Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2008

Αριστοτέλους «Ηθικά Νικομάχεια» - Ενότητα 1


ΕΝΟΤΗΤΑ 1η (B1, 1-3): ΔΙΑΝΟΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΗΘΙΚΗ ΑΡΕΤΗ. 
ΤΑΙΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗ ΦΥΣΗ ΜΑΣ Η ΗΘΙΚΗ ΑΡΕΤΗ;

Διάκριση των αρετών σε διανοητικές και ηθικές - Η διανοητική αρετή και οι παράγοντες που συντελούν στην κατάκτησή της.
Διττῆς δὴ τῆς ἀρετῆς οὔσης, τῆς μὲν διανοητικῆς τῆς δὲ ἠθικῆς, ἡ μὲν διανοητικὴ τὸ πλεῖον ἐκ διδασκαλίας ἔχει καὶ τὴν γένεσιν καὶ τὴν αὔξησιν, διόπερ ἐμπειρίας δεῖται καὶ χρόνου,
 
Δύο λοιπόν, όπως είδαμε, είναι τα είδη της αρετής, η διανοητική και η ηθική. Η διανοητική αρετή χρωστάει και τη γένεση και την αύξηση της κατά κύριο λόγο στη διδασκαλία (γι’ αυτό κι εκείνο που χρειάζεται γι’ αυτήν είναι η πείρα και ο χρόνος),

Η ηθική αρετή : Συσχετισμός της με το «ἔθος»
ἡ δ’ ἠθικὴ ἐξ ἔθους περιγίνεται, ὅθεν καὶ τοὔνομα ἔσχηκε μικρὸν παρεκκλῖνον ἀπὸ τοῦ ἔθους.

 ενώ η ηθική αρετή είναι αποτέλεσμα του έθους (και το ίδιο της το όνομα, άλλωστε, μικρή μόνο διαφορά παρουσιάζει από τη λέξη έθος). 

Η αποδεικτέα θέση: οι ηθικές αρετές δεν υπάρχουν μέσα μας εκ φύσεως
Ἐξ οὗ καὶ δῆλον ὅτι οὐδεμία τῶν ἠθικῶν ἀρετῶν φύσει ἡμῖν ἐγγίνεται˙
 
Αυτό ακριβώς κάνει φανερό ότι καμιά ηθική αρετή δεν υπάρχει μέσα μας εκ φύσεως. 

Παραδείγματα που στηρίζουν την αποδεικτέα θέση
οὐθὲν γὰρ τῶν φύσει ὄντων ἄλλως ἐθίζεται, οἷον ὁ λίθος φύσει κάτω φερόμενος οὐκ ἂν ἐθισθείη ἄνω φέρεσθαι, οὐδ’ ἂν μυριάκις αὐτὸν ἐθίζῃ τις ἄνω ῥιπτῶν, οὐδὲ τὸ πῦρ κάτω, οὐδ’ ἄλλο οὐδὲν τῶν ἄλλως πεφυκότων ἄλλως ἂν ἐθισθείη.
 
Πραγματικά, δεν υπάρχει πράγμα εφοδιασμένο από τη φύση με κάποιες ιδιότητες, που να μπορείς να το συνηθίσεις να αποκτήσει άλλες ιδιότητες. Παράδειγμα η πέτρα: καμωμένη από, τη φύση να πηγαίνει προς τα κάτω, δεν είναι δυνατό να συνηθίσει να πηγαίνει προς τα πάνω, έστω κι αν χιλιάδες φορές προσπαθήσει κανείς να της το μάθει πετώντας την και ξαναπετώντας την προς τα πάνω· ούτε η φωτιά μπορεί να συνηθίσει να πηγαίνει προς. τα κάτω» γενικά δεν υπάρχει πράγμα καμωμένο από τη φύση να συμπεριφέρεται με έναν ορισμένο τρόπο, που να μπορεί να συνηθίσει να συμπεριφέρεται με άλλον τρόπο.  

Γενικό συμπέρασμα
Οὔτ’ ἄρα φύσει οὔτε παρὰ φύσιν ἐγγίνονται αἱ ἀρεταί, ἀλλὰ πεφυκόσι μὲν ἡμῖν δέξασθαι αὐτάς, τελειουμένοις δὲ διὰ τοῦ ἔθους.

Επομένως οι αρετές δεν υπάρχουν μέσα μας εκ φύσεως -ούτε όμως και είναι αντίθετη προς τη φύση μας η γένεση τους μέσα μας: η φύση μας έκανε επιδεκτικούς στις αρετές, τέλειοι όμως σ’ αυτές γινόμαστε με τη διαδικασία του έθους.


1. Η ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΑΡΕΤΩΝ ΣΕ ΔΙΑΝΟΗΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΗΘΙΚΕΣ



α. Οι διανοητικές αρετές

Οι διανοητικές αρετές (π.χ. σοφία, φρόνηση, σύνεση) σχετίζονται με τη λογική και ανήκουν, σύμφωνα με το χωρισμό του Αριστοτέλη, στο καθαρά λογικό μέρος της ψυχής, το «λόγον έχον» μέρος. Παράγοντες που συμβάλλουν στη γένεση και την επαύξησή τους είναι κατά κύριο λόγο η διδασκαλία, η οποία απαιτεί εμπειρία και χρόνο. Η φράση «τό πλεον» (= κατά κύριο λόγο) υποδηλώνει την ύπαρξη κι άλλων παραγόντων που δεν αναφέρονται στο κείμενο. Την κύρια, λοιπόν, ευθύνη για τη μετάδοσή τους (πέρα από άλλους παράγοντες και το ίδιο το άτομο) την έχει ο δάσκαλος.

Η τόσο σύντομη αναφορά στις διανοητικές αρετές οφείλεται στο ότι ο Αριστοτέλης θέλει απλώς να διακρίνει τα δύο είδη αρετής και να τονίσει τις διαφορές τους. Θα αναφερθεί διεξοδικά σ' αυτές στο έκτο βιβλίο.

β. Οι ηθικές αρετές  
Οι ηθικές αρετές (π.χ. η δικαιοσύνη, η σωφροσύνη, η ανδρεία) ανήκουν, σύμφωνα με το χωρισμό του Αριστοτέλη, στο «έπιθυμητικόν», στο μέρος δηλαδή της ψυχής που μετέχει και στο «λόγον έχον» και στο «αλογον» μέρος. Αυτές περιγράφουν το χαρακτήρα του ανθρώπου. Η κατάκτησή τους οφείλεται στον εθισμό («έθος»), δηλαδή στη συνήθεια που δημιουργείται με την επανάληψη μιας ενέργειας. Μάλιστα ο Αριστοτέλης, για να στηρίξει αυτή του την άποψη, συνδέει ετυμολογικά τη λέξη «ηθική», όρο τον οποίο δημιούργησε ο ίδιος, με τη λέξη «έθος». Παρατηρούμε ότι συσχετίζει την πραγματική σημασία των λέξεων με τα πράγματα ή τις ιδιότητες που δηλώνουν, για να κατανοήσει και να επιβεβαιώσει τη μεταξύ τους σχέση. Έτσι, καταλήγει να μας πείσει ότι οι δύο λέξεις δε συνδέονται μόνο ετυμολογικά αλλά και σημασιολογικά. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι την ευθύνη για την κατάκτηση των ηθικών αρετών την έχει ο ίδιος ο άνθρωπος. Εξαρτάται μάλιστα σε απόλυτο βαθμό από αυτόν αν θα φτάσει στο στόχο του, αν θα αποκτήσει ήθος «ευγενές και φιλόκαλον». Και για να το κατορθώσει, πρέπει να καταβάλλει επίπονη προσπάθεια και αγώνα, να εθίσει την ψυχή του σε πράξεις ενάρετες, να την καλλιεργήσει «δια τοΰ έθους». Τέτοιες απόψεις υποστήριζε και ο Πλάτωνας (Νόμοι 792). Σοφός λοιπόν γίνεται κανείς κατά κύριο λόγο με τη βοήθεια του δασκάλου, ενώ αγαθός γίνεται με τη θέληση και την επιμονή του στην άσκηση της αρετής. Βέβαια, για να φτάσει στο στόχο του, πρέπει να καταβάλλει επίπονη προσπάθεια και αγώνα.

Σ' αυτό το σημείο πρέπει να προσδιορίσουμε το περιεχόμενο της λέξης «αρετή», για να γίνει περισσότερο κατανοητή. 
Στην αρχαία ελληνική σήμαινε τη θετική ικανότητα, την υπεροχή, την ανωτερότητα. Έτσι, μιλάμε για την αρετή του πολεμιστή, του ρήτορα, του αλόγου, του ματιού (όλα αυτά θα αναφερθούν από τον Αριστοτέλη σε επόμενες ενότητες). Δεν είχε, επομένως, καθαρά ηθικό περιεχόμενο, όπως σήμερα, γι' αυτό και στο κείμενο τοποθετείται δίπλα της ο προσδιορισμός «ηθική».


2. Ο ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΠΟΥ ΟΔΗΓΕΙ ΣΤΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ / ΣΤΗΝ ΑΠΟΔΕΙΚΤΕΑ ΘΕΣΗ

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη:

  Η λέξη «ηθική» συνδέεται ετυμολογικά και σημασιολογικά με τη λέξη «έθος».

  «Έθος» είναι ο εθισμός, η συνήθεια που προέρχεται από την επανάληψη.

  Αφού, λοιπόν, η «ηθική» συνδέεται σημασιολογικά με το «έθος», αυτό σημαίνει ότι η ηθική, δηλαδή οι ηθικές αρετές, σχετίζονται με τον εθισμό, τη συνήθεια που προέρχεται από την επανάληψη μιας ηθικής ενέργειας.

  Ό,τι, όμως, σχετίζεται με τον εθισμό, τη συνήθεια και την επανάληψη είναι επίκτητο χαρακτηριστικό.

  Άρα, οι ηθικές αρετές δεν υπάρχουν μέσα μας εκ φύσεως (αποδεικτέα θέση: «ουδεμία των ηθικών αρετών φύσει ήμΐν έγγίνεται»). Ωστόσο έχουμε έν δυνάμει την ικανότητα να τις κατακτήσουμε και να φτάσουμε στο τέλειο, στο σκοπό της ύπαρξής μας.


3. ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΨΗΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΕΤΗ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ

Η θέση του Αριστοτέλη, ότι η αρετή δεν είναι έμφυτη αλλά είναι αποτέλεσμα συνήθειας, έρχεται σε αντίθεση με την παλιά αριστοκρατική αντίληψη. Σύμφωνα μ' αυτή η αρετή είναι δώρο της φύσης ή των θεών, το οποίο τελεσίδικα δίνεται ή δε δίνεται στον άνθρωπο τη στιγμή της γέννησής του και είναι προνόμιο των ευγενών («των αρίστων»). Φυσικά, κληροδοτείται και στους απογόνους τους, αλλά δε δίνεται στους πολλούς.

Την άποψη αυτή τη συναντάμε σε πολλούς ποιητές (στον Όμηρο, τον Τυρταίο, το Θέογνη, τον Πίνδαρο), ενώ χαρακτηριστικά είναι τα λόγια της Αντιγόνης προς την Ισμήνη στο έργο «Αντιγόνη» του Σοφοκλή: «δείξεις τάχα ετε εγενής πέφυκας, ετ' ἐσθλῶν κακή». Επίσης, ο Ξενοφώντας στο έργο του «Αγησίλαος» αποδίδει την αρετή του Αγησίλαου στην ευγενική του καταγωγή.


4. ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΚΤΕΑΣ ΘΕΣΗΣ: ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ

Προκειμένου να στηρίξει ο Αριστοτέλης τη θέση του, ότι οι ηθικές αρετές δεν υπάρχουν μέσα μας εκ φύσεως («ουδεμία των ηθικών αρετών φύσει ήμν έγγίνεται»), θα χρησιμοποιήσει δύο παραδείγματα παρμένα από το χώρο της φύσης: την πέτρα και τη φωτιά. Η πέτρα πάντοτε θα κινείται με πορεία προς τα κάτω, διότι υπακούει στο φυσικό νόμο της βαρύτητας, που είναι σταθερός και αμετάβλητος. Η φωτιά πάντοτε θα έχει πορεία προς τα πάνω λόγω της φυσικής ιδιότητας των θερμών αερίων, που επίσης είναι σταθερή και δε μεταβάλλεται. Άρα, από τα παραπάνω προκύπτει ότι οι φυσικοί νόμοι δε μεταβάλλονται, όσο κι αν προσπαθήσει κάποιος.

Από την άλλη, ο άνθρωπος με τις ενέργειες και τις επιλογές του μπορεί να μεταβάλλει τη συμπεριφορά του, να καλλιεργήσει και να αναπτύξει κάποιες ιδιότητες του χαρακτήρα του.

Επομένως, εφόσον οι ηθικές αρετές μεταβάλλονται και δε μένουν σταθερές όπως τα πράγματα που γεννιούνται με μια ιδιότητα εκ φύσεως, αποδεικνύεται ότι δεν είναι έμφυτες. Έτσι, ο Αριστοτέλης καταφέρνει να αποδείξει τη θέση του μέσα από έναν επαγωγικό συλλογισμό, που συνοπτικά έχει ως εξής:

1η προκείμενη: όσα υπάρχουν εκ φύσεως έχουν κάποιες ιδιότητες που δεν μπορούν να αλλάξουν με τον εθισμό, όσο κι αν κανείς προσπαθήσει («οὐθὲν γὰρ τῶν φύσει ὄντων ἄλλως ἐθίζεται»)

2η προκείμενη: η ανθρώπινη συμπεριφορά, τα ηθικά μας χαρακτηριστικά μεταβάλλονται και καλλιεργούνται με τον εθισμό, όπως αποδεικνύει και η ετυμολογία της λέξης «ηθική» («ἡ δ’ ἠθικὴ ἐξ ἔθους περιγίνεται»)

Συμπέρασμα: καμία ηθική αρετή δεν υπάρχει εκ φύσεως («οὐδεμία τῶν ἠθικῶν ἀρετῶν φύσει ἡμῖν ἐγγίνεται»)



Συγκεκριμένα, παρατηρούμε ότι στην αρχή διατυπώνει καταφατικά τη θέση του, ότι η ηθική αρετή είναι αποτέλεσμα συνήθειας, εθισμού («ή ηθική έξ έθους περιγίνεται»), ενώ στη συνέχεια εξάγει το συμπέρασμά του με άρνηση («ουδεμία τών ηθικών αρετών φύσει ήμΐν έγγίνεται»). Προσπαθεί δηλαδή να ενισχύσει τη θέση του ανατρέποντας την αντίθετη. Γι' αυτό ακριβώς στο συγκεκριμένο χωρίο συσσωρεύονται εννέα λέξεις και φράσεις με αρνητική σημασία: «ουδεμία», «ούθέν», «ούκ αν έθισθείη», «ούδ' αν έθίζη», «ούδέ τό πρ», «ούδ' αλλο», «ούδέν», «οτ' αρα ...», «οτε παρά φύσιν». Έτσι, υπογραμμίζεται έντονα η αντίθεση μεταξύ του «έξ έθους» και του «φύσει».


5. ΓΕΝΙΚΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Το κείμενο ολοκληρώνεται με ένα γενικό συμπέρασμα που μοιάζει, αλλά δεν είναι, αντιφατικό, ότι οι ηθικές αρετές δεν υπάρχουν μέσα μας εκ φύσεως αλλά ούτε και αντίθετα προς αυτή. Ο Αριστοτέλης εννοεί ότι ο άνθρωπος έχει «δυνάμει», από τη φύση του, την προδιάθεση να δεχτεί την αρετή και να την ολοκληρώσει, δηλαδή να την καλλιεργήσει, μέσω του εθισμού. Κατά τον φιλόσοφο, η άσκηση της αρετής είναι δυνατότητα και όχι χαρακτηριστικό, δοσμένη στον άνθρωπο από τη φύση. Επομένως, ο ίδιος είναι ο μόνος υπεύθυνος για το αν θα φτάσει στην αρετή βελτιώνοντας αδιάλειπτα τη συμπεριφορά του, διαμορφώνοντας τον χαρακτήρα του, το ήθος του.

Συγκεκριμένα, με τη λέξη «τελειουμένοις» ο Αριστοτέλης μας παραπέμπει σ' ένα χαρακτηριστικό όρο της φιλοσοφίας του, το «τέλος», που σημαίνει την ολοκλήρωση, την επίτευξη του ύψιστου στόχου. Θεωρεί, δηλαδή, τις ηθικές αρετές το μέσο με το οποίο ο άνθρωπος θα φτάσει στην ολοκλήρωσή του, στο ξεπέρασμα της ζωώδους φύσης του και στην κατάκτηση της ευδαιμονίας.


6. ΟΡΟΙ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ

Στο κείμενο αυτό μπορούμε να εντοπίσουμε πολλούς όρους χαρακτηριστικούς της αριστοτελικής φιλοσοφίας:

  γένεσις: η δημιουργία

  αξησις: η διαμόρφωση και εξέλιξη

έθος: ο εθισμός, η συνήθεια, ο τρόπος συμπεριφοράς, που καθιερώνεται με την επανάληψη

  φύσις: ο κόσμος και οι νόμοι που τον διέπουν

φύσει: ο εκ φύσεως, ο έμφυτος, τα εγγενή χαρακτηριστικά του ανθρώπου

αρετή: η διαρκής διάθεση να θέλουμε να επιτελέσουμε ένα ορισμένο είδος ηθικών πράξεων

  διανοητική αρετή: η αρετή που σχετίζεται με το «λόγον έχον» μέρος της ψυχής (πχ. η φρονηση, η σοφία, η σύνεση)

  ηθική αρετή: η αρετή που ανήκει στο «έπιθυμητικόν» μέρος της ψυχής και περιγράφει το χαρακτήρα του ανθρώπου

• τελειουμένοις: η τελείωση, η ολοκλήρωση, η επίτευξη του ύψιστου στόχου, της ευδαιμονίας.



ΑΙΣΘΗΤΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Στο κείμενο αυτό παρατηρούμε ότι το ύφος του Αριστοτέλη είναι στοχαστικό, λιτό, σαφές και ακριβές. Κυριαρχεί η αντικειμενική και εναργής επιχειρηματολογία και ο επιστημονικός λόγος. Αποφεύγει σκόπιμα τον ποιητικό λόγο, διότι πίστευε ότι η αναζήτηση της αλήθειας υπηρετείται αυστηρά από τη λιτότητα και τη σαφήνεια. Έτσι, τα σχήματα λόγου δεν είναι ιδιαίτερα συχνά. Εδώ, εντοπίζουμε τα εξής:

Αντιθέσεις:«ή μέν διανοητική * ή δ' ηθική», «έξ έθους * φύσει»

Πολυσύνδετα σχήματα:«και τήν γένεσιν και τήν αΰξησιν»,«οΰτ' αρα φύσει οΰτε παρά φύσιν»

Συσσώρευση αρνήσεων:«ουδεμία»,«ούθέν»,«ουκ αν έθισθείη», «ούδ' αν έθίζη», «ούδέ τό πρ», «ούδ' αλλο», «ούδέν», «οτ' αρα ...», «οτε παρά φύσιν»

Παραδείγματα: πέτρα - φωτιά

Αραιή είναι η χρήση επιθέτων, ενώ κυριαρχούν τα ρήματα και τα ουσιαστικά.



ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΑ ΚΑΙ ΟΜΟΡΡΙΖΑ ΣΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ
διανοητικς < δια + νους: νοητός, νόημα, νόηση, νοητικός, νοερός, άνοια, παράνοια, διάνοια, ομόνοια, διχόνοια, έννοια, πρόνοια, μετάνοια, υπόνοια, διανόηση, κατανόηση, παρανόηση, επινόηση, συνεννόηση
ηθικς < ήθος < έθος: ηθικός, ηθικότητα, ηθοπλαστικός, ηθοποιός, ηθογραφία
μπειρίας < έν + πειράομαι -ώμαι: πείρα, απειρία, εμπειρία, απόπειρα, άπειρος, έμπειρος, αποπειρατικός, πολύπειρος, πείραμα, πειραματόζωο, πειραματιστής, πειραματόζωο, πείραγμα, πειρακτικός, πειρασμός, πειρατής
παρεκκλνον < παρα + έκ + κλίνω: κλίση, κλιτός, άκλιτος, κλίμα, ανάκλιντρο, απόκλιση, παρέκκλιση, απαρέγκλιτος, έγκλιση, υπόκλιση, κατάκλιση, σύγκλιση
δλον < δηλόω -ώ: δήλωση, διαδήλωση, εκδήλωση, συνυποδήλωση, δηλωτικός, εκδηλωτικός
ρετν < άραρίσκω (= τακτοποιώ, προετοιμάζω, συνδέω): ενάρετος, πανάρετος, αρέσκεια, φιλαρέσκεια, δυσαρέσκεια, αρεστός, αριθμός, άρθρο, άρμα, αρμός, αρμονία, άριστος, αριστείο, αριστοκρατία
πεφυκότων < φύομαι: φύση, φυσικότητα, φυσιολογικός, φυτό, φυτικός, φυλή, φύλο, φυσικοθεραπευτής, φυσιολάτρης, φυσιογνώστης, φυσιογνωμία, αυτοφυής, ιδιοφυής, ευφυής, μεγαλοφυής, ευφυΐα, μεγαλοφυία, τριχοφυΐα
δέξασθαι < δέχομαι: δεκτός, αποδεκτός, παραδεκτός, ακατάδεκτος, ευπρόσδεκτος, αποδοχή, παραδοχή, συνεκδοχή, υποδοχή, δέκτης, αποδέκτης, διάδοχος, ανάδοχος, δοχείο, δεξαμενή, δοκιμή, δοκιμάζω

από rhopath

Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2008

Η ΗΔΟΝΗ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ

Η ΗΔΟΝΗ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΗ ανακοίνωση αυτή δημοσιεύθηκε το1996 στον τόμο πρακτικών του Συνεδρίου "Η ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΚΗ ΗΘΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΤΗΣ", σε έκδοση της Εταιρείας Αριστοτελικών Μελετών "Το Λύκειον"
Περίληψη ανακοινώσεως:
«Ο Αριστοτέλης θεωρούσε ότι η αξία της ηδονής εξαρτάται από την αξία της ενέργειας που την προκαλεί. Η ηδονή συμπληρώνει με φυσικό τρόπο κάθε ενέργεια. Ο ενάρετος άνθρωπος αισθάνεται ηδονή από την πραγμάτωση του αγαθού και του ωραίου. Οπωσδήποτε η ηδονή δεν είναι αυτοσκοπός. O Αριστοτέλης περιέγραψε (πριν τον Επίκουρο και τους Στωικούς) τις έννοιες της καταστηματικής ηδονής και της απαθείας και ενδεχομένως τους επηρέασε. Επίσης, πρωτοανήγγειλε τον μετέπειτα Συμπεριφορισμό του Παυλώφ.»
Η παρούσα εισήγηση εστιάζει κατά βάσιν την προσπάθειά της στα ίδια τα κείμενα του Αριστοτέλους, τα οποία αναφέρονται στην έννοια της ηδονής. Ήτοι, κυρίως στα Ηθικά Νικομάχεια, βιβλία Α, B, Γ, Η, Θ, Ι και Κ, και δευτερευόντως στα Ηθικά Ευδήμεια, βιβλία Α, Β και Θ. Για τον λόγο αυτόν πρέπει να εκληφθεί ως προκαταρκτική μελέτη της έννοιας της ηδονής κατά τον Αριστοτέλη και κάποιων μη ευρέως γνωστών επιδράσεων επί μεταγενεστέρων διανοητών και όχι ως πλήρης μελέτη.


Όπως και οι περισσότεροι αρχαίοι Έλληνες, έτσι και ο Αριστοτέλης πίστευε ότι η βασική επιδίωξη του κάθε ανθρώπου είναι η ευδαιμονία. Πρόκειται για το αγαθόν, το οποίο επιδιώκουμε χάριν του ιδίου. Όμως, υπήρχε και υπάρχει διαφωνία ως προς το ποίο είναι το περιεχόμενο της ευδαιμονίας.
Στα Ηθικά Νικομάχεια αναγνωρίζεται ότι οι πολλοί άνθρωποι θεωρούν την ηδονή ως ευδαιμονία και για τον λόγον αυτόν διάγουν «βίον απολαυστικόν».
Ακόμα και η συνήθης αντίληψη του όρου ηδονή περιορίζεται στις σωματικές ηδονές, διότι όλοι ασχολούνται με αυτές και τις επιδιώκουν.
Αλλά ο Σταγιρίτης, αν και αναγνωρίζει την λαϊκή αντίληψη περί ηδονής, δεν την παραδέχεται. Ορίζει την ευδαιμονία ως ενέργεια της ψυχής "κατ' αρετήν τελείαν". Ήτοι, ως την ενεργητική ψυχική κατάσταση, η οποία συμφωνεί προς την τέλεια αρετή.
Όμως, ποίο είναι το εύρος της εννοίας της ηδονής, την οποία κατά κάποιον τρόπο υποβαθμίζει αξιολογικώς σε σύγκριση προς την έννοια της αρετής;Ο Αριστοτέλης παρατηρεί ότι η ηδονή είναι κοινή στα ζώα και ριζώνει στον άνθρωπο ήδη από την νηπιακή του ηλικία.
Eιδικότερα, τις ηδονές, οι οποίες προέρχονται από την αφή και την γεύση, τις θεωρεί σε γενικές γραμμές ζωώδεις και ακόλαστες. Πρωτίστως, θεωρεί την υπερβολή ως προς αυτές τις ηδονές ως εντελώς απαράδεκτη.
Ο φιλόσοφος της καταλλήλου μεσότητος δεν θα ήταν ποτέ δυνατόν να αντιμετωπίσει τα άλογα πάθη, τις επιθυμίες και τον έρωτα με αυστηρή διάθεση. Κατακρίνει μόνο τις υπερβολές τους. Γνωρίζει ότι τα παιδιά και τα θηρία επιδιώκουν τις ηδονές.
Όμως, αναγνωρίζει ότι η ηδονή δεν είναι υπέρτατο αγαθό.Κατά τον Αριστοτέλη το επιθυμητικόν πρέπει να βρίσκεται σε συμφωνία με το άρχον στοιχείο της ψυχής, τον λόγον. Αυτή η άποψη έχει ως συνέπεια την λογικοποίηση των αλόγων πλευρών της ψυχικής διαστάσεως του ανθρώπου.Ο φιλόσοφος καταδικάζει τα άκρα και παραδέχεται ότι ορισμένες ηδονές είναι αναγκαίες, ενώ άλλες όχι. Όμως, οι υπερβολές και οι ελλείψεις δεν είναι αναγκαίες.
Η ακολασία και η σωφροσύνη, η ακρασία και η εγκράτεια είναι οι ενέργειες ή έξεις του ανθρώπου, οι οποίες αφορούν την αντιμετώπιση και επιδίωξη των σωματικών ηδονών. Στην μέση μεταξύ υπερβολής και ελλείψεως ως προς την αναζήτηση της ηδονής, βρίσκεται η αρετή της σωφροσύνης.
Επίσης, η αρετή της εγκρατείας βρίσκεται μεταξύ της υστερήσεως στην χαρά της ηδονής και του αντιθέτου της, οπότε η ιδανική μεσότης έγκειται στην εγκράτεια.Μεταξύ του εγκρατούς και του σώφρονος υφίσταται διαφορά: Αν και αμφότεροι δεν παραβιάζουν τον ορθό λόγο χάριν των σωματικών ηδονών, εν τούτοις ο εγκρατής διακατέχεται από κακές επιθυμίες, ενώ αυτό δεν συμβαίνει με τον σώφρονα. Από την άλλη πλευρά, όπως γράφει ο Αριστοτέλης για την σχέση σώφρονος και φρονίμου, «ο σώφρων φεύγει τας ηδονάς. Έτι ο φρόνιμος το άλυπον διώκει, ου το ηδύ». Δηλαδή, ο σώφρων είναι εκείνος, ο οποίος αποφεύγει τις ηδονές, ενώ ο φρόνιμος αποφεύγει την οδύνη χωρίς να επιδιώκει το ευχάριστο.Οι ηδονές εμφανίζονται ως εμπόδιο στην φρόνηση, την αρετή την οποία τόσο πολύ εκτιμά ο Σταγιρίτης.
Ειδικότερα ως εμπόδιο στην φρόνηση τίθενται οι σεξουαλικές ηδονές, διότι κανείς δεν είναι σε θέση να διανοείται, καθόσον τις δοκιμάζει.Πάντως, οι ηδονές, οι οποίες οδηγούν σε φυσικές συνήθειες, είναι ευχάριστες, διότι το αγαθό είναι εν μέρει συνήθεια και εν μέρει δράση. Αλλά υπάρχουν και ηδονές, οι οποίες δεν προκαλούν λύπη ή επιθυμία, όπως είναι η θεωρητική μελέτη. Αυτές οι ηδονές δεν συνιστούν επιτακτική φυσική ανάγκη. Ο Αριστοτέλης, ερευνώντας διεξοδικώς την έννοια της ηδονής, απαντά εν μέρει και εκ των προτέρων στην μετέπειτα αυτού διαμορφωθείσα στωική άποψη περί ηδονής και ιδίως προς τον Χριστιανισμό.


«Διό προσδείται ο ευδαίμων των εν σώματι αγαθών και των εκτός και της τύχης, όπως μη εμποδίζηται ταύτα. Οι δε τον τροχιζόμενον και τον δυστυχίαις μεγάλαις περιπίπτοντα ευδαίμονα φάσκοντες είναι, εάν η αγαθός, η εκόντες η άκοντες ουδέν λέγοντες». Ήτοι, για να είναι κανείς ευδαίμων, πρέπει να συντρέχουν και εξωτερικοί προς αυτόν παράγοντες. Ο βασανιζόμενος δεν είναι δυνατόν να είναι ευδαίμων, ακόμα και αν είναι ενάρετος. Το αντίθετο θα ήταν πλήρης παραλογισμός για τον Αριστοτέλη.Όμως, η ηδονή είναι όντως κάποιο αγαθό. Εάν η ηδονή δεν ήταν αγαθό, ο ευδαίμων δεν θα έπρεπε να ζει μια ευχάριστη ζωή.
Η επιδίωξη τής ηδονής είναι καθολικό φαινόμενο και στους ανθρώπους και στα ζώα, άρα η ηδονή είναι κάποιο άριστο αγαθό, διάφορες συγκεκριμένες μεμονωμένες ηδονές είναι τω όντι επιθυμητές.
Όμως, δεν επιδιώκουν όλοι οι άνθρωποι την ίδια ηδονή, αν και ό,τι όλοι επιδιώκουν είναι ένα είδος ηδονής. Ίσως μάλιστα να επιδιώκουν όλοι, όχι ό,τι νομίζουν ή ισχυρίζονται ότι επιδιώκουν, αλλά την ίδια ακριβώς ηδονή, καθόσον όλα τα όντα έχουν κάτι το θεϊκό μέσα τους (πάντα γαρ φύσει έχει τι θείον).


Ο Αριστοτέλης θεωρεί ότι ο Θεός πάντα χαίρει μία και την αυτή ηδονή. Διότι η ηδονή δεν είναι μόνο ενέργεια της κινήσεως, αλλά και της ακινησίας και η ηδονή έγκειται μάλλον στην ακινησία παρά στην κίνηση. (Στην "κίνηση" ο Αριστοτέλης συμπεριλαμβάνει και την "μεταβολή"). Κατ' αυτόν τον τρόπο ο Αριστοτέλης προαναγγέλλει την επικούρειο ηθική φιλοσοφία της καταστηματικής ηδονής, δηλαδή της ηδονής σε ακινησία, χωρίς μεταβολή.
Ο Επίκουρος έδωσε βασική έμφαση σ' αυτήν την άποψη περί ηδονής και την ανήγαγε σε κύριο φιλοσοφικό δόγμα.Και σε επόμενο εδάφιο των Ηθικών Νικομαχείων ο Αριστοτέλης επανέρχεται στο θέμα της κινήσεως ή μη της ηδονής, όπου καταλήγει στο ότι η ηδονή δεν είναι κίνηση.
Ο φιλόσοφος παρατηρεί ότι η ηδονή απομακρύνει την οδύνη. Αυτός είναι ο λόγος που οι άνθρωποι εξ αιτίας της ισχυρής ηδονής καθίστανται φαύλοι και ακόλαστοι.(27) Όμως, η ηδονή είναι συνυφασμένη με τον άνθρωπο, γι' αυτό και η ανατροφή των νέων γίνεται με την χρησιμοποίηση τόσο της ηδονής, όσο και της οδύνης. Επιδιώκουμε τα ευχάριστα και αποφεύγουμε τα δυσάρεστα.
Αυτή η παρατήρηση του Αριστοτέλους, η οποία αναφέρεται στην διαχρονική κοινωνική και εκπαιδευτική πραγματικότητα, προαναγγέλλει την γνωστή σε εμάς θεωρία των «εξαρτημένων αντανακλαστικών του Παυλώφ» και τον ψυχολογικό μπηχεϋβιορισμό, ο οποίος αναφέρεται στην εν γένει εκμαθημένη συμπεριφορά ανθρώπων και ζώων.


Την καταληκτική του αντίληψη περί του τι είναι ηδονή από περιγραφική άποψη, την παρουσιάζει ο Αριστοτέλης στο βιβλίο Κ λέγοντας: «Κατά πάσαν γαρ αίσθησιν έστιν ηδονή, ομοίως δε και διάνοιαν και θεωρίαν ηδίστη δ' η τελειοτάτη, τελειοτάτη δε η του ευ έχοντος προς το σπουδαιότατον των υπ' αυτήν. Τελοιεί δε την ενέργειαν η ηδονή». Ήτοι, κάθε αίσθηση παρέχει ηδονή, όπως και κάθε θεωρητική αναζήτηση και διανοητική απασχόληση. Η πλέον ευχάριστη ενέργεια είναι η τελειοτάτη, η οποία είναι αυτή η ενέργεια, η οποία προσδιορίζεται από το σπουδαιότερο αντικείμενό της. Η ηδονή αποτελεί την τελείωση, την ολοκλήρωση της ενέργειας.
Ποιο είναι όμως το σπουδαιότερο αντικείμενο ενεργειών; Για τον Αριστοτέλη και κάθε άλλον μαθητή του Πλάτωνος δεν θα μπορούσε να είναι τίποτα άλλο από την πνευματική εργασία και δημιουργία!
Ο φιλόσοφος παρατηρεί ότι η ηδονή τελειοποιεί τόσο τις ενέργειες όσο και την ίδια την ζωή, την οποία ποθούν οι άνθρωποι. Χωρίς ενέργεια δεν εμφανίζεται ηδονή. Και με την σειρά της η ηδονή τελειοποιεί κάθε ενέργεια. Η ενέργεια επαυξάνεται, όταν συνοδεύεται από την συγγενή προς αυτήν ηδονή. Όποιος ευχαριστιέται με ό,τι κάνει, το κάνει καλύτερα.


Σε κάθε ενέργεια αντιστοιχεί μία ηδονή. Η ηδονή της ενάρετης πράξεως είναι αξιόλογη, ενώ η ηδονή της κακής πράξεως είναι μοχθηρή. Οι επιθυμίες, οι οποίες κατατείνουν σε καλές πράξεις είναι επαινετές, ενώ αυτές, οι οποίες κατατείνουν σε αισχρές πράξεις, πρέπει να κατακρίνονται. Χαρακτηρίζουμε φαύλους ως προς τις ηδονές αυτούς που επιδιώκουν τις επαίσχυντες ηδονές.
Για τον λόγον αυτόν όλοι συμφωνούν ότι οι αρετές οδηγούν σε απάθεια και ηρεμία μπροστά στις χαρές και τις λύπες, ενώ οι κακίες οδηγούν στα αντίθετα. Κατά μίαν άποψη, λέγει ο Αριστοτέλης, οι αρετές ορίζονται ως "απάθεια". Την έννοια της απάθειας την παρέλαβαν από τον Αριστοτέλη οι Στωικοί και την επεξέτειναν σε συνδυασμό προς τα διδάγματα των Κυνικών.Αξιολογώντας τις ηδονές, ο Αριστοτέλης δέχεται ότι οι ηδονές, οι οποίες τελειώνουν και ολοκληρώνουν τις ενέργειες του τέλειου και μακάριου ανθρώπου, δικαιούνται να λέγονται πρέπουσες ηδονές, ενώ όλες οι άλλες ηδονές κατέχουν δευτερεύουσα θέση, όπως και οι αντίστοιχες ενέργειες. Εφόσον είναι δεδομένο ότι τα ζωντανά όντα ενεργούν, η ενέργειά τους ως πραγματικότητα συνεπάγεται την ολοκληρωμένη τελείωση. Η δράση προσδίδει στα όντα τόσο περισσότερη ευχαρίστηση, όσο τελειότερη γίνεται. Κάθε ον προσπαθεί να επιτύχει διαφορετικά πράγματα και σε κάθε πράξη του συνυπάρχει μία αντίστοιχη ευχαρίστηση. Για τον άνθρωπο τίθεται ως σκοπός του η δράση, η οποία εξασφαλίζει την ευδαιμονία του. Αυτή στηρίζεται στις ενάρετες και πνευματικές-διανοητικές ενασχολήσεις.Ο Αριστοτέλης κρίνει ως άξια εκτιμήσεως και ευχάριστα εκείνα, τα οποία κρίνονται ως τέτοια για τον ενάρετο άνθρωπο. Ιδιαίτερα στην φύση του σπουδαίου ανθρώπου ταιριάζει η αρετή.
Στα Ηθικά Ευδήμεια ο Σταγιρίτης ορίζει την αρετή ως την βέλτιστη διάθεση ή συνήθεια όλων των πραγμάτων, τα οποία χρησιμοποιούνται ή παράγουν έργο.


Κάθε ηθική αρετή σχετίζεται και αναφέρεται στις ηδονές και τις λύπες.
Επομένως, αβιάστως και ελευθέρως προκύπτει το συμπέρασμα ότι «ο ευδαίμων βίος κατ' αρετήν είναι». Η ηδονή βρίσκεται μέσα στην πράξη. Γι' αυτό και ο αληθώς ευδαίμων θα ζήσει ευχάριστη ζωή. Άλλωστε, ο άνθρωπος είναι κατ' ουσίαν νους. Επομένως, ο βίος συμφώνως προς τον νου πρέπει να είναι και ο πλέον ευδαίμων βίος. Ο φιλόσοφος διαπιστώνει ότι η φιλοσοφία παρέχει αξιοθαύμαστες ηδονές ως προς την αγνότητα και την βεβαιότητα και είναι μεγαλύτερη στους κατόχους της σοφίας παρά στους αναζητούντες.
Να μία μεγάλη αλήθεια, την οποία δυστυχώς ελάχιστοι θα μπορούσαν σήμερα να αντιληφθούν.Η φιλία, η οποία στηρίζεται στην ηδονή είναι η φιλία των νέων, αλλά είναι ευμετάβλητη, διότι καθώς μεγαλώνουν, μεταβάλλονται τα ήθη τους και κατά συνέπειαν η αίσθησή τους περί ηδονής. Όμως, η φιλία, η οποία στηρίζεται στην αρετή είναι η φιλία των καλύτερων ανθρώπων. Όπως είναι γνωστό, υπάρχουν τρία είδη φιλίας, κατ' αρετήν, κατά το χρήσιμον και κατά το ηδύ.

Το ανώτατο είδος είναι η φιλία επ' αρετή. Βεβαίως και οι φαύλοι μπορεί να είναι φίλοι από συμφέρον και ηδονή. Όμως, αυτή η φιλία δεν είναι κατ' αρετήν και γι' αυτόν τον λόγο δεν είναι πραγματική φιλία ούτε πρόκειται να διαρκέσει στον χρόνο. Ο Αριστοτέλης αν και αναγνωρίζει τον ρόλο και την σημασία της ηδονής, εν τούτοις την υποτάσσει στον λόγο και την θέτει σε κατώτερο επίπεδο από την αρετή, στον δρόμο του κάθε ανθρώπου προς την ευτυχία.-

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2007

ΣΥΝΕΙΜΙ ΤΙΝΙ

ΣΥΝ και ΕΙΜΙ και ΤΙΝΙ
Λέξεις τρεις,
πλούτος αμύθητος νοημάτων.
Σύνειμί τινι
ΣΥΝ:
το θετικό, το επιπλέον,
αυτό που προστίθεται
και προσθέτει.
Προστιθέμενο, ενώνεται,
τελειώνει και τελειούται.
Η ερωτικότερη των προθέσεων,
τρία γράμματα που κάνουν τη διαφορά.
Μετουσιώνουν,
τον άνθρωπο σε συνάνθρωπο,
την ομιλία σε συνομιλία
την κίνηση σε συγκίνηση
τον πόνο σε συμπόνια.
Από το τρέφομαι
γεννούν το σύντροφο,
από το πάσχω,
το συμπάσχω, τη συμπάθεια.
Από το πλέω
το συμπλέω
ΕΙΜΙ:
η ουσία των όντων,
όλων των όντων
που μπορούν να δηλώσουν:
ειμί, υπάρχω, υφίσταμαι.
Από αυτό,το ΟΝ το υπέρτατο
το αιώνιο και άφθαρτο
«τό κινούν ακίνητον…»
Από αυτό,
η ουσία,
η αληθινή φύση των πάντων.
Σειρά της δοτικής
(της πτώσης του «διδόναι και δίδοσθαι»)
να συμπληρώσει, να συγκρατήσει,
να συνδέσει, να συγκροτήσει…
ΣΥΝΕΙΜΙ ΤΙΝΙ
Δεν είμαι, έτσι απλά, με κάποιον.
Για να είμαι «σύν τινι»
θα πρέπεινα δοθώ
και να λάβω.
Αυτή είναι η ουσία της συνουσίας.
Αυτός που είναι μαζί σου,
Δεν είναι κατ’ ανάγκη
σύντροφός σου.
Ο σύντροφος «συν - τρέφεται» σοι
με τους ίδιους πόθους
τις ίδιες ελπίδες.
Δεν τρέφεται από τις σάρκες σου.
Δεν απομυζά την ελευθερία σου.
Tα ηδονικά εδέσματα,
που η ζωή απλώνει μπροστά σας
απολαμβάνει να μοιράζεται μαζί σου
και συμπάσχει «σοι»
στα αντίξοα.
Οι συνόντες τω Σωκράτη
Δεν ήσαν όσοι τυχαία τον συναντούσαν.
Ήσαν οι μαθητές του,
οι λάτρεις,
οι κοινωνοί,
οι μέτοχοι του πνεύματός του.
Προσοχή:
Η «από» (το πλην) και το α το στερητικό,
μας την έχουν στημένη
Για να αφαιρέσουν
Να απομονώσουν
Να απομακρύνουν
Να αποξενώσουν
Δ.Β.

Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2007

Ιάμβλιχος

Ο Ιάμβλιχος καταγόταν από τη Χάλκη της Συρίας. Από νεαρή ηλικία είχε έντονες φιλοσοφικές αναζητήσεις. Μετά από μια περίοδο μελέτης του Νεοπλατωνισμού(κοντά στον Πορφύριο), των Χαλδαϊκών Μυστηρίων και του συστήματος του Πυθαγόρα, ξαναγύρισε και ίδρυσε τη δική του σχολή. Πέθανε περίπου το 326 μ.Χ., την περίοδο που ο Κωνσταντίνος έγινε κυρίαρχος του Ρωμαϊκού κόσμου. Ήταν μεγάλος μυστικιστής και θεουργός.

Από αποσπάσματα που έχουν διασωθεί για την ζωή του φαίνεται ότι ήταν «έξοχος και άγιος ο ηθικός χαρακτήρας του, και η μεγάλη μόρφωση του».

Ο Ιάμβλιχος επηρέασε τόσο την Αλεξανδρινή όσο και την Σχολή της Αθήνας. Ήταν ένα ζωντανό παράδειγμα γιατί έκανε πράξη τη διδασκαλία του και ήταν γνωστός για την αγνότητα της ζωής του και σεβαστός από όλους.

Λέγεται ότι κάποτε είχε υπερυψωθεί από το έδαφος όπως κάνουν ορισμένοι γιόγκι!

Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2007

Επίκτητος: ανεμπόδιστη είναι μόνο η επιλογή

«Για τους ανθρώπους, η αιτία όλων των κακών είναι ότι δεν μπορούν να εφαρμόζουν τις κοινές έμφυτες ιδέες τους στα επιμέρους πράγματα.»

« – Μήπως μπορεί κάποιος να σε κάνει να δώσεις τη συγκατάθεσή σου στο ψεύδος;
– Κανένας.
– Επομένως, στο θέμα της συγκατάθεσης είσαι ακώλυτος και ανεμπόδιστος.»

Ψυχὴ ὁμιλοῦσα ἀρετῇ ἔοικεν ἀεννάῳ πηγῇ: καὶ γὰρ καθαρὸν

καὶ ἀτάραχον καὶ πότιμον καὶ νόστιμον καὶ κοινωνικὸν καὶ πλούσιον καὶ ἀβλαβὲς καὶ ἀνώλεθρον.


ελεύθερη μετάφραση:

Με πηγή αστείρευτη, η ψυχή η ενάρετη μοιάζει.
Kαθάριο το νερό της και γαλήνιο.
Πόσιμα τα νάματά της τα εύγευστα,
πλούσια ρέουν και δροσίζουν τους άπαντες

ζωντάνια και δύναμη και ίαση χαρίζοντας.


Ο Επίκτητος από την Ιεράπολη της Φρυγίας υπήρξε ένας από τους πιο κύριους φιλοσόφους της Νέας στοάς μαζί με τον Σενέκα και τον Μάρκο Αυρήλιο. Η ιδιαιτερότητα του, έγκειται στο γεγονός ότι ανήκε στη τάξη των δούλων και σε μεγάλη ηλικία έγινε απελεύθερος. Ο ίδιος αναγνώριζε ότι η καθημερινή ζωή είναι γεμάτη δυσκολίες διαφόρων βαθμών και για αυτό ανάλωσε τη ζωή του σκιαγραφώντας το μοναδικό μονοπάτι προς την ευτυχία, την ολοκλήρωση και την ηρεμία, άσχετα από ποιες τυχαίνει να είναι οι ιδιαίτερες περιστάσεις κάποιου.

Τα διδάγματα του, απελευθερωμένα από τα αρχαία πολιτιστικά στολίδια τους έχουν μιαν ανεξήγητα σύγχρονη εφαρμογή, μοιάζοντας πολλές φορές με την καλύτερη εκδοχή της σύγχρονης ψυχολογίας. Για αυτό και η σκέψη του θεωρήθηκε ως μία από τις κεντρικές ρίζες της σύγχρονης ψυχολογίας της αυτοδιαχείρισης.

Ο Επίκτητος πίστευε ότι ο κύριος σκοπός της φιλοσοφίας είναι να βοηθήσει τους κοινούς ανθρώπους να ανταπεξέλθουν αποτελεσματικά στις προκλήσεις της καθημερινής ζωής και να αντιμετωπίσουν τις αναπόφευκτες σοβαρές απώλειες, τις απογοητεύσεις και τις λύπες της ζωής.

Η ΖΩΗ ΤΟΥ

Για την ζωή του Στωικού φιλοσόφου του 1ου μ.Χ αιώνα δεν υπάρχουν επαρκείς και ασφαλείς πληροφορίες, παρόλα αυτά θεωρείται ότι υπήρξε σύγχρονος του Πλούταρχου γεννημένος δούλος γύρω στο 50 μ.Χ. σε μία από τις σημαντικότερες εμπορικές πόλεις της Φρυγίας, την Ιεράπολη, καθώς και ότι πέθανε ανάμεσα στα 125 με 130 στην Νικόπολη της Ηπείρου σε ηλικία 88 ετών.

Το όνομα του «Epictutus» προέρχεται από την λατινική μεταφορά του ελληνικού «Επίκτητος» που σημαίνει αποκτηθείς, κερδηθείς και ο ίδιος πέρα από δούλος ήταν κουτσός, ασθενικός και φαινομενικά ντροπαλός. Η αναπηρία του σύμφωνα με τον Κέλσο οφείλεται στον κύριο του τον Επαφρόδιτο (εκτελεστικό γραμματέα του Νέρωνα). Ο Κέλσος αναφέρει πως όταν κάποτε ο Επαφρόδιτος έστριψε το πόδι του Επίκτητου, ο ίδιος παρατήρησε χαμογελώντας «θα το σπάσεις» και όταν τελικά έσπασε το πόδι του, απάντησε ήρεμα: «Δεν σου το είπα». Αυτή η ανέκδοτη αφήγηση αν και μπορεί να απέχει πολύ από την αλήθεια, μας εισάγει ωστόσο στη φιλοσοφικό σκέψη της Νέας Στοάς του Στωικισμού που εκπροσωπείσαι με το δικό του ιδιαίτερο τρόπο ο Επίκτητος, μαζί με τον Σενέκα και τον Μάρκο Αυρήλιο.

Στο ξεκίνημα του από νεαρή ηλικία ο Επίκτητος έδειξε ανώτερο πνευματικό ταλέντο, παρακολουθώντας μαθήματα Στωικισμού στην Ρώμη από τον ξακουστό φιλόσοφο, Γάιο Μουσώνιο Ρούφο. Σε σύντομο χρονικό διάστημα ωστόσο έγινε ο πιο φημισμένος μαθητής του, αποκτώντας σταδιακά την ελευθερία του.

Ο Επίκτητος έφυγε από τη Ρώμη το 94 μ.Χ. (ήδη πασίγνωστος ως δάσκαλος), όταν ο αυτοκράτορας Δομιτιανός απειλούμενος από την αυξανόμενη «φιλοδημοκρατική» επιρροή των φιλοσόφων, τους εξόρισε. Τότε επιλέγει να περάσει το υπόλοιπο της ζωής εξόριστος στην Νικόπολη της Ηπείρου, ζώντας σεμνά σε μία μικρή καλύβα πάμπτωχος χωρίς το παραμικρό έσοδο, με πλήρη περιφρόνηση προς τα υλικά αγαθά, μόνος και ασκητικός, αποφεύγοντας κάθε ενδιαφέρον για φήμη, περιουσία και δύναμη. Εκεί ιδρύει την φιλοσοφική του σχολή διδάσκοντας στο πολυπληθές ακροατήριο του για το πως να ζήσει κανείς με μεγαλύτερη αξιοπρέπεια και ηρεμία.

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ

Ο Επίκτητος δεν άφησε κανένα γραπτό λόγο αδιαφορώντας για την υστεροφημία του. Ο Φλάβιος Αρριανός όμως, ένας από τους πιο πιστούς μαθητές του, συνέθεσε μέσα από τις σημειώσεις των μαθημάτων του 2 έργα που συγκροτούν τον κορμό της προφορικής διδασκαλίας του, τις «Διατριβές» που αποτελούνται από 8 τόμους (μόνο 4 έχουν σωθεί) και το «Εγχειρίδιο» που είναι μία επιτομή των κυριότερων διδασκαλιών του, επιλεγμένες μέσα από τις «Διατριβές». Επίσης ανάμεσα στους πιο διαπρεπείς θαυμαστές του υπήρξε και ο νεαρός Μάρκος Αυρήλιος Αντωνίνος, ο οποίος τελικά έγινε αυτοκράτορας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κληρονομώντας μας τους Στοχασμούς του (Meditations – Τα Εις Εαυτόν), των οποίων οι στωικές ρίζες βρίσκονταν στα ηθικά διδάγματα του Επίκτητου.


Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ

Στη διδασκαλία του ο Επίκτητος δεν μπορούμε να πούμε ότι καινοτομεί ή ότι αναθεωρεί την «Στωική γραμμή». Παρ΄όλο που υπήρξε λαμπρός δάσκαλος της λογικής και του διαλογισμού, το κύριο χαρακτηριστικό έγκειται στο να σφραγίζει με τη δύναμη του νου και την οξυδέρκεια της παρατήρησης του την εποχή του, προσανατολίζοντας το δυναμικό της φιλοσοφίας προς τα ανθρώπινα συνηθισμένα προβλήματα. Εξαιτίας αυτής του της ικανότητας λέγεται ότι μπορούσε να γεννήσει ότι αισθήματα ήθελε στους ακροατές του. Η συμπεριφορά του ήταν εκείνη του ανοιχτόκαρδου, ταπεινού δασκάλου που παρότρυνε τους μαθητές του να μάθουν να ζουν σοφά, παίρνοντας τη ζωή τους στα σοβαρά και ο ίδιος ήταν το καλύτερο παράδειγμα για αυτούς, εφόσον «ζούσε το λόγο του», δηλαδή πραγμάτωνε αυτά που έλεγε.


Ο Επίκτητος πίστευε ότι ο κύριος σκοπός της φιλοσοφίας είναι να βοηθήσει τους κοινούς ανθρώπους να ανταπεξέλθουν αποτελεσματικά στις προκλήσεις της καθημερινής ζωής και να αντιμετωπίσουν τις αναπόφευκτες σοβαρές απώλειες, τις απογοητεύσεις και τις λύπες της ζωής. Η ηθική διδασκαλία του είναι απογυμνωμένη από συναισθηματικότητα, ευσέβεια, και ακατανόητες μεταφυσικές ορολογίες.

Για τον Επίκτητο, η ευτυχισμένη ζωή και η ζωή της αρετής είναι συνώνυμες. Η ευτυχία και η προσωπική ολοκλήρωση είναι οι φυσικές συνέπειες του να κάνεις το σωστό. Αντίθετα από πολλούς φιλοσόφους της εποχής του, ο Επίκτητος ενδιαφερόταν λιγότερο να καταλάβει τον κόσμο, από το να καθορίσει τα συγκεκριμένα βήματα που πρέπει να κάνει για την επιδίωξη της ηθικής υπεροχής.

Μέρος της μεγαλοφυΐας του είναι η έμφαση του για ηθική πρόοδο υπεράνω της επιδίωξης για ηθική τελειότητα. Με μία οξεία αντίληψη του πόσο εύκολα εμείς οι άνθρωποι εκτρεπόμαστε από το να ζούμε με βάση τις ανώτερες αρχές μας, μας προτρέπει να θεωρήσουμε τη φιλοσοφική ζωή σας προοδευτικά βήματα, τα οποία πλησιάζουν σταδιακά προς τα αγαπημένα μας προσωπικά ιδανικά.

Η ιδέα του Επίκτητου σχετικά με την «καλή ζωή» δεν είναι θέμα του να ακολουθήσουμε «έναν οδηγό αγοράς», τυφλές εντολές, αλλά να εναρμονίσουμε τις πράξεις μας με τη φύση. Ο σκοπός δεν είναι να κάνουμε καλές πράξεις για να κερδίσουμε την εύνοια των θεών ή το θαυμασμό των άλλων, αλλά να επιτύχουμε την εσωτερική γαλήνη και κατ’ αυτό τον τρόπο τη διαρκή προσωπική ελευθερία. Η καλοσύνη είναι μία επιχείρηση ίσων ευκαιριών, διαθέσιμη στον καθένα την κάθε στιγμή: φτωχό ή πλούσιο, μορφωμένο ή απλοϊκό άνθρωπο. Δεν είναι η αποκλειστική δικαιοδοσία των «επαγγελματιών» του πνεύματος, όπως μοναχών, αγίων ή ασκητών.

Ο Επίκτητος προώθησε μία αντίληψη της αρετής που ήταν απλή, συνηθισμένη και καθημερινή στην έκφραση της. Αντί των ασυνήθιστων ξεχωριστών επιδείξεων καλοσύνης, ήταν υπέρ μιας ζωής που να τη ζει κανείς σταθερά, σύμφωνα με τη θεία θέληση.
Η συνταγή του Επίκτητου για τη καλή ζωή επικεντρωνόταν σε τρία θέματα: να γίνεις κύριος των επιθυμιών σου, να εκτελείς τα καθήκοντα σου, και να μάθεις να σκέπτεσαι καθαρά για τον εαυτό σου και για τις σχέσεις σου με την ευρύτερη ανθρώπινη κοινωνία.

Το αληθινό έργο ενός ανθρώπου ο ίδιος αναφέρει ο Επίκτητος πως είναι: «Να μάθει πώς να απαλλάσσει τη ζωή του από τις οδύνες, τους θρήνους, τα «Αχ, εγώ» τα «Πόσο δυστυχισμένος είμαι», από τις συμφορές και τις αναποδιές και να κατανοήσει τι είναι ο θάνατος, η εξορία και η φυλάκιση, και (όπως ο Σωκράτης με το κώνειο), να μπορεί αν βρεθεί στη φυλακή να πει «Αγαπητέ μου Κρίτωνα, αν αυτό ευχαριστεί του θεούς, ας γίνει» και όχι «Εγώ είναι ένας γέρος και φτωχός άνθρωπο».

Για το ρόλο του σαν δάσκαλος ο Επίκτητος αναφέρει αντίστοιχα ότι «θέλει να κάνει τους μαθητές του, όχι μόνο ελεύθερους, γαλήνιους και ευτυχισμένους αλλά και ατάραχους μπροστά στα εμπόδια, την καταπίεση και τον καταναγκασμό».

Συνεπώς ο ίδιος αναγνώριζε ότι η καθημερινή ζωή είναι γεμάτη δυσκολίες διαφόρων βαθμών. Ανάλωσε τη ζωή του σκιαγραφώντας το μοναδικό μονοπάτι προς την ευτυχία, την ολοκλήρωση και την ηρεμία, άσχετα από ποιες τυχαίνει να είναι οι ιδιαίτερες περιστάσεις κάποιου. Τα διδάγματα του, όταν απελευθερωθούν από τα αρχαία πολιτιστικά στολίδια τους έχουν μιαν ανεξήγητα σύγχρονη εφαρμογή. Κατά διαστήματα, η φιλοσοφία του μοιάζει με την καλύτερη εκδοχή της σύγχρονης ψυχολογίας. Η σκέψη του θεωρήθηκε ως μία από τις κεντρικές ρίζες της σύγχρονης ψυχολογίας της αυτοδιαχείρισης, καθώς η θεραπεία δεν απαιτεί πάντα την αντιμετώπιση τόσο των φυσιολογικών ζητημάτων όσο των ψυχολογικών, δίνοντας έτσι τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα.

Ας δούμε κάποιες από τις συμβουλές του προς αυτήν την κατεύθυνση:

«Για οτιδήποτε μας συμβαίνει να θυμόμαστε να στραφούμε στον εαυτό μας και να αναρωτηθούμε πόση δύναμη έχουμε για να το αντιμετωπίσουμε».

Ας ακολουθήσουμε το παράδειγμα του αθλητή και ας πούμε: «Για αυτό έχω κάνει εξάσκηση, για αυτό έχω κάνει προπόνηση», έτσι δεν θα μας συμβεί κάτι χειρότερο από αυτό που μπορεί να περιμένουμε, εφόσον έχουμε προετοιμαστεί για αυτό. Κάθε φορά που βρισκόμαστε σε μία δύσκολη θέση, ας πούμε στον εαυτό σας: «Αυτό δεν απασχολεί ούτε το φτωχό μου κορμί ή την φτωχή μου περιουσία, ούτε τις ασήμαντες πεποιθήσεις μου. Για μένα όλα είναι καλά σημάδια αν το θέλω, γιατί όποια και αν είναι η τελική έκβαση μπορώ να ωφεληθώ από αυτή».

Είναι σημαντικό να μπορούμε βλέπουμε την θετική πλευρά των πραγμάτων, η αρνητική προοπτική δεν είναι πάντα ούτε απαραίτητη, ούτε και η καλύτερη λύση: «Όμως τι γίνεται αν (μερικά πράγματα ή άνθρωποι που έχασα) είναι απαραίτητα σε μένα; Μην τοποθετούμε τα συναισθήματα μας πάνω τους και τότε δεν είναι. Μην πούμε στον εαυτό μας ότι μας είναι αναγκαία και τότε δεν θα είναι».

Ας αποφύγουμε να μιλάμε με αυτό τον τρόπο: «Πόσο άτυχος είμαι που μου συνέβη αυτό». Αλλά καλύτερα ας πούμε «Πόσο τυχερός είμαι, γιατί παρόλο που μου συνέβη αυτό, συνεχίζω να ζω ήρεμος, αφού δεν έχω συντριβεί από το παρόν, ή δεν τρομάζω για το μέλλον», ή ακόμη «Αυτό δεν είναι κακοτυχία, αλλά το γεγονός ότι το υπομένω με καλή διάθεση είναι μεγάλη τύχη».

Μπορούμε να μιμηθούμε το Σωκράτη που αντί να μοιρολογεί όταν βρισκόταν στην φυλακή έγραφε ύμνους, ή τον Αγριππίνο τον Στωικό που όταν κάτι τον ταλαιπωρούσε: «έγραφε ένα εγκώμιο γι’ αυτό, αν είχε πυρετό για τον πυρετό, αν υπόφερε για κάποια ατίμωση, για την ατίμωση, αν εξοριζόταν, για την εξορία. Και κάποτε… όταν ετοιμαζόταν να προγευματίσει κάποιος του ανάγγειλε ότι ο Νέρωνας διέταξε να τον εξορίσουν. Και αυτός τότε απάντησε: «θα προγευματίσουμε στην Αρικία (μια τοποθεσία έξω από την Ρώμη)».

Το να υιοθετήσουμε τη στάση του θεατή στα προβλήματα μας, είναι μία λύση, ας προσπαθήσουμε να είμαστε τόσο λογικοί και αντικειμενικοί απέναντι τους, όπως ακριβώς είμαστε απέναντι στα προβλήματα των άλλων. Όταν σπάσει το φλιτζάνι κάποιου άλλου παρατηρεί ο Επίκτητος είμαστε έτοιμοι να κάνουμε τη δήλωση: «Τέτοια πράγματα συμβαίνουν». Παρόμοια όταν πεθάνει το παιδί ή η γυναίκα κάποιου άλλου λέμε: «Αυτή είναι η μοίρα του ανθρώπου». Από την άλλη μεριά, όταν το δικό μας φλιτζάνι σπάσει ή τα αγαπημένα μας πρόσωπα χαθούν φωνάζουμε: «Αχ εγώ ο άτυχος, πόσο δυστυχισμένος είμαι». Αν κάτι μας ενοχλεί, να θυμόμαστε ότι δεν μπορούμε από το τίποτα να βγάλουμε κάτι. Να συνειδητοποιήσουμε ότι το κάθε τι έχει την αξία του: «Ας πούμε στον εαυτό μας ότι αυτό είναι το τίμημα για τη γαλήνη του μυαλού μας, αυτό είναι το τίμημα για την ηρεμία του πνεύματος μας, γιατί τίποτα δεν κερδίζεται χωρίς κάποιο τίμημα»

Κάθε δυνατή επιθυμία μας μπορεί να είναι καταπιεστική καθώς ο πόθος μας για αυτήν μπορεί να μας εξουσιάσει και να μας παραπλανήσει, γι’ αυτό ο Επίκτητος παρατηρεί πως: «Η ελευθερία δεν επιτυγχάνεται από την ικανοποίηση της επιθυμίας αλλά από την εκμηδένιση της». Μπορούμε να διασκεδάζουμε με τα προβλήματα μας: «Πρόκειται να πεθάνω αλλά μήπως και οι άλλοι θα ζήσουν για πάντα; Μήπως είμαι ο μοναδικός που θα αποκεφαλιστώ τώρα ή μήπως θα πρέπει να αποκεφαλιστούμε όλοι για να ηρεμήσω;

Είναι λάθος να αφήνουμε να ριζώνουν στο νου μας αρνητικές σκέψεις και εικόνες γιατί : Αν κεντρίζει τη φαντασία μας ένα πράγμα που δεν μπορούμε να ελέγξουμε, ας το αντιμετωπίσουμε με την νόηση μας, ας τη νικήσουμε, μην την αφήσουμε να δυναμώσει ή να φτάσει στο επόμενο σκαλοπάτι που είναι το να ζωγραφίζει (στο νου μας) τις εικόνες που αυτή θέλει (η φαντασίωση). Ας προσπαθήσουμε να αποσπαστούμε από τις θλιβερές σκέψεις μας και να σκεφτούμε κάτι άλλο, εξασκώντας τον νου μας.

Τελικά ίσως ο Επίκτητος ενδιαφερόταν περισσότερο για την θεραπεία του εαυτού μας παρά για τις αφηρημένες θεωρίες του Εγώ. Η ηθική του είναι μία ηθική ατομικής απελευθέρωσης από τα ψυχολογικά δεσμά, γι’ αυτό και η διδασκαλία του Επίκτητου είναι τόσο παραδοσιακή όσο και εξίσου σύγχρονη. Σε μία κοινωνία που σήμερα (στην πράξη αν όχι ρητά) θεωρεί την επαγγελματική επιτυχία, τα πλούτη, τη δύναμη, και τη φήμη επιθυμητά πράγματα, άξια προς θαυμασμό, ο Επίκτητος τα θεωρεί ασήμαντα και άσχετα προς την αληθινή ευτυχία. Εκείνο που τον ενδιαφέρει πρωταρχικά είναι τι είδους άτομο γίνεσαι, τι είδους ζωή κάνεις. Γιατί το να ανακαλύπτουμε τον εαυτό μας είναι στην καλύτερη περίπτωση να ανακαλύπτουμε το καλό μάλλον, παρά την καρδιά μας που στην χειρότερη περίπτωση μπορεί να μας οδηγήσει σε μία εξωτερική παραπλανητική έκφραση.

Συνεπώς η προσφορά του Επίκτητου στη διαμόρφωση νέων ιδεών στη φιλοσοφία είναι ελάχιστη ως ανύπαρκτη. Η προφορά του όμως στην προσαρμογή ιδεών στο νου και το συναίσθημα των αναζητητών είναι πολύ σημαντική.

Ο Επίκτητος δεν καινοτομεί ούτε το επιδιώκει, ούτε καν πιστεύει ότι χρειάζεται. Αυτό που όμως κάνει είναι να ζωντανεύει τους ορισμούς, να οικοδομεί αξίες στις ψυχές των Ανθρώπων και να ξυπνάει τους μικρούς κοιμώμενους πρίγκιπες στις καρδιές μας. Είναι η φωνή της συνείδησης όταν η σάρκα φαίνεται να καταδυναστεύει το πνεύμα, που μαστιγώνει την αδικία, την φαυλότητα και τον υλισμό.
Είναι ο δούλος που κοροϊδεύει τους αφέντες όλου του κόσμου και οδηγεί στην πραγματική ελευθερία, όποιον δοκιμάζει να πιει από την πηγή του ενθουσιασμού του.
Είναι το πιο φωτεινό παράδειγμα που μέσα στους αιώνες φωτίζει τις μέρες μας, τόσες όμοιες με τότε, για να μας εμπνεύσει την αγάπη, την αδελφοσύνη, τον ηρωισμό, την ταπεινότητα και την αυτάρκεια. Είναι τέλος, ο άνθρωπος που μιλούσε, με αγωνία και θέρμη στον μαθητή του και του έδινε μία συμβουλή που είναι και για εμάς χρήσιμη σήμερα όσο ποτέ:

«Τα ωραία λόγια, άλλωστε δεν λείπουν σήμερα. Τα βιβλία των Στωικών είναι γεμάτα από τέτοια. Τι λείπει, λοιπόν; Αυτός που θα τα εφαρμόσει, με έμπρακτη μαρτυρία υπέρ των λόγων. Να αναλάβεις, λοιπόν, τον ρόλο αυτό, ώστε να μην χρησιμοποιούμε παλαιά παραδείγματα αλλά να έχουμε και κάποιο σύγχρονο παράδειγμα».

Βιβλιογραφία:

1.Επίκτητος «Η Τέχνη του Ζην», σε μία νέα ερμηνεία από τη Sharon Lebell, εκδόσεις Πύρινος Κόσμος 2002.

Επίκτητος – Ζωή & Στωικισμός, Τζέησον Ξενάκης, εκδόσεις Νεφέλη 1983.

Επίκτητος «Άπαντα», εκδόσεις Κάκτος 1994.
Επίκτητος «Διατριβές», εκδόσεις Ζήτρος 1975.
Επίκτητος «Εγχειρίδιο» εκδόσεις Ενάλιος6. «Η φιλοσοφία του Επίκτητου», Μάρτιος 1997, άρθρο στο περιοδικό Νέα Ακρόπολη7.
http://www.rassias.gr/STOIC12.html
http://www.bsa.gr/com/index/paromoioseis/default/scripts/article.asp?uid=30