κοινωνικών ομάδων. Υποστήριξε ότι ο Πλάτωνας προτάσσει την πόλη, το σύνολο, έναντι του ατόμου με τρόπο μηχανιστικό και αυτό συνιστά μια ολοκληρωτική αρχή, επειδή ενδέχεται το κράτος να είναι ισχυρό, αλλά οι πολίτες δυστυχείς. Τα περισσότερα από τα αναίρεσε ο Gregory Vlastos.

Όμως το βασικό ερώτημα του παραμένει: Τελικά πώς εξασφαλίζεται σε μια κοινωνία η ατομική και η συλλογική ευτυχία;

1. Η συλλογική ευτυχία πρέπει να νοείται ως ευτυχία ατόμων. Όχι ως ευτυχία κάποιων ομάδων, ούτε μιας πρακτικής επιβολής μιας ιδεολογίας, μιας δέσμης ιδεών ή μιας «επίκλησης» στο κοινό καλό (χωρίς να ορίζεται και να οριοθετείται αυτό).
2. Το κράτος και ο νόμος πρέπει να δρουν έχοντας στόχο να εξασφαλίσουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο το κάθε άτομο:
· θα αναγνωρίζεται στην ατομικότητά του, στη διαφορετικότητά του από τα άλλα άτομα, και ταυτόχρονα θα μπορεί να εκφράζει αυτή του τη διαφορετικότητα.
· θα μπορεί να κάνει ελεύθερα τις επιλογές που αρμόζουν στην προσωπικότητα του, να μπορεί να εκφράζει ελεύθερα τις πεποιθήσεις του, τις ιδέες του, τα πιστεύω του χωρίς καταναγκασμό.
· θα εξασφαλίζει συνθήκες ελευθερίας στα άτομα και αναγνώρισης της διαφορετικής προσωπικότητας του καθενός. Ο καθένας να μπορεί ελεύθερα να αποφασίζει για τη ζωή του.
· Δηλαδή το κράτος πρέπει να δρα με κύριο άξονα την κατοχύρωση, προάσπιση και ενδυνάμωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι ένα σύνολο (δεν μοιράζονται, δε παρέχονται μεμονωμένα, δε παρέχονται σε συγκεκριμένες ομάδες) και θέτουν τα ίδια τα όρια στο κάθε άτομο σε σχέση με τα υπόλοιπα με τα οποία συμβιώνει.

4. Κάθε άλλη εδραίωση και οριοθέτηση της ελευθερίας μπορεί πολύ εύκολα να διολισθήσει σε ολοκληρωτικές πρακτικές.
5. Και οι μηχανισμοί που εδραιώνουν αυτή την ελευθερία είναι συλλογικοί και κυρίως δημοκρατικοί. Είναι μια δημοκρατία που δεν επιβάλλει μόνο τις απόψεις της πλειοψηφίας, αλλά δίνει θέση, λαμβάνει υπόψη της τη διαφωνία, τη μειοψηφία. Όσοι διαφοροποιούνται δεν είναι μόνο σίγουροι ότι μπορούν ελεύθερα να εκφράσουν τη διαφωνία τους, αλλά στο τελικό αποτέλεσμα θα υπάρχει και ένα κομμάτι της διαφωνίας τους, το τελικό αποτέλεσμα δε θα τους παραβλέπει απαξιωτικά ούτε και θα τους προσβάλει.

Οι σχέσεις πολιτών και νόμου
Το πλαίσιο:

Ο νόμος είναι αναγκαίος: Για να ικανοποιήσει το άτομο τις βασικές του ανάγκες επιβάλλεται να οργανωθεί και να συμβιώσει με άλλα άτομα. Η βοήθεια και η προστασία που προσφέρουν το ένα στο άλλο είναι οι δεσμοί που συνέχουν το κοινωνικό σύνολο. Η ένωση των πολιτών πραγματώνεται με την ωφέλεια που προσφέρει ο ένας στον άλλο, ανάλογα με της ικανότητές του. Η αλληλεγγύη είναι βασική προϋπόθεση (αλλά όχι βέβαια και επαρκής) για να επιβιώσει μια ομάδα.
Η αναγκαιότητα της αρμονίας/αρμονικότητας στην Πολιτεία:
Στην Πολιτεία οι σχέσεις ανάμεσα στους πολίτες είναι αρμονικές, δηλαδή οι πολίτες είναι ενωμένοι μεταξύ τους, έστω και αν χρειαστεί αυτό να επιβληθεί όχι μόνο με την πειθώ, αλλά και με τον εξαναγκασμό.
Η αναγκαιότητα της δικαιοσύνης: Η Πολιτεία του Πλάτωνα έχει τέσσερα βασικά χαρακτηριστικά: σοφία, ανδρεία, σωφροσύνη (αυτοκυριαρχία, νομιμοφροσύνη), δικαιοσύνη.

Δίκαιη πολιτεία = κάθε στοιχείο εκπληρώνει το έργο που του έχει ανατεθεί.

Οπότε ο νόμος:
1. Αναζητά τους τρόπους που θα ευτυχήσουν όλες οι κοινωνικές ομάδες
2. Επιδιώκει να κρατήσει ενωμένους τους πολίτες με την πειθώ και τον εξαναγκασμό.
3. Ενεργεί έτσι ώστε ο κάθε πολίτης να προσφέρει την ωφέλειά του στο κοινωνικό σύνολο.
4. Περιορίζει την ασυδοσία.
5. Οργανώνει τους πολίτες έτσι ώστε να επιτυγχάνεται και να διατηρείται η ενότητα στην πόλη.

Η προσωποποίηση του νόμου στο κείμενο
Στο απόσπασμα αυτό ο νόμος προσωποποιείται. Στόχος του Πλάτωνα να δώσει έμφαση στο ρόλο του νόμου μέσα στην Πολιτεία και να κάνει το κείμενό του πιο ζωντανό, πιο εναργές, πιο άμεσο.

Οι φράσεις που δείχνουν αυτό είναι κυρίως ρηματικοί τύποι:
1. νόμῳ οὐ τοῦτο μέλει
2. μηχανᾶται
3. συναρμόττων τοὺς πολίτας πειθοῖ τε καὶ ἀνάγκῃ
4. ποιῶν μεταδιδόναι
5. καὶ αὐτὸς ἐμποιῶν τοιούτους ἄνδρας ἐν τῇ πόλει
6. οὐχ ἵνα ἀφιῇ

7. ἀλλ’ ἵνα καταχρῆται αὐτὸς

από suumquique-suumquique

Πλάτωνα «Πολιτεία», Ενότητα 12η
Allegory of the Cave - Σχόλια

Πλάτωνα  «Πολιτεία», Ε 12 - [519b-d]


Ενότητα 12

Η απροθυμία των φιλοσόφων

Η αλληγορία του σπηλαίου – ο συμβολισμός της:



Διαδοχικές καταστάσεις των δεσμωτών στο σπήλαιο
Διαδοχικές καταστάσεις των ανθρώπων στη γη
   Το σπήλαιο: οι δεσμώτες βλέπουν μόνο σκιές των πραγμάτων και αυτά που βλέπουν ότι είναι τα ίδια τα πράγματα
    Ο κόσμος του σπηλαίου είναι ο αισθητός κόσμος, η αισθητή πραγματικότητα, ό,τι μπορεί να αποτυπωθεί μέσω των αισθήσεων. Οι απαίδευτοι άνθρωποι βλέπουν τα αισθητά πράγματα και θεωρούν ότι αυτά και μόνο αυτά είναι τα αληθινά όντα.
   Ένας δεσμώτης μπορεί να βοηθηθεί για να ανεβεί από το σπήλαιο, να βγει έξω στο φως και να αντικρίσει την αληθινή μορφή των πραγμάτων. 
     Ο κόσμος έξω από το σπήλαιο, που φωτίζεται από τον ήλιο, είναι η νοητή πραγματικότητα, ο νοητός κόσμος, ο κόσμος των Ιδεών. Ο ήλιος που λάμπει συμβολίζει την Ιδέα του Αγαθού.
Η «ανάβαση» από το σπήλαιο στον πραγματικό κόσμο ισοδυναμεί με την άνοδο στον κόσμο του νοητού, στο φως της αλήθειας. Ισοδυναμεί με τη λύτρωση του ανθρώπου.
Με τη βοήθεια της παιδείας μπορεί η διάνοια ενός ανθρώπου να υψωθεί από τα αισθητά στα νοητά και να στραφεί προς τα αληθινά όντα που είναι οι Ιδέες.
   Τα μάτια του δεσμώτη θαμπώνονται από την ξαφνική λάμψη. Η όρασή του χρειάζεται εξοικείωση.
     Ο νους του ασυνήθιστου στην παιδεία αδυνατεί να αντικρίσει απευθείας τα αληθινά όντα. Χρειάζεται ακόμα εξοικείωση.
Η ανάβαση και η έξοδος από το σπήλαιο είναι μια διαδικασία δύσκολη, συνεχής, επίμοχθη, γεμάτη εμπόδια και καταναγκασμούς.
     Ο πρώην δεσμώτης εξασκείται να βλέπει τα καθρεφτίσματα των πραγμάτων στο νερό και το φως των άστρων τη νύχτα.
     Ο πρώην απαίδευτος εξασκεί τη διάνοιά του στις εύλογες μαθήσεις και στις πιο προσιτές βαθμίδες γνώσης.
     Το φως του ήλιου την ημέρα θα το αντικρίσει τελευταίο και θα αισθανθεί πανευτυχής από την υπέροχη αυτή θέα.
     Την ιδέα του αγαθού ο νους θα την ατενίσει τελευταία και από την ασύγκριτη θέα θα γνωρίσει την υπέρτατη ευτυχία.
     Όταν ο απελευθερωμένος δεσμώτης αντικρίσει τον ήλιο, θα τον αναγνωρίσει όχι μόνο ως πηγή φωτός, αλλά και ως αίτιο ζωής και όρασης κα κάθε αίσθησης της ζωής.
     Όταν ο άνθρωπος απολαύσει την άμεση θέα της ιδέας του αγαθού, θα διανοηθεί ότι αυτή είναι η πηγή της γνώσης, αλλά και η αιτία ύπαρξης και αληθινής γνώσης των όντων.
     Θα αναλογίζεται με θλίψη την αρχική του κατάσταση και δε θα θέλει ποτέ να επιστρέψει στη σκοτεινή ζωή του σπηλαίου και να δοκιμάσει πάλι τις πρώτες του απατηλές εμπειρίες. Όμως η επιστροφή αποτελεί χρέος για το φωτισμένο.
     Θα ελεεινολογεί την αρχική του κατάσταση και δε θα θέλει να επιστρέψει κοντά στους απαίδευτους, οι οποίοι χωρίς αληθινή γνώση ζουν με την ψευδοεπιστήμη των ορατών πραγμάτων. Όμως αυτό είναι το ηθικό χρέος των μορφωμένων.



Τα βασικά θέματα που θέτει η αλληγορία του σπηλαίου είναι:

1.     Η επίδραση που ασκεί η παιδεία στην ανθρώπινη φύση μέσω της θέασης του Αγαθού και της τελείωσης του ανθρώπου.

2.     Στην υποχρέωση που έχει ο ορθώς πεπαιδευμένος, δηλαδή ο φιλόσοφος, να «φωτίσει» τους συνανθρώπους του.

3.     Στην αντίθεση ανάμεσα στον κόσμο που συλλαμβάνουμε με τις αισθήσεις και στον κόσμο της νόησης.

4.     Στην κύρια αποστολή της Πολιτείας, που είναι η εξασφάλιση της ευτυχίας, της ευδαιμονίας όλων των πολιτών της.

5.     Στην κυρίαρχη άποψη ότι ο νόμος οφείλει να αποβλέπει στο «φωτισμό» και επομένως στην ευδαιμονία όλων των πολιτών και να υποχρεώνει αυτούς που μπορούν να βοηθήσουν και τους απαίδευτους να πραγματοποιήσουν τη δική τους ανάβαση προς τη θέα του Αγαθού, για να μπορέσουν να ασκήσουν συνειδητά την αρετή.


  μήτε τοὺς ἀπαιδεύτους καὶ ἀληθείας ἀπείρους ἱκανῶς ἄν ποτε πόλιν ἐπιτροπεῦσαι: Στην Πολιτεία ο Πλάτωνας σχεδιάζει ένα πραγματικό κράτος παιδείας. Όλοι οι θεσμοί και όλες οι λειτουργίες Αυτό είναι το κριτήριο με το οποίο αναδεικνύονται οι «ἐπιτροπεύοντες τήν πόλιν», οι πολιτικοί ταγοί που είναι και ταυτόχρονα και πνευματικοί ηγέτες, οι οποίοι δεν εξουσιάζουν, αλλά επιτροπεύουν. Οι απαίδευτοι λοιπόν δεν είναι δυνατό να επαρκέσουν γι’ αυτό το καθήκον, γιατί στερούνται την αρετή, αφού η αρετή είναι γνώση.

   Οι απαίδευτοι είναι αυτοί που δεν απέκτησαν όχι απλώς μάθηση περί της αλήθειας, αλλά άμεση προσωπική εμπειρία της ίδιας της αλήθειας. Η καθαυτό αλήθεια είναι νοερή ιδέα που λάμπει μέσα μας ύστερα από εξάσκηση και ο νους την ατενίζει άμεσα. Σύμφωνα με το πλατωνικό λεκτικό ο νους θεάται την αλήθεια. Αυτή η άμεση θέα της αλήθειας που υπερβαίνει την απλή μάθηση είναι η εμπειρία («πεῖρα») που δε διαθέτουν οι απαίδευτοι, είναι «ἄ-πειροι» από αυτήν.

   Αφού λοιπόν σκοπός της πολιτείας είναι το αγαθό και μέσο για την κατάκτησή του είναι η γνώση και η αρετή, είναι λογικό οι άπειροι της αλήθειας, οι απαίδευτοι να μην μπορούν να κυβερνήσουν σωστά.


  μήτε τοὺς ἐν παιδείᾳ ἐωμένους διατρίβειν διὰ τέλους: Δεν πρόκεται για αναφορά στη «δια βίου παιδεία», που είναι ένας αναχρονισμός για τα δεδομένα της εποχής. Η φράση αναφέρεται στην αποκλειστική ενασχόληση με τη θεωρητική μάθηση, με το φιλοσοφικό στοχασμό, και τέλεια αποκοπή («διὰ τέλους») από κάθε εξωτερική πολιτική ή κοινωνική δραστηριότητα. Είναι μοναχικοί τύποι και απόκοσμοι που προτιμούν να ζουν στο δικό τους κόσμο. Είναι γνώρισμα πολλών πνευματικών ανθρώπων που μένουν (μάλλον έμεναν άλλοτε) κλεισμένοι στη μακαριότητά  τους και ο Πλάτωνας τους επικρίνει, γιατί εκτιμά ότι αυτό είναι τόσο κακό όσο και απαιδευσία.


Αυτή η στάση τους μπορεί να οφείλεται:

α) σε υπεροψία και έλλειψη σεβασμού προς τους συμπολίτες τους.

β) στην αίσθηση ευτυχίας που μπορεί να αντλούν οι πνευματικοί άνθρωποι από το έργο τους όπως το κάνουν.

γ) στην αίσθηση σεβασμού και προσήλωσης στο πνευματικό έργο τους, για το οποίο και μόνο αισθάνονται αρμόδιοι και θεωρούν την επιτέλεσή του ανώτερο χρέος τους.

δ) στην πρόθεσή τους να αποφύγουν διαταραχές που οι δημόσιες δραστηριότητες προκαλούν (ένταση, φροντίδες, δυσαρέσκειες, συγκρούσεις, πικρίες) [όλα αυτά ο Πλάτωνας τα αποκαλεί «πόνοι»].

Με αυτή τους όμως τη συμπεριφορά οι πνευματικοί άνθρωποι στερούν από το εαυτό τους και από ευχάριστα επακόλουθα:

α) κοινωνική προβολή

β) ηθική ικανοποίηση

γ) κύκλος γνωριμιών

δ) επευφημίες, τιμητικές διακρίσεις [όλα αυτά ο Πλάτωνας τα αποκαλεί «τιμαί»].

Έχει σημασία αυτή η κρίση του Πλάτωνα, λαμβάνοντας υπόψη και την προσωπική του εμπλοκή με τα πολιτικά δρώμενα στη Σικελία. Για τον Πλάτωνα ο διανοούμενος δεν πρέπει να αποκόπτεται από το κοινωνικό γίγνεσθαι, αλλά να έχει επαφή και εμπλοκή με αυτό. Ο διανοούμενος πρέπει να είναι ένας «οργανικός διανοούμενος».


 σκοπὸν ἐν τῷ βίῳ οὐκ ἔχουσιν ἕνα: Έχοντας κάποιος στη ζωή του ένα στόχο, μόνιμο και σταθερό, ενοποιεί χάρη σ’ αυτόν όλες τις δραστηριότητές του και συμπεριφέρεται παντού με συνέπεια. Αντίθετο με όλα αυτά είναι ο άστατος χαρακτήρας.


 τάς βελτίστας φύσεις: οι καλύτεροι από τη φύση τους, αυτοί που έχουν ευνοηθεί από τη φύση τους και από γεννησιμιού τους διαθέτουν όλα εκείνα τα εφόδια (οξύνοια νου και δυνάμεις ψυχής) που, όταν απελευθερωθούν με τη μάθηση και την παιδεία μπορούν να οδηγήσουν στην προσέγγιση, στη θέαση του αγαθού. Ο Πλάτωνας δεν πιστεύει ότι όλοι οι άνθρωποι είναι από τη φύση τους προικισμένοι για να φτάσουν μέσω της παιδείας στη θέαση του αγαθού. Η άποψη του Πλάτωνα, χωρίς να παραβλέπουμε τη σημασία που αποδίδει στο ρόλο της παιδείας, φαντάζει «αρχαϊκή» και προσιδιάζει σε μια «αριστοκρατία του πνεύματος» την οποία φαίνεται να οραματίζεται και στη συγκρότηση της οποίας παίζει ρόλο η φύση και τα φυσικά χαρίσματα που έχει ένας άνθρωπος.


  Το ζήτημα που θέτει έμμεσα εδώ ο Πλάτωνας είναι το εξής:

·   τι εμποδίζει κάποιους ανθρώπους να μορφωθούν, να αποκτήσουν παιδεία;

·   είναι οι φυσικές μειονεξίες τους;

·   αυτές φυσικές μειονεξίες είναι πραγματικές ή πρόκειται σε μεγάλο βαθμό για κοινωνικές κατασκευές;

·   γιατί κάποιοι άνθρωποι ξεχωρίζουν στο ζήτημα της παιδείας και κάποιοι άλλοι φαίνεται να μην το πετυχαίνουν;

·   που οφείλεται η κοινωνική ανισότητα στην εκπαίδευση;


   πρὸς τὸ μάθημα ὃ ἐν τῷ πρόσθεν ἔφαμεν εἶναι μέγιστον, ἰδεῖν τε τὸ ἀγαθὸν: Το μέγιστο μάθημα είναι η διδασκαλία της θεωρίας των Ιδεών που οδηγεί στην άμεση θέαση του αγαθού. Ο Πλάτωνας δε δίνει σαφή ερμηνεία του όρου αγαθόν. Γι’ αυτό και στην αρχαιότητα η φράση Πλάτωνος ἀγαθόν είχε παροιμιακό χαρακτήρα και αναφερόταν σε κάτι ασαφές και σκοτεινό.

Το αγαθό σύμφωνα με τον Πλάτωνα μπορεί να είναι:

α) Το εἶναι και ό,τι διατηρεί το εἶναι

β) Η τάξη, ο κόσμος και η ενότητα που διαπερνά και συνέχει την πολλαπλότητα.

γ) Ό,τι παρέχει την αλήθεια και την επιστήμη.

δ) Το έσχατο τέρμα, δηλαδή η ύψιστη αρχή και πηγή του όντος και της γνώσης.


Οι όροι/λέξεις του κειμένου που συνδέονται με το αγαθό: μέγιστον μάθημα, ἀναβῆναι, ἀνάβασιν, ἀναβάντες, ἴδωσι, ἀφικέσθαι, ἰδεῖν.




   ἀναβῆναι ἐκείνην τὴν ἀνάβασιν: Για τον Πλάτωνα για να φτάσει η ψυχή στη θέα των Ιδεών και μάλιστα στη θέαση της κορυφαίας Ιδέας όλων, δηλαδή του αγαθού, πραγματοποιεί μια ανύψωση από τα γήινα ενδιαφέροντα προς τα ανώτερα αντικείμενα της νόησης, από τα αισθητά ή ορατά στα νοητά.

Φυσικά αυτή δεν είναι μόνιμη κατάσταση της ψυχής, αλλά ανώτερη διαδικασία και άσκηση πνευματικής αναζήτησης, που είναι αναγκαία για ορισμένο θεωρητικό σκοπό και έχει συγκεκριμένη κάθε φορά κατάληξη. Μετά την «ανάβασιν» υπάρχει επομένως επάνοδος και «κατάβασις» της ψυχής στα λιγότερο θεωρητικά και περισσότερο πρακτικά, όπως είναι τα κοινωνικά και πολιτικά, ενδιαφέροντά της.


   πάλιν καταβαίνειν παρ’ ἐκείνους τοὺς δεσμώτας μηδὲ μετέχειν τῶν παρ’ ἐκείνοις πόνων τε καὶ τιμῶν: Ο Πλάτωνας αφού αναφέρθηκε στις δύο (02) ομάδες που θεωρεί ακατάλληλες για τη διακυβέρνηση της Πολιτείας (στους απαίδευτους και στους στοχαστές που παραμένουν κλεισμένοι στον κόσμο τους) μιλάει για το χρέος των φιλοσόφων, όσων δηλαδή έχουν φτάσει στην ενόραση του αγαθού. Αυτοί οφείλουν να κατέβουν στο σπήλαιο, να ασχοληθούν δηλαδή με την πολιτική και να αναλάβουν τη διακυβέρνηση της Πολιτείαςς και να διαφωτίσουν τους αμόρφωτους δεσμώτες.

Χρέος των φιλοσόφων είναι διπλό: γνώση και πράξη. Η γνώση έχει σημασία όταν προσανατολίζεται στην πράξη και η πράξη όταν καθοδηγείται, ελέγχεται και αξιολογείται από τη γνώση. Μόνο τότε η ζωή προσανατολίζεται στο κοινό καλό, διαφορετικά επικρατεί το ατομικό συμφέρον.

Οι φύλακες και οι άρχοντες βασιλιάδες, που βγήκαν από το σκοτάδι και τις σκιές του σπηλαίου στο αληθινό φως και μπόρεσαν να δουν το αγαθό δε θέλουν να ξανακατέβουν στο σπήλαιο και να βοηθήσουν και τους άλλους δεσμώτες να ελευθερωθούν και να αναλάβουν τη διακυβέρνηση της πολιτείας. Θέλουν να μείνουν για πάντα στον κόσμο του φωτός και να απολαμβάνουν την ευτυχία της θέασης του αγαθού. Η επιστροφή στο σπήλαιο, η κατάβαση σ’ αυτό είναι μια επώδυνη διαδικασία που συνδέεται με πόνους και θυσίες. Πρέπει να διαπραγματευθούν μια σειρά από πράγματα που στα μάτια όσων είχαν την εμπειρία θέασης του αγαθού φαντάζουν «μικρά», «δευτερεύοντα», «ήσσονος σημασίας». Επιπλέον, η επιστροφή στο σπήλαιο μπορεί να είναι και μια επικίνδυνη διαδικασία: οι φιλόσοφοι μπορεί να μην γίνουν κατανοητοί, να παρεξηγηθούν και να αντιμετωπίσουν ποικίλους κινδύνους (ακόμη και το θάνατο, όπως π.χ. ο Σωκράτης).

Αυτό είναι ένα σημαντικό πρόβλημα για τους ιδρυτές (=οικιστές) της Πολιτείας. Πρέπει να προβλέψουν εκείνους τους τρόπους που θα αναγκάσουν τους ανθρώπους τους πνεύματος να ασχοληθούν με την πολιτική και να αναλάβουν τη διακυβέρνηση της πολιτείας. Πρέπει να βρουν εκείνους τους τρόπους που θα εξαναγκάσουν τους φιλόσοφους, αφού «υψωθούν» προς το μέγιστο μάθημα, τη θέαση των Ιδεών και του Αγαθού, και απολαύσουν την ευδαιμονία της Ιδέας, να επιστρέψουν στους πρώην συνδεσμώτες τους, να κατέβουν στο σπήλαιο, να ασχοληθούν με πράγματα ήσσονος σημασίας γι’ αυτούς με στόχο να τους βοηθήσουν και να τους οδηγήσουν από το σκοτάδι στο φως.