Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

Η ακουστική της Επιδαύρου

Το μυστήριο της ακουστικής της Επιδαύρου, εξαίρετος ήχος μόνο της Ελληνικής γλώσσας...

Η εξαίρετη ακουστική για την οποία το Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου είναι διάσημο, οφείλεται στα πέτρινα εδώλια του (στα καθίσματα των θεατών), καθώς το σχήμα και η διάταξή τους είναι ιδανικά για το φιλτράρισμα των θορύβων χαμηλής συχνότητας, καταδεικνύει η έρευνα ειδικών επιστημόνων. 

Ήδη από τον 1ο π.Χ αιώνα, ο Ρωμαίος αρχιτέκτονας Βιτρούβιος θαύμαζε το πώς οι αρχαίοι Έλληνες είχαν διαρρυθμίσει τα καθίσματα της Επιδαύρου «σύμφωνα με την επιστήμη της αρμονίας» για να ακούγονται καθαρότερα οι φωνές των ηθοποιών. Ακόμα και ο παραμικρότερος ψίθυρος στη σκηνή του θεάτρου ακούγεται πεντακάθαρα στις τελευταίες θέσεις σε απόσταση 60 μέτρων.
    
Εκτός από τις αρχαίες πηγές, «σύγχρονες ακουστικές έρευνες αποδεικνύουν ότι στα αρχαία θέατρα έχουν εφαρμοστεί βασικές αρχές σχεδιασμού που εξασφαλίζουν ηχοπροστασία, ακουστική ζωντάνια, διαύγεια και καταληπτότητα του θεατρικού λόγου. Μια από τις βασικότερες αρχές είναι η ενίσχυση της φωνής με έγκαιρες, θετικές ηχοανακλάσεις επάνω σε στοιχεία του θεάτρου (δάπεδο ορχήστρας, πρόσοψη κτιρίου σκηνής, λογείο), για την εξασφάλιση ενός φυσικού, αυτοδύναμου (παθητικού) μεγαφώνου, που αναπληρώνει τις ενεργειακές απώλειες, κυρίως στα υψηλότερα καθίσματα του κοίλου».
        
Οι υπολογισμοί τους έδειξαν ότι οι κλιμακωτές θέσεις του θεάτρου λειτουργούν ως ηχητικό φίλτρο, καθώς το σχήμα τους είναι ιδανικό για να καταστέλλει τους ήχους χαμηλής συχνότητας, κύριο συστατικό του θορύβου. Η διάταξη των θέσεων, που θυμίζει τα πάνελ ηχομόνωσης σε σχήμα αυγοθήκης, φιλτράρει τις συχνότητες κάτω από 500 Hertz, όπως το μουρμούρισμα του κοινού και το θρόισμα των φύλλων.
         
Η εξασθένιση των χαμηλών συχνοτήτων επιτρέπει να ακούγονται πλουσιότερες οι φωνές των ηθοποιών, που αποτελούνται κυρίως από υψηλές συχνότητες. Η αφαίρεση των χαμηλών τόνων από τις φωνές δεν δημιουργεί πρόβλημα, καθώς ο ανθρώπινος εγκέφαλος μπορεί να συμπληρώνει τις συχνότητες που λείπουν – ένα φαινόμενο που αξιοποιείται σε ηχεία μικρού όγκου τα οποία ακούγονται στο αφτί πολύ μεγαλύτερα.
     
Οι ερευνητές παραδέχονται ότι η παρουσία κοινού στο θέατρο πιθανότατα θα άλλαζε την ακουστική του με τρόπο που δεν είναι εύκολο να υπολογιστεί, λόγω του περίπλοκου σχήματος και της ανομοιογένειας του ανθρώπινου σώματος. Υποστηρίζουν όμως ότι τα συμπεράσματά τους για το θέατρο της Επιδαύρου θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν στο σχεδιασμό σταδίων με καλύτερη, φυσική ακουστική.
      
Η λέξη Επίδαυρος σημαίνει «Δρα Επί της Αύρας»…
Δεν είναι τυχαία και η ύπαρξη των Ασκληπιείων εκεί, που έχει να κάνει με τον ήχο, την ακουστική, την επίγεια μουσική αρμονία η οποία συγχρονίζεται με την συμπαντική μουσική αρμονία και την ίαση.
     
Η ακουστική λοιπόν στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου έχει το αξιοπερίεργο, ότι έτσι όπως ακούγονται καθαρά τα Ελληνικά εκεί, δεν μπορούν να ακουστούν άλλες γλώσσες, υπάρχει δηλ. κάποιου είδους συντονισμού του ήχου, της Μαθηματικής Ελληνικής γλώσσας, του χώρου και της ακουστικής, και αυτό γιατί η Ελληνική γλώσσα είναι μουσική γλώσσα.

Γνωστή δε η σχέση μεταξύ μουσικής αρμονίας και των μαθηματικών και των μαθηματικών με την αρμονία του σύμπαντος, όπως επίσης γνωστό είναι ότι στην αρχαία Ελλάδα η μουσική, η αριθμητική η γεωμετρία και η αστρονομία ήταν αδελφές επιστήμες . 

anixneuseis.gr
Διαδώστε την "Ιδεοπηγή"

Κυριακή, 26 Μαρτίου 2017

Ελληνική γλώσσα: Η ανώτερη μορφή γλώσσας

Η Αγγλική γλώσσα έχει 490.000 λέξεις από τις οποίες 41.615 λέξεις είναι από την Ελληνική γλώσσα..                                                                            (βιβλίο Γκίνες)
Η Ελληνική με την μαθηματική δομή της είναι η γλώσσα της πληροφορικής και της νέας γενιάς των εξελιγμένων υπολογιστών, διότι μόνο σ’ αυτήν δεν υπάρχουν όρια.
(Μπιλ Γκέιτς, Microsoft)
Η Ελληνική και η Κινέζικη, είναι οι μόνες γλώσσες με συνεχή ζώσα παρουσία από τους ίδιους λαούς και…..στον ίδιο χώρο εδώ και 4.000 έτη. Όλες οι γλώσσες θεωρούνται κρυφοελληνικές, με πλούσια δάνεια από τη μητέρα των γλωσσών, την Ελληνική.
(Francisco Adrados, γλωσσολόγος).

Η Ελληνική γλώσσα έχει λέξεις για έννοιες οι οποίες παραμένουν χωρίς απόδοση στις υπόλοιπες γλώσσες, όπως άμιλλα, θαλπωρή και φιλότιμο Μόνον η Ελληνική γλώσσα ξεχωρίζει τη ζωή από το βίο, την αγάπη από τον έρωτα. Μόνον αυτή διαχωρίζει, διατηρώντας το ίδιο ριζικό θέμα, το ατύχημα από το δυστύχημα, το συμφέρον από το ενδιαφέρον.
Το εκπληκτικό είναι ότι η ίδια η Ελληνική γλώσσα μας διδάσκει συνεχώς πώς να γράφουμε σωστά. Μέσω της ετυμολογίας, μπορούμε να καταλάβουμε ποιός είναι ο σωστός τρόπος γραφής ακόμα και λέξεων που ποτέ δεν έχουμε δει ή γράψει.
Το «πειρούνι» για παράδειγμα, για κάποιον που έχει βασικές γνώσεις Αρχαίων Ελληνικών, είναι προφανές ότι γράφεται με «ει» και όχι με «ι» όπως πολύ άστοχα το γράφουμε σήμερα. Ο λόγος είναι πολύ απλός, το «πειρούνι» προέρχεται από το ρήμα «πείρω» που σημαίνει τρυπώ-διαπερνώ, ακριβώς επειδή τρυπάμε με αυτό το φαγητό για να το πιάσουμε.
Επίσης η λέξη «συγκεκριμένος» φυσικά και δεν μπορεί να γραφτεί «συγκεκρυμμένος», καθώς προέρχεται από το «κριμένος» (αυτός που έχει δηλαδή κριθεί) και όχι βέβαια από το «κρυμμένος» (αυτός που έχει κρυφτεί). Άρα το να υπάρχουν πολλά γράμματα για τον ίδιο ήχο (π.χ. η, ι, υ, ει, οι κτλ) όχι μόνο δεν θα έπρεπε να μας δυσκολεύει, αλλά αντιθέτως να μας βοηθάει στο να γράφουμε πιο σωστά, εφόσον βέβαια έχουμε μια βασική κατανόηση της γλώσσας μας.
Επιπλέον η ορθογραφία με την σειρά της μας βοηθάει αντίστροφα στην ετυμολογία αλλά και στην ανίχνευση της ιστορική πορείας της κάθε μίας λέξης. Και αυτό που μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε την καθημερινή μας νεοελληνική γλώσσα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, είναι η γνώση των Αρχαίων Ελληνικών.
Είναι πραγματικά συγκλονιστικό συναίσθημα να μιλάς και ταυτόχρονα να συνειδητοποιείς τι ακριβώς λές, ενώ μιλάς και εκστομίζεις την κάθε λέξη ταυτόχρονα να σκέφτεσαι την σημασία της.
Είναι πραγματικά μεγάλο κρίμα να διδάσκονται τα Αρχαία με τέτοιο φρικτό τρόπο στο σχολείο ώστε να σε κάνουν να αντιπαθείς κάτι το τόσο όμορφο και συναρπαστικό.

Η ΣΟΦΙΑ
Στη γλώσσα έχουμε το σημαίνον (την λέξη) και το σημαινόμενο (την έννοια). Στην Ελληνική γλώσσα αυτά τα δύο έχουν πρωτογενή σχέση, καθώς αντίθετα με τις άλλες γλώσσες το σημαίνον δεν είναι μια τυχαία σειρά από γράμματα. Σε μια συνηθισμένη γλώσσα όπως τα Αγγλικά μπορούμε να συμφωνήσουμε όλοι να λέμε το σύννεφο car και το αυτοκίνητο cloud, και από την στιγμή που το συμφωνήσουμε να ισχύει. Στα Ελληνικά κάτι τέτοιο είναι αδύνατον. Γι’ αυτό το λόγο πολλοί διαχωρίζουν τα Ελληνικά σαν «εννοιολογική» γλώσσα από τις υπόλοιπες «σημειολογικές» γλώσσες.
Μάλιστα ο μεγάλος φιλόσοφος και μαθηματικός Βένερ Χάιζενμπεργκ είχε παρατηρήσει αυτή την σημαντική ιδιότητα για την οποία είχε πει «Η θητεία μου στην αρχαία Ελληνική γλώσσα υπήρξε η σπουδαιότερη πνευματική μου άσκηση. Στην γλώσσα αυτή υπάρχει η πληρέστερη αντιστοιχία ανάμεσα στην λέξη και στο εννοιολογικό της περιεχόμενο».
Όπως μας έλεγε και ο Αντισθένης, «Αρχή σοφίας, η των ονομάτων επίσκεψις». Για παράδειγμα ο «άρχων» είναι αυτός που έχει δική του γη (άρα=γή + έχων). Και πραγματικά, ακόμα και στις μέρες μας είναι πολύ σημαντικό να έχει κανείς δική του γη / δικό του σπίτι.
Ο «βοηθός» σημαίνει αυτός που στο κάλεσμα τρέχει. Βοή=φωνή + θέω=τρέχω. Ο Αστήρ είναι το αστέρι, αλλά η ίδια η λέξη μας λέει ότι κινείται, δεν μένει ακίνητο στον ουρανό (α + στήρ από το ίστημι που σημαίνει στέκομαι).
Αυτό που είναι πραγματικά ενδιαφέρον, είναι ότι πολλές φορές η λέξη περιγράφει ιδιότητες της έννοιας την οποίαν εκφράζει, αλλά με τέτοιο τρόπο που εντυπωσιάζει και δίνει τροφή για τη σκέψη.
Για παράδειγμα ο «φθόνος» ετυμολογείται από το ρήμα «φθίνω» που σημαίνει μειώνομαι. Και πραγματικά ο φθόνος σαν συναίσθημα, σιγά-σιγά μας φθίνει και μας καταστρέφει. Μας «φθίνει» – ελαττώνει ως ανθρώπους – και μας φθίνει μέχρι και την υγεία μας. Και, βέβαια, όταν αναφερόμαστε σε κάτι που είναι τόσο πολύ ώστε να μην τελειώνει, πως το λέμε; Μα, φυσικά, «άφθονο».
Έχουμε τη λέξη «ωραίος» που προέρχεται από την «ώρα». Διότι για να είναι κάτι ωραίο, πρέπει να έλθει και στην ώρα του. Ωραίο δεν είναι το φρούτο όταν είναι άγουρο ή σαπισμένο και ωραία γυναίκα δεν είναι κάποια ούτε στα 70 της άλλα ούτε φυσικά και στα 10 της. Ούτε το καλύτερο φαγητό είναι ωραίο όταν είμαστε χορτάτοι, επειδή, σε αυτή την περίπτωση, δεν μπορούμε να το απολαύσουμε.
Ακόμα έχουμε την λέξη «ελευθερία» για την οποία το «Ετυμολογικόν Μέγα» διατείνεται «παρά το ελεύθειν όπου ερά» = το να πηγαίνει κανείς όπου αγαπά .. Άρα βάσει της ίδιας της λέξης, ελεύθερος είσαι όταν έχεις τη δυνατότητα να πάς όπου αγαπάς. Πόσο ενδιαφέρουσα ερμηνεία!!!
Το άγαλμα ετυμολογείται από το αγάλλομαι (ευχαριστιέμαι) επειδή όταν βλέπουμε (σε αρχική φάση οι Θεοί) ένα όμορφο αρχαιοελληνικό άγαλμα η ψυχή μας ευχαριστείται, αγάλλεται. Και από το θέαμα αυτό επέρχεται η αγαλλίαση. Αν κάνουμε όμως την ανάλυση της λέξης αυτής θα δούμε ότι είναι σύνθετη από αγάλλομαι + ίαση(=γιατρειά). Άρα, για να συνοψίσουμε, όταν βλέπουμε ένα όμορφο άγαλμα (ή οτιδήποτε όμορφο), η ψυχή μας αγάλλεται και γιατρευόμαστε. Και πραγματικά, γνωρίζουμε όλοι ότι η ψυχική μας κατάσταση συνδέεται άμεσα με τη σωματική μας υγεία.
Παρένθεση: και μια και το έφερε η «κουβέντα», η Ελληνική γλώσσα μας λέει και τι είναι άσχημο. Από το στερητικό «α» και την λέξη σχήμα μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε τι. Για σκεφτείτε το λίγο.
Σε αυτό το σημείο, δεν μπορούμε παρά να σταθούμε στην αντίστοιχη Λατινική λέξη για το άγαλμα (που μόνο Λατινική δεν είναι). Οι Λατίνοι ονόμασαν το άγαλμα, statua από το Ελληνικό «ίστημι» που ήδη αναφέραμε, και το ονόμασαν έτσι επειδή στέκει ακίνητο. Προσέξτε την τεράστια διαφορά σε φιλοσοφία μεταξύ των δύο γλωσσών, αυτό που σημαίνει στα Ελληνικά κάτι τόσο βαθύ εννοιολογικά, για τους Λατίνους είναι απλά ένα ακίνητο πράγμα.
Είναι προφανής η σχέση που έχει η γλώσσα με τη σκέψη του ανθρώπου. Όπως λέει και ο George Orwell στο αθάνατο έργο του «1984», απλή γλώσσα σημαίνει και απλή σκέψη. Εκεί το καθεστώς προσπαθούσε να περιορίσει την γλώσσα για να περιορίσει την σκέψη των ανθρώπων, καταργώντας συνεχώς λέξεις.
«Η γλώσσα και οι κανόνες αυτής αναπτύσσουν την κρίση», έγραφε ο Μιχάι Εμινέσκου, εθνικός ποιητής των Ρουμάνων.
Μια πολύπλοκη γλώσσα αποτελεί μαρτυρία ενός προηγμένου πνευματικά πολιτισμού. Το να μπορείς να μιλάς σωστά σημαίνει ότι ήδη είσαι σε θέση να σκέφτεσαι σωστά, να γεννάς διαρκώς λόγο και όχι να παπαγαλίζεις λέξεις και φράσεις.

Η ΜΟΥΣΙΚΟΤΗΤΑ
Η Ελληνική φωνή κατά την αρχαιότητα ονομαζόταν «αυδή». Η λέξη αυτή δεν είναι τυχαία αφού προέρχεται από το ρήμα «άδω» που σημαίνει τραγουδώ.
Όπως γράφει και ο μεγάλος ποιητής και ακαδημαϊκός Νικηφόρος Βρεττάκος:
«Όταν κάποτε φύγω από τούτο το φώς θα ελιχθώ προς τα πάνω, όπως ένα ποταμάκι που μουρμουρίζει. Κι αν τυχόν κάπου ανάμεσα στους γαλάζιους διαδρόμους συναντήσω αγγέλους, θα τους μιλήσω Ελληνικά, επειδή δεν ξέρουνε γλώσσες. Μιλάνε Μεταξύ τους με μουσική».
Ο γνωστός Γάλλος συγγραφεύς Ζακ Λακαρριέρ επίσης μας περιγράφει την κάτωθι εμπειρία από το ταξίδι του στην Ελλάδα:
«Άκουγα αυτούς τους ανθρώπους να συζητούν σε μια γλώσσα που ήταν για μένα αρμονική αλλά και ακατάληπτα μουσική. Αυτό το ταξίδι προς την πατρίδα – μητέρα των εννοιών μας – μου απεκάλυπτε ένα άγνωστο πρόγονο, που μιλούσε μια γλώσσα τόσο μακρινή στο παρελθόν, μα οικεία και μόνο από τους ήχους της. Αισθάνθηκα να τα έχω χαμένα, όπως αν μου είχαν πει ένα βράδυ ότι ο αληθινός μου πατέρας ή η αληθινή μου μάνα δεν ήσαν αυτοί που με είχαν αναστήσει».
Ο διάσημος Έλληνας και διεθνούς φήμης μουσικός Ιάνης Ξενάκης, είχε πολλές φορές τονίσει ότι η μουσικότητα της Ελληνικής είναι εφάμιλλη της συμπαντικής.
Αλλά και ο Γίββων μίλησε για μουσικότατη και γονιμότατη γλώσσα, που δίνει κορμί στις φιλοσοφικές αφαιρέσεις και ψυχή στα αντικείμενα των αισθήσεων. Ας μην ξεχνάμε ότι οι Αρχαίοι Έλληνες δεν χρησιμοποιούσαν ξεχωριστά σύμβολα για νότες, χρησιμοποιούσαν τα ίδια τα γράμματα του αλφαβήτου.
«Οι τόνοι της Ελληνικής γλώσσας είναι μουσικά σημεία που μαζί με τους κανόνες προφυλάττουν από την παραφωνία μια γλώσσα κατ’ εξοχήν μουσική, όπως κάνει η αντίστιξη που διδάσκεται στα ωδεία, ή οι διέσεις και υφέσεις που διορθώνουν τις κακόηχες συγχορδίες», όπως σημειώνει η φιλόλογος και συγγραφεύς Α. Τζιροπούλου-Ευσταθίου.
Είναι γνωστό εξάλλου πως όταν οι Ρωμαίοι πολίτες πρωτάκουσαν στην Ρώμη Έλληνες ρήτορες, συνέρρεαν να θαυμάσουν, ακόμη και όσοι δεν γνώριζαν Ελληνικά, τους ανθρώπους που «ελάλουν ώς αηδόνες».
Δυστυχώς κάπου στην πορεία της Ελληνικής φυλής, η μουσικότητα αυτή (την οποία οι Ιταλοί κατάφεραν και κράτησαν) χάθηκε, προφανώς στα μαύρα χρόνια της Τουρκοκρατίας.
Να τονίσουμε εδώ ότι οι άνθρωποι της επαρχίας, του οποίους συχνά κοροϊδεύουμε για την προφορά τους, είναι πιο κοντά στην Αρχαιοελληνική προφορά από ό,τι εμείς οι άνθρωποι της πόλεως.
Η Ελληνική γλώσσα επιβλήθηκε αβίαστα (στους Λατίνους) και χάρη στην μουσικότητά της.
Όπως γράφει και ο Ρωμαίος Οράτιος «Η Ελληνική φυλή γεννήθηκε ευνοημένη με μία γλώσσα εύηχη, γεμάτη μουσικότητα».

Πηγή

Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2017

Κλέος, κῦδος, εὖχος στην Ιλιάδα

Το κλέος, παραδοσιακή αρεταλογική αρχή, αναπτύσσεται μέσα από τις σχέσεις του με άλλες, συγγενείς ή αντίθετες, ανταγωνιστικές και συνεργατικές, αρχές και αξίες. Ωστόσο δραματοποιείται και επαναπροσδιορίζεται με ιδιαίτερο κάθε φορά τρόπο, ανάλογα με τα πολεμικά και μεταπολεμικά συμφραζόμενα της Ιλιάδας και της Οδύσσειας.
Το κεντρικό σκηνικό κατάκτησης του κλέους στην Ιλιάδα είναι το πεδίο της μάχης, όπου η επιλογή του πολεμιστή είναι να σκοτώσει ή να σκοτωθεί. 
Το κλέος καλύπτει και τις δύο πολεμικές εκδοχές μέσα στο έπος, που εγκωμιάζει τόσο το πολεμικό κατόρθωμα του θύτη όσο και κυρίως του θύματος. Προηγούνται αντιπροσωπευτικές περιπτώσεις όπου το κλέος κερδίζεται με την ήττα του θύματος.
Η πρώτη εφαρμογή νικηφόρου πολεμικού κλέους στην Ιλιάδα εντοπίζεται στο πλαίσιο της αριστείας του Διομήδη, όπου από την αρχή της δηλώνεται ότι η θεά Αθηνά δίνει στον κρατερό Αχαιό μένος και θάρσος για να κατακτήσει κλέος ἐσθλόν («δόξα μεγάλη», Ε 3). Στην κορύφωση της πολεμικής του ορμής ο Διομήδης έρχεται αντιμέτωπος με τον Πάνδαρο και τον Αινεία - σύγκρουση που την απεύχεται έντρομος ο συμπολεμιστής του Σθένελος και προτείνει υποχώρηση. 
Ο Διομήδης αρνείται να υποχωρήσει και αντιπροτείνει το εξής σχέδιο: στην περίπτωση που η πολύβουλη Αθηνά δώσει στον ήρωα κῦδος («δόξα», Ε 260) και εξοντώσει τους δύο αντιπάλους του, ο Σθένελος καλείται να αρπάξει αμέσως τα θεϊκής καταγωγής άλογα του γιου του Αγχίση, φέρνοντάς τα στο στρατόπεδο των Αχαιών. Έτσι οι δύο Αχαιοί ήρωες, λέει ο Διομήδης, θα κερδίσουν κλέος ἐσθλόν («δόξα μεγάλη», Ε 273).
Κῦδος και κλέος, αν και μπορεί να μεταφράζονται ως «δόξα», διαφέρουν ως προς την πρωτότυπη σημασία τους. 
Το κῦδος αναφέρεται στην πράξη του πολεμικού κατορθώματος· είναι παροντική, εφήμερη κατά κάποιον τρόπο δόξα, που διατηρείται όσο ο νικητής πολεμιστής βρίσκεται στη ζωή. 
Έτσι ο Αχιλλέας, όταν με την υποστήριξη της Αθηνάς εξοντώνει τον θείο Έκτορα, θριαμβολογεί: «πήραμε μεγάλη δόξα» (ἠράμεθα μέγα κῦδος, Χ 393). 
Αντίθετα, το κλέος αναφέρεται στον λόγο· είναι τελική κατάσταση, που κερδίζεται κυρίως στο μέλλον ως ανταμοιβή για ένα προσωπικό κατόρθωμα του ήρωα (ζωντανού ή και νεκρού), ακόμη και μιας ηρωίδας, και συντηρείται ως υστεροφημία μέσα από το στόμα των άλλων. 
Εξάλλου, το κῦδος κερδίζεται αποκλειστικά για τον ήρωα, ενώ το κλέος εξασφαλίζεται τόσο για τον ίδιο όσο και για τους δικούς του. 
Με την αριστεία τους οι πολεμιστές δικαιώνουν τη φήμη και των προγόνων τους και, τηρώντας τις συμβουλές τους για υπεροχή στη μάχη, επιδιώκουν να κερδίσουν, όπως ο Έκτορας και ο Τεύκρος, μεγάλη δόξα (μέγα κλέος, Ζ 446) και καλή φήμη (ἐϋκλείη, Θ 285), τόσο για τους ίδιους όσο και για τον πατέρα τους.
Τα άλογα, μαζί με το άρμα, ως λάφυρα, όταν μάλιστα έχουν εξαιρετικά χαρακτηριστικά, αποτελούν δελεαστικό κίνητρο διακινδύνευσης του ιλιαδικού ήρωα και, συνοδεύοντας την εξόντωση του θύματος, είναι σήμα νίκης που επαυξάνει την τιμή του. 
Ο Δόλωνας, για παράδειγμα, δέχεται να περάσει, μέσα στη σκοτεινή νύχτα, στις γραμμές των Αχαιών, για να κατασκοπεύσει τις προθέσεις τους, με αντάλλαγμα τα αθάνατα άλογα του Αχιλλέα που του υπόσχεται έμμεσα ο Έκτορας (Κ 305 κ.ε., 391 κ.ε.). 
Σύντομα όμως ο ματαιόδοξος τρωαδίτης ήρωας βρίσκει άθλιο τέλος από τους δύο αντίπαλους κατασκόπους, τον Διομήδη και τον Οδυσσέα. 
Στη συνέχεια, οι δύο Αχαιοί, επιδιώκοντας τη μεγάλη και απέραντη δόξα (μέγα […] ὑπουράνιον κλέος, Κ 212) που τους έχει υποσχεθεί μαζί με δώρα ο Νέστορας, δολοφονούν, με τη συμπαράσταση της Αθηνάς, τον επίκουρο των Τρώων Ρήσο και τους συμπολεμιστές του, αρπάζοντας τα πανέμορφα και φοβερά άλογα του θράκα βασιλιά (Κ 435 κ.ε., 545 κ.ε.), τα οποία και φέρνουν ως έπαθλο της νίκης τους στο στρατόπεδο των Αχαιών.
Άμεσα ή έμμεσα η αρπαγή αλόγων ως πηγή κλέους είναι ανάλογη με την πράξη της απογύμνωσης του νεκρού πολεμιστή από τα όπλα του: πέρα από τη χρηστική ή τη συμβολική τους αξία και σημασία, και οι δύο ενέργειες λειτουργούν καταρχήν ως ορατό σήμα θριάμβου του νικητή σε σχέση με τον σωματικό αφανισμό του θύματος. 
Τα όπλα εξάλλου ονομάζονται κλυτά, ενώ σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μια ασπίδα, όπως του γέροντα Νέστορα, έχει κλέος που «φτάνει μέχρι τον ουρανό» (οὐρανὸν ἵκει, Θ 192) - υπερθετικός χαρακτηρισμός, ο οποίος στην Οδύσσεια επιφυλάσσεται για το διάσημο τραγούδι (θ 74) και τη φήμη των συζύγων της Ιθάκης, του Οδυσσέα και της Πηνελόπης (ι 20, τ 108).
Το ευρύτερο λεκτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ο πολεμιστής διακηρύσσει την προσδοκία της κατάκτησης του πολεμικού του κλέους είναι το κατά κανόνα θεόδοτο εὖχος (καύχημα και έπαρση της πολεμικής ανωτερότητας). 
Ο Έκτορας αποφασίζει να αναμετρηθεί με τον Αχιλλέα αφήνοντας στη βουλή του Δία την έκβαση της μονομαχίας (Χ 130). 
Λέει:
Ας δούμε σε ποιον από τους δυο θα δώσει ο Ολύμπιος δόξα [εὖχος].
Αν ο τρωαδίτης ήρωας εξοντώσει τον Αχιλλέα, τότε θα μπορεί ο ίδιος να καυχιέται (εὔχεται) για την πολεμική του ανωτερότητα στη μάχη. Γενικότερα, όταν ο πολεμιστής μπορέσει να κλείσει τα στόματα των άλλων, ώστε κανείς να μην κομπάζει πλέον για κάποια πολεμική του υπεροχή, τότε μπορεί να εξασφαλίσει αυτός μέσα στην κοινότητά του κλέος για κάποια πολεμική του δεξιοσύνη. 

Παράδειγμα ο τρωαδίτης Πάνδαρος, μπροστά στον οποίο κανείς Λυκιώτης δεν καυχιέται (εὔχεται, Ε 173) πως είναι ανώτερός του στο τόξο. 
Στην πλοκή κάποτε της Ιλιάδας, όπως συμβαίνει με το κῦδος και το κλέος, το εὖχος, ενταγμένο στη ρητορική της πολεμικής σύγκρουσης, έχει ειρωνικό χαρακτήρα, που προετοιμάζει τη μετακίνηση του πολεμιστή από υποψήφιο θύτη σε θύμα.

Πρόσθετα σήματα πολεμικού κλέους δραματοποιούνται στη μάχη που δίνεται γύρω από το σώμα του νεκρού Πατρόκλου στη δέκατη έβδομη ραψωδία, που εξελίσσεται σε αριστεία του Μενελάου. 
Ο Πάτροκλος κείτεται νεκρός, ντυμένος προφανώς ακόμη τα θεϊκά όπλα του Αχιλλέα, ενώ ο τρωαδίτης Εύφορβος -πρώτος θνητός μετά τον Απόλλωνα που τον πλήγωσε πισώπλατα- διεκδικεί τα όπλα. Προκαλεί έτσι τον Μενέλαο, που στέκεται πάνω από τον νεκρό συμπολεμιστή του αποτρέποντας τη σκύλευσή του (Ρ 12-17):
Γιε του Ατρέα, διόθρεφτε Μενέλαε, αρχηγέ του στρατού, κάνε πίσω, παράτησε το νεκρό και άφησε τα ματωμένα λάφυρα· γιατί κανένας από τους Τρώες και τους ένδοξους επίκουρους δε χτύπησε πριν από μένα με το δόρυ του τον Πάτροκλο μέσα στη δυνατή μάχη· γι᾽ αυτό άφησέ με να πάρω δόξα μεγάλη [κλέος ἐσθλόν] μέσα στους Τρώες, μη σε χτυπήσω και σου πάρω τη γλυκιά ζωή.
Το κλέος ἐσθλόν που διεκδικεί με την αφαίρεση των όπλων του Αχιλλέα ένας όχι και τόσο σημαντικός ήρωας, τον οδηγεί στον θάνατο. 

Η απειλή του Εύφορβου εκλαμβάνεται ως ανόητη καυχησιολογία από τον Μενέλαο, που τον εξοντώνει αμέσως και επιχειρεί να αφαιρέσει τα κλυτά του όπλα. Η επαπειλούμενη σκύλευση του Εύφορβου από τον Μενέλαο προοιωνίζεται την αρπαγή της πανοπλίας του Πατρόκλου από τον Έκτορα. 
Τα κλυτά όπλα του Αχιλλέα περνούν τελικά στον τρωαδίτη ήρωα (Ρ 125) που όμως, κυνηγημένος από τον Αίαντα, καταφεύγει μέσα στο κάστρο, δίνοντας τα όμορφα όπλα του Αχιλλέα στους Τρώες, για να τα φυλάξουν ως ανάμνηση της μεγάλης δόξας του (μέγα κλέος, Ρ 131). 
Ο ακροατής γνωρίζει ότι το μέγα κλέος του τρωαδίτη ήρωα δεν θα πραγματοποιηθεί, τουλάχιστον μ᾽ αυτό τον τρόπο. Ο Γλαύκος, βλέποντας τον Έκτορα μέσα στο κάστρο της Τροίας, ειρωνεύεται το καλό του όνομα (κλέος ἐσθλόν, Ρ 143) και τον κατηγορεί για δειλία. Ο Έκτορας τότε αντιδρά στον ψόγο: δίνει τα δικά του όπλα στους Τρώες να τα φυλάξουν στο Ίλιο και παίρνει πίσω τα ἄμβροτα όπλα του Αχιλλέα, τα οποία και φορά διεκδικώντας με καυχησιολογίες την ανάκτηση του σώματος του Πατρόκλου. Υπόσχεται μάλιστα σε όποιον τον βοηθήσει ότι θα μοιραστεί μαζί του λάφυρα και κλέος (Ρ 232).
Ήδη ωστόσο η χειρονομία του Έκτορα να αφαιρέσει από τον Πάτροκλο τα όπλα του Αχιλλέα, για τον Δία, που ελεεινολογεί τη μοίρα του Έκτορα, σηματοδοτεί τη στέρηση του νόστου του: 
η Ανδρομάχη δεν θα δεχτεί από τον άντρα της τα κλυτά όπλα του γιου του Πηλέα (Ρ 207-208). Το κλέος της νίκης, που διεκδικεί ο τρωαδίτης ήρωας, θα τον οδηγήσει σύντομα στο κλέος του δικού του θανάτου. Εξάλλου, τα ἄμβροτα όπλα, παραδομένα από τους ολύμπιους στον Πηλέα, είχαν αποκλειστικό κληρονόμο τους τον γιο του γέροντα, τον Αχιλλέα, που επίσης τώρα, όπως ο Έκτορας, δεν θα ζήσει για να τα χαρεί μέχρι τα γηρατειά του (Ρ 194-197). Στη δυσαρέσκεια του Δία απέναντι στην υπερβολική συμπεριφορά του Έκτορα εμπλέκονται, εκτός από τα ἄμβροτα όπλα, και τα αθάνατα άλογα του Αχιλλέα. 
Όταν αυτά θρηνούν ακίνητα, σαν αμετακίνητη επιτύμβια στήλη, την απώλεια του ηνιόχου τους, ο Δίας, συμπονώντας τα, δηλώνει ότι δεν θα επιτρέψει να εκδηλωθεί σε βάρος τους μια νέα αδικία από τον Έκτορα.
Λ. Πόλκας