Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2012

Η Πλατωνική Θεωρία των Ιδεών

Για τον Πλάτωνα υπάρχουν τα διάφορα αντικείμενα, οι διάφορες έννοιες, όπως φαίνονται σε μας μέσα από τις αισθήσεις. Αυτό που αντιλαμβάνονται οι αισθήσεις δεν είναι παρά το ατελές απεικόνισμα (το φαίνεσθαι) της αρχικής Ιδέας (το εἶναι) του συγκεκριμένου πράγματος, της συγκεκριμένης έννοιας στην αρχετυπική του διάσταση.

Theory of Forms

Για τον Πλάτωνα ο κόσμος που ζούμε και τον νιώθουμε τόσο αληθινό, όσα βλέπουμε ή αντιλαμβανόμαστε γύρω μας δεν είναι παρά παροδικό ομοίωμα του αληθινού κόσμου που δεν είναι άλλος από τον κόσμο των Ιδεών, δεν είναι παρά θολά απεικάσματα, ατελείς απεικονίσεις, θολά αντίγραφα του νοητού κόσμου που τον κατοικούν αποκλειστικά θείες οντότητες και ιδέες.
Οι ιδέες για τον Πλάτωνα δεν είναι νοήματα, αλλά πραγματικότητες (τά ὄντως ὄντα). Οι Ιδέες αποτελούν έναν αιώνιο και αμετάβλητο κόσμο, που υπάρχει για τον εαυτό του και που μόνο με τη νόηση γίνεται αντιληπτός. Υπάρχουν ιδέες για όλα όσα βάζει ο νους. Όχι μόνο για τα ευγενή και σημαντικά πράγματα, αλλά και για τα ευτελή, ακόμα και για αυτά που χαρακτηρίζουμε παρακατιανά. Για τον Πλάτωνα οι ιδέες ανήκουν σε ένα νοητό κόσμο. Αυτόν τον κόσμο με όλα όσα ανήκουν σ’ αυτόν, τα ὄντως ὄντα, θεϊκά και νοητά, υπερουράνια και υποχθόνια, ο Πλάτωνας τον θεωρεί έναν υπαρκτό κόσμο και θεωρεί ότι καθετί έξω από αυτόν δεν είναι ὄντως ὄν και ότι απλά συμμετέχει σ’ ένα βαθμό ύπαρξης. Όταν ο Πλάτωνας αναγνωρίζει τις νοητές ιδέες ως αληθινές και ως αυθεντικά πρότυπα όλων των αξιών, των αρετών, των θαυμαστών πράξεων και των εμπνευσμένων δημιουργημάτων, εννοεί ότι έξω από τις ιδέες πουθενά αλλού δεν υπάρχουν αυτά αληθινά. Παρόμοιες ιδιότητες, αρετές, ανώτερα γνωρίσματα μπορεί να παρουσιάζονται στο καθετί που δεν είναι ιδέα, όμως αληθινά δεν του ανήκουν. Προέρχονται από το ότι αυτό μετέχει απλώς σε κάποιες ιδιότητες των ιδεών και δέχεται το αντικαθρέφτισμά τους.

Σ’ αυτή τους την καθαρή αυτοΰπαρξη οι ιδέες βρίσκονται σ’ ένα υπερουράνιο τόπο («πάνω από τον ουρανό»), όπου οι ψυχές τις αντίκρισαν στην προΰπαρξη τους. Μόνο η ψυχή ζει και στον έναν κόσμο (τον κόσμο των ιδεών) και στον άλλο (τον κόσμο των αισθητών πραγμάτων). Έρχεται εδώ, στο γήινο κόσμο για να διανύσει την εγκόσμια περιπέτειά της, ενώ από τη φύση της ανήκει στο υπερκόσμιο περιβάλλον των ιδεών. Κάθε μάθηση και γνώση είναι ανάμνηση. Η ψυχή δηλαδή βλέποντας τα αισθητά, τα γήινα όντα, θυμάται με τη νόηση τις ιδέες. Για τα γήινα, τα αντιληπτά με τις αισθήσεις είναι θολά είδωλα του φωτεινού κόσμου των ιδεών. Η ψυχή όταν ζούσε στον κόσμο των ιδεών γνώρισε την πραγματική ουσία των πραγμάτων (τά ὄντως ὄντα). Στο γήινο κόσμο με τις αισθήσεις ξαναθυμάται και αναγνωρίζει στα αισθητά τις ατελείς απεικονίσεις των αρχετυπικών εννοιών, που είναι οι ιδέες. Όλοι έχουν μέσα τους τη γνώση και την αλήθεια και αυτό που πρέπει να γίνει είναι να την ανακαλέσουν στη μνήμη τους. Έτσι η κατάκτηση της αλήθειας, της αληθινής γνώσης, γίνεται αυτό που ετυμολογικά προσημαίνει ως έννοια: α+λήθη, δηλαδή άρση της λήθης, ανάμνηση.


Οι ιδέες λοιπόν στην πλατωνική φιλοσοφία έχουν τριπλή λειτουργία:
α) οντολογική: παριστάνουν το πραγματικό είναι, το καθαυτό των όντων (την ουσία, το ὄντως ὄν). Κάθε όν είναι αυτό που είναι γιατί σ’ αυτό παρουσιάζεται μια ιδέα (παρουσία) είτε γιατί παίρνει μέρος σ’ αυτήν (μέθεξις, κοινωνία). Έτσι η ιδέα ενός πράγματος αποτελεί την αρχετυπική του, την τέλεια μορφή αυτού του πράγματος, είναι κάτι ενιαίο και αμετάβλητο, μια αρχετυπική σταθερά, σε αντίθεση με την πολλαπλή, ατελή και συνεχώς μεταβαλλόμενη γήινη απεικόνισή του.

β) τελολογική ή παραδειγματική: Καθετί που γίνεται σε ένα ον έχει το σκοπό του. Οι σκοποί αυτοί όμως μπορεί να βρίσκονται μόνο στην πραγματοποίηση εκείνων που η νόηση τα αναγνωρίζει για αμετάβλητα πρότυπα των όντων. Σαν τέτοιες οι ιδέες μοιάζουν με την ιδανική εικόνα που έχει μέσα στο κεφάλι του ο καλλιτέχνης και την οποία προσπαθεί να διαμορφώσει στην ύλη. Από αυτή την άποψη οι Ιδέες είναι αιτίες και ενέργειες που τα ανθρώπινα όντα τις κάνουν εκείνο είναι.

γ) λογική: οι ιδέες μας κάνουν ικανούς να βάλουμε τάξη στο χάος των καθέκαστα, να καταλάβουμε το όμοιο, να ξεχωρίσουμε το ανόμοιο, να νιώσουμε την ενότητα μέσα στην πολλαπλότητα.


Η πλατωνική Θεωρία των Ιδεών - Μέσα από το μαθηματικό στοχασμό
Η θεωρία των Ιδεών κατέχει κεντρική θέση μέσα στην πλατωνική φιλοσοφία. Είναι η κύρια ερμηνευτική θεωρία που ο Πλάτωνας προτείνει για την κατανόηση του σύμπαντος και τη θέση του ανθρώπου μέσα σ’ αυτό.

Σε κανένα έργο του Πλάτωνα δεν παρουσιάζεται αναλυτικά και με την απόλυτη δυνατή πληρότητα η θεωρία των Ιδεών. Διάσπαρτες πληροφορίες βρίσκουμε σε διάφορους διαλόγους της «μέσης» και της «ύστερης» περιόδου του έργου του. Προφανώς η πλήρης ανάπτυξή της γινόταν προφορικά, στα μαθήματα της Ακαδημίας.

Α. Τρεις τρόποι προσέγγισης της θεωρίας των ιδεών

1. Μαθηματικός στοχασμός
2. Προβληματισμός για το δίκαιο
3. Εποπτεία του ωραίου

Α1. Μαθηματικός στοχασμός

Όταν κάνουμε μαθηματικά χρησιμοποιούμε αριθμούς, γεωμετρικά σχήματα και σύμβολα είτε τυπωμένα στο χαρτί είτε χαραγμένα σε κάποιο είδους πίνακα (οι αρχαίοι πολύ συχνά τα σχεδίαζαν σε πινακίδες ή στην άμμο).

Γνωρίζουμε πάντα ότι τα σχεδιασμένα σχήματα έχουν διάφορα μικρά ή μεγάλα ελαττώματα. Όμως δεν κοιτάμε αυτά. Μας ενδιαφέρουν οι ακριβείς ιδιότητες των σχημάτων, όπως τις έχουμε στο νου μας.

Γιατί μάταια, όσο τέλεια όργανα σχεδίασης και να διαθέταμε, θα μπορούσαμε να εξαλείψουμε τις ατέλειες των σχεδιασμένων σχημάτων. Ο κύκλος που σκεφτόμαστε είναι τέλειος, οι ευθείες γραμμές που χαράζουμε έχουν το ίδιο πάχος και εκτείνονται στο άπειρο, τα τρίγωνα έχουν άθροισμα γωνιών ίσων με δύο ορθές, τα στερεά είναι άυλα και δίχως βάρος. Σχήματα και σώματα με τέτοιες ιδιότητες δεν υπάρχουν πουθενά στον κόσμο γύρω μας, ούτε και διαθέτουμε τρόπους για την άψογη κατασκευή τους.

Γνωρίζουμε ότι αριθμοί που παριστάνονται στα βιβλία ή σημειώνονται στο χαρτί δεν είναι παρά σύμβολα και απλώς σημαίνουν, παριστάνουν ή αντιπροσωπεύουν τα πρότυπά τους. Τα αυθεντικά πρότυπα των αριθμών, οι καθαυτό αριθμοί, και οι αυθεντικές μαθηματικές σχέσεις είναι στη σκέψη μας, όπως είναι και οι τέλειοι κύκλοι, οι τέλειες ευθείες και τα άλλα γεωμετρικά σχήματα στο νου μας. Κάθε σύμβολο που χρησιμοποιείται για κάθε μαθηματική σχέση και κάθε αριθμητικό ψηφίο (=, +, -, 2, 15 κοκ.) αναπαράγεται συνεχώς, γράφεται και διαγράφεται, απαλείφεται και επαναφέρεται άπειρες φορές. Αυτές δεν είναι παρά απλές, φθαρτές και πρόσκαιρες απεικονίσεις των αυθεντικών προτύπων. Το αυθεντικό πρότυπο είναι ένα, αναλλοίωτο και μοναδικό. Όσες φορές και αν σημειώσουμε το σύμβολο =, παριστάνουμε πάντοτε μια μοναδικά μαθηματική σχέση, την αυθεντική ισότητα. Ομοίως το 2 παριστάνει την αυθεντική δυάδα, το 10 την αυθεντική δυάδα.

Το ίδιο συμβαίνει και στον πρακτικό βίο. Οι κάθε είδους υλικές κατασκευές μας, έπιπλα, κτίρια, μηχανές και χιλιάδες άλλα τεχνήματα, που ασταμάτητα παράγουμε και καταστρέφουμε είναι μορφές υλοποίησης μαθηματικών δεδομένων. Η ευθυγράμμιση, η ορθή γωνία, η αμβλεία γωνία, η οξεία γωνία, η ισότητα μεγεθών, η αναλογία, η συμμετρία, οι παράλληλες γραμμές, οι επίπεδες επιφάνειες, τα κυκλικά και σφαιρικά σχήματα, οι απανταχού παρόντες γύρω μας τροχοί, μας προσφέρουν ένα πλήθος από φθαρτές, πρόσκαιρες και πάντα ατελείς απεικονίσεις αυθεντικών και τέλειων μαθηματικών μορφών και σχέσεων.

Πολύ συχνά στην καθημερινότητά μας τυχαίνει το βλέμμα μας αυθόρμητα να ακολουθεί κάποια γραμμή μιας οροφής η μια γωνία μιας στέγης, εκεί που δύο επιφάνειες, επίπεδες υποτίθεται, συναντώνται και τέμνονται. Όμως καθόλου ο νους μας δε δυσκολεύεται να ανακαλύπτει, πέρα από τις ατέλειες που πάντα υπάρχουν σ’ αυτές τις τομές, την άψογη ευθεία τομή δύο επιπέδων της στερεομετρίας. Πόσες φορές δε σχηματίσαμε τη λύση ενός μαθηματικού προβλήματος στο μυαλό μας, πριν καταφύγουμε σε μολύβι και χαρτί.


Συμπέρασμα: τόσο από τη θεωρία όσο και από την καθημερινή πράξη αναγνωρίζουμε ότι πέρα από τα ορατά μαθηματικά σχήματα και σύμβολα υπάρχουν τα νοητά τους πρότυπα, που η σκέψη μας τα κατέχει αναλλοίωτα, και που δε δημιουργούνται ούτε φθείρονται. Αυτά τα αναλλοίωτα πρότυπα είναι οι πλατωνικές Ιδέες.

Η πλατωνική Θεωρία των Ιδεών - Μέσα από την εποπτεία του ωραίου

Γιατί όταν βλέπουμε ένα όμορφο πρόσωπο, ένα όμορφο σώμα νιώθουμε αυθόρμητο θαυμασμό και έχουμε την επιθυμία να το βλέπουμε και να το θαυμάζουμε;

Γιατί από την έλξη που ασκεί η σωματική ομορφιά μπορεί εντελώς φυσικά να γεννηθεί ο πόθος και για στενό προσωπικό δεσμό, για ερωτική σχέση;

Αλλά αυτός ο πόθος μπορεί να προέλθει μόνο από τη σωματική έλξη; ή και άλλα προσωπικά γνωρίσματα ενός ατόμου ενέχουν το στοιχείο του ωραίου και μπορούν να μας γοητεύουν, να εγείρουν μέσα μας τον πόθο; [π.χ. οι ωραίοι εκφραστικοί τρόποι ενός προσώπου –στοιχείο μη λεκτικής επικοινωνίας, η ωραία σκέψη του κτλ.].

Πάντοτε ο θαυμασμός της ομορφιάς συνοδεύεται με τον ερωτικό πόθο;

Το βλέμμα μας έλκεται και θαυμάζει πολλά και διαφορετικά όμορφα πράγματα (ρούχα, παπούτσια, έπιπλα, κτίρια, αυτοκίνητα, κοσμήματα, πολύτιμες πέτρες κτλ.). Γιατί τα θαυμάζει και θέλει να τα αποκτήσει; Το κριτήριό του είναι η αίσθηση πολυτέλειας και πλούτου που αυτά μπορούν να προσφέρουν στην κοινωνική μας ζωή;

Γιατί είμαστε ευαίσθητοι και «απολαμβάνουμε» ένα ωραίο βιβλίο, μια ωραία ταινία, έναν ωραίο ζωγραφικό πίνακα, ένα ωραίο τραγούδι, καθετί που δημιουργείται από καλλιτεχνική έμπνευση και απευθύνεται στην ευαισθησία μας για το ωραίο και μας προσφέρεται για αισθητική (δηλαδή καλλιτεχνικής ποιότητας) συγκίνηση και απόλαυση;

Το ωραίο είναι και αυτό ιδέα. Αλλά διαφοροποιείται σε κάτι από τις υπόλοιπες ιδέες. Η δική της παρουσία δε βρίσκει θέση στο μυαλό, όπως οι άλλες ιδέες, δεν εντοπίζεται στο νου και δεν αποδίδεται με έναν τυπικό ορισμό. Αγκαλιάζει όλη την ψυχή μας και μας εμπνέει την ολική εκείνη αίσθηση που είναι η χαρά της ομορφιάς, η απόλαυση του κάλλους.

Το ωραίο («τό καλόν»), η ιδέα της ομορφιάς («ἡ φύσις τοῦ κάλλους») είναι η πιο πλατωνική από όλες τις ιδέες. Και αυτή, όπως και οι άλλες ιδέες, είναι οντότητα υπεραισθητή. Αλλά η λάμψη της είναι τόσο διαπεραστική, που ακτινοβολεί μέχρι κάτω στον κόσμο των σωμάτων. Τέτοια εξαίρεση αποτελεί η ιδέα του κάλλους, που μόνο ίσως η ιδέα του αγαθού την ξεπερνά, ώστε σε καμιά από τις άλλες ιδέες δε μετέχουν τόσα πολλά αντικείμενα, πνευματικά αλλά και αισθητά, από όλες τις βαθμίδες της ύπαρξης.

Έτσι τα πλούσια ίχνη που η αιώνια ιδέα του ωραίου εναποθέτει σε τόσα πολλά «ωραία», εγκόσμια και φθαρτά, ξυπνούν και στις πιο αδύνατες ψυχές τον πόθο για την ανάβαση στην υψηλή χώρα των ιδεών.


Η πλατωνική θεωρία των Ιδεών - Μέσα από τον προβληματισμό για το δίκαιο

Σήμερα, όταν μιλάμε για δίκαιο, στο νου μας έχουμε κανονικά το νόμο. Μια νομοθεσία είναι η ρητή και συγκεκριμένη διατύπωση (γραπτή ή προφορική) των κανόνων δικαίου. Υπάρχουν όμως πολλές νομοθεσίες, αλλά και κάθε νομοθεσία συνεχώς μεταβάλλεται. Οι διατάξεις μιας νομοθεσίας διαφέρουν πολλές φορές από τις διατάξεις μιας άλλης ή μπορεί, ακόμη, και να βρίσκονται σε αντίθεση. Τέτοιες διαφορές νομοθεσίας παρουσιάζονται συχνά από χώρα σε χώρα, ώστε κάτι που είναι άδικο στη μια να θεωρείται δίκαιο σε μια άλλη. Επομένως το δίκαιο δεν είναι οι νόμοι. Γιατί, αν δεχτούμε ότι είναι, τότε ποιες από αυτές τις διαφορετικές ή ασύμβατες νομικές διατάξεις αντιπροσωπεύουν τους κανόνες δικαίου;

Υπήρξαν και υπάρχουν χώρες με νομοθεσία τυραννική και άδικη. Υπήρξαν στους διάφορους λαούς –και μέχρι ένα βαθμό υπάρχουν μέχρι και σήμερα- νομοθεσίες αρχέγονες, πολιτισμένες, αυταρχικές ή πιο δημοκρατικές. Εξάλλου, κάποιοι συγκεκριμένοι νόμοι που είναι φανερά άδικοι, δεν αποκλείεται να εμφανιστούν ακόμα και σε ευνομούμενες χώρες. Και οι πολίτες, φυσικό θα είναι να διαμαρτύρονται, αφού θα διαπιστώνουν ότι αυτό που ισχύει στη χώρα τους ως δίκαιο δεν είναι πραγματικά δίκαιο.

Με ποιο κριτήριο θεμελιώνεται τι είναι και τι δεν είναι πραγματικά δίκαιο;

Είναι ένα ζήτημα που τέθηκε στην αρχαιότητα από τους σοφιστές, οι οποίοι άσκησαν κριτική στο νομοθετημένο δίκαιο των πόλεων και αμφισβήτησαν το κύρος του επισημαίνοντας την αντίθεση νόμου και φύσης και αναζήτησαν τη θεμελίωση του δικαίου στη φύση. Όμως η φύση αόριστα δεν είναι ασφαλές θεμέλιο. Γιατί μπορεί να πάρει πολλές και διαφορετικές εκδοχές (από τη φυσική ισότητα όλων των ανθρώπων μέχρι τη φυσική υπεροχή των ισχυρών).

Συμπέρασμα: το αυθεντικό δίκαιο και η αυθεντική δικαιοσύνη (το όντως δίκαιο) υπάρχουν ως αιώνια πρότυπα. Ανήκουν στον κόσμο των ιδεών μαζί με όλο το σύστημα των ευγενέστερων ιδιοτήτων των ανθρώπων.

Δικαιοσύνη, ανδρεία, αυτοκυριαρχία, αυτοσεβασμός, πρακτική σοφία (φρόνησις), ευσέβεια (ὁσιότης) στηρίζουν η μια την άλλη και όλες μαζί ζωογονούνται από την ιδέα του αγαθού (πρώτη και κορυφαία μεταξύ τους Ιδέα).

Η ακτινοβολία τους φωτίζει τις ψυχές των ανθρώπων και τις ενισχύει να αναπτύξουν μέσα τους ομόλογες, ηθικές αρετές, εγκόσμια ομοιώματα των υπερκόσμιων ιδεών. Το θεμέλιο του δικαίου και κάθε άλλης ηθικής και κοινωνικής αξίας είναι αυτός ο νοητός άξονας, που έρχεται από το ύψος των υπερχρονικών ιδεών και εισχωρεί στον εσωτερικό κόσμο της ανθρώπινης ψυχής.

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2012

Το ρήμα «Φθάνω»

Ενεστώτας φθάνω
φθάνομαι
Παρατατικός ἒφθανον
ἐφθανόμην
Μέλλοντας φθάσω
Αόριστος ἒφθασα – ἒφθην
ἐφθάσθην
Παρακείμενος ἒφθακα
Υπερσυντέλικος ἐφθάκειν
Το ρήμα Φθάνω
Σημασιολογικά
έρχομαι πρώτος πρώτος
φτάνω πρώτος πρότερον
προφθάνω να προηγουμένως
προλαβαίνω να πριν από
προλαβαίνω και μόλις προ ολίγου
αμέσως
πολύ γρήγορα
Παραδείγματα
  • Ἢν φθάσωσιν διαφθείραντες τό στράτευμα = αν προλάβουν να καταστρέψουν το στράτευμα
  • Χαλεπόν ἧν ἄλλον φθάσαι τοῦτο ποιήσαντα = ήταν ασύμφορο να προφτάσει άλλος να κάνει αυτό
  • Φθάσομεν περάσαντες = θα περάσουμε πρώτοι
  • Ἒφθην εἰπών = προ ολίγου είπα
  • Φθάσουσι ἐπί τᾣ ἂκρω γενόμενοι τούς πολεμίους = έφτασαν στην κορυφή πριν από τους εχθρούς
  • Οὐκ ἒφθησαν πυθόμενοι τόν πόλεμον καί ἥκον = μόλις πληροφορήθηκαν τον πόλεμο ήρθαν αμέσως
  • Οὐκ ἂν φθάνοις λέγων = λέγε αμέσως
  • Οὐκ ἂν φθάνοιμι λέγων = θα πω αμέσως

Συνοδεύεται από κατηγορηματική μετοχή
Δ.Β.

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2012

Από τον «Πρωταγόρα» του Πλάτωνα

Κείμενο Μετάφραση
Ἵνα δὲ μὴ οἴῃ ἀπατᾶσθαι ὡς τῷ ὄντι ἡγοῦνται πάντες
ἄνθρωποι πάντα ἄνδρα μετέχειν δικαιοσύνης τε καὶ τῆς ἄλλης πολιτικῆς ἀρετῆς, τόδε αὖ λαβὲ τεκμήριον. ἐν γὰρ ταῖς ἄλλαις ἀρεταῖς, ὥσπερ σὺ λέγεις, ἐάν τις φῇ ἀγαθὸς αὐλητὴς εἶναι, ἢ ἄλλην ἡντινοῦν τέχνην ἣν μή ἐστιν, ἢ καταγελῶσιν ἢ χαλεπαίνουσιν,
[323b]  καὶ οἱ οἰκεῖοι προσιόντες νουθετοῦσιν ὡς μαινόμενον· ἐν δὲ δικαιοσύνῃ καὶ ἐν τῇ ἄλλῃ πολιτικῇ ἀρετῇ, ἐάν τινα καὶ εἰδῶσιν ὅτι ἄδικός ἐστιν, ἐὰν οὗτος αὐτὸς καθ’ αὑτοῦ τἀληθῆ λέγῃ ἐναντίον πολλῶν, ὃ ἐκεῖ σωφροσύνην ἡγοῦντο εἶναι, τἀληθῆ λέγειν, ἐνταῦθα μανίαν, καί φασιν πάντας δεῖν φάναι εἶναι δικαίους, ἐάντε ὦσιν ἐάντε μή, ἢ μαίνεσθαι τὸν μὴ προσποιούμενον [δικαιοσύνην]· ὡς ἀναγκαῖον
[323c] οὐδένα ὅντιν’ οὐχὶ ἁμῶς γέ πως μετέχειν αὐτῆς, ἢ μὴ εἶναι ἐν ἀνθρώποις.
Και, για να μη σου μπει στο μυαλό ότι σ' εξαπάτησα λέγοντας πως όλοι πιστεύουν πραγματικά ότι ο κάθε άνθρωπος έχει μερίδιο στη δικαιοσύνη και γενικά σε κάθε πολιτικήν αρετή, άκουσε αυτή την καινούρια απόδειξη. Δηλαδή στ' άλλα χαρίσματα ―κατά τα λεγόμενά σου― αν κάποιος λόγου χάρη καμαρώνει ότι είναι καλός στο παίξιμο του αυλού ή σε κάθε άλλη τέχνη, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι, οι άλλοι ή τον παίρνουν στο ψιλό ή θυμώνουν, και οι συγγενείς του τον παίρνουν κατά μέρος και τον συμβουλεύουν, σαν να είναι τρελός. Το αντίθετο όμως συμβαίνει με τη δικαιοσύνη και τις άλλες πολιτικές αρετές: πες ότι ξέρουν πως κάποιος είναι άδικος· ε, μολοντούτο, αν αυτός λέει την αλήθεια για το άτομό του μπροστά σ' όλον τον κόσμο, αυτό το οποίο στην προηγούμενη περίπτωση το θεωρούσαν φρονιμάδα ―το να λέει κανείς την αλήθεια― τώρα το θεωρούν τρέλα· και λένε ότι όλοι πρέπει να ισχυρίζονται πως είναι δίκαιοι ―είναι δεν είναι― διαφορετικά, ότι είναι τρελός αυτός που δεν παριστάνει τον δίκαιο. Τόσο πολύ είναι απαραίτητο όλοι χωρίς εξαίρεση να έχουν με κάποιο τρόπο το μερίδιό τους σ' αυτήν ή, στην αντίθετη περίπτωση, ν' αποκλειστούν από την κοινωνία.
Ὅτι μὲν οὖν πάντ’ ἄνδρα εἰκότως ἀποδέχονται περὶ ταύτης τῆς ἀρετῆς σύμβουλον διὰ τὸ ἡγεῖσθαι παντὶ μετεῖναι αὐτῆς, ταῦτα λέγω· ὅτι δὲ αὐτὴν οὐ φύσει ἡγοῦνται εἶναι οὐδ’ ἀπὸ τοῦ αὐτομάτου, ἀλλὰ διδακτόν τε καὶ ἐξ ἐπιμελείας παραγίγνεσθαι ᾧ ἂν παραγίγνηται, τοῦτό σοι μετὰ τοῦτο πειράσομαι ἀποδεῖξαι. ὅσα γὰρ ἡγοῦνται ἀλλήλους κακὰ ἔχειν ἄνθρωποι
[323d] φύσει ἢ τύχῃ, οὐδεὶς θυμοῦται οὐδὲ νουθετεῖ οὐδὲ διδάσκει οὐδὲ κολάζει τοὺς ταῦτα ἔχοντας, ἵνα μὴ τοιοῦτοι ὦσιν, ἀλλ’ ἐλεοῦσιν· οἷον τοὺς αἰσχροὺς ἢ σμικροὺς ἢ ἀσθενεῖς τίς οὕτως ἀνόητος ὥστε τι τούτων ἐπιχειρεῖν ποιεῖν; ταῦτα μὲν γὰροἶμαι ἴσασιν ὅτι φύσει τε καὶ τύχῃ τοῖς ἀνθρώποις γίγνεται, τὰ καλὰ καὶ τἀναντία τούτοις· ὅσα δὲ ἐξ ἐπιμελείας καὶ ἀσκήσεως καὶ διδαχῆς οἴονται γίγνεσθαι ἀγαθὰ ἀνθρώποις,
[323e] ἐάν τις ταῦτα μὴ ἔχῃ, ἀλλὰ τἀναντία τούτων κακά, ἐπὶ τούτοις που οἵ τε θυμοὶ γίγνονται καὶ αἱ κολάσεις καὶ αἱ νουθετήσεις. ὧν ἐστιν ἓν καὶ ἡ ἀδικία καὶ ἡ ἀσέβεια καὶ
[324a] συλλήβδην πᾶν τὸ ἐναντίον τῆς πολιτικῆς ἀρετῆς· ἔνθα δὴ πᾶς παντὶ θυμοῦται καὶ νουθετεῖ, δῆλον ὅτι ὡς ἐξ ἐπιμελείας καὶ μαθήσεως κτητῆς οὔσης. εἰ γὰρ ἐθέλεις ἐννοῆσαι τὸ κολάζειν, ὦ Σώκρατες, τοὺς ἀδικοῦντας τί ποτε δύναται, αὐτό σε διδάξει ὅτι οἵ γε ἄνθρωποι ἡγοῦνται παρασκευαστὸν εἶναι ἀρετήν. οὐδεὶς γὰρ κολάζει τοὺς ἀδικοῦντας πρὸς τούτῳ τὸν νοῦν ἔχων καὶ τούτου ἕνεκα, ὅτι ἠδίκησεν, ὅστις
[324b] μὴ ὥσπερ θηρίον ἀλογίστως τιμωρεῖται· ὁ δὲ μετὰ λόγου ἐπιχειρῶν κολάζειν οὐ τοῦ παρεληλυθότος ἕνεκα ἀδικήματος τιμωρεῖται ―οὐ γὰρ ἂν τό γε πραχθὲν ἀγένητον θείη― ἀλλὰ τοῦ μέλλοντος χάριν, ἵνα μὴ αὖθις ἀδικήσῃ μήτε αὐτὸς οὗτος μήτε ἄλλος ὁ τοῦτον ἰδὼν κολασθέντα. καὶ τοιαύτην διάνοιαν ἔχων διανοεῖται παιδευτὴν εἶναι ἀρετήν· ἀποτροπῆς γοῦν ἕνεκα κολάζει. ταύτην οὖν τὴν δόξαν πάντες ἔχουσιν ὅσοιπερ
[324c] τιμωροῦνται καὶ ἰδίᾳ καὶ δημοσίᾳ. τιμωροῦνται δὲ καὶ κολάζονται οἵ τε ἄλλοι ἄνθρωποι οὓς ἂν οἴωνται ἀδικεῖν, καὶ οὐχ ἥκιστα Ἀθηναῖοι οἱ σοὶ πολῖται· ὥστε κατὰ τοῦτον τὸν λόγον καὶ Ἀθηναῖοί εἰσι τῶν ἡγουμένων παρασκευαστὸν εἶναι καὶ διδακτὸν ἀρετήν. ὡς μὲν οὖν εἰκότως ἀποδέχονται οἱ σοὶ πολῖται καὶ χαλκέως καὶ σκυτοτόμου συμβουλεύοντος τὰ πολιτικά, καὶ ὅτι διδακτὸν καὶ παρασκευαστὸν ἡγοῦνται ἀρετήν, ἀποδέδεικταί σοι, ὦ Σώκρατες, ἱκανῶς, ὥς γέ μοι
[324d] φαίνεται.
Λοιπόν, πάνω στο ότι οι Αθηναίοι δέχονται με τον πιο φυσικό τρόπο να τους συμβουλεύει ο καθένας για πράγματα που έχουν σχέση μ' αυτήν την αρετή, επειδή πιστεύουν ότι όλοι έχουν το μερίδιό τους σ' αυτήν, αυτά είχα να πω. Στη συνέχεια θα προσπαθήσω να αποδείξω τούτο: ότι δηλαδή πιστεύουν πως αυτήν δεν μας την δίνει η φύση ή η τύχη, αλλά μπορεί να διδαχτεί και να γίνει κτήμα ύστερ' από φροντίδες, σ' όποιον την κάνει κτήμα του. Γιατί, για όσα ελαττώματα πιστεύουν οι άνθρωποι ότι οι όμοιοί τους τα έχουν από τη φύση ή από την τύχη, κανένας δεν θυμώνει ούτε τους δίνει συμβουλές ή μαθήματα, ούτε τιμωρεί αυτούς πού τα έχουν, για να πάψουν να είναι τέτοιοι, αλλά τους συμπονούν· έτσι, ποιος είναι τόσο άμυαλος, ώστε να τολμήσει να κάμει κάτι τέτοιο στους άσχημους, τους κοντούληδες ή τους αρρωστιάρηδες; Επειδή βέβαια ξέρουν, νομίζω, ότι η φύση ή η τύχη δίνουν στους ανθρώπους τα χαρίσματα και τ' αντίθετά τους. Αν όμως κάποιος δεν έχει τα προτερήματα, που κατά την κοινή αντίληψη οι άνθρωποι τα αποχτούν με φροντίδα και άσκηση και διδασκαλία, αλλά έχει τα αντίθετά τους ελαττώματα, σ' αυτή την περίπτωση έχουμε θυμούς, τιμωρίες και συμβουλές. Σ' αυτά τα τελευταία ελαττώματα ανήκουν η αδικία και η ασέβεια, και με δυο λόγια καθετί το αντίθετο με την πολιτική αρετή. Λοιπόν σ' αυτές τις περιπτώσεις ο καθένας θυμώνει με τον άλλον ή του δίνει συμβουλές, ολοφάνερα επειδή έχει τη γνώμη ότι η αρετή μπορεί να γίνει κτήμα με φροντίδα και διδασκαλία. Γιατί, αν θέλεις να σκεφτείς ποια σημασία μπορεί να έχει η τιμωρία των αδικητών, Σωκράτη, η καθημερινή ζωή θα σου δείξει ότι οι άνθρωποι πιστεύουν πως η αρετή μπορεί να μεταδοθεί. Γιατί ποιος τιμωρεί τους αδικητές, στρέφοντας τη σκέψη του σ' αυτό, κι αυτό έχοντας κίνητρο: το ότι έκαμαν το αδίκημα; (μη λογαριάζεις εκείνον που τιμωρεί ασυλλόγιστα, σαν θηρίο). Αντίθετα, εκείνος που έχει έγνοια να τιμωρήσει μυαλωμένα, δεν τιμωρεί για το αδίκημα που έγινε και πάει ―γιατί ό,τι έγινε δεν ξεγίνεται― αλλά προνοώντας για το μέλλον, για να μην αδικήσει άλλη φορά ούτε ο ίδιος ο αδικητής ούτε άλλος κανείς από όσους είδαν την τιμωρία του· με το να σκέφτεται λοιπόν έτσι, σκέφτεται ότι η αρετή μπορεί να διδαχτεί· όπως και να 'χει, σκοπός της τιμωρίας είναι η φοβέρα. Άρα όλοι, όσοι τιμωρούν και στη δημόσια και στην ιδιωτική ζωή, αυτή τη γνώμη έχουν. Έτσι και οι άλλοι άνθρωποι και πρώτοι απ' όλους οι Αθηναίοι, οι συμπολίτες σου, τιμωρούν αυτούς που νομίζουν ότι κάνουν αδικήματα, και για να βρει το δίκιο του ο αδικημένος και για να πλήρωσει ο αδικητής. Απ' αυτό βγαίνει ότι οι Αθηναίοι είναι απ' εκείνους που πιστεύουν ότι η αρετή μπορεί και να διδαχτεί και να μεταδοθεί. Τώρα μου φαίνεται πως σου δόθηκε ικανοποιητική απόδειξη, Σωκράτη, ότι καλά κάνουν οι συμπολίτες σου και αφήνουν να τους δίνει συμβουλές πάνω σε θέματα της πολιτείας και ο χαλκιάς και ο τσαγκάρης, και ότι πιστεύουν πως η αρετή μπορεί να διδαχτεί και να μεταδοθεί.

Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2011

Περὶ εὐσεβείας

Πλάτωνος Ευθύφρων, Unicode, 1.0

Πλάτωνος

Εὐθύφρων
(ἢ περὶ εὐσεβείας)

Μετάφραση Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης

 


Σωκράτης
Σωκράτης

ἡ δὲ δὴ ὁσιότης τε καὶ εὐσέβεια θεῶν, ὦ Εὐθύφρων; οὕτω λέγεις;
Η αγιότης λοιπόν και η ευσέβεια αποβλέπει εις την περιποίησιν των θεών, ω Ευθύφρον; Αυτό εννοείς;

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

ἔγωγε.
Μάλιστα.

Σωκράτης
Σωκράτης

οὐκοῦν θεραπεία γε πᾶσα ταὐτὸν διαπράττεται; οἷον τοιόνδε· ἐπ᾽ ἀγαθῷ τινί ἐστι καὶ ὠφελίᾳ τοῦ θεραπευομένου, ὥσπερ ὁρᾷς δὴ ὅτι οἱ ἵπποι ὑπὸ τῆς ἱππικῆς θεραπευόμενοι ὠφελοῦνται καὶ βελτίους γίγνονται· ἢ οὐ δοκοῦσί σοι;
Λοιπόν κάθε φροντίς και περιποίησις βεβαίως τον ίδιον σκοπόν έχει; ένα τέτοιον, δηλαδή αποβλέπει εις το καλόν και την ωφέλειαν του πράγματος, διά το οποίον φροντίζει κανείς, καθώς βλέπεις δα ότι οι ίπποι, όταν υπό της ιππικής τέχνης περιποιούνται, τότε ωφελούνται και γίνονται καλύτεροι. Ή δεν είναι έτσι;

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

ἔμοιγε.
Μάλιστα, έτσι είναι.

Σωκράτης
Σωκράτης

καὶ οἱ κύνες γέ που ὑπὸ τῆς κυνηγετικῆς, καὶ οἱ
Και οι κύνες βέβαια, φρονώ, όταν υπό της κυνηγετικής τέχνης περιποιούνται,
13c βόες ὑπὸ τῆς βοηλατικῆς, καὶ τἆλλα πάντα ὡσαύτως· ἢ ἐπὶ βλάβῃ οἴει τοῦ θεραπευομένου τὴν θεραπείαν εἶναι;
και τα βώδια υπό της βοηλατικής, και τα λοιπά όλα πράγματα ομοίως, ωφελούνται και γίνονται καλύτερα. Ή νομίζεις ότι η περιποίησις και η φροντίς, οπού λαμβάνεται δι' αυτά συντελεί εις βλάβην των;

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

μὰ Δί᾽ οὐκ ἔγωγε.
Μα τον Δία, όχι αναμφιβόλως.

Σωκράτης
Σωκράτης

ἀλλ᾽ ἐπ᾽ ὠφελίᾳ;
Αλλά συντελεί εις την ωφέλειάν των;

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

πῶς δ᾽ οὔ;
Βεβαίως.

Σωκράτης
Σωκράτης

ἦ οὖν καὶ ἡ ὁσιότης θεραπεία οὖσα θεῶν ὠφελία τέ ἐστι θεῶν καὶ βελτίους τοὺς θεοὺς ποιεῖ; καὶ σὺ τοῦτο συγχωρήσαις ἄν, ὡς ἐπειδάν τι ὅσιον ποιῇς, βελτίω τινὰ τῶν θεῶν ἀπεργάζῃ;
Ε λοιπόν, και η ευσέβεια, αφού είναι φροντίς και περιποίησις, την οποίαν έχουν οι άνθρωποι διά τους θεούς, συντελεί εις ωφέλειαν των θεών και τους κάμνει καλυτέρους; Και συ ήθελες τολμήσει ποτέ να βεβαιώσης, ότι οσάκις εκτελής καμμίαν ευσεβή πράξιν, κάμνεις καλύτερον κανένα από τους θεούς;

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

μὰ Δί᾽ οὐκ ἔγωγε.
Ποτέ, ποτέ, μα τον Δία.

Σωκράτης
Σωκράτης

οὐδὲ γὰρ ἐγώ, ὦ Εὐθύφρων, οἶμαί σε τοῦτο λέγειν --πολλοῦ καὶ δέω--ἀλλὰ τούτου δὴ ἕνεκα καὶ ἀνηρόμην
Ούτε εγώ βέβαια, ω Ευθύφρον, δεν πιστεύω ποτέ ότι συ εννοείς αυτό. Ουδαμώς. Αλλά δι' αυτό μάλιστα σε ηρώτησα πολλές φορές
13d τίνα ποτὲ λέγοις τὴν θεραπείαν τῶν θεῶν, οὐχ ἡγούμενός σε τοιαύτην λέγειν.
τί επί τέλους εννοείς με την λέξιν λατρεία διά τους θεούς, διότι ήμουν πεπεισμένος ότι δεν δίδεις εις την λέξιν αυτήν την τοιαύτην σημασίαν.

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

καὶ ὀρθῶς γε, ὦ Σώκρατες· οὐ γὰρ τοιαύτην λέγω.
Και πολύ σωστά, ω Σώκρατες, εγώ βέβαια δεν δίδω τοιαύτην έννοιαν εις την λέξιν.

Σωκράτης
Σωκράτης

εἶεν· ἀλλὰ τίς δὴ θεῶν θεραπεία εἴη ἂν ἡ ὁσιότης;
Ας είναι. Αλλά ειπέ μου τώρα, τί είδους ακριβώς περιποίησις και φροντίς διά τους θεούς ημπορεί να είναι η ευσέβεια;

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

ἥνπερ, ὦ Σώκρατες, οἱ δοῦλοι τοὺς δεσπότας θεραπεύουσιν.
Είναι, ω Σώκρατες, εκείνη η φροντίς και η περιποίησις, με την οποίαν περιποιούνται οι δούλοι τους αυθέντας των.

Σωκράτης
Σωκράτης

μανθάνω· ὑπηρετική τις ἄν, ὡς ἔοικεν, εἴη θεοῖς.
Καταλαμβάνω. Εννοείς ότι η φροντίς αυτή είναι ωσάν κάποια υπηρετική τέχνη, χρησιμεύουσα εις την υπηρεσίαν των θεών.

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

πάνυ μὲν οὖν.
Βεβαιότατα. Αυτό εννοώ.

Σωκράτης
Σωκράτης

ἔχοις ἂν οὖν εἰπεῖν ἡ ἰατροῖς ὑπηρετικὴ εἰς τίνος ἔργου ἀπεργασίαν τυγχάνει οὖσα ὑπηρετική; οὐκ εἰς ὑγιείας οἴει;
Ημπορείς λοιπόν να μου είπης, η τέχνη οπού εξυπηρετεί τους ιατρούς, εις ποίου έργου την εκτέλεσιν τους εξυπηρετεί; Δεν φρονείς ότι τους εξυπηρετεί εις την αποκατάστασιν της υγείας δι' ένα άρρωστον;

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

ἔγωγε.
Μάλιστα. Αυτό εννοώ.

Σωκράτης
Σωκράτης
13e τί δὲ ἡ ναυπηγοῖς ὑπηρετική; εἰς τίνος ἔργου ἀπεργασίαν ὑπηρετική ἐστιν;
Αλλά η τέχνη, ω Ευθύφρον, η οποία εξυπηρετεί τους ναυπηγούς, εις ποίου έργου την εκτέλεσιν τους εξυπηρετεί;

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

δῆλον ὅτι, ὦ Σώκρατες, εἰς πλοίου.
Είναι φανερόν, ω Σώκρατες, ότι τους εξυπηρετεί εις το να κατασκευάζουν πλοία.

Σωκράτης
Σωκράτης

καὶ ἡ οἰκοδόμοις γέ που εἰς οἰκίας;
Και η τέχνη, φρονώ, των οικοδόμων εξυπηρετεί αυτούς εις το να κατασκευάζουν οικίας;

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

ναί.
Ναι.

Σωκράτης
Σωκράτης

εἰπὲ δή, ὦ ἄριστε· ἡ δὲ θεοῖς ὑπηρετικὴ εἰς τίνος ἔργου ἀπεργασίαν ὑπηρετικὴ ἂν εἴη; δῆλον γὰρ ὅτι σὺ οἶσθα, ἐπειδήπερ τά γε θεῖα κάλλιστα φῂς εἰδέναι ἀνθρώπων.
Ειπέ μου τώρα, φίλτατε· η ευσέβεια, η οποία εξυπηρετεί τους θεούς, εις ποίου έργου την εκτέλεσιν ημπορεί να τους εξυπηρετή; Είναι φανερόν ότι συ το γνωρίζεις αυτό, επειδή ίσα-ίσα ωμολόγησες ότι γνωρίζεις τα θρησκευτικά ζητήματα εξόχως άριστα, όσον κανείς από τους ανθρώπους όλους.

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

καὶ ἀληθῆ γε λέγω, ὦ Σώκρατες.
Και είπα βέβαια την αλήθειαν, ω Σώκρατες.

Σωκράτης
Σωκράτης

εἰπὲ δὴ πρὸς Διὸς τί ποτέ ἐστιν ἐκεῖνο τὸ πάγκαλον ἔργον ὃ οἱ θεοὶ ἀπεργάζονται ἡμῖν ὑπηρέταις χρώμενοι;
Ειπέ μου τώρα, εν ονόματι του Διός, τί επί τέλους είναι εκείνο το κατ' εξοχήν ευμορφότατον έργον, το οποίον οι θεοί κάμνουν με την υπηρεσίαν και βοήθειαν της ιδικής μας ευσεβείας και αγιότητος;

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

πολλὰ καὶ καλά, ὦ Σώκρατες.
Πολλά ωραία πράγματα, ω Σώκρατες, κάμνουν.

Σωκράτης
Σωκράτης
14a καὶ γὰρ οἱ στρατηγοί, ὦ φίλε· ἀλλ᾽ ὅμως τὸ κεφάλαιον αὐτῶν ῥᾳδίως ἂν εἴποις, ὅτι νίκην ἐν τῷ πολέμῳ ἀπεργάζονται· ἢ οὔ;
Βεβαίως και οι στρατηγοί, φίλε μου, πολλά ωραία πράγματα κατορθώνουν. Αλλ' όμως το κυριώτατον από αυτά εύκολα ημπορείς να μου είπης, ότι δηλαδή κατορθώνουν την νίκην εις τους πολέμους. Είναι έτσι;

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

πῶς δ᾽ οὔ;
Βεβαιότατα.

Σωκράτης
Σωκράτης

πολλὰ δέ γ᾽, οἶμαι, καὶ καλὰ καὶ οἱ γεωργοί· ἀλλ᾽ ὅμως τὸ κεφάλαιον αὐτῶν ἐστιν τῆς ἀπεργασίας ἡ ἐκ τῆς γῆς τροφή.
Πιστεύω δε ότι και οι γεωργοί κατορθώνουν βεβαίως πολλά ωραία πράγματα. Αλλ' όμως το κυριώτατον από τα έργα των, είναι το να χορηγούν τροφήν εις τους ανθρώπους από τα προϊόντα της γης.

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

πάνυ γε.
Είμαι πολύ σύμφωνος.

Σωκράτης
Σωκράτης

τί δὲ δὴ τῶν πολλῶν καὶ καλῶν ἃ οἱ θεοὶ ἀπεργάζονται; τί τὸ κεφάλαιόν ἐστι τῆς ἐργασίας;
Ειπέ μου λοιπόν τώρα. Από τα πολλά ωραία πράγματα, τα οποία οι θεοί κάμνουν με την υπηρεσίαν της ευσεβείας μας, ποίον είνε το κυριώτατον;

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

καὶ ὀλίγον σοι πρότερον εἶπον, ὦ Σώκρατες, ὅτι
Και ολίγον πρωτύτερα σου είπα, ω Σώκρατες, ότι όλα αυτά τα ζητήματα
14b πλείονος ἔργου ἐστὶν ἀκριβῶς πάντα ταῦτα ὡς ἔχει μαθεῖν· τόδε μέντοι σοι ἁπλῶς λέγω, ὅτι ἐὰν μὲν κεχαρισμένα τις ἐπίστηται τοῖς θεοῖς λέγειν τε καὶ πράττειν εὐχόμενός τε καὶ θύων, ταῦτ᾽ ἔστι τὰ ὅσια, καὶ σῴζει τὰ τοιαῦτα τούς τε ἰδίους οἴκους καὶ τὰ κοινὰ τῶν πόλεων· τὰ δ᾽ ἐναντία τῶν κεχαρισμένων ἀσεβῆ, ἃ δὴ καὶ ἀνατρέπει ἅπαντα καὶ ἀπόλλυσιν.
είνε παρά πολύ δύσκολον να τα αναπτύξη κανείς με ακρίβειαν. Απλώς όμως σου λέγω το εξής: ότι εάν κανείς άνθρωπος ηξεύρη και να λέγη και να πράττη ευάρεστα εις τους θεούς και όταν προσεύχεται και όταν θυσιάζη, αυτά είνε οπού λέγω εγώ ευσεβή έργα· όλα δε αυτού του είδους τα έργα σώζουν και τους ιδιαιτέρους οίκους των ανθρώπων και τας κοινάς υποθέσεις των πόλεων. Όσα δε έργα είνε εναντία από τα ευάρεστα, είνε ασεβή, τα οποία ίσα-ίσα καταστρέφουν εκ θεμελίων και εξαφανίζουν τα πάντα.

Σωκράτης
Σωκράτης

ἦ πολύ μοι διὰ βραχυτέρων, ὦ Εὐθύφρων, εἰ ἐβούλου, εἶπες ἂν τὸ κεφάλαιον ὧν ἠρώτων· ἀλλὰ γὰρ οὐ
Α, πολύ συντομωτέρα, ω Ευθύφρον, εάν ήθελες, ημπορούσες να μου είπης το κυριώτατον από εκείνα, που σε ηρώτησα.
14c πρόθυμός με εἶ διδάξαι--δῆλος εἶ. καὶ γὰρ νῦν ἐπειδὴ ἐπ᾽ αὐτῷ ἦσθα ἀπετράπου, ὃ εἰ ἀπεκρίνω, ἱκανῶς ἂν ἤδη παρὰ σοῦ τὴν ὁσιότητα ἐμεμαθήκη. νῦν δὲ ἀνάγκη γὰρ τὸν ἐρῶντα τῷ ἐρωμένῳ ἀκολουθεῖν ὅπῃ ἂν ἐκεῖνος ὑπάγῃ, τί δὴ αὖ λέγεις τὸ ὅσιον εἶναι καὶ τὴν ὁσιότητα; οὐχὶ ἐπιστήμην τινὰ τοῦ θύειν τε καὶ εὔχεσθαι;
Αλλά βεβαίως βλέπω ότι δεν έχεις την προθυμίαν να με διδάξης. Είνε πολύ φανερόν αυτό. Διότι τώρα δα, οπού έφθασες ακριβώς επάνω εις την ουσίαν του ζητήματος, παρεξέκλινες εξαφνα και απεμακρύνθης από αυτό. Μίαν λέξιν εάν μου έλεγες ακόμη, αρκετά ήθελα καταλάβη πλέον από σε τί πράγμα είνε η ευσέβεια κατ' ουσίαν. Αλλ' όμως θα σε παρακολουθήσω —επειδή είνε ανάγκη να σε ακολουθώ, ως ο εραστής την ερωμένην του, όπου και αν υπάγης—. Τί πράγμα εννοείς τώρα ότι είνε το ευσεβές και η ευσέβεια; Δεν εννοείς ότι είνε κάποια τέχνη να θυσιάζη κανείς εις τους θεούς και να προσεύχεται εις αυτούς;

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

ἔγωγε.
Μάλιστα.



Σωκράτης



Λοιπόν το να θυσιάζη κανείς σημαίνει ότι χαρίζει κάτι εις τους θεούς, το δε να προσεύχεται σημαίνει ότι ζητεί κάτι τι από τους θεούς;



Ευθύφρων



Βεβαιότατα, ω Σώκρατες.

Σωκράτης
Σωκράτης

οὐκοῦν τὸ θύειν δωρεῖσθαί ἐστι τοῖς θεοῖς, τὸ δ᾽ εὔχεσθαι αἰτεῖν τοὺς θεούς;
Λοιπόν το μεν να θυσιάζη κανείς εις τους θεούς σημαίνει ότι χαρίζει εις αυτούς, το δε να προσεύχεται σημαίνει ότι ζητεί κανείς από τους θεούς;

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

καὶ μάλα, ὦ Σώκρατες.
Μάλιστα, ω Σώκρατες.

Σωκράτης
Σωκράτης
14d ἐπιστήμη ἄρα αἰτήσεως καὶ δόσεως θεοῖς ὁσιότης ἂν εἴη ἐκ τούτου τοῦ λόγου.
Ώστε η ευσέβεια σύμφωνα με τον ορισμόν σου αυτόν είνε επιστήμη ζητήσεως και δόσεως, ήγουν να ζητή κανείς να λάβη από τους θεούς και να χαρίζη εις αυτούς.

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

πάνυ καλῶς, ὦ Σώκρατες, συνῆκας ὃ εἶπον.
Πολύ ωραία εννόησες, ω Σώκρατες, ό,τι είπα.

Σωκράτης
Σωκράτης

ἐπιθυμητὴς γάρ εἰμι, ὦ φίλε, τῆς σῆς σοφίας καὶ προσέχω τὸν νοῦν αὐτῇ, ὥστε οὐ χαμαὶ πεσεῖται ὅτι ἂν εἴπῃς. ἀλλά μοι λέξον τίς αὕτη ἡ ὑπηρεσία ἐστὶ τοῖς θεοῖς; αἰτεῖν τε φῂς αὐτοὺς καὶ διδόναι ἐκείνοις;
Βεβαιότατα, ω φίλε μου, διότι είμαι εραστής της σοφίας σου και έχω αφιερώση όλην την προσοχήν μου εις αυτήν, ώστε ό,τι και αν είπης, δεν θα είνε χαμένον. (16) Αλλά σε παρακαλώ, ειπέ μου, ποία είνε αυτή η υπηρεσία, την οποίαν οι άνθρωποι προσφέρουν εις τους θεούς; Παραδέχεσαι ότι αυτή είνε η τέχνη να ζητή κανείς να λάβη από αυτούς και να δίδη εις εκείνους;

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

ἔγωγε.
Βεβαίως.

Σωκράτης
Σωκράτης

ἆρ᾽ οὖν οὐ τό γε ὀρθῶς αἰτεῖν ἂν εἴη ὧν δεόμεθα παρ᾽ ἐκείνων, ταῦτα αὐτοὺς αἰτεῖν;
Άρα γε λοιπόν το να ζητώμεν από τους θεούς ορθώς, δεν σημαίνει ότι πρέπει να ζητώμεν από αυτούς εκείνα, των οποίων έχομεν ανάγκην;

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

ἀλλὰ τί;
Βεβαίως τί άλλο ημπορεί να σημαίνη παρά τούτο;

Σωκράτης
Σωκράτης
14e καὶ αὖ τὸ διδόναι ὀρθῶς, ὧν ἐκεῖνοι τυγχάνουσιν δεόμενοι παρ᾽ ἡμῶν, ταῦτα ἐκείνοις αὖ ἀντιδωρεῖσθαι; οὐ γάρ που τεχνικόν γ᾽ ἂν εἴη δωροφορεῖν διδόντα τῳ ταῦτα ὧν οὐδὲν δεῖται.
Και πάλιν το να δίδωμεν δώρα εις τους θεούς ορθώς δεν σημαίνει ότι πρέπει και ημείς να δίδωμεν εις αυτούς εκείνα, των οποίων έχουσιν ανάγκην από ημάς; Διότι δεν είναι, θαρρώ, τακτικόν βέβαια, να προσφέρη κανείς δώρα εις ένα άνθρωπον πράγματα, τα όποια δεν χρειάζεται.

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

ἀληθῆ λέγεις, ὦ Σώκρατες.
Πολύ αληθινά λέγεις, ω Σώκρατες.

Σωκράτης
Σωκράτης

ἐμπορικὴ ἄρα τις ἂν εἴη, ὦ Εὐθύφρων, τέχνη ἡ ὁσιότης θεοῖς καὶ ἀνθρώποις παρ᾽ ἀλλήλων.
Ώστε η ευσέβεια, ω Ευθύφρον, είνε κάποια τέχνη εμπορική και κερδοσκοπική εκμετάλλευσις αναμεταξύ θεών και ανθρώπων.

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

ἐμπορική, εἰ οὕτως ἥδιόν σοι ὀνομάζειν.
Μάλιστα· ένα είδος εμπορικής τέχνης είνε η ευσέβεια, αν σου αρέση καλύτερα έτσι να την ονομάζωμεν.

Σωκράτης
Σωκράτης

ἀλλ᾽ οὐδὲν ἥδιον ἔμοιγε, εἰ μὴ τυγχάνει ἀληθὲς ὄν. φράσον δέ μοι, τίς ἡ ὠφελία τοῖς θεοῖς τυγχάνει οὖσα ἀπὸ τῶν δώρων ὧν παρ᾽ ἡμῶν λαμβάνουσιν; ἃ μὲν γὰρ διδόασι
Αλλ' όχι, ω Ευθύφρον. Εις εμέ τουλάχιστον τίποτε δεν αρέσει καλύτερα, αν δεν τύχη να είνε πράγματι αληθές. Αλλ' ειπέ μου, σε παρακαλώ, ποίαν ωφέλειαν έχουν οι θεοί από τα δώρα μας;
15a παντὶ δῆλον· οὐδὲν γὰρ ἡμῖν ἐστιν ἀγαθὸν ὅτι ἂν μὴ ἐκεῖνοι δῶσιν. ἃ δὲ παρ᾽ ἡμῶν λαμβάνουσιν, τί ὠφελοῦνται; ἢ τοσοῦτον αὐτῶν πλεονεκτοῦμεν κατὰ τὴν ἐμπορίαν, ὥστε πάντα τὰ ἀγαθὰ παρ᾽ αὐτῶν λαμβάνομεν, ἐκεῖνοι δὲ παρ᾽ ἡμῶν οὐδέν;
Διότι όσα μεν καλά μας δίδουν οι θεοί, εις κάθε άνθρωπον αυτά είνε φανερά. Διότι ημείς πραγματικώς κανέν καλόν δεν έχομεν, το οποίον να μη μας έδωκαν οι θεοί, από όσα δε από ημάς εκείνοι λαμβάνουν, τί ωφέλειαν έχουν από αυτά; Ή τόσον πολύ περισσότερον πλεονέκται και δόλιοι είμεθα από τους θεούς εις το εμπόριον, ώστε όλα τα καλά και ωφέλιμα λαμβάνομεν από αυτούς, εκείνοι δε τίποτε καλόν από ημάς δεν λαμβάνουν;

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

ἀλλ᾽ οἴει, ὦ Σώκρατες, τοὺς θεοὺς ὠφελεῖσθαι ἀπὸ τούτων ἃ παρ᾽ ἡμῶν λαμβάνουσιν;
Αλλά πιστεύεις, ω Σώκρατες, ότι οι θεοί ωφελούνται από αυτά, τα όποια λαμβάνουν από ημάς;

Σωκράτης
Σωκράτης

ἀλλὰ τί δήποτ᾽ ἂν εἴη ταῦτα, ὦ Εὐθύφρων, τὰ παρ᾽ ἡμῶν δῶρα τοῖς θεοῖς;
Αλλά τότε τί, τέλος πάντων, ημπορεί να είναι, ω Ευθύφρον, τα δώρα, τα οποία εκ μέρους μας προσφέρονται εις τους θεούς;

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

τί δ᾽ οἴει ἄλλο ἢ τιμή τε καὶ γέρα καί, ὅπερ ἐγὼ ἄρτι ἔλεγον, χάρις;
Τί άλλο, θαρρείς, να είνε, παρά τιμή και σέβας και δοξολογία και ό,τι εγώ ακριβώς ανωτέρω είπα, πράγμα θεάρεστον, με το οποίον επιζητούμεν να αποκτήσωμεν την εύνοιαν αυτών;

Σωκράτης
Σωκράτης
15b κεχαρισμένον ἄρα ἐστίν, ὦ Εὐθύφρων, τὸ ὅσιον, ἀλλ᾽ οὐχὶ ὠφέλιμον οὐδὲ φίλον τοῖς θεοῖς;
Ώστε, ω Ευθύφρον, το ευσεβές είνε εν πράγμα θεάρεστον, με το οποίον αποκτά κανείς την εύνοιαν των θεών, δεν είνε δε ωφέλιμον εις τους θεούς ούτε προσφιλές εις αυτούς;

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

οἶμαι ἔγωγε πάντων γε μάλιστα φίλον.
Εγώ όμως πιστεύω ότι το ευσεβές, ω Σώκρατες, είνε εν πράγμα εξόχως προσφιλέστατον εις τους θεούς από όλα.

Σωκράτης
Σωκράτης

τοῦτο ἄρ᾽ ἐστὶν αὖ, ὡς ἔοικε, τὸ ὅσιον, τὸ τοῖς θεοῖς φίλον.
Ώστε, καθώς ομολογείς, το ευσεβές πράγμα είνε προσέτι και αγαπητόν εις τους θεούς.

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

μάλιστά γε.
Βεβαιότατα, μάλιστα.

Σωκράτης
Σωκράτης

θαυμάσῃ οὖν ταῦτα λέγων ἐάν σοι οἱ λόγοι φαίνωνται μὴ μένοντες ἀλλὰ βαδίζοντες, καὶ ἐμὲ αἰτιάσῃ τὸν Δαίδαλον βαδίζοντας αὐτοὺς ποιεῖν, αὐτὸς ὢν πολύ γε τεχνικώτερος τοῦ Δαιδάλου καὶ κύκλῳ περιιόντα ποιῶν; ἢ οὐκ αἰσθάνῃ ὅτι ὁ λόγος ἡμῖν περιελθὼν πάλιν εἰς ταὐτὸν
Θα εκπλαγής λοιπόν, ενώ μου λέγης αυτά, διότι οι ορισμοί σου δεν φαίνονται σταθεροί, αλλά μετακινούνται και περιπατούν, και θα κατηγορήσης πάλιν εμέ, τον Δαίδαλον, οπού κάμνω αυτούς να περιπατούν, ενώ συ είσαι, βλέπω, παρά πολύ επιτηδειότερος από τον Δαίδαλον και κάμνεις αυτούς να φέρουν γύρω; Ή δεν εννοείς ότι ο ορισμός μας, αφού έκαμεν ένα κύκλον, κατήντησε πάλιν εις το ίδιον σημείον;
15c ἥκει; μέμνησαι γάρ που ὅτι ἐν τῷ πρόσθεν τό τε ὅσιον καὶ τὸ θεοφιλὲς οὐ ταὐτὸν ἡμῖν ἐφάνη ἀλλ᾽ ἕτερα ἀλλήλων· ἢ οὐ μέμνησαι;
Ενθυμείσαι βεβαίως, θαρρώ, ότι προηγουμένως το ευσεβές και το αγαπητόν εις τους θεούς δεν μας εφάνη ότι είνε το ίδιον, αλλ' ότι είνε διαφορετικών το εν από το άλλο, ή δεν το ενθυμείσαι;

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

ἔγωγε.
Μάλιστα· το ενθυμούμαι.

Σωκράτης
Σωκράτης

νῦν οὖν οὐκ ἐννοεῖς ὅτι τὸ τοῖς θεοῖς φίλον φῂς ὅσιον εἶναι; τοῦτο δ᾽ ἄλλο τι ἢ θεοφιλὲς γίγνεται; ἢ οὔ;
Δεν καταλαμβάνεις λοιπόν ότι τώρα ομολογείς ότι εκείνο οπού αρέσει εις τους θεούς είνε ευσεβές; Τούτο δε οπού αρέσει εις αυτούς δεν είναι αλήθεια ότι είνε θεάρεστον; ή όχι;

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

πάνυ γε.
Βεβαίως είνε θεάρεστον και αγαπητόν.

Σωκράτης
Σωκράτης

οὐκοῦν ἢ ἄρτι οὐ καλῶς ὡμολογοῦμεν, ἢ εἰ τότε καλῶς, νῦν οὐκ ὀρθῶς τιθέμεθα.
Λοιπόν ή προ ολίγου δεν ωρίσαμεν αυτό καλά, ή αν τότε καλά το ωρίσαμεν, τώρα δεν συζητούμεν ορθώς και φθάνομεν εις εσφαλμένον ορισμόν.

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

ἔοικεν.
Φαίνεται ότι έτσι είναι.

Σωκράτης
Σωκράτης

ἐξ ἀρχῆς ἄρα ἡμῖν πάλιν σκεπτέον τί ἐστι τὸ ὅσιον, ὡς ἐγὼ πρὶν ἂν μάθω ἑκὼν εἶναι οὐκ ἀποδειλιάσω.
Ώστε από την αρχήν πρέπει να σκεφθώμεν πάλιν και να εξετάσωμεν ποίον πράγμα είνε ακριβώς το ευσεβές. Διότι εγώ, όσον εξαρτάται από την θέλησιν μου, δεν θα αποδειλιάσω, έως ότου να το μάθω.
15d ἀλλὰ μή με ἀτιμάσῃς ἀλλὰ παντὶ τρόπῳ προσσχὼν τὸν νοῦν ὅτι μάλιστα νῦν εἰπὲ τὴν ἀλήθειαν· οἶσθα γὰρ εἴπερ τις ἄλλος ἀνθρώπων, καὶ οὐκ ἀφετέος εἶ ὥσπερ ὁ Πρωτεὺς πρὶν ἂν εἴπῃς. εἰ γὰρ μὴ ᾔδησθα σαφῶς τό τε ὅσιον καὶ τὸ ἀνόσιον, οὐκ ἔστιν ὅπως ἄν ποτε ἐπεχείρησας ὑπὲρ ἀνδρὸς θητὸς ἄνδρα πρεσβύτην πατέρα διωκάθειν φόνου, ἀλλὰ καὶ τοὺς θεοὺς ἂν ἔδεισας παρακινδυνεύειν μὴ οὐκ ὀρθῶς αὐτὸ ποιήσοις, καὶ τοὺς ἀνθρώπους ᾐσχύνθης· νῦν δὲ εὖ οἶδα ὅτι
Όμως μη με περιφρονήσης, αλλά με κάθε τρόπον, έχων όσον το δυνατόν προσεκτικόν τον νουν σου, τώρα πες μου την αλήθειαν. Διότι ηξεύρεις όσον κανείς άλλος άνθρωπος, ότι δεν πρέπει να σε αφήσω, καθώς ο Πρωτεύς (17), έως ότου με διδάξης αυτό. Διότι αν δεν ήξευρες καθαρά ποίον πράγμα είνε όσιον και ποίον ανόσιον, ποτέ δεν θα επεχείρεις να καταγγείλης εις το δικαστήριον επί φόνω τον πατέρα σου, ένα γηραλέον άνθρωπον, διά να υπερασπίσης ένα μισθωτόν δούλον, ένα ημεροκαματιάρην. Αλλά προσέτι και τους θεούς θα εφοβείσο, να ριψοκινδυνεύσης με τόσην τόλμην μήπως ήθελες διαπράξη καμμίαν ασέβειαν δι' αυτής της πράξεως και τους ανθρώπους θα εντρέπεσο. Τώρα όμως, πολύ καλά το ηξεύρω,
15e σαφῶς οἴει εἰδέναι τό τε ὅσιον καὶ μή. εἰπὲ οὖν, ὦ βέλτιστε Εὐθύφρων, καὶ μὴ ἀποκρύψῃ ὅτι αὐτὸ ἡγῇ.
πιστεύεις ότι με σαφήνειαν γνωρίζεις ποίον πράγμα είνε ευσεβές και ποίον όχι. Ειπέ μου λοιπόν, ω αγαθώτατε Ευθύφρον, και μη μου αποκρύψης τί πράγμα θεωρείς ότι είνε αυτό το ευσεβές.

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

εἰς αὖθις τοίνυν, ὦ Σώκρατες· νῦν γὰρ σπεύδω ποι, καί μοι ὥρα ἀπιέναι.
Πολύ ευχαρίστως, αλλά, σε παρακαλώ, άλλην φοράν, ω Σώκρατες, διότι τώρα βιάζομαι να υπάγω κάπου, και είνε καιρός να πηγαίνω.

Σωκράτης
Σωκράτης

οἷα ποιεῖς, ὦ ἑταῖρε. ἀπ᾽ ἐλπίδος με καταβαλὼν μεγάλης ἀπέρχῃ ἣν εἶχον, ὡς παρὰ σοῦ μαθὼν τά τε ὅσια καὶ μὴ καὶ τῆς πρὸς Μέλητον γραφῆς ἀπαλλάξομαι, ἐνδειξάμενος
Τί παράξενα κάμνεις, φίλε μου. Μου φεύγεις τώρα και μου αφαιρείς τόσον μεγάλας ελπίδας οπού είχα, κ' εφανταζόμην ότι, αφού εμάνθανον από σε ποία πράγματα είνε ευσεβή και ποία όχι, ήθελον απαλλαχθή από την εκ μέρους του Μελήτου εναντίον μου δίκην,
16a ἐκείνῳ ὅτι σοφὸς ἤδη παρ᾽ Εὐθύφρονος τὰ θεῖα γέγονα καὶ ὅτι οὐκέτι ὑπ᾽ ἀγνοίας αὐτοσχεδιάζω οὐδὲ καινοτομῶ περὶ αὐτά, καὶ δὴ καὶ τὸν ἄλλον βίον ὅτι ἄμεινον βιωσοίμην.
διότι θα του απεδείκνυον ότι εγώ πλέον έγεινα σοφός, όσον αφορά εις τα θρησκευτικά ζητήματα, διδαχθείς από τον Ευθύφρονα, και ότι δεν νεωτερίζω πλέον εισάγων νέας δοξασίας και καινοτομίας εις αυτά από άγνοιαν, και ιδίως μάλιστα ήθελα ζήση πλέον όσον το δυνατόν ευσεβέστατα και ως προς τας μετά των νεωτέρων σχέσεις μου.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
16) Η αρχαία φράσις είναι «ου χαμαί πεσείται». Παροιμία δι' εκείνους, οι οποίοι τίποτα δεν λέγουν εις μάτην και εις τον αέρα, αλλά ό,τι και αν είπουν, έχει τον σκοπόν του και τον τόπον του.
17) Ενταύθα εννοείται το εν τη Οδυσσεία (Δ. σ. 384) επεισόδιον μεταξύ Μενελάου και Πρωτέως. Ήτο δε ο Πρωτεύς γέρων θαλάσσιος θεός, υπηρετών τον Ποσειδώνα, μέγας δε προφήτης· αλλά πολύ δύσκολος εις τας απαντήσεις του. Διέτριβε συνήθως εις την παρά την Αίγυπτον θάλασσαν, διά να υπεκφεύγη δε τους ερωτώντας αυτόν, είχε την δύναμιν να μεταμορφώνεται εις ό,τι πράγμα ήθελεν, εις κάθε είδος από τα ερπετά και θηρία της γης και εις ύδωρ ακόμη και εις πυρ. Το μόνον μυστικόν τού να δυνηθή τις να του αποσπάση απάντησιν, ήτο να κατορθώση να τον συλλάβη και τον δέση, να τον κρατή δε, έως ου ήθελεν επανέλθη εις την πρώτην μορφήν του· τότε προέλεγε θετικάς και αληθινάς προφητείας. Ούτω κατώρθωσε με δόλον να τον συλλάβη και ο Μενέλαος, διά συμβουλής τής θυγατρός του θεού αυτού Ειδοθέας, παρά την ακτήν, καθώς χαριέστατα διηγείται ο Όμηρος, ως άνω εσημειώσαμεν, ότε μετεμορφώθη εις λέοντα, έπειτα εις δράκοντα και πάρδαλιν και φοβερόν αγριόχοιρον, ύστερον δε έγεινεν ύδωρ και δένδρον πανύψηλον.