Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2008

Αριστοτέλους «Ηθικά Νικομάχεια» - Ενότητα 1


ΕΝΟΤΗΤΑ 1η (B1, 1-3): ΔΙΑΝΟΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΗΘΙΚΗ ΑΡΕΤΗ. 
ΤΑΙΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗ ΦΥΣΗ ΜΑΣ Η ΗΘΙΚΗ ΑΡΕΤΗ;

Διάκριση των αρετών σε διανοητικές και ηθικές - Η διανοητική αρετή και οι παράγοντες που συντελούν στην κατάκτησή της.
Διττῆς δὴ τῆς ἀρετῆς οὔσης, τῆς μὲν διανοητικῆς τῆς δὲ ἠθικῆς, ἡ μὲν διανοητικὴ τὸ πλεῖον ἐκ διδασκαλίας ἔχει καὶ τὴν γένεσιν καὶ τὴν αὔξησιν, διόπερ ἐμπειρίας δεῖται καὶ χρόνου,
 
Δύο λοιπόν, όπως είδαμε, είναι τα είδη της αρετής, η διανοητική και η ηθική. Η διανοητική αρετή χρωστάει και τη γένεση και την αύξηση της κατά κύριο λόγο στη διδασκαλία (γι’ αυτό κι εκείνο που χρειάζεται γι’ αυτήν είναι η πείρα και ο χρόνος),

Η ηθική αρετή : Συσχετισμός της με το «ἔθος»
ἡ δ’ ἠθικὴ ἐξ ἔθους περιγίνεται, ὅθεν καὶ τοὔνομα ἔσχηκε μικρὸν παρεκκλῖνον ἀπὸ τοῦ ἔθους.

 ενώ η ηθική αρετή είναι αποτέλεσμα του έθους (και το ίδιο της το όνομα, άλλωστε, μικρή μόνο διαφορά παρουσιάζει από τη λέξη έθος). 

Η αποδεικτέα θέση: οι ηθικές αρετές δεν υπάρχουν μέσα μας εκ φύσεως
Ἐξ οὗ καὶ δῆλον ὅτι οὐδεμία τῶν ἠθικῶν ἀρετῶν φύσει ἡμῖν ἐγγίνεται˙
 
Αυτό ακριβώς κάνει φανερό ότι καμιά ηθική αρετή δεν υπάρχει μέσα μας εκ φύσεως. 

Παραδείγματα που στηρίζουν την αποδεικτέα θέση
οὐθὲν γὰρ τῶν φύσει ὄντων ἄλλως ἐθίζεται, οἷον ὁ λίθος φύσει κάτω φερόμενος οὐκ ἂν ἐθισθείη ἄνω φέρεσθαι, οὐδ’ ἂν μυριάκις αὐτὸν ἐθίζῃ τις ἄνω ῥιπτῶν, οὐδὲ τὸ πῦρ κάτω, οὐδ’ ἄλλο οὐδὲν τῶν ἄλλως πεφυκότων ἄλλως ἂν ἐθισθείη.
 
Πραγματικά, δεν υπάρχει πράγμα εφοδιασμένο από τη φύση με κάποιες ιδιότητες, που να μπορείς να το συνηθίσεις να αποκτήσει άλλες ιδιότητες. Παράδειγμα η πέτρα: καμωμένη από, τη φύση να πηγαίνει προς τα κάτω, δεν είναι δυνατό να συνηθίσει να πηγαίνει προς τα πάνω, έστω κι αν χιλιάδες φορές προσπαθήσει κανείς να της το μάθει πετώντας την και ξαναπετώντας την προς τα πάνω· ούτε η φωτιά μπορεί να συνηθίσει να πηγαίνει προς. τα κάτω» γενικά δεν υπάρχει πράγμα καμωμένο από τη φύση να συμπεριφέρεται με έναν ορισμένο τρόπο, που να μπορεί να συνηθίσει να συμπεριφέρεται με άλλον τρόπο.  

Γενικό συμπέρασμα
Οὔτ’ ἄρα φύσει οὔτε παρὰ φύσιν ἐγγίνονται αἱ ἀρεταί, ἀλλὰ πεφυκόσι μὲν ἡμῖν δέξασθαι αὐτάς, τελειουμένοις δὲ διὰ τοῦ ἔθους.

Επομένως οι αρετές δεν υπάρχουν μέσα μας εκ φύσεως -ούτε όμως και είναι αντίθετη προς τη φύση μας η γένεση τους μέσα μας: η φύση μας έκανε επιδεκτικούς στις αρετές, τέλειοι όμως σ’ αυτές γινόμαστε με τη διαδικασία του έθους.


1. Η ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΑΡΕΤΩΝ ΣΕ ΔΙΑΝΟΗΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΗΘΙΚΕΣ



α. Οι διανοητικές αρετές

Οι διανοητικές αρετές (π.χ. σοφία, φρόνηση, σύνεση) σχετίζονται με τη λογική και ανήκουν, σύμφωνα με το χωρισμό του Αριστοτέλη, στο καθαρά λογικό μέρος της ψυχής, το «λόγον έχον» μέρος. Παράγοντες που συμβάλλουν στη γένεση και την επαύξησή τους είναι κατά κύριο λόγο η διδασκαλία, η οποία απαιτεί εμπειρία και χρόνο. Η φράση «τό πλεον» (= κατά κύριο λόγο) υποδηλώνει την ύπαρξη κι άλλων παραγόντων που δεν αναφέρονται στο κείμενο. Την κύρια, λοιπόν, ευθύνη για τη μετάδοσή τους (πέρα από άλλους παράγοντες και το ίδιο το άτομο) την έχει ο δάσκαλος.

Η τόσο σύντομη αναφορά στις διανοητικές αρετές οφείλεται στο ότι ο Αριστοτέλης θέλει απλώς να διακρίνει τα δύο είδη αρετής και να τονίσει τις διαφορές τους. Θα αναφερθεί διεξοδικά σ' αυτές στο έκτο βιβλίο.

β. Οι ηθικές αρετές  
Οι ηθικές αρετές (π.χ. η δικαιοσύνη, η σωφροσύνη, η ανδρεία) ανήκουν, σύμφωνα με το χωρισμό του Αριστοτέλη, στο «έπιθυμητικόν», στο μέρος δηλαδή της ψυχής που μετέχει και στο «λόγον έχον» και στο «αλογον» μέρος. Αυτές περιγράφουν το χαρακτήρα του ανθρώπου. Η κατάκτησή τους οφείλεται στον εθισμό («έθος»), δηλαδή στη συνήθεια που δημιουργείται με την επανάληψη μιας ενέργειας. Μάλιστα ο Αριστοτέλης, για να στηρίξει αυτή του την άποψη, συνδέει ετυμολογικά τη λέξη «ηθική», όρο τον οποίο δημιούργησε ο ίδιος, με τη λέξη «έθος». Παρατηρούμε ότι συσχετίζει την πραγματική σημασία των λέξεων με τα πράγματα ή τις ιδιότητες που δηλώνουν, για να κατανοήσει και να επιβεβαιώσει τη μεταξύ τους σχέση. Έτσι, καταλήγει να μας πείσει ότι οι δύο λέξεις δε συνδέονται μόνο ετυμολογικά αλλά και σημασιολογικά. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι την ευθύνη για την κατάκτηση των ηθικών αρετών την έχει ο ίδιος ο άνθρωπος. Εξαρτάται μάλιστα σε απόλυτο βαθμό από αυτόν αν θα φτάσει στο στόχο του, αν θα αποκτήσει ήθος «ευγενές και φιλόκαλον». Και για να το κατορθώσει, πρέπει να καταβάλλει επίπονη προσπάθεια και αγώνα, να εθίσει την ψυχή του σε πράξεις ενάρετες, να την καλλιεργήσει «δια τοΰ έθους». Τέτοιες απόψεις υποστήριζε και ο Πλάτωνας (Νόμοι 792). Σοφός λοιπόν γίνεται κανείς κατά κύριο λόγο με τη βοήθεια του δασκάλου, ενώ αγαθός γίνεται με τη θέληση και την επιμονή του στην άσκηση της αρετής. Βέβαια, για να φτάσει στο στόχο του, πρέπει να καταβάλλει επίπονη προσπάθεια και αγώνα.

Σ' αυτό το σημείο πρέπει να προσδιορίσουμε το περιεχόμενο της λέξης «αρετή», για να γίνει περισσότερο κατανοητή. 
Στην αρχαία ελληνική σήμαινε τη θετική ικανότητα, την υπεροχή, την ανωτερότητα. Έτσι, μιλάμε για την αρετή του πολεμιστή, του ρήτορα, του αλόγου, του ματιού (όλα αυτά θα αναφερθούν από τον Αριστοτέλη σε επόμενες ενότητες). Δεν είχε, επομένως, καθαρά ηθικό περιεχόμενο, όπως σήμερα, γι' αυτό και στο κείμενο τοποθετείται δίπλα της ο προσδιορισμός «ηθική».


2. Ο ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΠΟΥ ΟΔΗΓΕΙ ΣΤΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ / ΣΤΗΝ ΑΠΟΔΕΙΚΤΕΑ ΘΕΣΗ

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη:

  Η λέξη «ηθική» συνδέεται ετυμολογικά και σημασιολογικά με τη λέξη «έθος».

  «Έθος» είναι ο εθισμός, η συνήθεια που προέρχεται από την επανάληψη.

  Αφού, λοιπόν, η «ηθική» συνδέεται σημασιολογικά με το «έθος», αυτό σημαίνει ότι η ηθική, δηλαδή οι ηθικές αρετές, σχετίζονται με τον εθισμό, τη συνήθεια που προέρχεται από την επανάληψη μιας ηθικής ενέργειας.

  Ό,τι, όμως, σχετίζεται με τον εθισμό, τη συνήθεια και την επανάληψη είναι επίκτητο χαρακτηριστικό.

  Άρα, οι ηθικές αρετές δεν υπάρχουν μέσα μας εκ φύσεως (αποδεικτέα θέση: «ουδεμία των ηθικών αρετών φύσει ήμΐν έγγίνεται»). Ωστόσο έχουμε έν δυνάμει την ικανότητα να τις κατακτήσουμε και να φτάσουμε στο τέλειο, στο σκοπό της ύπαρξής μας.


3. ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΨΗΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΕΤΗ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ

Η θέση του Αριστοτέλη, ότι η αρετή δεν είναι έμφυτη αλλά είναι αποτέλεσμα συνήθειας, έρχεται σε αντίθεση με την παλιά αριστοκρατική αντίληψη. Σύμφωνα μ' αυτή η αρετή είναι δώρο της φύσης ή των θεών, το οποίο τελεσίδικα δίνεται ή δε δίνεται στον άνθρωπο τη στιγμή της γέννησής του και είναι προνόμιο των ευγενών («των αρίστων»). Φυσικά, κληροδοτείται και στους απογόνους τους, αλλά δε δίνεται στους πολλούς.

Την άποψη αυτή τη συναντάμε σε πολλούς ποιητές (στον Όμηρο, τον Τυρταίο, το Θέογνη, τον Πίνδαρο), ενώ χαρακτηριστικά είναι τα λόγια της Αντιγόνης προς την Ισμήνη στο έργο «Αντιγόνη» του Σοφοκλή: «δείξεις τάχα ετε εγενής πέφυκας, ετ' ἐσθλῶν κακή». Επίσης, ο Ξενοφώντας στο έργο του «Αγησίλαος» αποδίδει την αρετή του Αγησίλαου στην ευγενική του καταγωγή.


4. ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΚΤΕΑΣ ΘΕΣΗΣ: ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ

Προκειμένου να στηρίξει ο Αριστοτέλης τη θέση του, ότι οι ηθικές αρετές δεν υπάρχουν μέσα μας εκ φύσεως («ουδεμία των ηθικών αρετών φύσει ήμν έγγίνεται»), θα χρησιμοποιήσει δύο παραδείγματα παρμένα από το χώρο της φύσης: την πέτρα και τη φωτιά. Η πέτρα πάντοτε θα κινείται με πορεία προς τα κάτω, διότι υπακούει στο φυσικό νόμο της βαρύτητας, που είναι σταθερός και αμετάβλητος. Η φωτιά πάντοτε θα έχει πορεία προς τα πάνω λόγω της φυσικής ιδιότητας των θερμών αερίων, που επίσης είναι σταθερή και δε μεταβάλλεται. Άρα, από τα παραπάνω προκύπτει ότι οι φυσικοί νόμοι δε μεταβάλλονται, όσο κι αν προσπαθήσει κάποιος.

Από την άλλη, ο άνθρωπος με τις ενέργειες και τις επιλογές του μπορεί να μεταβάλλει τη συμπεριφορά του, να καλλιεργήσει και να αναπτύξει κάποιες ιδιότητες του χαρακτήρα του.

Επομένως, εφόσον οι ηθικές αρετές μεταβάλλονται και δε μένουν σταθερές όπως τα πράγματα που γεννιούνται με μια ιδιότητα εκ φύσεως, αποδεικνύεται ότι δεν είναι έμφυτες. Έτσι, ο Αριστοτέλης καταφέρνει να αποδείξει τη θέση του μέσα από έναν επαγωγικό συλλογισμό, που συνοπτικά έχει ως εξής:

1η προκείμενη: όσα υπάρχουν εκ φύσεως έχουν κάποιες ιδιότητες που δεν μπορούν να αλλάξουν με τον εθισμό, όσο κι αν κανείς προσπαθήσει («οὐθὲν γὰρ τῶν φύσει ὄντων ἄλλως ἐθίζεται»)

2η προκείμενη: η ανθρώπινη συμπεριφορά, τα ηθικά μας χαρακτηριστικά μεταβάλλονται και καλλιεργούνται με τον εθισμό, όπως αποδεικνύει και η ετυμολογία της λέξης «ηθική» («ἡ δ’ ἠθικὴ ἐξ ἔθους περιγίνεται»)

Συμπέρασμα: καμία ηθική αρετή δεν υπάρχει εκ φύσεως («οὐδεμία τῶν ἠθικῶν ἀρετῶν φύσει ἡμῖν ἐγγίνεται»)



Συγκεκριμένα, παρατηρούμε ότι στην αρχή διατυπώνει καταφατικά τη θέση του, ότι η ηθική αρετή είναι αποτέλεσμα συνήθειας, εθισμού («ή ηθική έξ έθους περιγίνεται»), ενώ στη συνέχεια εξάγει το συμπέρασμά του με άρνηση («ουδεμία τών ηθικών αρετών φύσει ήμΐν έγγίνεται»). Προσπαθεί δηλαδή να ενισχύσει τη θέση του ανατρέποντας την αντίθετη. Γι' αυτό ακριβώς στο συγκεκριμένο χωρίο συσσωρεύονται εννέα λέξεις και φράσεις με αρνητική σημασία: «ουδεμία», «ούθέν», «ούκ αν έθισθείη», «ούδ' αν έθίζη», «ούδέ τό πρ», «ούδ' αλλο», «ούδέν», «οτ' αρα ...», «οτε παρά φύσιν». Έτσι, υπογραμμίζεται έντονα η αντίθεση μεταξύ του «έξ έθους» και του «φύσει».


5. ΓΕΝΙΚΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Το κείμενο ολοκληρώνεται με ένα γενικό συμπέρασμα που μοιάζει, αλλά δεν είναι, αντιφατικό, ότι οι ηθικές αρετές δεν υπάρχουν μέσα μας εκ φύσεως αλλά ούτε και αντίθετα προς αυτή. Ο Αριστοτέλης εννοεί ότι ο άνθρωπος έχει «δυνάμει», από τη φύση του, την προδιάθεση να δεχτεί την αρετή και να την ολοκληρώσει, δηλαδή να την καλλιεργήσει, μέσω του εθισμού. Κατά τον φιλόσοφο, η άσκηση της αρετής είναι δυνατότητα και όχι χαρακτηριστικό, δοσμένη στον άνθρωπο από τη φύση. Επομένως, ο ίδιος είναι ο μόνος υπεύθυνος για το αν θα φτάσει στην αρετή βελτιώνοντας αδιάλειπτα τη συμπεριφορά του, διαμορφώνοντας τον χαρακτήρα του, το ήθος του.

Συγκεκριμένα, με τη λέξη «τελειουμένοις» ο Αριστοτέλης μας παραπέμπει σ' ένα χαρακτηριστικό όρο της φιλοσοφίας του, το «τέλος», που σημαίνει την ολοκλήρωση, την επίτευξη του ύψιστου στόχου. Θεωρεί, δηλαδή, τις ηθικές αρετές το μέσο με το οποίο ο άνθρωπος θα φτάσει στην ολοκλήρωσή του, στο ξεπέρασμα της ζωώδους φύσης του και στην κατάκτηση της ευδαιμονίας.


6. ΟΡΟΙ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ

Στο κείμενο αυτό μπορούμε να εντοπίσουμε πολλούς όρους χαρακτηριστικούς της αριστοτελικής φιλοσοφίας:

  γένεσις: η δημιουργία

  αξησις: η διαμόρφωση και εξέλιξη

έθος: ο εθισμός, η συνήθεια, ο τρόπος συμπεριφοράς, που καθιερώνεται με την επανάληψη

  φύσις: ο κόσμος και οι νόμοι που τον διέπουν

φύσει: ο εκ φύσεως, ο έμφυτος, τα εγγενή χαρακτηριστικά του ανθρώπου

αρετή: η διαρκής διάθεση να θέλουμε να επιτελέσουμε ένα ορισμένο είδος ηθικών πράξεων

  διανοητική αρετή: η αρετή που σχετίζεται με το «λόγον έχον» μέρος της ψυχής (πχ. η φρονηση, η σοφία, η σύνεση)

  ηθική αρετή: η αρετή που ανήκει στο «έπιθυμητικόν» μέρος της ψυχής και περιγράφει το χαρακτήρα του ανθρώπου

• τελειουμένοις: η τελείωση, η ολοκλήρωση, η επίτευξη του ύψιστου στόχου, της ευδαιμονίας.



ΑΙΣΘΗΤΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Στο κείμενο αυτό παρατηρούμε ότι το ύφος του Αριστοτέλη είναι στοχαστικό, λιτό, σαφές και ακριβές. Κυριαρχεί η αντικειμενική και εναργής επιχειρηματολογία και ο επιστημονικός λόγος. Αποφεύγει σκόπιμα τον ποιητικό λόγο, διότι πίστευε ότι η αναζήτηση της αλήθειας υπηρετείται αυστηρά από τη λιτότητα και τη σαφήνεια. Έτσι, τα σχήματα λόγου δεν είναι ιδιαίτερα συχνά. Εδώ, εντοπίζουμε τα εξής:

Αντιθέσεις:«ή μέν διανοητική * ή δ' ηθική», «έξ έθους * φύσει»

Πολυσύνδετα σχήματα:«και τήν γένεσιν και τήν αΰξησιν»,«οΰτ' αρα φύσει οΰτε παρά φύσιν»

Συσσώρευση αρνήσεων:«ουδεμία»,«ούθέν»,«ουκ αν έθισθείη», «ούδ' αν έθίζη», «ούδέ τό πρ», «ούδ' αλλο», «ούδέν», «οτ' αρα ...», «οτε παρά φύσιν»

Παραδείγματα: πέτρα - φωτιά

Αραιή είναι η χρήση επιθέτων, ενώ κυριαρχούν τα ρήματα και τα ουσιαστικά.



ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΑ ΚΑΙ ΟΜΟΡΡΙΖΑ ΣΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ
διανοητικς < δια + νους: νοητός, νόημα, νόηση, νοητικός, νοερός, άνοια, παράνοια, διάνοια, ομόνοια, διχόνοια, έννοια, πρόνοια, μετάνοια, υπόνοια, διανόηση, κατανόηση, παρανόηση, επινόηση, συνεννόηση
ηθικς < ήθος < έθος: ηθικός, ηθικότητα, ηθοπλαστικός, ηθοποιός, ηθογραφία
μπειρίας < έν + πειράομαι -ώμαι: πείρα, απειρία, εμπειρία, απόπειρα, άπειρος, έμπειρος, αποπειρατικός, πολύπειρος, πείραμα, πειραματόζωο, πειραματιστής, πειραματόζωο, πείραγμα, πειρακτικός, πειρασμός, πειρατής
παρεκκλνον < παρα + έκ + κλίνω: κλίση, κλιτός, άκλιτος, κλίμα, ανάκλιντρο, απόκλιση, παρέκκλιση, απαρέγκλιτος, έγκλιση, υπόκλιση, κατάκλιση, σύγκλιση
δλον < δηλόω -ώ: δήλωση, διαδήλωση, εκδήλωση, συνυποδήλωση, δηλωτικός, εκδηλωτικός
ρετν < άραρίσκω (= τακτοποιώ, προετοιμάζω, συνδέω): ενάρετος, πανάρετος, αρέσκεια, φιλαρέσκεια, δυσαρέσκεια, αρεστός, αριθμός, άρθρο, άρμα, αρμός, αρμονία, άριστος, αριστείο, αριστοκρατία
πεφυκότων < φύομαι: φύση, φυσικότητα, φυσιολογικός, φυτό, φυτικός, φυλή, φύλο, φυσικοθεραπευτής, φυσιολάτρης, φυσιογνώστης, φυσιογνωμία, αυτοφυής, ιδιοφυής, ευφυής, μεγαλοφυής, ευφυΐα, μεγαλοφυία, τριχοφυΐα
δέξασθαι < δέχομαι: δεκτός, αποδεκτός, παραδεκτός, ακατάδεκτος, ευπρόσδεκτος, αποδοχή, παραδοχή, συνεκδοχή, υποδοχή, δέκτης, αποδέκτης, διάδοχος, ανάδοχος, δοχείο, δεξαμενή, δοκιμή, δοκιμάζω

από rhopath

Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2008

Η ΗΔΟΝΗ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ

Η ΗΔΟΝΗ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΗ ανακοίνωση αυτή δημοσιεύθηκε το1996 στον τόμο πρακτικών του Συνεδρίου "Η ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΚΗ ΗΘΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΤΗΣ", σε έκδοση της Εταιρείας Αριστοτελικών Μελετών "Το Λύκειον"
Περίληψη ανακοινώσεως:
«Ο Αριστοτέλης θεωρούσε ότι η αξία της ηδονής εξαρτάται από την αξία της ενέργειας που την προκαλεί. Η ηδονή συμπληρώνει με φυσικό τρόπο κάθε ενέργεια. Ο ενάρετος άνθρωπος αισθάνεται ηδονή από την πραγμάτωση του αγαθού και του ωραίου. Οπωσδήποτε η ηδονή δεν είναι αυτοσκοπός. O Αριστοτέλης περιέγραψε (πριν τον Επίκουρο και τους Στωικούς) τις έννοιες της καταστηματικής ηδονής και της απαθείας και ενδεχομένως τους επηρέασε. Επίσης, πρωτοανήγγειλε τον μετέπειτα Συμπεριφορισμό του Παυλώφ.»
Η παρούσα εισήγηση εστιάζει κατά βάσιν την προσπάθειά της στα ίδια τα κείμενα του Αριστοτέλους, τα οποία αναφέρονται στην έννοια της ηδονής. Ήτοι, κυρίως στα Ηθικά Νικομάχεια, βιβλία Α, B, Γ, Η, Θ, Ι και Κ, και δευτερευόντως στα Ηθικά Ευδήμεια, βιβλία Α, Β και Θ. Για τον λόγο αυτόν πρέπει να εκληφθεί ως προκαταρκτική μελέτη της έννοιας της ηδονής κατά τον Αριστοτέλη και κάποιων μη ευρέως γνωστών επιδράσεων επί μεταγενεστέρων διανοητών και όχι ως πλήρης μελέτη.


Όπως και οι περισσότεροι αρχαίοι Έλληνες, έτσι και ο Αριστοτέλης πίστευε ότι η βασική επιδίωξη του κάθε ανθρώπου είναι η ευδαιμονία. Πρόκειται για το αγαθόν, το οποίο επιδιώκουμε χάριν του ιδίου. Όμως, υπήρχε και υπάρχει διαφωνία ως προς το ποίο είναι το περιεχόμενο της ευδαιμονίας.
Στα Ηθικά Νικομάχεια αναγνωρίζεται ότι οι πολλοί άνθρωποι θεωρούν την ηδονή ως ευδαιμονία και για τον λόγον αυτόν διάγουν «βίον απολαυστικόν».
Ακόμα και η συνήθης αντίληψη του όρου ηδονή περιορίζεται στις σωματικές ηδονές, διότι όλοι ασχολούνται με αυτές και τις επιδιώκουν.
Αλλά ο Σταγιρίτης, αν και αναγνωρίζει την λαϊκή αντίληψη περί ηδονής, δεν την παραδέχεται. Ορίζει την ευδαιμονία ως ενέργεια της ψυχής "κατ' αρετήν τελείαν". Ήτοι, ως την ενεργητική ψυχική κατάσταση, η οποία συμφωνεί προς την τέλεια αρετή.
Όμως, ποίο είναι το εύρος της εννοίας της ηδονής, την οποία κατά κάποιον τρόπο υποβαθμίζει αξιολογικώς σε σύγκριση προς την έννοια της αρετής;Ο Αριστοτέλης παρατηρεί ότι η ηδονή είναι κοινή στα ζώα και ριζώνει στον άνθρωπο ήδη από την νηπιακή του ηλικία.
Eιδικότερα, τις ηδονές, οι οποίες προέρχονται από την αφή και την γεύση, τις θεωρεί σε γενικές γραμμές ζωώδεις και ακόλαστες. Πρωτίστως, θεωρεί την υπερβολή ως προς αυτές τις ηδονές ως εντελώς απαράδεκτη.
Ο φιλόσοφος της καταλλήλου μεσότητος δεν θα ήταν ποτέ δυνατόν να αντιμετωπίσει τα άλογα πάθη, τις επιθυμίες και τον έρωτα με αυστηρή διάθεση. Κατακρίνει μόνο τις υπερβολές τους. Γνωρίζει ότι τα παιδιά και τα θηρία επιδιώκουν τις ηδονές.
Όμως, αναγνωρίζει ότι η ηδονή δεν είναι υπέρτατο αγαθό.Κατά τον Αριστοτέλη το επιθυμητικόν πρέπει να βρίσκεται σε συμφωνία με το άρχον στοιχείο της ψυχής, τον λόγον. Αυτή η άποψη έχει ως συνέπεια την λογικοποίηση των αλόγων πλευρών της ψυχικής διαστάσεως του ανθρώπου.Ο φιλόσοφος καταδικάζει τα άκρα και παραδέχεται ότι ορισμένες ηδονές είναι αναγκαίες, ενώ άλλες όχι. Όμως, οι υπερβολές και οι ελλείψεις δεν είναι αναγκαίες.
Η ακολασία και η σωφροσύνη, η ακρασία και η εγκράτεια είναι οι ενέργειες ή έξεις του ανθρώπου, οι οποίες αφορούν την αντιμετώπιση και επιδίωξη των σωματικών ηδονών. Στην μέση μεταξύ υπερβολής και ελλείψεως ως προς την αναζήτηση της ηδονής, βρίσκεται η αρετή της σωφροσύνης.
Επίσης, η αρετή της εγκρατείας βρίσκεται μεταξύ της υστερήσεως στην χαρά της ηδονής και του αντιθέτου της, οπότε η ιδανική μεσότης έγκειται στην εγκράτεια.Μεταξύ του εγκρατούς και του σώφρονος υφίσταται διαφορά: Αν και αμφότεροι δεν παραβιάζουν τον ορθό λόγο χάριν των σωματικών ηδονών, εν τούτοις ο εγκρατής διακατέχεται από κακές επιθυμίες, ενώ αυτό δεν συμβαίνει με τον σώφρονα. Από την άλλη πλευρά, όπως γράφει ο Αριστοτέλης για την σχέση σώφρονος και φρονίμου, «ο σώφρων φεύγει τας ηδονάς. Έτι ο φρόνιμος το άλυπον διώκει, ου το ηδύ». Δηλαδή, ο σώφρων είναι εκείνος, ο οποίος αποφεύγει τις ηδονές, ενώ ο φρόνιμος αποφεύγει την οδύνη χωρίς να επιδιώκει το ευχάριστο.Οι ηδονές εμφανίζονται ως εμπόδιο στην φρόνηση, την αρετή την οποία τόσο πολύ εκτιμά ο Σταγιρίτης.
Ειδικότερα ως εμπόδιο στην φρόνηση τίθενται οι σεξουαλικές ηδονές, διότι κανείς δεν είναι σε θέση να διανοείται, καθόσον τις δοκιμάζει.Πάντως, οι ηδονές, οι οποίες οδηγούν σε φυσικές συνήθειες, είναι ευχάριστες, διότι το αγαθό είναι εν μέρει συνήθεια και εν μέρει δράση. Αλλά υπάρχουν και ηδονές, οι οποίες δεν προκαλούν λύπη ή επιθυμία, όπως είναι η θεωρητική μελέτη. Αυτές οι ηδονές δεν συνιστούν επιτακτική φυσική ανάγκη. Ο Αριστοτέλης, ερευνώντας διεξοδικώς την έννοια της ηδονής, απαντά εν μέρει και εκ των προτέρων στην μετέπειτα αυτού διαμορφωθείσα στωική άποψη περί ηδονής και ιδίως προς τον Χριστιανισμό.


«Διό προσδείται ο ευδαίμων των εν σώματι αγαθών και των εκτός και της τύχης, όπως μη εμποδίζηται ταύτα. Οι δε τον τροχιζόμενον και τον δυστυχίαις μεγάλαις περιπίπτοντα ευδαίμονα φάσκοντες είναι, εάν η αγαθός, η εκόντες η άκοντες ουδέν λέγοντες». Ήτοι, για να είναι κανείς ευδαίμων, πρέπει να συντρέχουν και εξωτερικοί προς αυτόν παράγοντες. Ο βασανιζόμενος δεν είναι δυνατόν να είναι ευδαίμων, ακόμα και αν είναι ενάρετος. Το αντίθετο θα ήταν πλήρης παραλογισμός για τον Αριστοτέλη.Όμως, η ηδονή είναι όντως κάποιο αγαθό. Εάν η ηδονή δεν ήταν αγαθό, ο ευδαίμων δεν θα έπρεπε να ζει μια ευχάριστη ζωή.
Η επιδίωξη τής ηδονής είναι καθολικό φαινόμενο και στους ανθρώπους και στα ζώα, άρα η ηδονή είναι κάποιο άριστο αγαθό, διάφορες συγκεκριμένες μεμονωμένες ηδονές είναι τω όντι επιθυμητές.
Όμως, δεν επιδιώκουν όλοι οι άνθρωποι την ίδια ηδονή, αν και ό,τι όλοι επιδιώκουν είναι ένα είδος ηδονής. Ίσως μάλιστα να επιδιώκουν όλοι, όχι ό,τι νομίζουν ή ισχυρίζονται ότι επιδιώκουν, αλλά την ίδια ακριβώς ηδονή, καθόσον όλα τα όντα έχουν κάτι το θεϊκό μέσα τους (πάντα γαρ φύσει έχει τι θείον).


Ο Αριστοτέλης θεωρεί ότι ο Θεός πάντα χαίρει μία και την αυτή ηδονή. Διότι η ηδονή δεν είναι μόνο ενέργεια της κινήσεως, αλλά και της ακινησίας και η ηδονή έγκειται μάλλον στην ακινησία παρά στην κίνηση. (Στην "κίνηση" ο Αριστοτέλης συμπεριλαμβάνει και την "μεταβολή"). Κατ' αυτόν τον τρόπο ο Αριστοτέλης προαναγγέλλει την επικούρειο ηθική φιλοσοφία της καταστηματικής ηδονής, δηλαδή της ηδονής σε ακινησία, χωρίς μεταβολή.
Ο Επίκουρος έδωσε βασική έμφαση σ' αυτήν την άποψη περί ηδονής και την ανήγαγε σε κύριο φιλοσοφικό δόγμα.Και σε επόμενο εδάφιο των Ηθικών Νικομαχείων ο Αριστοτέλης επανέρχεται στο θέμα της κινήσεως ή μη της ηδονής, όπου καταλήγει στο ότι η ηδονή δεν είναι κίνηση.
Ο φιλόσοφος παρατηρεί ότι η ηδονή απομακρύνει την οδύνη. Αυτός είναι ο λόγος που οι άνθρωποι εξ αιτίας της ισχυρής ηδονής καθίστανται φαύλοι και ακόλαστοι.(27) Όμως, η ηδονή είναι συνυφασμένη με τον άνθρωπο, γι' αυτό και η ανατροφή των νέων γίνεται με την χρησιμοποίηση τόσο της ηδονής, όσο και της οδύνης. Επιδιώκουμε τα ευχάριστα και αποφεύγουμε τα δυσάρεστα.
Αυτή η παρατήρηση του Αριστοτέλους, η οποία αναφέρεται στην διαχρονική κοινωνική και εκπαιδευτική πραγματικότητα, προαναγγέλλει την γνωστή σε εμάς θεωρία των «εξαρτημένων αντανακλαστικών του Παυλώφ» και τον ψυχολογικό μπηχεϋβιορισμό, ο οποίος αναφέρεται στην εν γένει εκμαθημένη συμπεριφορά ανθρώπων και ζώων.


Την καταληκτική του αντίληψη περί του τι είναι ηδονή από περιγραφική άποψη, την παρουσιάζει ο Αριστοτέλης στο βιβλίο Κ λέγοντας: «Κατά πάσαν γαρ αίσθησιν έστιν ηδονή, ομοίως δε και διάνοιαν και θεωρίαν ηδίστη δ' η τελειοτάτη, τελειοτάτη δε η του ευ έχοντος προς το σπουδαιότατον των υπ' αυτήν. Τελοιεί δε την ενέργειαν η ηδονή». Ήτοι, κάθε αίσθηση παρέχει ηδονή, όπως και κάθε θεωρητική αναζήτηση και διανοητική απασχόληση. Η πλέον ευχάριστη ενέργεια είναι η τελειοτάτη, η οποία είναι αυτή η ενέργεια, η οποία προσδιορίζεται από το σπουδαιότερο αντικείμενό της. Η ηδονή αποτελεί την τελείωση, την ολοκλήρωση της ενέργειας.
Ποιο είναι όμως το σπουδαιότερο αντικείμενο ενεργειών; Για τον Αριστοτέλη και κάθε άλλον μαθητή του Πλάτωνος δεν θα μπορούσε να είναι τίποτα άλλο από την πνευματική εργασία και δημιουργία!
Ο φιλόσοφος παρατηρεί ότι η ηδονή τελειοποιεί τόσο τις ενέργειες όσο και την ίδια την ζωή, την οποία ποθούν οι άνθρωποι. Χωρίς ενέργεια δεν εμφανίζεται ηδονή. Και με την σειρά της η ηδονή τελειοποιεί κάθε ενέργεια. Η ενέργεια επαυξάνεται, όταν συνοδεύεται από την συγγενή προς αυτήν ηδονή. Όποιος ευχαριστιέται με ό,τι κάνει, το κάνει καλύτερα.


Σε κάθε ενέργεια αντιστοιχεί μία ηδονή. Η ηδονή της ενάρετης πράξεως είναι αξιόλογη, ενώ η ηδονή της κακής πράξεως είναι μοχθηρή. Οι επιθυμίες, οι οποίες κατατείνουν σε καλές πράξεις είναι επαινετές, ενώ αυτές, οι οποίες κατατείνουν σε αισχρές πράξεις, πρέπει να κατακρίνονται. Χαρακτηρίζουμε φαύλους ως προς τις ηδονές αυτούς που επιδιώκουν τις επαίσχυντες ηδονές.
Για τον λόγον αυτόν όλοι συμφωνούν ότι οι αρετές οδηγούν σε απάθεια και ηρεμία μπροστά στις χαρές και τις λύπες, ενώ οι κακίες οδηγούν στα αντίθετα. Κατά μίαν άποψη, λέγει ο Αριστοτέλης, οι αρετές ορίζονται ως "απάθεια". Την έννοια της απάθειας την παρέλαβαν από τον Αριστοτέλη οι Στωικοί και την επεξέτειναν σε συνδυασμό προς τα διδάγματα των Κυνικών.Αξιολογώντας τις ηδονές, ο Αριστοτέλης δέχεται ότι οι ηδονές, οι οποίες τελειώνουν και ολοκληρώνουν τις ενέργειες του τέλειου και μακάριου ανθρώπου, δικαιούνται να λέγονται πρέπουσες ηδονές, ενώ όλες οι άλλες ηδονές κατέχουν δευτερεύουσα θέση, όπως και οι αντίστοιχες ενέργειες. Εφόσον είναι δεδομένο ότι τα ζωντανά όντα ενεργούν, η ενέργειά τους ως πραγματικότητα συνεπάγεται την ολοκληρωμένη τελείωση. Η δράση προσδίδει στα όντα τόσο περισσότερη ευχαρίστηση, όσο τελειότερη γίνεται. Κάθε ον προσπαθεί να επιτύχει διαφορετικά πράγματα και σε κάθε πράξη του συνυπάρχει μία αντίστοιχη ευχαρίστηση. Για τον άνθρωπο τίθεται ως σκοπός του η δράση, η οποία εξασφαλίζει την ευδαιμονία του. Αυτή στηρίζεται στις ενάρετες και πνευματικές-διανοητικές ενασχολήσεις.Ο Αριστοτέλης κρίνει ως άξια εκτιμήσεως και ευχάριστα εκείνα, τα οποία κρίνονται ως τέτοια για τον ενάρετο άνθρωπο. Ιδιαίτερα στην φύση του σπουδαίου ανθρώπου ταιριάζει η αρετή.
Στα Ηθικά Ευδήμεια ο Σταγιρίτης ορίζει την αρετή ως την βέλτιστη διάθεση ή συνήθεια όλων των πραγμάτων, τα οποία χρησιμοποιούνται ή παράγουν έργο.


Κάθε ηθική αρετή σχετίζεται και αναφέρεται στις ηδονές και τις λύπες.
Επομένως, αβιάστως και ελευθέρως προκύπτει το συμπέρασμα ότι «ο ευδαίμων βίος κατ' αρετήν είναι». Η ηδονή βρίσκεται μέσα στην πράξη. Γι' αυτό και ο αληθώς ευδαίμων θα ζήσει ευχάριστη ζωή. Άλλωστε, ο άνθρωπος είναι κατ' ουσίαν νους. Επομένως, ο βίος συμφώνως προς τον νου πρέπει να είναι και ο πλέον ευδαίμων βίος. Ο φιλόσοφος διαπιστώνει ότι η φιλοσοφία παρέχει αξιοθαύμαστες ηδονές ως προς την αγνότητα και την βεβαιότητα και είναι μεγαλύτερη στους κατόχους της σοφίας παρά στους αναζητούντες.
Να μία μεγάλη αλήθεια, την οποία δυστυχώς ελάχιστοι θα μπορούσαν σήμερα να αντιληφθούν.Η φιλία, η οποία στηρίζεται στην ηδονή είναι η φιλία των νέων, αλλά είναι ευμετάβλητη, διότι καθώς μεγαλώνουν, μεταβάλλονται τα ήθη τους και κατά συνέπειαν η αίσθησή τους περί ηδονής. Όμως, η φιλία, η οποία στηρίζεται στην αρετή είναι η φιλία των καλύτερων ανθρώπων. Όπως είναι γνωστό, υπάρχουν τρία είδη φιλίας, κατ' αρετήν, κατά το χρήσιμον και κατά το ηδύ.

Το ανώτατο είδος είναι η φιλία επ' αρετή. Βεβαίως και οι φαύλοι μπορεί να είναι φίλοι από συμφέρον και ηδονή. Όμως, αυτή η φιλία δεν είναι κατ' αρετήν και γι' αυτόν τον λόγο δεν είναι πραγματική φιλία ούτε πρόκειται να διαρκέσει στον χρόνο. Ο Αριστοτέλης αν και αναγνωρίζει τον ρόλο και την σημασία της ηδονής, εν τούτοις την υποτάσσει στον λόγο και την θέτει σε κατώτερο επίπεδο από την αρετή, στον δρόμο του κάθε ανθρώπου προς την ευτυχία.-

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2007

ΣΥΝΕΙΜΙ ΤΙΝΙ

ΣΥΝ και ΕΙΜΙ και ΤΙΝΙ
Λέξεις τρεις,
πλούτος αμύθητος νοημάτων.
Σύνειμί τινι
ΣΥΝ:
το θετικό, το επιπλέον,
αυτό που προστίθεται
και προσθέτει.
Προστιθέμενο, ενώνεται,
τελειώνει και τελειούται.
Η ερωτικότερη των προθέσεων,
τρία γράμματα που κάνουν τη διαφορά.
Μετουσιώνουν,
τον άνθρωπο σε συνάνθρωπο,
την ομιλία σε συνομιλία
την κίνηση σε συγκίνηση
τον πόνο σε συμπόνια.
Από το τρέφομαι
γεννούν το σύντροφο,
από το πάσχω,
το συμπάσχω, τη συμπάθεια.
Από το πλέω
το συμπλέω
ΕΙΜΙ:
η ουσία των όντων,
όλων των όντων
που μπορούν να δηλώσουν:
ειμί, υπάρχω, υφίσταμαι.
Από αυτό,το ΟΝ το υπέρτατο
το αιώνιο και άφθαρτο
«τό κινούν ακίνητον…»
Από αυτό,
η ουσία,
η αληθινή φύση των πάντων.
Σειρά της δοτικής
(της πτώσης του «διδόναι και δίδοσθαι»)
να συμπληρώσει, να συγκρατήσει,
να συνδέσει, να συγκροτήσει…
ΣΥΝΕΙΜΙ ΤΙΝΙ
Δεν είμαι, έτσι απλά, με κάποιον.
Για να είμαι «σύν τινι»
θα πρέπεινα δοθώ
και να λάβω.
Αυτή είναι η ουσία της συνουσίας.
Αυτός που είναι μαζί σου,
Δεν είναι κατ’ ανάγκη
σύντροφός σου.
Ο σύντροφος «συν - τρέφεται» σοι
με τους ίδιους πόθους
τις ίδιες ελπίδες.
Δεν τρέφεται από τις σάρκες σου.
Δεν απομυζά την ελευθερία σου.
Tα ηδονικά εδέσματα,
που η ζωή απλώνει μπροστά σας
απολαμβάνει να μοιράζεται μαζί σου
και συμπάσχει «σοι»
στα αντίξοα.
Οι συνόντες τω Σωκράτη
Δεν ήσαν όσοι τυχαία τον συναντούσαν.
Ήσαν οι μαθητές του,
οι λάτρεις,
οι κοινωνοί,
οι μέτοχοι του πνεύματός του.
Προσοχή:
Η «από» (το πλην) και το α το στερητικό,
μας την έχουν στημένη
Για να αφαιρέσουν
Να απομονώσουν
Να απομακρύνουν
Να αποξενώσουν
Δ.Β.

Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2007

Ιάμβλιχος

Ο Ιάμβλιχος καταγόταν από τη Χάλκη της Συρίας. Από νεαρή ηλικία είχε έντονες φιλοσοφικές αναζητήσεις. Μετά από μια περίοδο μελέτης του Νεοπλατωνισμού(κοντά στον Πορφύριο), των Χαλδαϊκών Μυστηρίων και του συστήματος του Πυθαγόρα, ξαναγύρισε και ίδρυσε τη δική του σχολή. Πέθανε περίπου το 326 μ.Χ., την περίοδο που ο Κωνσταντίνος έγινε κυρίαρχος του Ρωμαϊκού κόσμου. Ήταν μεγάλος μυστικιστής και θεουργός.

Από αποσπάσματα που έχουν διασωθεί για την ζωή του φαίνεται ότι ήταν «έξοχος και άγιος ο ηθικός χαρακτήρας του, και η μεγάλη μόρφωση του».

Ο Ιάμβλιχος επηρέασε τόσο την Αλεξανδρινή όσο και την Σχολή της Αθήνας. Ήταν ένα ζωντανό παράδειγμα γιατί έκανε πράξη τη διδασκαλία του και ήταν γνωστός για την αγνότητα της ζωής του και σεβαστός από όλους.

Λέγεται ότι κάποτε είχε υπερυψωθεί από το έδαφος όπως κάνουν ορισμένοι γιόγκι!

Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2007

Επίκτητος: ανεμπόδιστη είναι μόνο η επιλογή

«Για τους ανθρώπους, η αιτία όλων των κακών είναι ότι δεν μπορούν να εφαρμόζουν τις κοινές έμφυτες ιδέες τους στα επιμέρους πράγματα.»

« – Μήπως μπορεί κάποιος να σε κάνει να δώσεις τη συγκατάθεσή σου στο ψεύδος;
– Κανένας.
– Επομένως, στο θέμα της συγκατάθεσης είσαι ακώλυτος και ανεμπόδιστος.»

Ψυχὴ ὁμιλοῦσα ἀρετῇ ἔοικεν ἀεννάῳ πηγῇ: καὶ γὰρ καθαρὸν

καὶ ἀτάραχον καὶ πότιμον καὶ νόστιμον καὶ κοινωνικὸν καὶ πλούσιον καὶ ἀβλαβὲς καὶ ἀνώλεθρον.


ελεύθερη μετάφραση:

Με πηγή αστείρευτη, η ψυχή η ενάρετη μοιάζει.
Kαθάριο το νερό της και γαλήνιο.
Πόσιμα τα νάματά της τα εύγευστα,
πλούσια ρέουν και δροσίζουν τους άπαντες

ζωντάνια και δύναμη και ίαση χαρίζοντας.


Ο Επίκτητος από την Ιεράπολη της Φρυγίας υπήρξε ένας από τους πιο κύριους φιλοσόφους της Νέας στοάς μαζί με τον Σενέκα και τον Μάρκο Αυρήλιο. Η ιδιαιτερότητα του, έγκειται στο γεγονός ότι ανήκε στη τάξη των δούλων και σε μεγάλη ηλικία έγινε απελεύθερος. Ο ίδιος αναγνώριζε ότι η καθημερινή ζωή είναι γεμάτη δυσκολίες διαφόρων βαθμών και για αυτό ανάλωσε τη ζωή του σκιαγραφώντας το μοναδικό μονοπάτι προς την ευτυχία, την ολοκλήρωση και την ηρεμία, άσχετα από ποιες τυχαίνει να είναι οι ιδιαίτερες περιστάσεις κάποιου.

Τα διδάγματα του, απελευθερωμένα από τα αρχαία πολιτιστικά στολίδια τους έχουν μιαν ανεξήγητα σύγχρονη εφαρμογή, μοιάζοντας πολλές φορές με την καλύτερη εκδοχή της σύγχρονης ψυχολογίας. Για αυτό και η σκέψη του θεωρήθηκε ως μία από τις κεντρικές ρίζες της σύγχρονης ψυχολογίας της αυτοδιαχείρισης.

Ο Επίκτητος πίστευε ότι ο κύριος σκοπός της φιλοσοφίας είναι να βοηθήσει τους κοινούς ανθρώπους να ανταπεξέλθουν αποτελεσματικά στις προκλήσεις της καθημερινής ζωής και να αντιμετωπίσουν τις αναπόφευκτες σοβαρές απώλειες, τις απογοητεύσεις και τις λύπες της ζωής.

Η ΖΩΗ ΤΟΥ

Για την ζωή του Στωικού φιλοσόφου του 1ου μ.Χ αιώνα δεν υπάρχουν επαρκείς και ασφαλείς πληροφορίες, παρόλα αυτά θεωρείται ότι υπήρξε σύγχρονος του Πλούταρχου γεννημένος δούλος γύρω στο 50 μ.Χ. σε μία από τις σημαντικότερες εμπορικές πόλεις της Φρυγίας, την Ιεράπολη, καθώς και ότι πέθανε ανάμεσα στα 125 με 130 στην Νικόπολη της Ηπείρου σε ηλικία 88 ετών.

Το όνομα του «Epictutus» προέρχεται από την λατινική μεταφορά του ελληνικού «Επίκτητος» που σημαίνει αποκτηθείς, κερδηθείς και ο ίδιος πέρα από δούλος ήταν κουτσός, ασθενικός και φαινομενικά ντροπαλός. Η αναπηρία του σύμφωνα με τον Κέλσο οφείλεται στον κύριο του τον Επαφρόδιτο (εκτελεστικό γραμματέα του Νέρωνα). Ο Κέλσος αναφέρει πως όταν κάποτε ο Επαφρόδιτος έστριψε το πόδι του Επίκτητου, ο ίδιος παρατήρησε χαμογελώντας «θα το σπάσεις» και όταν τελικά έσπασε το πόδι του, απάντησε ήρεμα: «Δεν σου το είπα». Αυτή η ανέκδοτη αφήγηση αν και μπορεί να απέχει πολύ από την αλήθεια, μας εισάγει ωστόσο στη φιλοσοφικό σκέψη της Νέας Στοάς του Στωικισμού που εκπροσωπείσαι με το δικό του ιδιαίτερο τρόπο ο Επίκτητος, μαζί με τον Σενέκα και τον Μάρκο Αυρήλιο.

Στο ξεκίνημα του από νεαρή ηλικία ο Επίκτητος έδειξε ανώτερο πνευματικό ταλέντο, παρακολουθώντας μαθήματα Στωικισμού στην Ρώμη από τον ξακουστό φιλόσοφο, Γάιο Μουσώνιο Ρούφο. Σε σύντομο χρονικό διάστημα ωστόσο έγινε ο πιο φημισμένος μαθητής του, αποκτώντας σταδιακά την ελευθερία του.

Ο Επίκτητος έφυγε από τη Ρώμη το 94 μ.Χ. (ήδη πασίγνωστος ως δάσκαλος), όταν ο αυτοκράτορας Δομιτιανός απειλούμενος από την αυξανόμενη «φιλοδημοκρατική» επιρροή των φιλοσόφων, τους εξόρισε. Τότε επιλέγει να περάσει το υπόλοιπο της ζωής εξόριστος στην Νικόπολη της Ηπείρου, ζώντας σεμνά σε μία μικρή καλύβα πάμπτωχος χωρίς το παραμικρό έσοδο, με πλήρη περιφρόνηση προς τα υλικά αγαθά, μόνος και ασκητικός, αποφεύγοντας κάθε ενδιαφέρον για φήμη, περιουσία και δύναμη. Εκεί ιδρύει την φιλοσοφική του σχολή διδάσκοντας στο πολυπληθές ακροατήριο του για το πως να ζήσει κανείς με μεγαλύτερη αξιοπρέπεια και ηρεμία.

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ

Ο Επίκτητος δεν άφησε κανένα γραπτό λόγο αδιαφορώντας για την υστεροφημία του. Ο Φλάβιος Αρριανός όμως, ένας από τους πιο πιστούς μαθητές του, συνέθεσε μέσα από τις σημειώσεις των μαθημάτων του 2 έργα που συγκροτούν τον κορμό της προφορικής διδασκαλίας του, τις «Διατριβές» που αποτελούνται από 8 τόμους (μόνο 4 έχουν σωθεί) και το «Εγχειρίδιο» που είναι μία επιτομή των κυριότερων διδασκαλιών του, επιλεγμένες μέσα από τις «Διατριβές». Επίσης ανάμεσα στους πιο διαπρεπείς θαυμαστές του υπήρξε και ο νεαρός Μάρκος Αυρήλιος Αντωνίνος, ο οποίος τελικά έγινε αυτοκράτορας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κληρονομώντας μας τους Στοχασμούς του (Meditations – Τα Εις Εαυτόν), των οποίων οι στωικές ρίζες βρίσκονταν στα ηθικά διδάγματα του Επίκτητου.


Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ

Στη διδασκαλία του ο Επίκτητος δεν μπορούμε να πούμε ότι καινοτομεί ή ότι αναθεωρεί την «Στωική γραμμή». Παρ΄όλο που υπήρξε λαμπρός δάσκαλος της λογικής και του διαλογισμού, το κύριο χαρακτηριστικό έγκειται στο να σφραγίζει με τη δύναμη του νου και την οξυδέρκεια της παρατήρησης του την εποχή του, προσανατολίζοντας το δυναμικό της φιλοσοφίας προς τα ανθρώπινα συνηθισμένα προβλήματα. Εξαιτίας αυτής του της ικανότητας λέγεται ότι μπορούσε να γεννήσει ότι αισθήματα ήθελε στους ακροατές του. Η συμπεριφορά του ήταν εκείνη του ανοιχτόκαρδου, ταπεινού δασκάλου που παρότρυνε τους μαθητές του να μάθουν να ζουν σοφά, παίρνοντας τη ζωή τους στα σοβαρά και ο ίδιος ήταν το καλύτερο παράδειγμα για αυτούς, εφόσον «ζούσε το λόγο του», δηλαδή πραγμάτωνε αυτά που έλεγε.


Ο Επίκτητος πίστευε ότι ο κύριος σκοπός της φιλοσοφίας είναι να βοηθήσει τους κοινούς ανθρώπους να ανταπεξέλθουν αποτελεσματικά στις προκλήσεις της καθημερινής ζωής και να αντιμετωπίσουν τις αναπόφευκτες σοβαρές απώλειες, τις απογοητεύσεις και τις λύπες της ζωής. Η ηθική διδασκαλία του είναι απογυμνωμένη από συναισθηματικότητα, ευσέβεια, και ακατανόητες μεταφυσικές ορολογίες.

Για τον Επίκτητο, η ευτυχισμένη ζωή και η ζωή της αρετής είναι συνώνυμες. Η ευτυχία και η προσωπική ολοκλήρωση είναι οι φυσικές συνέπειες του να κάνεις το σωστό. Αντίθετα από πολλούς φιλοσόφους της εποχής του, ο Επίκτητος ενδιαφερόταν λιγότερο να καταλάβει τον κόσμο, από το να καθορίσει τα συγκεκριμένα βήματα που πρέπει να κάνει για την επιδίωξη της ηθικής υπεροχής.

Μέρος της μεγαλοφυΐας του είναι η έμφαση του για ηθική πρόοδο υπεράνω της επιδίωξης για ηθική τελειότητα. Με μία οξεία αντίληψη του πόσο εύκολα εμείς οι άνθρωποι εκτρεπόμαστε από το να ζούμε με βάση τις ανώτερες αρχές μας, μας προτρέπει να θεωρήσουμε τη φιλοσοφική ζωή σας προοδευτικά βήματα, τα οποία πλησιάζουν σταδιακά προς τα αγαπημένα μας προσωπικά ιδανικά.

Η ιδέα του Επίκτητου σχετικά με την «καλή ζωή» δεν είναι θέμα του να ακολουθήσουμε «έναν οδηγό αγοράς», τυφλές εντολές, αλλά να εναρμονίσουμε τις πράξεις μας με τη φύση. Ο σκοπός δεν είναι να κάνουμε καλές πράξεις για να κερδίσουμε την εύνοια των θεών ή το θαυμασμό των άλλων, αλλά να επιτύχουμε την εσωτερική γαλήνη και κατ’ αυτό τον τρόπο τη διαρκή προσωπική ελευθερία. Η καλοσύνη είναι μία επιχείρηση ίσων ευκαιριών, διαθέσιμη στον καθένα την κάθε στιγμή: φτωχό ή πλούσιο, μορφωμένο ή απλοϊκό άνθρωπο. Δεν είναι η αποκλειστική δικαιοδοσία των «επαγγελματιών» του πνεύματος, όπως μοναχών, αγίων ή ασκητών.

Ο Επίκτητος προώθησε μία αντίληψη της αρετής που ήταν απλή, συνηθισμένη και καθημερινή στην έκφραση της. Αντί των ασυνήθιστων ξεχωριστών επιδείξεων καλοσύνης, ήταν υπέρ μιας ζωής που να τη ζει κανείς σταθερά, σύμφωνα με τη θεία θέληση.
Η συνταγή του Επίκτητου για τη καλή ζωή επικεντρωνόταν σε τρία θέματα: να γίνεις κύριος των επιθυμιών σου, να εκτελείς τα καθήκοντα σου, και να μάθεις να σκέπτεσαι καθαρά για τον εαυτό σου και για τις σχέσεις σου με την ευρύτερη ανθρώπινη κοινωνία.

Το αληθινό έργο ενός ανθρώπου ο ίδιος αναφέρει ο Επίκτητος πως είναι: «Να μάθει πώς να απαλλάσσει τη ζωή του από τις οδύνες, τους θρήνους, τα «Αχ, εγώ» τα «Πόσο δυστυχισμένος είμαι», από τις συμφορές και τις αναποδιές και να κατανοήσει τι είναι ο θάνατος, η εξορία και η φυλάκιση, και (όπως ο Σωκράτης με το κώνειο), να μπορεί αν βρεθεί στη φυλακή να πει «Αγαπητέ μου Κρίτωνα, αν αυτό ευχαριστεί του θεούς, ας γίνει» και όχι «Εγώ είναι ένας γέρος και φτωχός άνθρωπο».

Για το ρόλο του σαν δάσκαλος ο Επίκτητος αναφέρει αντίστοιχα ότι «θέλει να κάνει τους μαθητές του, όχι μόνο ελεύθερους, γαλήνιους και ευτυχισμένους αλλά και ατάραχους μπροστά στα εμπόδια, την καταπίεση και τον καταναγκασμό».

Συνεπώς ο ίδιος αναγνώριζε ότι η καθημερινή ζωή είναι γεμάτη δυσκολίες διαφόρων βαθμών. Ανάλωσε τη ζωή του σκιαγραφώντας το μοναδικό μονοπάτι προς την ευτυχία, την ολοκλήρωση και την ηρεμία, άσχετα από ποιες τυχαίνει να είναι οι ιδιαίτερες περιστάσεις κάποιου. Τα διδάγματα του, όταν απελευθερωθούν από τα αρχαία πολιτιστικά στολίδια τους έχουν μιαν ανεξήγητα σύγχρονη εφαρμογή. Κατά διαστήματα, η φιλοσοφία του μοιάζει με την καλύτερη εκδοχή της σύγχρονης ψυχολογίας. Η σκέψη του θεωρήθηκε ως μία από τις κεντρικές ρίζες της σύγχρονης ψυχολογίας της αυτοδιαχείρισης, καθώς η θεραπεία δεν απαιτεί πάντα την αντιμετώπιση τόσο των φυσιολογικών ζητημάτων όσο των ψυχολογικών, δίνοντας έτσι τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα.

Ας δούμε κάποιες από τις συμβουλές του προς αυτήν την κατεύθυνση:

«Για οτιδήποτε μας συμβαίνει να θυμόμαστε να στραφούμε στον εαυτό μας και να αναρωτηθούμε πόση δύναμη έχουμε για να το αντιμετωπίσουμε».

Ας ακολουθήσουμε το παράδειγμα του αθλητή και ας πούμε: «Για αυτό έχω κάνει εξάσκηση, για αυτό έχω κάνει προπόνηση», έτσι δεν θα μας συμβεί κάτι χειρότερο από αυτό που μπορεί να περιμένουμε, εφόσον έχουμε προετοιμαστεί για αυτό. Κάθε φορά που βρισκόμαστε σε μία δύσκολη θέση, ας πούμε στον εαυτό σας: «Αυτό δεν απασχολεί ούτε το φτωχό μου κορμί ή την φτωχή μου περιουσία, ούτε τις ασήμαντες πεποιθήσεις μου. Για μένα όλα είναι καλά σημάδια αν το θέλω, γιατί όποια και αν είναι η τελική έκβαση μπορώ να ωφεληθώ από αυτή».

Είναι σημαντικό να μπορούμε βλέπουμε την θετική πλευρά των πραγμάτων, η αρνητική προοπτική δεν είναι πάντα ούτε απαραίτητη, ούτε και η καλύτερη λύση: «Όμως τι γίνεται αν (μερικά πράγματα ή άνθρωποι που έχασα) είναι απαραίτητα σε μένα; Μην τοποθετούμε τα συναισθήματα μας πάνω τους και τότε δεν είναι. Μην πούμε στον εαυτό μας ότι μας είναι αναγκαία και τότε δεν θα είναι».

Ας αποφύγουμε να μιλάμε με αυτό τον τρόπο: «Πόσο άτυχος είμαι που μου συνέβη αυτό». Αλλά καλύτερα ας πούμε «Πόσο τυχερός είμαι, γιατί παρόλο που μου συνέβη αυτό, συνεχίζω να ζω ήρεμος, αφού δεν έχω συντριβεί από το παρόν, ή δεν τρομάζω για το μέλλον», ή ακόμη «Αυτό δεν είναι κακοτυχία, αλλά το γεγονός ότι το υπομένω με καλή διάθεση είναι μεγάλη τύχη».

Μπορούμε να μιμηθούμε το Σωκράτη που αντί να μοιρολογεί όταν βρισκόταν στην φυλακή έγραφε ύμνους, ή τον Αγριππίνο τον Στωικό που όταν κάτι τον ταλαιπωρούσε: «έγραφε ένα εγκώμιο γι’ αυτό, αν είχε πυρετό για τον πυρετό, αν υπόφερε για κάποια ατίμωση, για την ατίμωση, αν εξοριζόταν, για την εξορία. Και κάποτε… όταν ετοιμαζόταν να προγευματίσει κάποιος του ανάγγειλε ότι ο Νέρωνας διέταξε να τον εξορίσουν. Και αυτός τότε απάντησε: «θα προγευματίσουμε στην Αρικία (μια τοποθεσία έξω από την Ρώμη)».

Το να υιοθετήσουμε τη στάση του θεατή στα προβλήματα μας, είναι μία λύση, ας προσπαθήσουμε να είμαστε τόσο λογικοί και αντικειμενικοί απέναντι τους, όπως ακριβώς είμαστε απέναντι στα προβλήματα των άλλων. Όταν σπάσει το φλιτζάνι κάποιου άλλου παρατηρεί ο Επίκτητος είμαστε έτοιμοι να κάνουμε τη δήλωση: «Τέτοια πράγματα συμβαίνουν». Παρόμοια όταν πεθάνει το παιδί ή η γυναίκα κάποιου άλλου λέμε: «Αυτή είναι η μοίρα του ανθρώπου». Από την άλλη μεριά, όταν το δικό μας φλιτζάνι σπάσει ή τα αγαπημένα μας πρόσωπα χαθούν φωνάζουμε: «Αχ εγώ ο άτυχος, πόσο δυστυχισμένος είμαι». Αν κάτι μας ενοχλεί, να θυμόμαστε ότι δεν μπορούμε από το τίποτα να βγάλουμε κάτι. Να συνειδητοποιήσουμε ότι το κάθε τι έχει την αξία του: «Ας πούμε στον εαυτό μας ότι αυτό είναι το τίμημα για τη γαλήνη του μυαλού μας, αυτό είναι το τίμημα για την ηρεμία του πνεύματος μας, γιατί τίποτα δεν κερδίζεται χωρίς κάποιο τίμημα»

Κάθε δυνατή επιθυμία μας μπορεί να είναι καταπιεστική καθώς ο πόθος μας για αυτήν μπορεί να μας εξουσιάσει και να μας παραπλανήσει, γι’ αυτό ο Επίκτητος παρατηρεί πως: «Η ελευθερία δεν επιτυγχάνεται από την ικανοποίηση της επιθυμίας αλλά από την εκμηδένιση της». Μπορούμε να διασκεδάζουμε με τα προβλήματα μας: «Πρόκειται να πεθάνω αλλά μήπως και οι άλλοι θα ζήσουν για πάντα; Μήπως είμαι ο μοναδικός που θα αποκεφαλιστώ τώρα ή μήπως θα πρέπει να αποκεφαλιστούμε όλοι για να ηρεμήσω;

Είναι λάθος να αφήνουμε να ριζώνουν στο νου μας αρνητικές σκέψεις και εικόνες γιατί : Αν κεντρίζει τη φαντασία μας ένα πράγμα που δεν μπορούμε να ελέγξουμε, ας το αντιμετωπίσουμε με την νόηση μας, ας τη νικήσουμε, μην την αφήσουμε να δυναμώσει ή να φτάσει στο επόμενο σκαλοπάτι που είναι το να ζωγραφίζει (στο νου μας) τις εικόνες που αυτή θέλει (η φαντασίωση). Ας προσπαθήσουμε να αποσπαστούμε από τις θλιβερές σκέψεις μας και να σκεφτούμε κάτι άλλο, εξασκώντας τον νου μας.

Τελικά ίσως ο Επίκτητος ενδιαφερόταν περισσότερο για την θεραπεία του εαυτού μας παρά για τις αφηρημένες θεωρίες του Εγώ. Η ηθική του είναι μία ηθική ατομικής απελευθέρωσης από τα ψυχολογικά δεσμά, γι’ αυτό και η διδασκαλία του Επίκτητου είναι τόσο παραδοσιακή όσο και εξίσου σύγχρονη. Σε μία κοινωνία που σήμερα (στην πράξη αν όχι ρητά) θεωρεί την επαγγελματική επιτυχία, τα πλούτη, τη δύναμη, και τη φήμη επιθυμητά πράγματα, άξια προς θαυμασμό, ο Επίκτητος τα θεωρεί ασήμαντα και άσχετα προς την αληθινή ευτυχία. Εκείνο που τον ενδιαφέρει πρωταρχικά είναι τι είδους άτομο γίνεσαι, τι είδους ζωή κάνεις. Γιατί το να ανακαλύπτουμε τον εαυτό μας είναι στην καλύτερη περίπτωση να ανακαλύπτουμε το καλό μάλλον, παρά την καρδιά μας που στην χειρότερη περίπτωση μπορεί να μας οδηγήσει σε μία εξωτερική παραπλανητική έκφραση.

Συνεπώς η προσφορά του Επίκτητου στη διαμόρφωση νέων ιδεών στη φιλοσοφία είναι ελάχιστη ως ανύπαρκτη. Η προφορά του όμως στην προσαρμογή ιδεών στο νου και το συναίσθημα των αναζητητών είναι πολύ σημαντική.

Ο Επίκτητος δεν καινοτομεί ούτε το επιδιώκει, ούτε καν πιστεύει ότι χρειάζεται. Αυτό που όμως κάνει είναι να ζωντανεύει τους ορισμούς, να οικοδομεί αξίες στις ψυχές των Ανθρώπων και να ξυπνάει τους μικρούς κοιμώμενους πρίγκιπες στις καρδιές μας. Είναι η φωνή της συνείδησης όταν η σάρκα φαίνεται να καταδυναστεύει το πνεύμα, που μαστιγώνει την αδικία, την φαυλότητα και τον υλισμό.
Είναι ο δούλος που κοροϊδεύει τους αφέντες όλου του κόσμου και οδηγεί στην πραγματική ελευθερία, όποιον δοκιμάζει να πιει από την πηγή του ενθουσιασμού του.
Είναι το πιο φωτεινό παράδειγμα που μέσα στους αιώνες φωτίζει τις μέρες μας, τόσες όμοιες με τότε, για να μας εμπνεύσει την αγάπη, την αδελφοσύνη, τον ηρωισμό, την ταπεινότητα και την αυτάρκεια. Είναι τέλος, ο άνθρωπος που μιλούσε, με αγωνία και θέρμη στον μαθητή του και του έδινε μία συμβουλή που είναι και για εμάς χρήσιμη σήμερα όσο ποτέ:

«Τα ωραία λόγια, άλλωστε δεν λείπουν σήμερα. Τα βιβλία των Στωικών είναι γεμάτα από τέτοια. Τι λείπει, λοιπόν; Αυτός που θα τα εφαρμόσει, με έμπρακτη μαρτυρία υπέρ των λόγων. Να αναλάβεις, λοιπόν, τον ρόλο αυτό, ώστε να μην χρησιμοποιούμε παλαιά παραδείγματα αλλά να έχουμε και κάποιο σύγχρονο παράδειγμα».

Βιβλιογραφία:

1.Επίκτητος «Η Τέχνη του Ζην», σε μία νέα ερμηνεία από τη Sharon Lebell, εκδόσεις Πύρινος Κόσμος 2002.

Επίκτητος – Ζωή & Στωικισμός, Τζέησον Ξενάκης, εκδόσεις Νεφέλη 1983.

Επίκτητος «Άπαντα», εκδόσεις Κάκτος 1994.
Επίκτητος «Διατριβές», εκδόσεις Ζήτρος 1975.
Επίκτητος «Εγχειρίδιο» εκδόσεις Ενάλιος6. «Η φιλοσοφία του Επίκτητου», Μάρτιος 1997, άρθρο στο περιοδικό Νέα Ακρόπολη7.
http://www.rassias.gr/STOIC12.html
http://www.bsa.gr/com/index/paromoioseis/default/scripts/article.asp?uid=30

Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2007

Θουκυδίδου Ξυγγραφή

Θουκυδίδου Ξυγγραφή

Θέμα 1ο

…ἅμα ἦρι ἀρχομένῳ Θηβαίων ἄνδρες ὀλίγῳ πλείους τριακοσίων …

ἐσῆλθον περὶ πρῶτον ὕπνον ξὺν ὅπλοις ἐς Πλάταιαν τῆς Βοιωτίας

οὖσαν ᾿Αθηναίων ξυμμαχίδα. ἐπηγάγοντο δὲ καὶ ἀνέῳξαν τὰς πύλας

Πλαταιῶν ἄνδρες, Ναυκλείδης τε καὶ οἱ μετ' αὐτοῦ, βουλόμενοι ἰδίας

ἕνεκα δυνάμεως ἄνδρας τε τῶν πολιτῶν τοὺς σφίσιν ὑπεναντίους

διαφθεῖραι καὶ τὴν πόλιν Θηβαίοις προσποιῆσαι…. προϊδόντες γὰρ

οἱ Θηβαῖοι ὅτι ἔσοιτο ὁ πόλεμος ἐβούλοντο τὴν Πλάταιαν αἰεὶ σφίσι

διάφορον οὖσαν ἔτι ἐν εἰρήνῃ τε καὶ τοῦ πολέμου μήπω φανεροῦ

καθεστῶτος προκαταλαβεῖν. ᾗ καὶ ῥᾷον ἔλαθον ἐσελθόντες, φυλακῆς

οὐ προκαθεστηκυίας. θέμενοι δὲ ἐς τὴν ἀγορὰν τὰ ὅπλα τοῖς μὲν

ἐπαγαγομένοις οὐκ ἐπείθοντο ὥστε εὐθὺς ἔργου ἔχεσθαι καὶ ἰέναι

ἐπὶ τὰς οἰκίας τῶν ἐχθρῶν, γνώμην δ' ἐποιοῦντο κηρύγμασί τε

χρήσασθαι ἐπιτηδείοις καὶ ἐς ξύμβασιν μᾶλλον καὶ φιλίαν τὴν πόλιν

ἀγαγεῖν (καὶ ἀνεῖπεν ὁ κῆρυξ, εἴ τις βούλεται κατὰ τὰ πάτρια τῶν

πάντων Βοιωτῶν ξυμμαχεῖν, τίθεσθαι παρ' αὑτοὺς τὰ ὅπλα),

νομίζοντες σφίσι ῥᾳδίως τούτῳ τῷ τρόπῳ προσχωρήσειν τὴν πόλιν.

[3] οἱ δὲ Πλαταιῆς ὡς ᾔσθοντο ἔνδον τε ὄντας τοὺς Θηβαίους καὶ

ἐξαπιναίως κατειλημμένην τὴν πόλιν, καταδείσαντες καὶ νομίσαντες

πολλῷ πλείους ἐσεληλυθέναι (οὐ γὰρ ἑώρων ἐν τῇ νυκτί)

πρὸς ξύμβασιν ἐχώρησαν καὶ τοὺς λόγους δεξάμενοι ἡσύχαζον,

ἄλλως τε καὶ ἐπειδὴ ἐς οὐδένα οὐδὲν ἐνεωτέριζον.

πράσσοντες δέ πως ταῦτα κατενόησαν οὐ πολλοὺς τοὺς Θηβαίους

ὄντας καὶ ἐνόμισαν ἐπιθέμενοι ῥᾳδίως κρατήσειν·


ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ

¨ ἅμα ἦρι ἀρχομένῳ = με τον ερχομό της Άνοιξης (ιδιόμορφη δοτ. απολ. αντί γενικής απόλυτης)

τό ἒαρ
του ἒαρος & ἦρος
τω ἒαρι & ἦρι
το ἒαρ
ω ἒαρ


¨ ἐσῆλθον = ρ. εἲσειμι = εισβάλλω, εισέρχομαι
¨ περὶ πρῶτον ὕπνον = μόλις βράδιασε
¨ ἐπηγάγοντο = ρ. ἐπάγομαι = προσκαλώ
¨ τοὺς σφίσιν ὑπεναντίους = τους εχθρούς τους
συνώνυμα:
διάφορος
ἀλλότριος
ἀντίος – ὑπενάντιος - ὑπεναντίος
ἐνάντιος
ἐχθρός
¨ προσποιοῦμαι = προσαρτώ
¨ προϊδόντες = ρ. προορῶ = προβλέπω
¨ ᾗ = δοτικοφανές επίρ. του τόπου
¨ ἔλαθον ἐσελθόντες = εισέβαλαν απαρατήρητοι (κρυφά)
¨ τίθεμαι τά όπλα = παρατάσσομαι ένοπλος
¨ ἔργου ἔχομαι = αναλαμβάνω δράση
¨ γνώμην ποιοῦμαι = αποφασίζω
¨ χρῶμαι ἐπιτηδείοις κηρύγμασι = χρησιμοποιώ λόγια φιλικά
¨ ξύμβασις = συνθηκολόγηση
¨ ἀνεῖπεν = ρ. ἀναγορεύω= μιλώ δυνατά δημόσια (βροντοφωνάζω)
¨ αἰσθάνομαι + αιτιατ. = μαθαίνω
¨ ἐξαπιναίως = ξαφνικά
¨ καταδείσαντες = επειδή κατατρόμαξαν
¨ (οὐ γὰρ ἑώρων ἐν τῇ νυκτί) = κύρια παρενθετική πρόταση
¨ ἄλλως τε καὶ ἐπειδὴ = και για άλλους λόγους και επειδή
¨ νεωτερίζω = κάνω κάτι κακό
¨ ἐπιθέμενοι = υποθετική μτχ. (εξάρτηση από μέλλοντα)

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2007

ΠΛΑΤΩΝ. "ΠΡΩΤΑΓΟΡΑΣ" - ΕΝΟΤΗΤΑ 3η

Ενότητα 3η

Επειδή όμως δεν ήταν και τόσο σοφός ο Επιμηθέας,
ἅ­τε δὴ οὖν ὢν οὐ πά­νυ τι σο­φὸς ὁ ᾿Ε­πι­μη­θεὺς

χωρίς να το καταλάβει ξόδεψε τις δυνάμεις στα άλογα ζώα˙
ἔ­λα­θεν αὑ­τὸν κα­τα­να­λώ­σας τὰς δυ­νά­μεις εἰς τὰ ἄ­λο­γα·

του έμενε ακόμα ατακτοποίητο το γένος των ανθρώπων,
λοι­πὸν δὴ ἀ­κό­σμη­τον ἔ­τι αὐ­τῷ ἦν τὸ ἀν­θρώ­πων γέ­νος,

και βρισκόταν σε αμηχανία τι να το κάμει˙
καὶ ἠ­πό­ρει ὅ­,τι χρή­σαι­το.


και ενώ αυτός βρισκόταν σε αμηχανία έρχεται ο Προμηθέας
ἀ­πο­ροῦ­ντι δὲ αὐ­τῷ ἔρ­χε­ται Προ­μη­θεὺς

να επιθεωρήσει τη μοιρασιά, και βλέπει ότι τα άλλα ζώα ήταν εφοδιασμένα
ἐ­πι­σκε­ψό­με­νος τὴν νο­μήν, καὶ ὁ­ρᾷ τὰ μὲν ἄλ­λα ζῷ­α ἐμ­με­λῶς

με όλα τα κατάλληλα μέσα, τον άνθρωπο όμως γυμνό και ξυπόλητο
πά­ντων ἔ­χο­ντα, τὸν δὲ ἄν­θρω­πον γυ­μνόν τε καὶ ἀ­νυ­πό­δη­τον

και χωρίς στρώμα και χωρίς όπλα˙
καὶ ἄ­στρω­τον καὶ ἄ­ο­πλον·


ωστόσο έφτανε πια και η καθορισμένη από τη μοίρα ημέρα,
ἤ­δη δὲ πα­ρῆν καὶ ἡ εἱ­μαρ­μέ­νη ἡ­μέ­ρα,

κατά την οποία έπρεπε και ο άνθρωπος να βγει από τη γη στο φως.
ἐν ᾗ ἔ­δει καὶ ἄν­θρω­πον ἐ­ξι­έ­ναι ἐκ γῆς εἰς φῶς.

Επειδή λοιπόν βρισκόταν σε δύσκολη θέση ο Προμηθέας,
ἀ­πο­ρί­ᾳ οὖν σχό­με­νος ὁ Προ­μη­θεὺς

ποια τάχα σωτηρία να βρει για τον άνθρωπο,
ἥ­ντι­να σω­τη­ρί­αν εὕ­ροι τῷ ἀν­θρώ­πῳ,

αποφασίζει να κλέψει την τέχνη του Ήφαιστου και της Αθηνάς (τη συνδυασμένη)
κλέ­πτει τὴν ἔ­ντε­χνον σο­φί­αν ῾Η­φαί­στου καὶ ᾿Α­θη­νᾶς

–με τη φωτιά – γιατί ήταν αδύνατο να αποκτηθεί αυτή από κάποιον
σὺν πυ­ρί –ἀ­μή­χα­νον γὰρ ἦν γε­νέ­σθαι αὐ­τὴν κτη­τήν τῳ

ή να χρησιμοποιηθεί χωρίς τη φωτιά- κι έτσι λοιπόν τη δωρίζει στον άνθρωπο.
ἢ χρη­σί­μην ἄ­νευ πυ­ρὸς– καὶ οὕ­τω δὴ δω­ρεῖ­ται ἀν­θρώ­πῳ.

Τη σοφία του λοιπόν για να ζήσει, έτσι την απέκτησε ο άνθρωπος,
τὴν μὲν οὖν πε­ρὶ τὸν βί­ον σο­φί­αν ταύ­τῃ ἔ­σχεν ἄν­θρω­πος ,

την πολιτική τέχνη όμως δεν την είχε˙ γιατί αυτή βρισκόταν στα χέρια του Δία˙
τὴν δὲ πο­λι­τι­κὴν οὐκ εἶ­χεν· ἦν γὰρ πα­ρὰ τῷ Δι­ί.

και στον Προμηθέα δεν επιτρεπόταν πια να μπει στην Ακρόπολη,
τῷ δὲ Προ­μη­θεῖ οὐ­κέ­τι ἐ­νε­χώ­ρει εἰ­σελ­θεῖν εἰς μὲν τὴν ἀ­κρό­πο­λιν

την κατοικία του Δία˙ εξάλλου και οι φρουροί του Δία ήταν φοβεροί˙
τὴν τοῦ Δι­ὸς οἴ­κη­σιν –πρὸς δὲ καὶ αἱ Δι­ὸς φυ­λα­καὶ φο­βε­ραὶ ἦ­σαν–

μπαίνει λοιπόν κρυφά στο σπίτι της Αθηνάς και του Ήφαιστου
λα­θὼν δὲ εἰ­σέρ­χε­ται εἰς τὸ οἴ­κη­μα τῆς ᾿Α­θη­νᾶς καὶ ῾Η­φαί­στου

που το είχαν μαζί, μέσα στο οποίο ασκούσαν με αγάπη τις τέχνες,
τὸ κοι­νόν, ἐν ᾧ ἐ­φι­λο­τε­χνεί­την,

και αφού έκλεψε την τέχνη με φωτιά του Ήφαιστου
καὶ κλέ­ψας τήν τε ἔ­μπυ­ρον τέ­χνην τὴν τοῦ ῾Η­φαί­στου

και την άλλη της Αθηνάς, τις δίνει στον άνθρωπο.
καὶ τὴν ἄλ­λην τὴν τῆς ᾿Α­θη­νᾶς δί­δω­σιν ἀν­θρώ­πῳ,

Και από αυτό εξασφαλίζονται βέβαια για τον άνθρωπο πλούσια μέσα για τη ζωή του,
καὶ ἐκ τού­του γί­γνε­ται μὲν ἀν­θρώ­πῳ εὐ­πο­ρί­α τοῦ βί­ου,

ο Προμηθέας όμως εξαιτίας του Επιμηθέα, έπειτα, καθώς λέγεται,
Προ­μη­θέ­α δὲ δι­' ᾿Ε­πι­μη­θέ­α ὕ­στε­ρον, ᾗ­περ λέ­γε­ται,

πέρασε από δίκη για κλοπή.
κλο­πῆς δί­κη με­τῆλ­θεν.

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ ΑΤΤΙΚΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ
λέξεις - φράσεις - δικανικοί όροι
Επιμέλεια: Β. Δ.
ἀβίωτος: αφόρητος.
ἀβίωτον ἐστί τινι: ο βίος είναι ανυπόφορος σε κάποιον.
ἀγαθός: ευγενής, καλός, ανδρείος.
ἄριστος: ευγενής.
τύχῃ ἀγαθῇ: με το καλό.
ἀγαθὰ φρονῶ: έχω καλά αισθήματα.
ἀγαθὰ πάσχω: ευεργετούμαι.
ἀγαθὰ ποιῶ: ευεργετώ.
ἀγαπητῶς: πρόθυμα, με κόπο, μόλις και με τα βίας.
ἀγγέλλω πόλεμον: κηρύττω πόλεμον.
ἀγνοοῦμαι: είμαι άγνωστος, δεν γίνομαι αντιληπτός.
ἀγνὼς εἰμὶ τινός: αγνοώ κάποιον.
ἀγοραίος: αυτός που περνάει την ώρα του στην αγορά.
ἀγοραία ἡμέρα: δικάσιμη.
ἀγορεύω: δημηγορώ.
ἄγχιστος: ο πάρα πολύ κοντινός.
ἄγω: οδηγώ, πορεύομαι, διοικώ.
ἄγω καὶ φέρω: λεηλατώ, μεταφέρω.
ἄγω ἑορτήν: εορτάζω.
ἄγω θυσίαν: θυσιάζω.
ἄγω εἰρήνην: ησυχάζω.
ἄγω τείχος: κατασκευάζω τείχος.
ἄδειαν ἄγω: είμαι σε ασφάλεια.
ἄγομαι φόνου: κατηγορούμαι για φόνο.
ἄγω τινὰ τιμιώτερον: αποδίδω σε κάποιον μεγαλύτερη αξία, υπερεκτιμώ.
ἀγὼν λόγων: καιρός για λόγους.
ἀγὼν μάχης: καιρός για μάχη.
καθίστημι τινά εἰς ἀγῶνα: μπλέκω κάποιον σε δίκη.
ἀγωνίζομαι: προσπαθώ, διεξάγω αγώνα.
ἀγωνίζομαι γραφὴν (ή δίκην): διεξάγω δικαστικό αγώνα.
ὁ ἀγωνιζόμενος: ο κατηγορούμενος.
οἱ ἀγωνιζόμενοι: οι διάδικοι.
ἀδεῶς: άφοβα.
ἄρχω χειρῶν ἀδίκων: αρχίζω πρώτος να αδικώ.
ἀδύνατος λέγειν: μέτριος ρήτορας.
ἀθυμέω-ῶ: είμαι απογοητευμένος, στεναχωριέμαι.
ἄθυμος: στεναχωρημένος, απογοητευμένος.
ἀθύμως ἔχω: χάνω το θάρρος μου.
αἰκίζομαι: βλάπτω, προσβάλλω.
αἴρεσις: άλωση, κατοχή, εκλογή.
αἴρεσιν δίδωμι: παρέχω το δικαίωμα της εκλογής.
αἴρεσιν λαμβάνω: έχω το δικαίωμα της εκλογής.
αἱρέω-ῶ: λαμβάνω, καταλαμβάνω, αιχμαλωτίζω.
αἱροῦμαι: λαμβάνω, εκλέγομαι, προτιμώ.
αἱροῦμαι γνώμην: αποδέχομαι γνώμη.
αἴρω: υψώνω, απομακρύνω, μεταφέρω.
αἴρομαι κίνδυνον: αναλαμβάνω τον κίνδυνο.
δίκην παρὰ τινός αἴρομαι: εκδικούμαι κάποιον.
αἴσθησιν ἔχω τινός: έχω αντίληψη κάποιου.
αἰτία: αίτιο, αφορμή, κατηγορία.
αἰτίαν ἔχω ἤ ὑπέχω: κατηγορούμαι.
ἐν αἰτίᾳ ἔχω τινά: κατηγορώ, θεωρώ κάποιον ένοχο.
ἀπολύω τινά τῆς αἰτίας: απαλλάσσω κάποιον από την κατηγορία.
αἰτιάομαι-ῶμαι: κατηγορώ, προφασίζομαι.
αἰωροῦμαι τὴν ψυχήν: αμφιταλαντεύομαι ψυχικά.
ἐν ἀκαρεῖ: σε μια στιγμή.
ἀκινδύνως ἔχω: δε διατρέχω κίνδυνο.
ἀκμάζω: είμαι ακμαίος, ισχυρός.
ἀκμάζει: είναι κατάλληλη στιγμή.
εὖ ἀκούω: επαινούμαι.
κακῶς ἀκούω: κακολογούμαι.
ἄκρᾳ: κορυφή, ύψωμα, ακρωτήριο.
κατ' ἄκρας: εξ’ ολοκλήρου.
ἄκριτος: συγκεχυμένος, αδίστακτος.
ἄκυρον ποιῶ τὸ ἀξίωμα: μειώνω την εξουσία.
οἱ ἀλήθειαν ἀσκοῦντες: οι φιλαλήθεις.
ἅλις: αρκετά.
ἁλίσκομαι: συλλαμβάνομαι, κυριεύομαι.
ἄλλῃ: κατ’ άλλο τρόπο, σε άλλα μέρη.
ὁ ἄλλος χρόνος: το παρελθόν.
ἀλλότριος: ξένος.
ἀλλοτρίως διάκειμαι ή ἔχω πρός τινά: έχω εχθρική διάθεση απέναντι σε κάποιον.
ἀμαθῶς ἔχω: έχω άγνοια.
ἁμαρτάνω: βλάπτω, διαπράττω αδίκημα.
ἁμαρτάνω τῆς γνώμης τινός: διαψεύδω τη γνώμη κάποιου.
ἐπ' ἀμφότερα ἔχω: ταλαντεύομαι.
ἁμῶς γέ πως: κατά κάποιον τρόπο.
ἁμῶς γέ που: σε κάποιο μέρος.
ἀναγκαῖος: αναπόφευκτος.
τὰ ἀναγκαῖα: τα προς το ζην.
ἐν ἀνάγκῃ ἔχομαι: πιέζομαι από ανάγκη.
ἀνάγω: μεταφέρω.
ἀνάγω (ή ἀνάγομαι) ναῦν: αποπλέω, ανοίγομαι στο πέλαγος.
ἀνακρούω: εμποδίζω.
καταγιγνώσκω τινός ἀνανδρία: θεωρώ κάποιον άνανδρο.
ἀνάστατος γίγνομαι: καταστρέφομαι, ερημώνομαι, αναστατώνομαι.
ἀνελπίστως ἔχω: είμαι απελπισμένος.
ἀνθάπτομαι: προσβάλλω, επιχειρώ.
ἀνίημι: αφήνω, εγκαταλείπω.
ἀνίημι τὴν φυλακήν: χαλαρώνω τον αποκλεισμό.
ἀντέχω περί τινος: επιμένω σε κάτι.
ἀντίος: αντιμέτωπος.
ἀντίπαλον δέος: ο φόβος των εχθρών.
ἀντιποιῶ: ανταποδίδω.
ἀντίπρωρος: αντιμέτωπος.
ἀντίρροπος: ισόρροπος, ισοβαρής.
ὡς ἀνυστόν: όσο το δυνατόν.
οἱ ἄνω χρόνοι: το παρελθόν.
οἱ ἄνωθεν: οι πρόγονοι.
πολλοῦ ἄξιος: αξιόλογος.
οὐδενὸς ἄξιος: ασήμαντος.
ἄξιός εἰμι: δικαιούμαι.
ἀπαθής: αβλαβής, αναίσθητος.
ἀπεῖπον: αρνήθηκα.
ἀπεῖπον + απρφτ: απαγόρευσα.
ἀπεῖπον + μτχ: κουράστηκα.
ἀπειρημένον: το απαγορευμένο.
ὡς ἁπλῶς εἰπεῖν: για να το πω γενικά.
τὸ ἀποβαῖνον: το αποτέλεσμα.
ἀποδείκνυμι νόμον: δημοσιεύω νόμον.
ἀποδίδωμι τὰ ὀνόματα: ανακοινώνω τα ονόματα.
ἀποκνέω-ῶ: από φόβο αποφεύγω.
ἀποκνῶ τὸν πλοῦν: αναβάλλω την εκστρατεία από φόβο.
ἀπόμισθος: απλήρωτος.
ποιῶ τινα ἀπόμισθον: απολύω κάποιον χωρίς καταβολή μισθού.
ἀπορία: δυσκολία, στεναχώρια, έλλειψη.
εἰς ἀπορίαν καθίσταμαι: περιέρχομαι σε δύσκολη θέση.
ἐν ἀπόροις εἰμί: βρίσκομαι εν μέσω δυσχερειών.
ἀποστερέω-ῶ: αφαιρώ, αρπάζω.
ἀποτρέπομαι: αποσύρομαι.
ἀποτρέπομαι ἄλλην ὁδόν: στρέφομαι σε άλλη οδό.
ἀποχρῶμαι τινα: φονεύω κάποιον.
ἅπτομαι: αγγίζω, εξετάζω.
ἅπτομαι τῶν πολιτικῶν πραγμάτων: αναμειγνύομαι στα πολιτικά.
ἀργύριον: χρήματα, τεμάχιο αργύρου.
σκοπῶ τὸ λυσιτελέστατον πρὸς ἀργύριον: αποβλέπω προς το οικονομικά ωφέλιμο.
ἄρνυμαι: κερδίζω, αποκομίζω.
ἄρχομαι: εξουσιάζομαι.
σφόδρα ἄρχομαι: καταπιέζομαι ως πολίτης.
ἀσύμφορον: ζημία.
ἄτιμος: ο στερηθείς των πολιτικών δικαιωμάτων.
ἄτιμον τινά ποιοῦμαι: τιμωρώ κάποιον στερώντας του τα πολιτικά δικαιώματα.
αὐτόματος θάνατος: φυσικός θάνατος.
ἐπὶ πᾶν ἀφικνοῦμαι: δοκιμάζω κάθε μέσο.
βαθύνω τὴν φάλαγγα: αυξάνω το βάθος της φάλαγγας.
βαρὺς εἰμί τινι: είμαι ενοχλητικός σε κάποιον.
βίᾳ πάσχω: ασκείται εναντίον μου βία.
πρὸς τὸ βίαιον: διά της βίας.
βλασφημία: κακολογία.
ἀπολύομαι τὰς βλασφημίας: διαλύω τις κατηγορίες.
βούλομαι τά τινος: έχω τα φρονήματα κάποιου.
τὸ βουλόμενον: η επιθυμία.
τὶ βούλεται ταῦτα;: τι σημαίνουν αυτά;
βραχύς: μικρός, σύντομος.
ὡς ἐν βραχεῖ εἰπεῖν: για ναμην πολυλογώ.
γείνομαι: γεννιέμαι.
οἱ γεινάμενοι: οι γονείς.
ὁ ἐγγύτατα γένους: ο στενός συγγενής.
γίγνομαι ἐπί τινι: περιέρχομαι στην εξουσία κάποιου.
γίγνομαι ὑπό τινι: υποτάσσομαι σε κάποιον.
γιγνόμενοι δασμοί: εισπραττόμενοι φόροι.
οὕτω γιγνώσκω: τέτοια γνώμη έχω σχηματίσει.
γιγνώσκω τὰ δίκαια: λαμβάνω δίκαιη απόφαση.
προσέχω τὴν γνώμην: στρέφω την προσοχή.
τοιαύταις γνώμαις χρῶμαι: έχω τέτοιες αντιλήψεις.
ἡττῶμαι τῇ γνώμῃ: χάνω το θάρρος μου.
γνωρίμως ἔχω: διάκειμαι φιλικά.
δαίμων: θεός, μοίρα.
σὺν δαίμονι: κατά τύχη.
δαμοσία σκηνή: σκηνή του βασιλιά της Σπάρτης.
οἱ περὶ τὴν δαμοσίαν: το συμβούλιο του βασιλιά.
τὰ δεινά: οι συμφορές.
ἐν δεινῷ εἰμι: βρίσκομαι σε δύσκολη θέση.
δεξιὰς δόντες καὶ λαβόντες: ανταλλάξαντες χειραψία μετά διαβεβαιώσεων
δεξιὰς φέρω: φέρω διαβεβαιώσεις.
δεῖ: είναι ανάγκη.
δεῖ τινος: υπάρχει έλλειψη κάποιου.
τὰ δέοντα: τα πρέποντα, το καθήκον.
δέομαι: παρακαλώ, στερούμαι.
δέομαι βίου: έχω ανάγκη να κερδίσω τη ζωή μου.
δημοσίᾳ: με δαπάνες του δημοσίου.
διαγιγνώσκω: ξεχωρίζω, διακρίνω, αποφασίζω.
διεγνωσμένη κρίσις: ειλημμένη απόφαση, αυτή που έχει παρθεί.
διάγνωσιν ποιοῦμαι: εκδίδω απόφαση.
δίαιτα: τρόπος ζωής.
διαιτῶμαι ἀφθόνως: ζω πλουσίως.
διακρούομαι τὸ δοῦναι δίκην: διαφεύγω την τιμωρία.
διαμένω ὤν: συνεχώς είμαι.
διάνοιαν: νους, πνεύμα, ιδέα.
ἀνθρώπινη διάνοια: ανθρώπινη λογική.
διαψήφισις: ψηφοφορία, απόφαση.
τὰ πρὸς ἀλλήλους δίκαια: οι αμοιβαίες υποχρεώσεις.
ἐπὶ πᾶσι τοῖς δικαίοις: με κάθε ειλικρίνεια.
τὰ δίκαια πράττω: ασκώ τη δικαιοσύνη.
δίκη: δικαιοσύνη.
ἐσχάτη δίκη: μέγιστη τιμωρία.
δίκην δίδωμι: τιμωρούμαι.
δίκην λαμβάνω: τιμωρώ.
δίκην ὀφλισκάνω: καταδικάζομαι.
δίκην ὑπέχω: υποβάλλομαι σε δίκη.
ἀγωνίζομαι δίκην: υπερασπίζω δικαστική υπόθεση.
δίδωμι δίκας ἴσας καὶ ὁμοίας: δικάζω με βάση την ισονομία.
ὁ διώκων: ο κατήγορος.
ὁ διωκόμενος: ο κατηγορούμενος.
εὖ ή κακῶς δρῶ τινα: ευεργετώ ή βλάπτω κάποιον.
εὖ δεδραγμένα: κατορθώματα.
δύναμις: επιρροή, ικανότητα.
εἰμὶ ἐν δυνάμει: έχω στα χέρια μου την εξουσία.
τὸ κατὰ δύναμιν εἶναι: όσο είναι δυνατό.
δυναστεία: κυριαρχία, εξουσία.
ἐκβάλλω τὴν δυναστείαν: καταλύω τη βασιλεία.
τὰ δύσφορα: οι θλίψεις, οι δυστυχίες.
ἐγκαλέω-ῶ: κατηγορώ.
ἴδια ἐγκλήματα: ιδιωτικά συμφέροντα.
ἔγωγε: εγώ τουλάχιστον.
τὸ κατ' ἐμέ: όσο εξαρτάται από μένα.
ἐθίζω: συνηθίζω κάποιον να…
ἐθίζομαι: συνηθίζω εγώ να…
εἰκάζω: απεικονίζω, συμπεραίνω, παρομοιάζω.
ὡς εἰκάσαι: όσο μπορεί κανείς να μαντεύσει.
τὸ νῦν εἶναι: τώρα.
τὸ σήμερον εἶναι: σήμερα.
ἐν τινί ἐστι: εξαρτάται από κάποιον.
ἔστιν ὅστις: κάποιος.
οὐκ ἔστιν ὅστις: κανείς.
ἔστιν ὅπως: κάπως.
οὐκ ἔστιν ὅπως: με κανέναν τρόπο.
ἐσόμενοι: μεταγενέστεροι.
εἰμὶ ἀπό τινος: είμαι μακριά από κάποιον.
εἰμὶ ἐπί τινα: είμαι εναντίον κάποιου.
εἰσαγγέλλω τινά: καταγγέλλω κάποιον.
εἰσαγγέλλω τινί τι: αναγγέλλω κάτι σε κάποιον.
εἰσέρχεται τινά: έρχεται στο νου κάποιου.
εἴωθα: συνηθίζω.
τὸ εἰωθός: η συνήθεια.
ἐγκαλοῦμαι τὴν ὀργήν: διεγείρω την οργή.
ἐκφαίνω πόλεμον: κηρύττω πόλεμον.
ἐκφεύγω δίκην: αθωώνομαι.
ἐλαύνω: οδηγώ, προχωρώ έφιππος.
εἰς τοσοῦτον ἐλαύνω: προχωρώ μέχρι σ’ αυτό το σημείο.
ἐμπίπτω: εισορμώ, προσβάλλω, επιτίθεμαι.
ἐναγώνιοι θεοί: οι επόπτες των αγώνων.
ἔννοια: σκέψη, σκόπος.
ἐντείνω: τεντώνω, επιμένω.
ἐξαγώγιμα: τα εξαγόμενα προϊόντα.
ἔξαρνός εἰμι: αρνούμαι.
ἐξηγέομαι-οῦμαι: είμαι αρχηγός, διοικώ.
ἐξηγοῦμαι ἀγαθόν τί τινα: ως οδηγός παρέχω ωφέλιμη υπηρεσία.
ἐπαναχωρέω-ῶ: επανέρχομαι, αποσύρομαι.
ἐπαναχωρέω-ῶ εἰς τοὔμπαλιν: επιστρέφω.
ἐπέκεινα: πέρα (επιρρηματική σημασία).
οἱ ἐπέκεινα: οι προγενέστεροι (σαν επιθετικός προσδιορισμός).
ἐπέχω: αναβάλλω, εμποδίζω, συγκρατώ.
ἐπέχω ὧν ὥρμηκα: αναβάλλω τα σχέδιά μου
ἐπιβολή: τοποθέτηση, πρόστιμο.
ἐπιβουλή: εχθρική ενέργεια, σχέδιο εναντίον κάποιου.
ἐπίκουρος: βοηθός, σύμμαχος.
ἐπιμέλειαν ποιοῦμαι: φροντίζω.
ἐπιτήδειος: κατάλληλος.
ἐπιτίμιος: αυτός που γίνεται προς τιμήν κάποιου.
ἐπίτιμος: ο έχων πολιτικά δικαιώματα.
ἐργάζομαι χρήματα: αποκτώ χρήματα.
ἔργῳ: εμπράκτως.
ἔρχομαι εἰς τὰ παραγγελλόμενα: υπακούω.
διὰ πάντων τῶν καλῶν ἐλήλυθα: εκπλήρωσα όλα τα καθήκοντα.
εἰς ὀργὰς ἔρχομαί τινι: οργίζομαι με κάποιον.
εὐωχία: ευθυμία σε συμπόσιο.
ἐφικνοῦμαι τῷ λόγῳ: προσεγγίζω την αλήθεια.
ἔχω + απρφτ: μπορώ να…
οὐκ ἔχω ὅπως: δε γνωρίζω ή αγνοώ πως…
λόγος (κατ)ἔχει: διαδίδεται, υπάρχει φήμη.
ὀργὴν ἔχω: προκαλώ.
συγγνώμην ἔχω: συγχωρώ.
ζημία: βλάβη, ποινή, τιμωρία.
ἡβάω-ῶ: διανύω την εφηβική ηλικία.
οἱ ἡβῶντες: οι νέοι.
ἡγεμονεύω ὁδόν: προπορεύομαι.
σπεύδω τὴν ἡγεμονίαν: επιδιώκω την αρχήν.
οἱ ἡγούμενοι: οι κυβερνώντες.
ἡγοῦμαι θεούς: πιστεύω στους θεούς.
ἥδομαι: ευχαριστιέμαι.
ἡδέως: ευχαρίστως.
ἡδέως ἔχω πρός: διάκειμαι ευνοϊκά προς…
ἥκιστα: ελάχιστα.
οὐχ ἥκιστα: μάλιστα.
ὅτι ἥκιστα: όσο το δυνατόν λιγότερο.
ἥκω: έχω έλθει.
τὰ ἡμέτερ' αὐτῶν: το καθήκον μου.
τὸ ἡσυχάζον τῆς νυκτός: το μεσονύκτιο.
ἡττάομαι-ῶμαι: είμαι κατώτερος, υστερώ.
ἡττῶμαι τῇ γνώμῃ: χάνω το θάρρος μου.
θαῦμα παρίσταταί μοι: μου γεννιέται η απορία.
θεραπεύω: υπηρετώ, λατρεύω.
θεωρῶ: είμαι εκπρόσωπος πόλης σε μαντείο.
θύομαι ἰέναι: συμβουλεύομαι τα ιερά.
θωπεία: κολακεία.
θωπεῖαι λόγων: κολακείες.
ἴδιον: ιδιαίτερο χαρακτηριστικό.
ἱκετήριος: αυτός που ανήκει σε ικέτες.
(ἀφ)ικνοῦμαι εἰς ἄνδρας: φθάνω στην ανδρική ηλικία.
(ἀφ)ικνοῦμαι τινι ἐς λόγους: συνομιλώ με κάποιον.
ἵστημι τὰ ὄμματα: προσηλώνω.
ἵστημι χαλκοῦς: εγείρω αδριάντα.
ἵστημι βασιλέα: διορίζω βασιλιά.
ἰσχύω παρά τινι: έχω επιρροή πλησίον κάποιου.
καθίσταμαι τὴν πολιτείαν: τακτοποιώ τα πράγματα της πόλεως.
καιρός: αρμοδιότητα, κατάλληλη στιγμή, ευκαιρία.
ὁ ἐπιὼν καιρός: το μέλλον.
ἐν καιρῷ τινί εἰμι: είμαι χρήσιμος σε κάποιον.
κακῶς γίγνεταί τινι: έχει κακή έκβαση.
καταγίγνομαι ἐν τόπῳ: διαμένω, κατοικώ.
καταλύω: καταστρέφω, τερματίζω, καταστέλλω.
καταστασιάζω τινα: σχηματίζω αντίπαλο κόμμα εναντίον κάποιου.
καταστασιάζομαι ὑπὸ τινός: βρίσκω αντίδραση εκ μέρους κάποιου.
κατατείνω: επιμένω, αγωνίζομαι.
καταψηφίζομαι: καταδικάζω.
ἡ δίκη καταψηφίζεται: εκδίδεται καταδικαστική απόφαση.
κέρας: άκρο παράταξης στρατιωτικής, σάλπιγγα.
τὸ κοινόν: το σύνολο των πολιτών.
κόπτω τὴν χώραν: ερημώνωτ η χώρα.
κράτος: δύναμη, εξουσία.
ἀνὰ κράτος: με όλη τη δύναμη, διά της βίας.
λαγχάνω: εκλέγομαι με κλήρο, προστατεύω κάποιον τόπο.
λανθάνω: διαφεύγω την προσοχή.
λανθάνω ἐμαυτόν: λησμονώ.
τὸ λεῖπον: η έλλειψη.
τὸ λειπόμενον: το υπόλοιπο.
λόγος κατέχει: υπάρχει παράδοση.
ἔρχομαι εἰς λόγους τινί: έρχομαι σε διαπραγματεύσεις με κάποιον.
μαρτυρῶ τὰ ψευδῆ: δίνω ψευδείς μαρτυρίες.
μέγα φρονῶ: υπερηφανεύομαι.
μέλει μοί τινος: φροντίζω κάτι.
μέλον ἐστί: υπάρχει φροντίδα για κάτι.
ἐν μέρει: κατά σειρά.
μεταμέλει: επέρχεται μεταμέλεια.
μεταπορεύομαι: ακολουθώ, επιδιώκω.
μετάστασις: μετακίνηση, μεταβολή.
μετάστασις βίου: θάνατος.
τὸ μετέωρον: υψηλόν μέρος.
μακραὶ νῆες: πολεμικά πλοία.
στρογγύλαι νῆες: εμπορικά πλοία.
ἀντίπρωροι νῆες: πλοία έτοιμα για ναυμαχία.
νέμω: μοιράζω, βόσκω.
νεωτερίζω: επιχειρώ, μεταβολές.
νικῶ δίκην κλήρου: κερδίζω τη δίκη.
νομίζω: πιστεύω, θεωρώ.
νομίζω + δοτική (ἀγῶσι, θυσίαις): τέλω αγώνες, θυσίες.
νόμος: νόμος, συνήθεια, έθιμο.
νόμον τίθημι: θεσπίζω νόμον.
λύω τὸν νόμον: καταργώ το νόμο.
ὁ νοῦν ἔχων: ο γνωστικός.
πόρρω τῆς νυκτός: σε προχωρημένη ώρα της νύκτας.
ξένος: φιλοξενούμενος, φίλος.
οἶδα + απρφτ: είμαι ικανός να…
ἔχω + απρφτ: μπορώ να…
οἰκεία ἔχθρα: προσωπική έχθρα.
οἰκέτης: υπηρέτης.
οἰκέται: τα γυναικόπαιδα του σπιτιού.
οἶκος: κατοικία, περιουσία.
ἡ οἴκοι (πόλις): η πατρίδα.
οἱ οἴκοι: οι συμπατριώτες.
οἷός τέ εἰμι + απρφτ: είμαι ικανός να…
οἷόν τ' ἐστι + απρφτ: είναι δυνατόν να…
ὀλίγωρος: αδιάφορος, αμελής.
ὅμορος: γείτονας.
ὄνειδος: ντροπή, μομφή.
τίθεμαι τὰ ὅπλα: στρατοπεδεύω.
ὅρκιος: ορκισμένος, ο δεμένος με όρκο.
ὅρκιοι θεοί: οι θεοί στους οποίους ορκίζεται κανείς.
οὐδαμοῦ: πουθενά.
ὀφλισκάνω: οφείλω.
ὀφλισκάνω δίκην: καταδικάζομαι.
ὀχλώδης: ταραχώδης.
ὄψις: όραση, εμφάνιση.
ὀψὲ τῆς ἡμέρας: αργά το βράδυ.
παράγω τὸ στράτευμα: οδηγώ το στράτευμα.
παράγω τινὰ εἰς τὸν δῆμον: εισάγω κάποιον στην εκκλησία του δήμου.
παράταξις: παράταξη, πολιτική ομάδα.
παρατείνω: αναπτύσσω τη φάλαγγα.
παρατυγχάνω: είμαι παρών τυχαία.
ἐκ τοῦ παρατυχόντος: εκ του προχείρου.
παραυτίκα: την ίδια στιγμή.
παραχρῆμα: αμέσως.
παρέρχομαι: λαμβάνω το λόγο, υπερτερώ, παρουσιάζομαι.
παρέρχομαί τινα ἄρχοντα: αναγνωρίζω κάποιον ως στρατηγό μου.
τὸ παροιμιαζόμενον: όπως λέει η παροιμία.
πάσχω τὰ ἔσχατα: θανατώνομαι.
παύομαι τῆς διανοίας: εγκαταλείπω τη σκέψη.
πείθομαι (τινί): υπακούω, πείθομαι σε κάποιον.
πείθω χρήμασι: διαφθείρω κάποιον με χρήματα.
πενέστης: υπηρέτης, εργάτης.
πέρας: τέρμα, αποτέλεσμα.
πέρας ἔχω τινός: εξασφαλίζω κάτι στο έπακρο.
περιέπω: περιποιούμαι.
περιττὰ φρονῶ: έχω ιδιόρρυθμες σκέψεις.
πίστις: εμπιστοσύνη, βεβαιότητα, τιμιότητα.
πλοῦς: πλους, εκστρατεία.
τὸ μῆκος τοῦ πλοῦ: το μέγεθος της απόστασης.
ποιῶ τινα ὑπό τινι: υποτάσσω κάποιον.
ποιῶ τινα ἐπί τινι: ορίζω κάποιον επικεφαλής.
ποιῶ ἐκκλησίαν: συγκαλώ συνέλευση.
ποιοῦμαι τὴν διάγνωσιν: εκδίδω απόφαση.
περὶ πολλοῦ ποιοῦμαι: αποδίδω σε κάτι μεγάλη σημασία.
ποιοῦμαι λήθην: λησμονώ.
ποικίλως ἔχω: διαφέρω.
ποινὰς δίδωμι: τιμωρούμαι.
ποινὰς λαμβάνω: τιμωρώ.
πολεμικῶς ἔχω: διάκειμαι εχθρικά.
τὸ πολέμιον: η έχθρα.
πολιτεύω: είμαι πολίτης.
πολιτεύομαι: αναμειγνύομαι στα πολιτικά.
πολιτεύω κακῶς: ασκώ κακή πολιτική.
πλέον φέρομαί τινος: υπερισχύω κάποιου.
οἱ ἐν τοῖς πράγμασι: οι κυβερνώντες.
πράττω τὴν εἰρήνην: ενεργώ για να γίνει ειρήνη.
πρέσβυς: απεσταλμένος.
πρεσβύτερος: μεγαλύτερος σε ηλικία.
προάγω: οδηγώ εμπρός, παρακινώ.
προαίρεσις: προτίμηση.
προγίγνομαι: εμφανίζομαι πριν.
ἐκ προνοίας: εσκεμμένα.
προσδεῖ: υπάρχει ακόμη ανάγκη.
τὰ προσιόντα: τα εισοδήματα.
προσθήκη: συμπλήρωμα, βοήθεια.
πρόσω: εμπρός.
πρύμνας λύω: αποπλέω.
ρώννυμι: δίνω δύναμη, είμαι δυνατός.
σαφήνεια τοῦ στόματος: καθαρότητα του λόγου.
πλήθουσα σελήνη: πανσέληνος.
σκοπῶ πρὸς ἀλήθειαν: σκέφτομαι αποβλέποντας στην αλήθεια.
σπονδή: σπονδή.
σπονδαί: ανακωχή.
λύω τὰς σπονδάς: παραβιάζω τις συνθήκες.
στρογγύλη ναῦς: εμπορικό πλοίο.
συγγνώμην ἔχω τινι: συγχωρώ.
συγγνώμης τυγχάνω: συγχωρούμαι.
συγκεῖται: έχει συμφωνηθεί.
συνάγω: συγκεντρώνω, συναθροίζω.
συνελὼν λέγω: λέγω εν συντομία.
συνάλλαγμαι: συμβόλαιο, συνθήκη.
συνίστημι πόλεμον: από κοινού κηρύττω πόλεμον.
σύνοιδα: γνωρίζω καλά.
συνουσία: συναναστροφή, επικοινωνία.
ποιοῦμαι τὴν συνουσίαν: επικοινωνώ.
σχολή: οκνηρία, αδράνεια.
τάξις: στρατιωτική παράταξη, τακτοποίηση.
τὰ ἀμφὶ τάξεις: η στρατιωτική τακτική.
τεκμήριον: απόδειξη.
τελευτῶ τὸν βίον: πεθαίνω.
τελευτῶ τὸν βίον ὑπό τινος: φονεύομαι.
τέλος: αποτέλεσμα, σκοπός, φόρος.
τέλος ὠνοῦμαι: εισπράττω τους φόρους του δημοσίου.
τίθημι ἀγῶνα: διοργανώνω αγώνα.
τίθημι νόμον: νομοθετώ.
τιμῶμαι φυγῆς: προτείνω να μου επιβληθεί η ποινή της εξορίας.
τιμωρία: βοήθεια, τιμωρία.
ἑτοιμάζομαι τιμωρίαν: εξασφαλίζω βοήθεια.
τίνω: αποδίδω, πληρώνω.
τίνω χάριν τινί: αποδίδω ευγνωμοσύνη σε κάποιον.
τίνω τιμήν: αποδίδω τιμή.
τίνω δίκην: τιμωρούμαι.
τοὔμπαλιν: αντίθετα, αντίστροφα, ενάντια.
τραχέως περιέπω τινά: φέρομαι σκληρά σε κάποιον.
τρίβω: τρίβω, αναβάλλω, καταστρέφω, σπαταλώ.
ὑβρίζω: φέρομαι αλαζονικά, βλάπτω, περιφρονώ.
ὕβρις: θράσος, ταπείνωση, αδικία, αυθαιρεσία.
ἄν ἐγχωρῇ τὸ ὕδωρ: αν υπάρχει αρκετός χρόνος.
ἀποδίδωμί τινι τὸ ὕδωρ: δίνω σε κάποιον τη σειρά να μιλήσει.
ὑπάγω: υποτάσσω, αποσύρω από κάτω κρυφά, προσελκύω.
ὕπαρ: όραμα.
οὔτε ὄναρ οὔτε ὕπαρ: με κανέναν τρόπο.
ὑπείκω: αποχωρώ, αποσύρομαι.
ὑπερδέξιος: ανώτερος.
ὑπερορία γῆ: η ξένη χώρα.
ὑπέχω: παρέχω, υποστηρίζω, υποτάσσω.
ὑπέχω ἐμαυτόν τινι: είμαι στη διάθεση κάποιου.
ὑπέχω αἰτίαν τινός: κατηγορούμαι για κάτι.
ὑποδεής: ελλιπής.
ὑποδεέστερος: κατώτερος.
ὑποδύω (ή ὑποδύνω): εισχωρώ.
κίνδυνον ὑποδύω: κινδυνεύω.
ὑπόκειμαι: παραμένω, υποτάσσομαι.
ὑποκρίνομαι τραγωδίαν: λαμβάνω μέρος σε τραγωδία.
ὑποσημαίνω: δίνω σύνθημα με τη σάλπιγγα.
ὑποτέμνομαι: προσπαθώ να ανακόψω.
ὑποτέμνομαι τὸν πλοῦν: ματαιώνω το ταξίδι.
ὑποχείριος: αυτός που βρίσκεται στην εξουσία κάποιου.
ὑστερῶ τῆς πατρίδος: αδυνατώ να υπερασπίσω την πατρίδα.
ὑφίσταμαι ἀρχήν: λαμβάνω αξίωμα.
φαίνω: φανερώνω, αποκαλύπτω, πληροφορώ.
τὰ φανθέντα: οι καταγγελίες.
φαῦλος: ασήμαντος, χυδαίος.
τὸ φαῦλον: η κακοήθεια.
πάνυ φαύλως: σε αθλιότατη κατάσταση.
φέρω χάριν: ευγνωμονώ.
φέρω τὴν ψῆφον: αποφασίζω με την ψήφο μου.
φέρω βαρέως: αγανακτώ.
εὖ φέρομαι παρά τινι: προκαλώ την εκτίμηση κάποιου.
φεύγω: καταφεύγω, εξορίζομαι, κατηγορούμαι.
ὁ φεύγων: ο κατηγορούμενος.
φθονῶ: φθονώ, αρνούμαι.
φιλανθρώπως ἔχω: εκδηλώνω φιλάνθρωπα αισθήματα.
φιλοτιμία: φιλοδοξία, τιμή.
φοιτῶ: συχνάζω, μαθητεύω.
τάττω φόρον: επιβάλλω φορολογία.
εὖ φρονῶ: σκέφτομαι σωστά.
τὰ ἀμείνω φρονῶ: έχω τις καλύτερες διαθέσεις.
φρόνιμος γίγνομαι: ενεργώ με περίσκεψη.
φρυκτοί: πυρσοί, δαυλοί.
κατάγω φυγάδα: επαναφέρω στην πατρίδα εξόριστο.
χαλεπός: δύσκολος, δυσβάστακτος, αυστηρός.
χαλεπός εἰμί τινι: αγανακτώ εναντίον κάποιου.
χαλκοῦν ἱστημι: στήνω χάλκινο αδριάντα.
χαρίζομαι: κάνω χάρη, δείχνω εύνοια.
χάριν οἶδά τινι: ευγνωμονώ κάποιον.
χάριν κομίζομαι: δέχομαι εκδηλώσεις ευγνωμοσύνης.
εἰς χεῖρας ἔρχομαί τινι: συγκρούομαι με κάποιον.
πολλῇ χειρί: με πολύ στράτευμα.
χρεία: ωφέλεια, ανάγκη, έλλειψη.
χρῶμαι τῷ πράγματι: αντιμετωπίζω την κατάσταση.
χρώμενοι μιᾷ γνώμῃ: ομόφωνα.
χρῶμαι νόμοις: ζω σύμφωνα με τους νόμους.
χρῶνται οὕτω...: έτσι συνηθίζουν…
τὸ χρησθέν: η απάντηση του μαντείου.
ἐν χρῷ περιπλέω: κοντά στην ακτή πλέω.
ψεύδομαι τῆς ἐλπίδος: διαψεύδομαι στις ελπίδες μου.
ψηφίζομαι: αποφασίζω με την ψήφο μου.
ψήφισμα γράφω: υποβάλλω στην εκκλησία του δήμου έγγραφη πρόταση.
ψιλοί: οι ελαφρά οπλισμένοι στρατιώτες.
ὠνέομαι-οῦμαι: αγοράζω, νοικιάζω.
ὥρα: εποχή, ώρα, κατάλληλος χρόνος.
ὡραῖος: ώριμος, έγκαιρος.

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2007

ΠΛΑΤΩΝ: «ΠΡΩΤΑΓΟΡΑΣ» - Ενότητα 2η

ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
- Ην γάρ ποτε χρόνος: Η φράση, τυπική αρχή παραμυθιού, αποτελεί μέρος του σκηνικού. Τα καθαυτό μυθολογικά στοιχεία αποτελούν εξωτερική διακόσμηση που περιβάλλει την εξήγηση του Πρωταγόρα για τη δημιουργία του ζωικού βασιλείου και του ανθρώπου.

-... καί τούτοις... : Σύμφωνα με τον Πρωταγόρα, υπήρξε χρόνος κατά τον οποίο γεννήθηκαν και οι θεοί ( και = προσθετικός ). Δεν υποστηρίζει ότι οι θεοί είναι αιώνιοι, απλώς υπήρχαν πριν από τα θνητά γένη.

- γης ενδον: Στις παραδόσεις των Ελλήνων ήταν πλατιά διαδεδομένη η αντίληψη του αυτοχθονισμού, δηλ. η πεποίθηση ότι ορισμένες φυλές ξεφύτρωσαν από τη γη που ύστερα την έκαναν πατρίδα τους. Άλλες μετακινήθηκαν κι έχασαν αυτή την προνομιακή σχέση. Αθηναίοι ρήτορες και συγγραφείς συνδέουν συχνά τις αφηγήσεις τους για την αυτόχθονη γέννησή τους με το αίσθημα της ευγενικής τους καταγωγής. Η αντίληψη αυτή ενισχύει την άποψη του Πρωταγόρα για δημιουργία πλασμάτων κάτω από την επιφάνεια της γης.

- Προμηθει καί Επιμηθει: Τιτάνες, γιοι του Ιαπετού και της Ωκεανίδας Κλυμένης. Ο Προμηθέας ήρωας "ποικιλόβουλος και αιολόμητις (= δόλιος)" κατά τον Ησίοδο. Το όνομά του σημαίνει τον προνοητικό ή "αυτόν που αποκτά φωτιά με προστριβή". Από αγάπη προς τους ανθρώπους έκλεψε τη φωτιά από τον Όλυμπο και τους την πρόσφερε, με αποτέλεσμα αυτοί ν' αναπτύξουν τον τεχνικό πολιτισμό: έτσι αναδείχτηκε ευεργέτης και προστάτης του ανθρώπινου γένους. Η φωτιά και η έντεχνος σοφία βοήθησαν τον άνθρωπο να κυριαρχήσει στη φύση και ν' αναδειχθεί στη συνέχεια κατασκευαστής και δημιουργός, "homo faber". Ο Δίας τον τιμώρησε καρφώνοντάς τον στον Καύκασο τον ελευθέρωσε ο Ηρακλής σκοτώνοντας το γυπαετό που του κατέτρωγε το συκώτι τελικά ο Δίας τον δέχτηκε ξανά στον Όλυμπο. Έργα του Αισχύλου (τριλογία): "Προμηθεύς πυρφόρος", "Προμηθεύς δεσμώτης", "Προμηθεύς λυόμενος".

- Επιμηθεύς: Ο μη προνοητικός, αυτός που σκέφτεται μετά την ενέργεια. Οι θεοί του έδωσαν ως σύζυγο την Πανδώρα, η περιέργεια της οποίας επέσυρε πολλά δεινά στο ανθρώπινο γένος.

- κοσμησαί τε καί νειμαι.: Σχήμα πρωθύστερο. Οι θεοί έδωσαν μόνο την εξωτερική μορφή στον άνθρωπο, το μοίρασμα των ιδιοτήτων του το εμπιστεύθηκαν στους Τιτάνες.

- τήν εντεχνον σοφίαν σύν πυρί: στην κρίσιμη στιγμή για τον άνθρωπο παρεμβαίνει ο Προμηθέας, ο οποίος κλέβει τις τεχνικές γνώσεις του Ηφαίστου και της Αθηνάς μαζί με τη φωτιά και τα δίνει στον άνθρωπο. Παρέχεται έτσι η δυνατότητα στον άνθρωπο να επιβιώσει και να διαφοροποιηθεί από τα άλλα όντα δημιουργώντας τεχνικό πολιτισμό και ανώτερη μορφή ζωής. Η πρώτη μεγάλη πηγή ενέργειας που έμαθε να μεταχειρίζεται ο άνθρωπος, η φωτιά, τοποθετείται στη βάση όλων των τεχνολογικών προόδων που πέτυχε από τότε. Η αδιάσπαστη σύδεση της τεχνολογικής και της πνευματικής δραστηριότητας εκφράζεται στην αρμονική σύμπραξη των δύο θεών που εργάζονται μαζί, δηλαδή του Ηφαίστου και της Αθηνάς. Ο Ήφαιστος αντιπροσωπεύει την πρακτική και η Αθηνά την θεωρητική γνώση. Η Αθηνά ήταν παιδαγωγός του Εριχθονίου, γιου του Ηφαίστου και οι δύο θεοί γιοργάζονταν μαζί στις γιορτές των Απατουρίων και Χαλκείων. Είχαν κοινό ναό στην Αγορά της αρχαίας Αθήνας.



- Διός φυλακαί: Η Βία και το Κράτος. Συναντώνται στον "Προμηθέα Δεσμώτη" (Αισχύλος) και στην "Θεογονία" (Ησίοδος). Είναι όργανα της εξουσίας του Δία. Συμβολίζουν τη δυσκολία απόκτησης της πολιτικής τέχνης, τις επίπονες προσπάθειες του ανθρώπινου γένους για πολιτική οργάνωση.


Β.Δ.

ΠΛΑΤΩΝ. "ΠΡΩΤΑΓΟΡΑΣ"

ΠΛΑΤΩΝΑ «ΠΡΩΤΑΓΟΡΑΣ»
ΕΝΟΤΗΤΑ 2Η
ΚΕΙΜΕΝΟ - ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Ήταν κάποτε καιρός, που υπήρχαν θεοί δεν υπήρχαν όμως θνητά όντα (ζώα).
῏Ην γάρ πο­τε χρό­νος ὅ­τε θε­οὶ μὲν ἦ­σαν, οὐκ ἦν δὲ θνη­τὰ γέ­νη.

Και όταν ήρθε και γι αυτά ο καθορισμένος χρόνος από τη μοίρα για τη γέννησή τους,
ἐ­πει­δὴ δὲ ἦλ­θεν καὶ τού­τοις εἱ­μαρ­μέ­νος χρό­νος γε­νέ­σε­ως,

τα πλάθουν οι θεοί στο εσωτερικό της γης αφού ανακάτεψαν χώμα και φωτιά,
τυ­ποῦ­σιν αὐ­τὰ θε­οὶ γῆς ἔν­δον μεί­ξα­ντες ἐκ γῆς καὶ πυ­ρὸς

και με εκείνα που μπορούν να ενωθούν με τη φωτιά και το χώμα.
καὶ τῶν ὅ­σα κε­ράν­νυ­ται πυ­ρὶ καὶ γῇ.

Και όταν επρόκειτο να τα φέρουν στο φως, διέταξαν
ἐ­πει­δὴ δ' ἔ­μελ­λον ἄ­γειν αὐ­τὰ πρὸς φῶς, προ­σέ­τα­ξαν

τον Προμηθέα και τον Επιμηθέα να τα στολίσουν και να μοιράσουν δυνάμεις
Προ­μη­θεῖ καὶ ᾿Ε­πι­μη­θεῖ κο­σμῆ­σαί τε καὶ νεῖ­μαι δυ­νά­μεις

στο καθένα όπως ταιριάζει. Ο Επιμηθέας όμως παρακαλεί τον Προμηθέα
ἑ­κά­στοις ὡς πρέ­πει. ᾿Ε­πι­μη­θεὺς δὲ πα­ραι­τεῖ­ται Προ­μη­θέ­α

να κάνει μόνος του τη μοιρασιά (ο Επιμηθέας)˙ και μόλις κάνω εγώ τη μοιρασιά, είπε,
αὐ­τὸς νεῖ­μαι, “Νεί­μα­ντος δέ μου,” ἔ­φη,

κάνε επιθεώρηση ˙ και έτσι αφού τον έπεισε, κάνει τη μοιρασιά.
“ἐ­πί­σκε­ψαι·” καὶ οὕ­τω πεί­σας νέ­μει.

Ενώ μοίραζε λοιπόν, σε άλλα έδινε δύναμη χωρίς ταχύτητα,
νέ­μων δὲ τοῖς μὲν προ­σῆ­πτεν ἰ­σχὺν ἄ­νευ τά­χους,

και τα πιο αδύνατα τα εφοδίαζε με ταχύτητα ˙ και σε άλλα έδινε όπλα,
τοὺς δ' ἀ­σθε­νε­στέ­ρους ἐ­κό­σμει τά­χει · τοὺς δὲ ὥ­πλι­ζε,

και σε άλλα επειδή έδινε οργανισμό χωρίς όπλα, σοφιζόταν κάποια άλλη δύναμη
τοῖς δ' δι­δοὺς φύ­σιν ἄ­ο­πλον ἐ­μη­χα­νᾶ­το ἄλ­λην τι­ν' δύ­να­μιν

για τη σωτηρία τους ˙ όσα δηλαδή από αυτά περιόριζε σε μικρό σώμα
εἰς σω­τη­ρί­αν αὐ­τοῖς. ἃ μὲν γὰρ αὐ­τῶν ἤ­μπι­σχεν σμι­κρό­τη­τι,

τους μοίραζε φτερά για να πετούν ή υπόγεια κατοικία ˙
ἔ­νε­μεν πτη­νὸν φυ­γὴν ἢ κα­τά­γει­ον οἴ­κη­σιν·

και όσα έκανε μεγαλόσωμα με αυτό το ίδιο (χάρισμα) εξασφάλιζε τη σωτηρία τους˙
ἃ δὲ ηὖ­ξε με­γέ­θει, τῷ­δε αὐ­τῷ αὐ­τὰ ἔ­σῳ­ζεν·

και τα άλλα (χαρίσματα) κάνοντάς τα ισοδύναμα με αυτόν τον τρόπο τα μοίραζε˙
καὶ τἆλ­λα ἐ­πα­νι­σῶν οὕ­τως ἔ­νε­μεν.

και επινοούσε αυτά επειδή έπαιρνε τα μέτρα του μήπως κάποιο γένος εξαφανιστεί ˙
ταῦ­τα δὲ ἐ­μη­χα­νᾶ­το εὐ­λά­βει­αν ἔ­χων μή τι γέ­νος ἀϊ­στω­θεί­η·

και αφού εφοδίασε αυτά με όλα τα μέσα για να αποφύγουν την αλλολοεξόντωση,
ἐ­πει­δὴ δὲ ἐ­πήρ­κε­σε αὐ­τοῖς δι­α­φυ­γὰς ἀλ­λη­λο­φθο­ρι­ῶν,

σοφιζόταν ευκολίες για τις μεταβολές του καιρού από το Δία
ἐ­μη­χα­νᾶ­το εὐ­μά­ρει­αν πρὸς τὰς ἐκ Δι­ὸς ὥ­ρας

ντύνοντάς τα και με πυκνά τριχώματα και με γερά δέρματα,
ἀμ­φι­εν­νὺς αὐ­τὰ πυ­κναῖς τε θρι­ξὶν καὶ στε­ρε­οῖς δέρ­μα­σιν,

ικανά για να αντιμετωπίσουν την κακοκαιρία, αλλά κατάλληλα και για τις ζέστες,
ἱ­κα­νοῖς μὲν ἀ­μῦ­ναι χει­μῶ­να, δυ­να­τοῖς δὲ καὶ καύ­μα­τα,

και όταν πηγαίνουν στις φωλιές τους, αυτά τα ίδια να χρησιμεύουν στο καθένα
καὶ ἰ­οῦ­σιν εἰς εὐ­νὰς ὅ­πως τὰ αὐ­τὰ ταῦ­τα ὑ­πάρ­χοι ἑ­κά­στῳ

σαν στρώμα και σκέπασμα και ταιριαστό και δοσμένο από τη φύση,
στρω­μνὴ οἰ­κεί­α τε καὶ αὐ­το­φυ­ὴς ·

και ποδένοντάς τα άλλα με νύχια
καὶ ὑ­πο­δῶν τὰ μὲν ὁ­πλαῖς, τὰ δὲ [θρι­ξὶν καὶ]

και άλλα με στερεά και χωρίς αίμα δέρματα.
στε­ρε­οῖς καὶ ἀ­ναί­μοις δέρ­μα­σιν.

Ακόμη εξασφάλιζε τροφές διαφορετικές στο κάθε γένος,
τοὐ­ντεῦ­θεν ἐ­ξε­πό­ρι­ζεν τρο­φὰς ἄλ­λοις ἄλ­λας,

σε άλλα χορτάρι από τη γη, σε άλλα καρπούς από τα δέντρα και σε άλλα ρίζες.
τοῖς μὲν ἐκ γῆς βο­τά­νην, ἄλ­λοις δὲ δέν­δρων καρ­πούς, τοῖς δὲ ῥί­ζας·

Σε μερικά ωστόσο επέτρεψε να χρησιμεύει ως τροφή η σάρκα άλλων ζώων ˙
ἔ­στι δ' οἷς ἔ­δω­κεν εἶ­ναι τρο­φὴν βο­ράν ζῴ­ων ἄλ­λων ·

και σε αυτά έδωσε την ιδιότητα να γεννούν λίγους απογόνους,
καὶ τοῖς μὲν προ­σῆ­ψε ὀ­λι­γο­γο­νί­αν,

ενώ σε εκείνα που τρώγονταν από αυτά να γεννούν πολλούς,
τοῖς δ' ἀ­να­λι­σκο­μέ­νοις ὑ­πὸ τού­των πο­λυ­γο­νί­αν,

προσπαθώντας έτσι να εξασφαλίσει σωτηρία για το γένος τους.
πο­ρί­ζων σω­τη­ρί­αν τῷ γέ­νει .