Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2010

Η έννοια της αρετής στον Αριστοτέλη

Η έννοια της αρετής αποτελεί θεμελιώδη λίθο για την οικοδόμηση της ηθικής φιλοσοφίας του Αριστοτέλη, η οποία παρουσιάζεται, κατά κύριο λόγο, σε τρία έργα: τα Ηθικά μεγάλα, τα Ηθικά Ευδήμεια και τα Ηθικά Νικομάχεια. Σύμφωνα με τον Düring, «στα Ηθικά μεγάλα ο Αριστοτέλης απευθύνεται σε νεαρούς ακροατές και ρίχνει το βάρος στη λογική επιχειρηματολογία και ταξινόμηση• [...] τα Ηθικά Ευδήμεια, με εξαίρεση την εισαγωγή, είναι επιστημονικό μάθημα για προχωρημένους ακροατές της Ακαδημίας• τέλος, τα Ηθικά Νικομάχεια είναι μια έκθεση όχι χωρίς λογοτεχνική πνοή που απευθύνεται σε ευρύ κύκλο ακροατών και αναγνωστών». Η παρούσα μελέτη της αριστοτελικής έννοιας της αρετής βασίζεται στο τρίτο από αυτά.
Μαστοράκη Ανδρονίκη
Τα Ηθικά Νικομάχεια ξεκινούν με την παρατήρηση πως «κάθε τέχνη και κάθε επιστημονική έρευνα όπως και κάθε πράξη και κάθε κατόπιν σκέψεως λαμβανόμενη απόφαση φαίνεται ότι αποβλέπει σε κάποιο αγαθό». Ωστόσο, κάθε αγαθό που επιδιώκεται με τις επιμέρους πράξεις στη ζωή κάθε ανθρώπου αποτελεί απλώς ένα ενδιάμεσο στάδιο για την επίτευξη του ύψιστου αγαθού, της «ευδαιμονίας». Τρία είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του υπέρτατου αυτού αγαθού:
α) είναι τέλειο, δηλαδή επιδιώκεται για χάρη του εαυτού του και όχι κάποιου άλλου («το καθ’ αυτό διωκτόν του δι’ έτερον και το μηδέποτε δι’ άλλο αιρετόν των»,
β) είναι αύταρκες, δηλαδή ακόμη κι αν μείνει μόνο του είναι αρκετό για να κάνει τη ζωή άξια επιλογής και
γ) είναι μη συναριθμούμενο, δηλαδή συμπεριλαμβάνει οποιοδήποτε ανθρώπινο αγαθό.
Για να ολοκληρώσει τον ορισμό της ευδαιμονίας ο Αριστοτέλης εισάγει και το επιχείρημα της λειτουργίας:

Το ιδιαίτερο γνώρισμα του ανθρώπου, που τον διακρίνει από όλα τα άλλα είδη έμβιων όντων, είναι η «ψυχής ενέργεια κατά λόγον»• τέλειος είναι ο άνθρωπος που εκτελεί τέλεια αυτή την λειτουργία• και την εκτελεί τέλεια όταν κάθε πράξη του επιτελείται σύμφωνα με την «οικείαν αρετήν». Επομένως:

«το ανθρώπινον αγαθόν ψυχής ενέργεια γίνεται κατ' αρετήν, ει δε πλείους αι αρεταί, κατά την αρίστην και τελειοτάτην. Έτι δ’ εν βίω τελείω.»

Με τον ισχυρισμό ότι η ευδαιμονία είναι ενέργεια της ψυχής που καθοδηγείται από την αρετή ο Αριστοτέλης απομακρύνεται πλέον από την πλατωνική γραμμή της διερεύνησης της ιδέας του αγαθού και στρέφεται προς τη διερεύνηση των «κατ' αρετήν» πράξεων. Πριν την εξέταση της αριστοτελικής έννοιας των ενάρετων πράξεων, ωστόσο, επιβάλλεται μια τελευταία διευκρίνηση όσον αφορά στην ευδαιμονία «εν βίω τελείω». Ο ευδαίμων βίος, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, αφορά το σύνολο της ανθρώπινης ζωής και όχι μόνο σύντομες περιόδους αυτής. Γι’ αυτό και η εύνοια της τύχης είναι απαραίτητη για την απόκτηση της ευδαιμονίας. Εντούτοις, «αυτή η ταύτιση της ευδαιμονίας με την ολότητα του βίου δεν σημαίνει ότι ευδαίμων γίνεται κάποιος μόνο τη στιγμή του θανάτου του, αλλά ότι πρέπει να αντιμετωπίζει την ηθική του ποιότητα υπό την προοπτική της διάρκειας και της συνέχειας».

Η ηθική του Αριστοτέλη, επομένως, είναι σαφώς τελεολογική• «η ηθικότητα, κατά την άποψή του, έγκειται σε ορισμένες πράξεις που γίνονται, όχι επειδή είναι ορθές καθαυτές, αλλά επειδή θα μας φέρουν πιο κοντά στο “ανθρώπινο αγαθό”»
[7]. Το υπέρτατο δε ανθρώπινο αγαθό συλλαμβάνεται από τον σταγειρίτη φιλόσοφο ως ένα σύνολο «ικανοτήτων και δραστηριοτήτων ορθολογικού αυτοκαθορισμού» που εκδηλώνεται μέσα από την καλλιέργεια των αρετών[8]. Σε τι συνίστανται όμως οι αρετές; Και ποια είναι εκείνη η «αρίστη και τελειοτάτη», μέσω της οποίας κατακτάται το ύψιστο αγαθό; Καταρχήν ο Αριστοτέλης περιγράφει τις αρετές ως εκείνες τις ψυχικές διαθέσεις που είναι άξιες επαίνου, και τις διαχωρίζει σε διανοητικές και ηθικές αρετές ανάλογα με το τμήμα της έλλογης ψυχής από το οποίο προέρχονται (ΗΝ A, ΧΙΙΙ ). Σύμφωνα με την αριστοτελική σύλληψη της νοητικής βαθμίδας της ψυχής[9], αυτή αποτελείται «από ένα λογικό μέρος (το οποίο με τη σειρά του διαιρείται στον θεωρητικόν λόγον και στον πρακτικόν λόγον) και από ένα άλογο, στο οποίο ανήκουν τα πάθη, οι επιθυμίες και η βούληση»[10]. Οι διανοητικές αρχές αντιστοιχούν στον θεωρητικό λόγο και οι ηθικές στον πρακτικό. Επιπλέον, οι διανοητικές αρετές βασίζονται, κατά κύριο, στην διδασκαλία – άρα απαιτείται εμπειρία και χρόνος για την ανάπτυξή τους –, ενώ οι ηθικές αρετές βασίζονται στο έθος (ΗΝ 1103a14-18). Λίγο αργότερα δίνεται ο ακριβής ορισμός της ηθικής αρετής:

«Εστί άρα η αρετή έξις προαιρετική, εν μεσότητι ούσα τη προς ημάς, ωρισμένη λόγω και ω αν ο φρόνιμος ορίσειεν»

(ΗΝ 1106b36-1107b2)

Η πρώτη συνιστώσα αυτού του ορισμού αφορά την έννοια της έξης. Σύμφωνα με αυτή, οι ηθικές αρετές δεν είναι ούτε φυσικές ούτε αφύσικες για τον άνθρωπο[11]• υπάρχει στον καθένα η ικανότητα να τις αποκτήσει, αλλά αυτό μπορεί να συμβεί μόνο μέσω του εθισμού (ΗΝ 1103a19-b2). Σημείο εκκίνησης για την διαμόρφωση των έξεων είναι η ηδονή και η λύπη που αισθανόμαστε μετά από κάθε πράξη (ΗΝ 1104b 3-5). Με την επαναλαμβανόμενη εκτέλεση ενάρετων πράξεων διαπλάθουμε σταδιακά το ήθος μας[12]. Λογικό επακόλουθο του συσχετισμού του έθους με τις ηθικές πράξεις είναι πως το αποτέλεσμα των πράξεων καθαυτό δεν αρκεί για να τις κρίνει ως αγαθές• αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση ο πράττων να βρίσκεται στην κατάλληλη προδιάθεση, να πράττει «πώς έχων» (ΗΝ 1105a30). Η ηθική αρετή, με άλλα λόγια, «συνιστά τη “βιωματική προ-κατάληψη” που καθιστά δυνατή την ίδια τη φρόνηση (γι’ αυτό και δεν υφίσταται πραγματική “πράξη” όταν κάποιος ενεργεί υπό καθεστώς εξωτερικής βίας)»[13]. Αποκλειστικός δε υπεύθυνος για την δημιουργία του ηθικού του χαρακτήρα είναι ο ίδιος ο άνθρωπος[14], με αρωγό όμως στην προσπάθειά του την κοινωνία ως καθοδηγητή και παιδαγωγό[15].

Η δεύτερη συνιστώσα του παραπάνω ορισμού αποβλέπει, επίσης, στην υπευθυνότητα του ηθικού ατόμου: η αρετή είναι έξη προαιρετική. Αλλά δεν θα πρέπει να συγχέεται ο όρος προαίρεση, λέει ο Αριστοτέλης, με το εκούσιο. Γιατί εκούσιες είναι και οι ενέργειες των παιδιών και των ζώων, όμως η προαίρεση περιλαμβάνει, εκτός από την εθελούσια ενέργεια, και την επιθυμία, την σκέψη και την εκλογή αυτής (ΗΝ Γ, ΙΙ ). Εισάγεται, δηλαδή, ένα δεύτερο κριτήριο για να χαρακτηριστεί η πράξη ενός ανθρώπου αγαθή: «πρέπει να εκτελείται ύστερα από απόφαση παρμένη με πολύ σκέψη και συνείδηση της ενέργειας που εκτελεί» (ΗΝ 1105a30-31). Αναλυτικότερα, η διαδικασία εκτέλεσης μιας ηθικής πράξης ακολουθεί τέσσερα στάδια. Αρχικά το άτομο προσδιορίζει, αναλύει και συγκρίνει όλες τις εναλλακτικές πράξεις που αφορούν την προκειμένη περίπτωση, στα πλαίσια πάντα των δυνατοτήτων του (ΗΝ 1112a31) (βούλευση)• στη συνέχεια προχωρεί στην επιλογή της καλύτερης των εναλλακτικών πράξεων (κρίση)• έπειτα αποφασίζει ότι θα κάνει πράξη το αποτέλεσμα της κρίσης του (προαίρεση)• και τέλος προχωρά στην εκτέλεση της συγκεκριμένης πράξης (πράξη)[16].

Κρίνουμε, λοιπόν, ως ηθικό έναν άνθρωπο όταν, αφενός, έχει αποκτήσει μια ηθική προδιάθεση μέσω της συνεχούς εκτέλεσης ηθικών πράξεων και, αφετέρου, προαιρείται τις αγαθές πράξεις που εκτελεί. Διότι δεν υφίσταται ηθικότητα χωρίς πράξη, σύμφωνα με τον σταγειρίτη φιλόσοφο. Για να κατορθώσουμε, επομένως, να καταλήξουμε σε πράξεις σύμφωνες με την αρετή, ο Αριστοτέλης μας παρέχει ένα μεθοδολογικό κριτήριο[17]: η αρετή είναι έξη προαιρετική, που βρίσκεται στο μέσον αναφορικά με μας.

«Η δ' αρετή περί πάθη και πράξεις εστίν, εν οις η μεν υπερβολή αμαρτάνεται και η έλλειψις [ψέγεται], το δε μέσον επαινείται και κατορθούται• ταύτα δ' άμφω της αρετής. Μεσότης τις άρα εστίν η αρετή, στοχαστική γε ούσα του μέσου.»

(HN 1106b24-28)

Με βάση την θεωρία της μεσότητας, η ουσία της αρετής, «το τι ην είναι», έγκειται στο μέσον ανάμεσα στις ακρότητες της υπερβολής και της έλλειψης. Η αρετή, όμως, ως ενέργεια, ως άριστη πράξη, δεν αποτελεί μεσότητα αλλά ακρότητα (HN 1107a6-7). Ο ηθικός άνθρωπος οφείλει και δύναται να βρίσκει το μέσον σε μια κατάσταση και να το επιλέγει, και τούτο αποτελεί δύσκολο έργο• «διο και έργον εστί σπουδαίον είναι» (HN 1109a23-24). Η Αριστοτέλης δεν δίνει περισσότερες εξηγήσεις για την μεσότητα• προχωρεί στην περιγραφή των επιμέρους ηθικών αρετών και παρουσιάζει με παραδείγματα την μεσότητα κάθε αρετής σε αντίθεση με τις εκάστοτε ακρότητες. Όπως επισημαίνει ο Σαντάς, «η θεωρία της μεσότητας δε φαίνεται αρκετά λεπτομερής. Στερείται επαρκούς πρακτικού περιεχομένου για την καθοδήγηση των επιλογών»[18]. Ο Αριστοτέλης έχει επίγνωση αυτού του γεγονότος, θεωρεί όμως ότι δεν θα μπορούσε κανείς να μιλήσει με ακρίβεια γι’ αυτό το θέμα και να δώσει έναν κανόνα γενικής ισχύος, καθώς στη διαδικασία εύρεσης της μεσότητας θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλες οι μεταβλητές που λαμβάνουν χώρα σε κάθε ειδική περίσταση (ΗΝ 1104a1-10). Γι’ αυτόν τον λόγο η ηθική πράξη στοχεύει στη μεσότητα «τη προς ημάς» και εναπόκειται «εν τη αισθήσει η κρίσις» (ΗΝ 1109b23).

«Σ’ όλες τις έξεις, για τις οποίες μιλήσαμε, όπως ακριβώς και σ’ όλες τις άλλες υπεισέρχεται κάποιος σκοπός στον οποίο αποβλέπει ο λογικός άνθρωπος για να επιτείνει ή να χαλαρώνει (τις προσπάθειές του). Υπάρχει εξάλλου ένα όριο, δηλ. οι μεσότητες εκείνες, που βρίσκονται ανάμεσα στην υπερβολή και την έλλειψη και ανταποκρίνονται στον ορθό λόγο. [...] Γι’ αυτό και σχετικά με τις έξεις της ψυχής δεν αρκεί να είναι σωστό ό,τι είπαμε, αλλά πρέπει και να εξακριβώσουμε ποιος άραγε είναι ο ορθός λόγος και πώς είναι δυνατό να ορισθεί» (ΗΝ 1138b21-26, 32-34). Με αυτές τις φράσεις ξεκινά το 6ο βιβλίο των Ηθικών Νικομαχείων και εισάγει την ανάλυση της τέταρτης συνιστώσας του ορισμού της αρετής: καθορισμένη από τον λόγο. Ο τριμερής χωρισμός του ανώτερου μέρους της ψυχής αποτελεί την βάση και γι’ αυτήν την ανάλυση.

Η διαδικασία για την εκτέλεση μιας ηθικής πράξης, όπως περιγράφηκε ανωτέρω, αναφέρεται μόνο στα μέσα με τα οποία θα επιτευχθεί ο τελικός στόχος και όχι στον προσδιορισμό του ίδιου του στόχου• επαφίεται δε στον πρακτικό λόγο της έλλογης ψυχής να την φέρει σε πέρας. Πριν από την έναρξη αυτής της διαδικασίας, ωστόσο, θα πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί δύο άλλες λειτουργίες. Πρώτον, ο θεωρητικός λόγος θα πρέπει να έχει θέσει τον τελικό στόχο, δηλαδή ποιο αγαθό πρέπει να αποκτηθεί ή, αλλιώς, ποια πράξη είναι καλή, καθώς έργο της διάνοιας είναι μόνο να αποφαίνεται για την αλήθεια και το ψέμα και δεν έχει τη δυνατότητα να προκαλέσει κίνηση. Δεύτερον, το άλογο μέρος της ψυχής, η «όρεξις», θα πρέπει να έχει ενεργοποιηθεί κατάλληλα ώστε να επιθυμεί την επίτευξη του τελικού στόχου. Από τη στιγμή που η θεωρητική διάνοια αναγνωρίσει κάτι ως αληθές, ως καλό έργο, ο πρακτικός λόγος αναλαμβάνει δράση, αφενός, για να μεταβάλλει αυτή την κρίση σε επιθυμία σταθερή και αμετάβλητη (ΗΝ 1105b1) μέσω της όρεξης και, αφετέρου, για να θέσει το σχέδιο πλεύσης μέσω του νου[19]• «διο ή ορεκτικός νους ή προαίρεσις ή όρεξις διανοητική, και η τοιαύτη αρχή άνθρωπος» (ΗΝ 1139b4-5).

Η ηθική τελειότητα, επομένως, επιτυγχάνεται όταν ο θεωρητικός λόγος αποφαίνεται αληθώς και ο πρακτικός λόγος δρα σωστά, δηλαδή η όρεξη είναι ορθή και ο νους πράττει ορθά.

«ώστ' επειδή η ηθική αρετή έξις προαιρετική, η δε προαίρεσις όρεξις βουλευτική, δει δια ταύτα μεν τον τε λόγον αληθή είναι και την όρεξιν ορθήν, είπερ η προαίρεσις σπουδαία, και τα αυτά τον μεν φάναι την δε διώκειν. »

(ΗΝ 1139a22-26)

Αυτό είναι και το χαρακτηριστικό του φρόνιμου ανθρώπου, ο οποίος αποτελεί την τελευταία συνιστώσα του ορισμού της ηθικής αρετής. Αναγνωρίζει την αλήθεια και, μέσω της ορθής του επιθυμίας και πράξης, γίνεται ο κανόνας και το μέτρο της αρετής για τους άλλους ανθρώπους (ΗΝ 1113a32-33).[20] Εξάλλου, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Βιρβιδάκης: «σύμφωνα με την αριστοτελική θέση για την ενότητα των αρετών (ΗΝ 1144b30-1145a2), θα συνοψίζει στο πρόσωπό του όλες εκείνες τις ιδιότητες που αποτελούν αναγκαίες προϋποθέσεις της ευδαιμονίας»[21].

Η φρόνηση, όμως, εκτός από κύριο γνώρισμα του φρόνιμου ανθρώπου – και συνεπώς μέρος του ορισμού της ηθικής αρετής – είναι και μία από τις διανοητικές αρετές[22]. Επιχειρώντας να την ορίσει ως τέτοια, ο Αριστοτέλης λέει ότι δεν είναι επιστήμη επειδή σχετίζεται με τη πράξη, και η πράξη αφορά τα «καθ’ ἔκαστα» και τα «ενδεχόμενα άλλως έχειν» ενώ η επιστήμη τα «καθόλου» και τα «εξ ανάγκης όντα». Δεν είναι ούτε τέχνη γιατί ο σκοπός της δημιουργίας είναι κάθε φορά διαφορετικός ενώ της πράξης πάντα ένας: η ευπραξία (ΗΝ Ζ, IV-VI). Δεν μένει, λοιπόν, παρά να είναι

«έξιν αληθή μετά λόγου πρακτικήν περί τα ανθρώπω αγαθά και κακά»

(ΗΝ 1149b6-7)

Ο ορισμός αυτός, βέβαια, δεν προσφέρει κανένα καινούργιο στοιχείο. Η χαρακτηριστική ποιότητα της φρόνησης, τελικά, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Βιρβιδάκης, «δεν περιγράφεται μέσα από κάποιο σύστημα κανόνων προς τους οποίους καλείται κανείς να συμμορφωθεί, αλλά καταδεικνύεται από την ικανότητα ευβουλίας που φαίνεται να αποτελεί μη μεταδόσιμο προσόν των προικισμένων με το κατάλληλο, πεπαιδευμένο «εκ της εμπειρίας» «όμμα της ψυχής», φρονίμων»[23].Ανακεφαλαιώνοντας, λοιπόν, «αντικείμενο της φρόνησης είναι τα ανθρώπινα πράγματα, τα πράγματα δηλαδή εκείνα σχετικά με τα οποία μπορεί να κρίνει και ν’ αποφασίζει ο άνθρωπος. Γιατί λέμε ότι η κυριότερη ενέργεια του φρόνιμου ανθρώπου είναι να κρίνει και να αποφασίζει σωστά. Αλλά, όταν πρόκειται για πράγματα που είναι αδύνατον να είναι διαφορετικά ή δεν επιδιώκουν ένα πραγματοποιήσιμο σκοπό, και μάλιστα σκοπό που αποβλέπει σ’ ένα αγαθό που μπορεί να επιτύχει, κανένας δεν μπορεί να κρίνει και να αποφασίζει. Επομένως, απόλυτα φρόνιμος άνθρωπος είναι εκείνος που γνωρίζει, έπειτα από ώριμη σκέψη, ν’ αποκτά αυτό που μπορεί να επιτευχθεί με τη δράση, το υπέρτατο αγαθό» (ΗΝ 1141b7-14).
Θα ήταν, ίσως, λογικό να υποθέσουμε από τα παραπάνω ότι η φρόνηση είναι η τέλεια αρετή μέσω της οποίας προσεγγίζουμε το ύψιστο αγαθό, την ενάρετη ζωή στα πλαίσια του πολιτικού βίου. Ο Αριστοτέλης, όμως, θα μας διαψεύσει. Η σοφία, μας λέει, είναι εκείνη η «αρίστη και τελειοτάτη» αρετή, μέσω της οποίας ο άνθρωπος κατακτά την τέλεια ευδαιμονία. Επισημαίνει, βέβαια, ότι σοφία και φρόνηση είναι αρετές αναγκαίες καθαυτές, ακόμα και αν τίποτε δεν δημιουργούνταν από αυτές, γιατί αποτελούν τις αρετές των δύο μερών της ψυχής, του θεωρητικού και του πρακτικού λόγου, αντίστοιχα (ΗΝ 1144a1-3). Όμως και οι δύο δημιουργούν, αφού είναι απαραίτητες για την σωστή προαίρεση, καθώς «η μεν γαρ το τέλος η δε τα προς το τέλος ποιεί πράττειν» (ΗΝ 1145a5-6). Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που η σοφία είναι ανώτερη από την φρόνηση, όπως η υγεία είναι ανώτερη από την ιατρική (ΗΝ 1145a7-9). Πρόκειται για την αρετή του τελειότερου και θεϊκότερου μέρους του ανθρώπου, του θεωρητικού νου (ΗΝ 1177a12-17). Γι’ αυτό και η προτροπή του Αριστοτέλη «πάντα ποιείν προς το ζην κατά το κράτιστον των εν αυτώ» (ΗΝ 1177b33-34) «δεν μπορεί να ερμηνευθεί παρά μέσα από την μετοχή του ανθρώπου στο θεϊκό στοιχείο, που είναι ο νους»[24].
Ως εκ τούτου, ο ιδεώδης βίος σύμφωνα με τον Αριστοτέλη έγκειται στην ενέργεια εκείνη που ανταποκρίνεται στην αρετή της σοφίας: «ωστ' είη αν η ευδαιμονία θεωρία τις» (ΗΝ 1178b32). Στόχος δε της θεωρίας είναι η θέαση της αλήθειας για το αιώνιο ον. Αυτό που περιγράφει, τελικά, ο Αριστοτέλης ως ιδανική ζωή δεν είναι άλλο από τον τέλειο φιλοσοφικό βίο. Σύμφωνα με τον σταγειρίτη φιλόσοφο, «χωρίς να καθορίζεται από τις ηθικές έξεις, χωρίς να έχει ανάγκη από διαλείμματα, χωρίς να υπόκειται στην τύχη, η θεωρία είναι η συνεχέστερη και πιο ευχάριστη δραστηριότητα που ταιριάζει στο ανθρώπινο ον»[25]. Εντούτοις, σε ελάχιστους και εκλεκτούς δίνεται η δυνατότητα και έχουν την ικανότητα να φτάσουν σε αυτό το επίπεδο τελειότητας. Στους υπόλοιπους αρμόζει να θέτουν ως στόχο ζωής την ευπραξία. Εξάλλου, ακόμα και αυτοί που θα θέσουν ως στόχο ζωής την θεωρία θα πρέπει να μην παραμελήσουν στη διάρκεια της ζωής τους το ευ πράττειν, ώστε να μπορέσουν να διατηρήσουν την νόησή τους καθαρή για να επιδοθούν ανενόχλητοι στις θεωρητικές επιστήμες όταν θα ολοκληρωθούν ως φιλόσοφοι[26]. Αυτός είναι ο λόγος που ο Αριστοτέλης θέτει ως δεύτερο, στην ιεραρχία της ευδαιμονίας, τον ενάρετο βίο στο πλαίσιο της πολιτικής ζωής (ΗΝ Κ, VIII). Δεν θα πρέπει να λησμονούμε, εξάλλου, ότι η νομοθεσία, ως «αρχιτεκτονική φρόνησις» (ΗΝ 1141b25), παίζει καθοριστικό ρόλο στην ευδαιμονία της πολιτείας, εφόσον η μεγάλη μάζα του λαού «από τη φύση της δεν πειθαρχεί από σεβασμό, μα από φόβο, και δεν μένει μακριά από το κακό γιατί είναι ατιμωτικό, αλλά επειδή επιβάλλονται τιμωρίες εναντίον της» (ΗΝ 1179b10-12). Γύρω από αυτού του είδους την ευδαιμονία στρέφεται άλλωστε όλο το περί ηθικής έργο του Αριστοτέλη. Γι’ αυτό και ο Düring χαρακτηρίζει την ηθική του ως «κοινωνική ηθική, φιλοσοφία της ανθρώπινης συμβίωσης»[27].

Δημοσιεύθηκε: 03 Thursday February
Θεματική Ενότητα: Φιλοσοφία

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2009

Κωστής Παλαμάς

Ὢ λιγοστοί, Ὢ διαλεχτοί!
Ὢ λιγοστοὶ κι ὢ διαλεχτοὶ κι ἀρίφνητοι αὔριο ἴσως!
Εἶναι μία ἀλήθεια κάτου ἐδῶ ποὺ τὴ χτυπάει τὸ μίσος,
εἶν᾿ ἐδῶ πέρα μία Ὀμορφιὰ ποὺ ἡ καταφρόνια δένει,
κι εἶν᾿ ἐδῶ πέρα μία Ἀρετὴ δειλὴ καὶ ντροπιασμένη.
Ὢ νέοι, ὢ πρωτοξύπνητοι στὸ φῶς, χαρὲς τ᾿ Ἀπρίλη,
ἀπὸ τοὺς πράσινους κορμοὺς γινοντ᾿ οἱ ἄσπροι στύλοι!
Στὴ χώρα ἐσεῖς οἱ λειτουργοὶ κι οἱ λατρευτάδες εἶστε·
δὲ φτάνει· ἐμπρὸς! γιὰ τοὺς Θεούς, ὢ νέοι, πολεμεῖστε.
Κωστής Παλαμάς

27 Φεβρουαρίου 1943

Ο εθνικός ποιητής Κωστής Παλαμάς αφήνει την τελευταία του πνοή. Η κηδεία του έγινε την επομένη στο Α' Νεκροταφείο της Αθήνας και μετατράπηκε σε γιγαντιαία εκδήλωση εθνικής αντίστασης. Ο Άγγελος Σικελιανός απήγγειλε το «Ηχήστε οι σάλπιγγες». Ένα πλήθος λαού συνόδευσε τον ποιητή στην τελευταία του κατοικία ψάλλοντας τον Εθνικό Ύμνο.

«Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα!»
Άγγελος Σικελιανός

ΣΕΒΑΣΜΟΣ ΜΗΔΕΝ…
«Εδώ πέθανε ο Κωστής Παλαμάς τον Φεβρουάριο του 1943».

Μόνο αυτή η σκουριασμένη πλάκα έχει μείνει για να μας θυμίζει ότι σε αυτό το ερειπωμένο κτίριο της οδού Περιάνδρου 5 στην Πλάκα έζησε ο εθνικός μας ποιητής. Στο νεοκλασικό αυτό σπίτι πέρασε τις τελευταίες στιγμές της ζωής του ο ποιητής που με τα έργα του συνδέθηκε με όλους τους μεγάλους σταθμούς της ελληνικής ιστορίας, τη Μικρασιατική εκστρατείας, το Έπος του 40 και την Κατοχή.
Οι σοβάδες που πέφτουν τα σπασμένα παραθυρόφυλλα και η στέγη που καταρρέει γεμίζουν θλίψη τους περαστικούς που έκπληκτοι κοντοστέκονται μπροστά από το εγκαταλελειμμένο σπίτι .
Κανείς τους δεν γνώριζε ότι εκεί έζησε ο μεγάλος έλληνας ποιητής γιατί κανείς δεν έχει φροντίσει μέχρι σήμερα να το αποκαταστήσει όπως αρμόζει στη μνήμη και το έργο που μας κληροδότησε, αφήνοντας μας μόνο το χρέος να τα αξιοποιήσουμε.
Αυτά τα χάλια κληροδοτούμε στα παιδιά μας

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2009

Οι ασυμβίβαστοι με το κακό

Οι Τρεις Ιεράρχες
.
«εύγλωττοι κατά τον λόγον,
ευγλωττότεροι κατά τον βίον,
ευγλωττότατοι κατά τον θάνατον»

Ἀπολυτίκιον Ἦχος α'
Τοὺς τρεῖς μεγίστους φωστῆρας
τῆς τρισηλίου Θεότητος,
τοὺς τὴν οἰκουμένην ἀκτῖσι
δογμάτων θείων πυρσεύσαντας∙
τοὺς μελιρρύτους ποταμοὺς τῆς σοφίας,
τούς τὴν κτίσιν πᾶσαν
θεογνωσίας νάμασι καταρδεύσαντας∙
Βασίλειον τὸν μέγαν,
καὶ τὸν Θεολόγον Γρηγόριον,
σὺν τῷ κλεινῷ Ἰωάννῃ,
τῷ τὴν γλώτταν χρυσορρήμονι∙
πάντες οἱ τῶν λόγων αὐτῶν ἐρασταί,
συνελθόντες ὕμνοις τιμήσωμεν∙
αὐτοὶ γὰρ τῇ Τριάδι,
ὑπὲρ ὑμῶν ἀεὶ πρεσβεύουσιν.

Τα τρία υπέρλαμπρα αστέρια
της Τρισήλιας Θεότητας,
που με τις πάμφωτες ακτίνες των δογμάτων
την οικουμένη φώτισαν,
τους ποταμούς από το μέλι της σοφίας,
που με τα νάματα της γνώσης του Θεού
τη γη μας πότισαν,
τον Βασίλειο τον Μέγα
και τον Γρηγόριο το Θεολόγο
μαζί με τον ένδοξο Ιωάννη,
που χρυσάφι από το στόμα του βγαίνει,
όλοι μαζί, όσοι αγαπάμε τα λόγια τους,
με ύμνους ας τιμήσουμε.
Για χάρη μας και οι Τρεις πάντοτε
την Τριάδα παρακαλούν.

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2009

Ο ιερός Χρυσόστομος και η πολιτική εξουσία

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, υπήρξε ο πλέον σκληρός επικριτής των ακροτήτων της πολιτικής εξουσίας και των φορέων αυτής που διαβιούσαν contra στα διδάγματα της Εκκλησίας και σε βάρος του πενόμενου λαού.
Ο έλεγχός του προς τους παρεκτρεπομένους πολιτικούς γινόταν χωρίς οργή και αλαζονεία, αλλά με αγάπη και ειλικρινές πατρικό ενδιαφέρον για την πνευματική κάθαρση του δημόσιου βίου, ο οποίος όταν ήταν φαύλος είχε τις αρνητικές του επιπτώσεις και στο λαό, που ήταν ταυτόχρονα και το πλήρωμα της ορθοδόξου εκκλησίας. Ο Χρυσόστομος ουδέποτε χαρίστηκε στους άρχοντες του κόσμου τούτου και γι’ αυτό τον λόγο δεν τους ήταν αρεστός, θα λέγαμε ότι πολλοί εκ των πολιτικών ηγητόρων της εποχής του, τον μισούσαν θανάσιμα επειδή δεν ανέχονταν τον οξύτατο δημόσιο έλεγχο που ασκούσε στα πρόσωπά τους για την φαυλοκρατία και την ανεντιμότητά τους. Ουδέποτε ο ιερός πατέρας δίστασε να επιδείξει την αυστηρότητά του ακόμη και για τον φαύλο και διεφθαρμένο προσωπικό βίο των αρχόντων, των πλουσίων και των ισχυρών της εποχής του, χωρίς να δέχεται κανένα συμβιβασμό ή να υπηρετεί ως άβουλο όργανο κάποια μικροπολιτική σκοπιμότητα. Με παρρησία και θάρρος αλλά και λεπτότητα αντιμετώπιζε και τους πολιτικούς άνδρες της ανώτατης κρατικής βαθμίδος, της εξουσίας γενικότερα, ακόμη και το ίδιο το παλάτι. Έτσι, δεν άργησε να συγκρουστεί ευθέως και χωρίς μισόλογα και με την ίδια την έξαλλη στην προσωπική ζωή και στις εξεζητημένες δημόσιες απαιτήσεις και παραξενιές της αυτοκράτειρα, την Ευδοξία, της οποίας το όνομα ήταν συνώνυμο των αδικιών, της φιλοχρηματίας και της σπατάλης που έκανε, ενώ πεινούσε ο λαός. Στηλίτευσε την μεγάλη και προκλητική πολυτέλεια, τις ασυλλόγιστες δαπάνες και τις αισχρές και ανήθικες διασκεδάσεις της ανακτορικής αυλής, αλλά και τον ευρύτερου χώρου της ανωτέρας κοινωνίας, όπου έβλεπε την επιδειξιμανία «…την κονίασιν των παρειών και τα ημαγμένα χείλη (βαμμένα), τας μυρολοιφάς (αρώματα), το χρυσοφορείν και μαργαριτοφορείν, την περίεργον αμφίεσιν και υπόδεσιν…» και όλες εκείνες τις γελοίες ποικίλες επινοήσεις της ανθρώπινης ματαιοδοξίας, κενοδοξίας και πλεονεξίας.
Την ίδια παρρησία και τόλμη επέδειξε και για τον πανίσχυρο αυλικό, τον πρωθυπουργό της εποχής του, τον γνωστό Ευτρόπιο, στον οποίο έκανε αυστηρές παρατηρήσεις για την φαυλότητα και την απληστία του, να πωλεί δημόσιες θέσεις και κρατικά αξιώματα στους ημετέρους και φιλικά προσκείμενους προς αυτόν, να δημεύει παράνομα περιουσίες και επιπλέον να θέλει την κατάργηση του δικαιώματος του ασύλου των ιερών ναών. Και όμως, όταν ο Ευτρόπιος εξέπεσε του αξιώματός του και εζήτησε ταπεινωμένος άσυλο στην Εκκλησία, ο ιερός Χρυσόστομος τον προστάτευσε με σθένος και τότε εξεφώνησε τους περίφημους λόγους του «Εις Ευτρόπιον», που έχουν καταγραφεί ως μοναδικής ρητορικής δεινότητας κείμενα της παγκοσμίου φιλολογίας.
 
Ο λαός επεδοκίμαζε τις ενέργειες αυτές του Χρυσοστόμου, του ποιμενάρχου του, τον οποίο κυριολεκτικώς ελάτρευε. Και τούτο, διότι έβλεπε ότι τα μέτρα που είχε λάβει είχαν ως αποτέλεσμα να αρχίσει σιγά – σιγά να επιβάλλεται μια πειθαρχία στην αχαλίνωτη κατάσταση που επικρατούσε κατά τα προηγούμενα έτη σε πολλούς κοινωνικούς τομείς και να περιορίζονται οι κοινωνικές αδικίες που διεπράττοντο προηγουμένως.
Όμως, όπως είναι γνωστό, όπου υπάρχει δράση, υπάρχει και αντίδραση. Έτσι, ο ασυμβίβαστος και ανυποχώρητος χαρακτήρας του Χρυσοστόμου ενώπιον των οργανωμένων συμφερόντων, αλλά και το γεγονός ότι δεν θέλησε και δεν επεδίωξε ποτέ την φιλία ή την εύνοια κανενός κοσμικού άρχοντος, όλα αυτά, είχαν ως αποτέλεσμα να προκληθεί εντονότατη και ισχυρή αντίδραση των θιγομένων ομάδων και συμφερόντων από τους λόγους και τα έργα του Χρυσοστόμου. Τότε οι αντίπαλοι του Χρυσοστόμου, όπως ήταν ο λιθομανής και χρυσολάτρης Θεόφιλος Αλεξανδρείας, η ματαιοδόξη αυτοκράτειρα Ευδοξία, ο πρωθυπουργός Ευτρόπιος, πολλές από τις ματαιόδοξες κυρίες της ανακτορικής αυλής, αλλά και πολλοί από τους επισκόπους που είχε καθαιρέσει ως αναξίους του εκκλησιαστικού τους αξιώματος, έθεσαν ως ανίερο στόχο να τον αφανίσουν. Έτσι όλη αυτή η παρασυναγωγή και φατρία, στο πρόσωπο κάποιων ψευδοεπισκόπων με επικεφαλής τον Αλεξανδρείας Θεόφιλο, συγκάλεσαν αντικανονικά στην πόλη Δρύ, το έτος 403 μ.Χ. μια ψευδοσύνοδο, η οποία ονομάστηκε «ληστρική σύνοδος» και κατεδίκασαν άνευ λόγου και ερήμην τον Ιερό Χρυσόστομο.
 
Ο αγανακτισμένος από την άδικη αυτή απόφαση λαός, χιλιάδες λαού, έφθασαν σε σημείο να καταλάβουν τα ανάκτορα και απειλούσαν να κατακρεουργήσουν τους πάντες για την εξορία του φιλάσθενου ποιμενάρχου τους. Τότε η ηθική και φυσική αυτουργός, η αυτοκράτειρα Ευδοξία εζήτησε από τον σύζυγό της Αρκάδιο να επαναφέρει τον Χρυσόστομο στον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως. Όταν ο Χρυσόστομος εισήρχετο στην βασιλεύουσα ο λαός παραληρούσε από χαρά και εκείνος ένδακρυς βροντοφώναξε: «Τι ποίησω, ίνα υμίν αξίως αποδώσω της αγάπης την αμοιβήν; Αγαπώ ετοίμως το αίμα μου εκχεείν υπέρ τη υμετέρας σωτηρίας, λαέ μου…».
Το δίκαιο επεκράτησε, αλλά δυστυχώς όχι για πολύ. Αφορμή για τη νέα και τελευταία δοκιμασία του ιερού πατρός εδόθη όταν ο ίδιος δημόσια εστηλίτευσε τους προκλητικούς θορύβους και τις άμετρες μέχρι σημείου ειδωλολατρείας προκλητικές εκδηλώσεις που είχαν οργανωθεί για να τιμηθεί η ματαιόδοξη Ευδοξία, της οποίας ο αργυρός Ανδριάντας στήθηκε πλησίον του ναού της Αγίας Σοφίας (ο δεύτερος ναός επί του οποίου ανηγέρθη ο σημερινός) και στο κέντρο της δημοσίας αγοράς. Ο ιστορικός Σωκράτης αναφέρει ότι τόσο σκληρός υπήρξε ο δημόσιος λόγος του μεγαλυτέρου εκκλησιαστικού ρήτορος όλων των αιώνων, ώστε και οι κίονες του ναού εφαίνοντο ότι θα λυγίσουν από το δριμύ κατηγορώ, που άρχιζε ως εξής: «Πάλιν Ηρωδιάς μαίνεται, πάλιν ταράσσεται, πάλιν ορχείται, πάλιν την κεφαλήν Ιωάννου ζητεί λαβείν επί πίνακι…». Όλα αυτά ως σεισμός τάραξαν τα ανάκτορα και ο ιερός Χρυσόστομος οδηγείται και πάλι στην εξορία, κατά το έτος 404 μ.Χ. Η εξασθενημένη όμως υγεία του, μετά από τρία έτη σκληρής εξορίας, δεν άντεξε και το 407 μ.Χ. ο άτλας αυτός της ορθοδόξου Εκκλησίας παρέδωσε το πνεύμα του, λέγοντας μέχρι και την τελευταία στιγμή την φράση: «Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν».
 
15.11.2007
ΙΩΑΝΝΗΣ ΕΛ. ΣΙΔΗΡΑΣ

Σήμερα, η διαφθορά κυριαρχεί, οι  Χρυσόστομοι όμως μας τελείωσαν.

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2009

Η Ευδαιμονία στον Αριστοτέλη

«Το ανθρώπινο αγαθό πρέπει να έχει δύο χαρακτηριστικά. Πρέπει να είναι τελικό (τέλειον), κάτι που επιλέγεται πάντοτε προς χάρη του εαυτού του και ποτέ ως μέσο για την επιδίωξη άλλου σκοπού. Επίσης πρέπει να είναι αὔταρκες, κάτι που από μόνο του καθιστά τη ζωή άξια επιλογής.

Και τα δύο αυτά γνωρίσματα χαρακτηρίζουν την ευδαιμονία. Απομένει όμως να ρωτήσουμε τι είναι η ευδαιμονία.
Ο Αριστοτέλης για να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα εισάγει την πλατωνική έννοια του έργου ή της λειτουργίας.
Ουσιαστικά θέτει το ερώτημα, ποιο είδος ζωής παρέχει στον άνθρωπο τη μεγαλύτερη ικανοποίηση, αλλά, για να βρει την απάντηση, θεωρεί αναγκαίο να ρωτήσει ποια είναι η χαρακτηριστική λειτουργία του ανθρώπου.
Το ερώτημα αυτό το δανείζεται από τις τέχνες, αλλά εκεί η απάντηση είναι απλή. Δεν είναι δύσκολο να διαπιστωθεί ότι η λειτουργία ενός αυλητού είναι να παίζει τον αυλό ή ότι η λειτουργία ενός πέλεκυ είναι να κόβει.
Ακόμη και στα μέρη ενός ζωντανού σώματος -το μάτι ή το χέρι- εύκολα διακρίνεται ο προορισμός τους. Αντίθετα, δεν είναι εύκολο να λεχθεί ποιο είναι το έργο του ανθρώπου.
Για να απαντήσει στο ερώτημα ο Αριστοτέλης εξετάζει ποιο έργο μπορεί να επιτελέσει μόνον ο άνθρωπος.
Η αύξηση και η αναπαραγωγή είναι κοινή σε ανθρώπους, ζώα και φυτά, η αίσθηση είναι κοινή σε ανθρώπους και ζώα· επομένως, καμιά από αυτές τις λειτουργίες δεν μπορεί να χαρακτηρίζει ειδικά τον άνθρωπο.
Αλλά, όπως διδαχθήκαμε στο Περί ψυχής σχετικά με τον άνθρωπο, σε αυτές τις λειτουργίες προστίθεται μια ανώτερη λειτουργία, που ο Αριστοτέλης την ονομάζει εδώ το λόγον ἔχον, «αυτό που έχει ορισμένο σχέδιο ή κανόνα».
Σε αυτή τη δύναμη περιλαμβάνονται δύο υπολειτουργίες,
μία που κατανοεί το σχέδιο και μία που το υπακούει.
Η ζωή αυτής της λειτουργίας πρέπει να είναι η ευδαιμονία.
Δεύτερον, η λειτουργία πρέπει να είναι ενέργεια και απλώς δύναμη.
Τρίτον, πρέπει να είναι σύμφωνη με την αρετή ή, αν υπάρχουν περισσότερες αρετές, με την καλύτερη και τελειότερη από αυτές. Τέταρτον, πρέπει να εκδηλώνεται όχι μόνο για σύντομες χρονικές περιόδους, αλλά για ολόκληρη τη ζωή.»
[W.D. Ross, Αριστοτέλης, Μ.Ι.Ε.Τ.: Αθήνα 21993, σ.271-272]
🔅🔅🔅
Ο Αριστοτέλης περί ευδαιμονίας, αρετής, προαίρεσης (=ελεύθερης επιλογής) και ευθύνης (με αναφορά στα Ηθικά Νικομάχεια, αποσπάσματα του σχολικού βιβλίου: Φιλοσοφικός Λόγος)
Μνημόνιο για ένα σεμινάριο φιλολόγων, το οποίο οργάνωσαν οι Σύμβουλοι Φιλολόγων Μπέλλα Ζωή και Δαμάσκος Παναγιώτης (Αμπελόκηποι, 25-1-2005).
Προοίμιο:
Ότι η ευδαιμονία αποτελεί επιδίωξη του ανθρώπου σύμφωνα με σχεδόν όλο τον αρχαιοελληνικό στοχασμό είναι πολύ γνωστό. Ενδεικτικά σημειώνουμε την άποψη ενός από τους Προσωκρατικούς, του Δημόκριτου:

«Ευδαιμονίη ψυχής έργον… ουκ εν βοσκήμασιν οικεί ουδέ εν χρυσώ· ψυχή οικητήριον δαίμονος»[1]
(=Η ευδαιμονία είναι έργο, απόκτημα της ψυχής του ανθρώπου….η ευδαιμονία δεν κατοικεί στα κοπάδια ζώων, δεν αγοράζεται με χρυσάφι. Η ψυχή είναι η κατοικία της ευδαιμονίας).
Και είναι προφανές ότι η επιδίωξη ευδαιμονίας και η επιλογή δρόμου αναζήτησης αποτελεί κύριο κεφάλαιο της Φιλοσοφίας Ζωής των ανθρώπων και συνοδεύεται από:
Αντιλήψεις για τη ζωή και την κοινωνία του Ανθρώπου.Επιλογή τρόπου ζωής και συμπεριφοράς προς το συνάνθρωπο.Αποδοχή σκοπών ζωής και κανόνων δράσης, ώστε να επιτυγχάνεται και ευδαιμονία.
1. Όσο γνωρίζουμε ο Αριστοτέλης πρώτος προσπάθησε συστηματικά να αναλύσει το πώς ορίζεται η ευδαιμονία και πώς επιδιώκεται με την ανθρώπινη δραστηριότητα (ήθος, ηθική)[2].
Στην προσπάθεια αυτή αφιέρωσε τρία συγγράμματα:
Ηθικά Νικομάχεια, Ηθικά Ευδήμεια, Μεγάλα Ηθικά
[3].

Σύνδεση της ευδαιμονίας με όλες τις πνευματικές δραστηριότητες του ανθρώπου (γνωσιακή, ηθική, απορία μεταφυσική, θαυμασμό για ό,τι ωραίο) διακρίνουμε πρώτη φορά στο πολυσχιδές έργο του Δημόκριτου[4].

Αλλά ο Αριστοτέλης επιχείρησε συστηματικά να συνδέσει την ευδαιμονία του ανθρώπου με την ηθική αντίληψη και δράση του γράφοντας τα τρία έργα που προσημειώσαμε.
Και διατύπωσε σχετικό ορισμό στο τέλος του πρώτου βιβλίου των Ηθικών Νικομαχείων γράφοντας:
«Η ευδαιμονία εστί ψυχής ενέργειά τις κατ’ αρετήν τελείαν»[5]

(=«Η ευδαιμονία είναι μια ευχάριστη ψυχική κατάσταση που προκύπτει από τη δραστηριότητα της ψυχής, εφόσον αυτή η δραστηριότητα είναι σύμφωνη με την τέλεια αρετή».
άρα «περί αρετής επισκεπτέον» (=άρα, σκόπιμο είναι ή αναγκαίο να επισκοπήσουμε, να ερευνήσουμε τη σημαίνει αρετή).

Και συνεχίζει με ανάλυση της έννοιας αυτής,

2. Από το σημείο αυτό νομίζω ότι η διδακτική πράξη και η αντίστοιχη μαθησιακή διαδικασία μπορεί να είναι πιο αποδοτική, αν ακολουθήσουμε τη λογική πορεία των αριστοτελικών ορισμών. Συγκεκριμένα, ο ίδιος ο Αριστοτέλης, θαυμαστής του Σωκράτη για τη συνήθειά του να οδηγεί τους συνομιλητές του στον ορισμό των εννοιών έγραψε σε άλλο σημείο:

«Έστιν άρα η αρετή έξις προαιρετική, εν μεσότητι ούσα τη προς ημάς, ωρισμένη λόγω»

(10η ενότητα στο σχολικό βιβλίο )[6] = «Είναι λοιπόν η αρετή η παγιωμένη διάθεση ή ο σταθερός προσανατολισμός του νου, που αποφασίζει ελεύθερα τις επιλογές των πράξεων και των αισθημάτων μας‧ ουσιαστικά συνίσταται στην αναζήτηση του μέσου δρόμου δράσης σε σχέση με μας, όπως δηλαδή μπορεί να αποφασίσει ο συνετός άνθρωπος.
Αυτόματα ή αυθόρμητα ο προσεκτικός αναγνώστης (ο δάσκαλος και το ακροατήριό του) αναζητεί τους ορισμούς των κρίκων που συνθέτουν αυτόν τον προσεγμένο ή βασικό ορισμό (έξις, προαιρετική, μεσότης, προς ημάς, λόγω ωρισμένη «υπό φρονίμου»).

«Η ηθική (του ανθρώπου) εξ έθους περιγίγνεται , όθεν και το όνομα… (ετυμολογική συγγένεια)…= Η ηθική αντίληψη του ανθρώπου διαμορφώνεται με τη συνήθεια, από όπου παράγεται και η λέξη (ηθική από τη συν-ήθεια, το ήθος). Ουδεμία των ηθικών αρετών φύσει ημίν εγγίγνεται (αλλά εξ έθους περιγίγνεται) = καμιά ηθική αρετή δεν την έχουμε έμφυτη, δοσμένη από τη φύση, αλλά διαμορφώνεται στον άνθρωπο με τη συνήθεια, με την επανάληψη τέτοιας συμπεριφοράς..

[Από τα Ηθικά Νικομάχεια: Β.1.1-3 ή1103 α 16-20] (Ενότητα 1η του σχολικού βιβλίου).

«Οι νομοθέται τους πολίτας εθίζοντες ποιούσιν αγαθούς» = Οι νομοθέτες προσπαθούν να κάνουν τους πολίτες αγαθούς (ενάρετους) με τη συνήθεια, τον εθισμό.

(Ηθ. Νικ. Β.1.5-7 ή 1103 b 3-4) (ενότητα 3η).
«Η του ανθρώπου αρετή είη αν η έξις αφ’ ης αγαθός άνθρωπος γίγνεται» = Αρετή του ανθρώπου μπορεί να είναι η επαναλαμβανόμενη καλή συνήθεια με την οποία ο άνθρωπος γίνεται αγαθός, ενάρετος.

(Ηθ. Νικ. Β.6.3 ή 1107 a 23-24) (ενότητα 6η).

«Σημείον δει ποιείσθαι των έξεων την επιγιγνομένην ηδονήν ή λύπην τοις έργοις….» = Κριτήριο των επαναλαμβανομένων συνηθειών (των έξεων) πρέπει να θεωρούμε τη χαρά ή τη λύπη που προκύπτει από τις πράξεις μας.

(Ηθ. Νικ. Β.3.1-2 ή 1104 a 4-5) (ενότητα 5η).

«Εκ των ομοίων ενεργειών αι έξεις γίγνονται» = Οι έξεις, παγιωμένες συνήθειες (ακαταμάχητες) διαμορφώνονται με την επανάληψη όμοιων ενεργειών (συμπεριφορών).

(Ηθ. Νικ. Β.1.7-8 ή 1103 b 21-22) (ενότητα 4η).

«Η αρετή πάσης τέχνης ακριβεστέρα και αμείνων…..του μέσου αν είη στοχαστική. Λέγω δε την ηθικήν (αρετήν), αύτη γαρ περί πάθη και πράξεις» = Η αρετή είναι πιο ακριβής και πιο καλοπροαίρετη από κάθε τέχνη….(γι’ αυτό) μπορεί να είναι και στοχαστική του μέσου. Και εννοώ την ηθική (αρετή που αναφέρεται στις σχέσεις μας με τους συνανθρώπους), γιατί αυτή ανάγεται στα πάθη των ανθρώπων και στα αντίστοιχες πράξεις τους (που ωφελούν ή βλάπτουν τους συνανθρώπους).

(Ηθ. Νικ. Β.6.9-10 ή 1106 b 14-16) (ενότητα 8η).

«Η αρετή περί πάθη και πράξεις εστί… το μέσον επαινείται και κατορθούται· ταύτα δε άμφω της αρετής. Μεσότης, άρα, η αρετή στοχαστική ούσα του μέσου» = Η αρετή (λοιπόν) αναφέρεται τα πάθη των ανθρώπων και στις πράξεις τους….όπου ο μέσος δρόμος επαινείται και κρίνεται επιτυχία, κατόρθωμα. Αυτά είναι τα δυο γνωρίσματα της αρετής. Άρα η αρετή είναι κάποια μέση πορεία και γι’ αυτό στοχάζεται σταθερά πού βρίσκεται ο μέσος ή μεσαίος δρόμος.

(Ηθ. Νικ. Β.6.12-13 ή 1106 a 24-28) (ενότητα 9η).

Το μέσον προς ημάς, ο μήτε πλεονάζει μητε ελλείπει, τούτο δε ουχ εν ουδέ ταυτόν πάσιν… πας δε επιστήμων την υπερβολήν και την έλλειψιν φεύγει , το δε μέσον ζητεί και τούθ’ αιρείται». = Το μέσο (η μέση οδός) νοείται σε σχέση με μας που το επιλέγουμε κα νοείται ως κατάσταση όπου δεν πλεονάζει κάτι ούτε υπολείπεται. Αυτό το μέσον δεν είναι ούτε ένα ούτε το ίδιο για όλους…. και κάθε συνετός αποφεύγει την υπερβολή και την έλλειψη, αναζητεί το μέσο δρόμο και αυτόν επιλέγει.

(Ηθ. Νικ. Β.6.4-8 ή 1106 a 31-33) (ενότητα 7η).

Έστιν, άρα, η αρετή έξις προαιρετική εν μεσότητι ουσα τη προς ημάς, ωρισμένη λόγω και ω αν ο φρόνιμος ορίσειεν… Ειδώς προαιρούμενος, βεβαίως και αμετακινήτως»= «Είναι λοιπόν η αρετή η παγιωμένη διάθεση ή ο σταθερός προσανατολισμός του νου, που αποφασίζει ελεύθερα τις επιλογές των πράξεων και των αισθημάτων μας‧ ουσιαστικά συνίσταται στην αναζήτηση του μέσου δρόμου δράσης σε σχέση με μας, όπως δηλαδή μπορεί να αποφασίσει ο συνετός άνθρωπος…..

Ο φρόνιμος συνειδητά επιλέγει τη μέση οδό και σ’ αυτήν πορεύεται με σταθερότητα και δίχως παρεκκλίσεις.».
(Ηθ. Νικ. Β.6.14-16 ή 1106 a 1-2) (ενότητα 10η).

Αλλά, για να γίνει η αρετή (από προαίρεση πράξη), είναι ανάγκη ο άνθρωπος να μάθει κάποιο τρόπο πράξης. Ο Αριστοτέλης προσθέτει σχετικά: «Α δει μαθόντας ποιείν ταύτα ποιούντες μανθάνομεν» = Αυτά λοιπόν που οφείλουμε να πράττουμε αφού τα μάθουμε, αυτά τα μαθαίνουμε πράττοντες (με διαρκή άσκηση σ’ αυτά).

(Ηθ. Νικ. Β.1.4 ή 1103 a 33-34) (ενότητα 2η).

Και επειδή η μάθηση είναι θέμα παιδείας, θυμάται ο Αριστοτέλης ένα σχετικό ορισμό από τη μαθητεία του στον Πλάτωνα ή από τη μελέτη κάποιου πλατωνικού διαλόγου.

Γράφει λοιπόν (στην 5η ενότητα): «Περί ηδονάς και λύπας εστίν η ηθική αρετή…. Διό δει ήχθαι πως εκ νέων , ως ο Πλάτων φησίν, ώστε χαίρειν τε και λυπείσθαι οις δει· η γαρ ορθή παιδεία αύτη εστίν». = Η ηθική αρετή των ανθρώπων αναφέρεται στις χαρές και στις πίκρες που νιώθουν από τη δράση τους…. Γι’ αυτό είναι ανάγκη να έχει κανείς οδηγηθεί σε άσκηση αρετής από τα νιάτα του, όπως έχει γράψει ο Πλάτων, ώστε να χαίρεται ή να λυπάται με δραστηριότητα που προκαλεί χαρά ή λύπη. Και αυτό είναι το νόημα της ορθής παιδείας.
(Ηθ. Νικ. Β.3.1-2 ή 1104 a 5) (ενότητα 5η).

3. Απογραφή των περί αρετής επισημάνσεων (στις 10 ενότητες) και καταγραφή εκκρεμοτήτων.
Από όσα καταγράψαμε νομίζω ότι έχουμε ένα κύκλο ορισμών αλυσιδωτά διευκρινιστικών, αλλά παραμένουν κάποιες εκκρεμότητες: τι σημαίνουν οι όροι:
Αγαθός, λόγος, φρόνιμος, (και φρόνησις), τι εστί προαίρεσις και ποιος ο πλατωνικός ορισμός παιδείας (τον οποίον ο Αριστοτέλης υπαινίσσεται στην 5η ενότητα).

Με την ίδια σειρά:
Στα Πολιτικά ο Αριστοτέλης αρχίζει το κεφάλαιο περί Παιδείας με την παρατήρηση: «δια τριών γίγνονται οι άνθρωποι αγαθοί και σπουδαίοι· έστι δε ταύτα τα τρία: φύσις έθος, λόγος[7]» = Τρεις παράγοντες συμβάλλουν στο να γίνονται οι άνθρωποι αγαθοί και σπουδαίοι. Και είναι αυτοί οι παράγοντες: η φυσική προδιάθεση, οι εθισμοί, η λογική ικανότητα του ανθρώπου....

Αναλύοντας στη συνέχεια τους σκοπούς χαρακτηρίζει κυριότατον την καλλιέργεια του λόγου, με τούτο το σκεπτικό: «δια τον λόγον οι άνθρωποι δύνανται πράττειν και εναντία τοις εθισμοίς και τη φύσει, εάν πεισθώσιν άλλως έχειν βέλτιον»[8] = γιατί με τη λογική ικανότητά τους οι άνθρωποι κατορθώνουν να πράττουν έργα αντίθετα προς τους εθισμούς και τις φυσικές ορμές τους, αν πειστούν ότι κάποια άλλη πορεία είναι πιο σωστή.

Στο Γ΄βιβλίο των Ηθικών Νικομαχείων (§1144 b 26-27) διευκρινίζει:

«έστι γαρ (αρετή) ου μόνον η κατά τον ορθόν λόγον (έξις) αλλ’ η μετά του ορθού λόγου έξις αρετή (εστί)». «Ορθός δε λόγος περί των τοιούτων η φρόνησις» = Αρετή δεν είναι απλά η έξη (σταθερή συνήθεια) που διαμορφώθηκε με τον ορθό λόγο, αλλά είναι αρετή η σταθερή έξη που συμπορεύεται μόνιμα με τον ορθό λόγο. Και ορθός λόγος για τέτοια θέματα (ηθικής τάξης ) είναι η φρόνηση.

Για την έννοια της φρόνησεως έχουμε μια ωραία ανάλυση από το Δημόκριτο (ο οποίος έζησε στα Άβδηρα, ως το 370 π.Χ.). Γνωρίζουμε ότι έγραψε:

«Τριτογένεια η Αθηνά…. φρόνησις νομίζεται. Γίγνεται δε εκ του φρονείν τρία ταύτα: βουλεύεσθαι καλώς (ευ λογίζεσθαι), λέγειν αναμαρτήτως (ευ λέγειν) και πράττειν α δει»[9] = Τριτογένεια λέγεται η Αθηνά… και θεωρείται ενσάρκωση της φρόνησης. Η δε φρόνηση εκφράζεται με τρεις (συμπληρωματικές) δυνατότητες:
Να σκεπτόμαστε σωστά
Να διατυπώνουμε τη σκέψη μας άψογα
Να πράττουμε αυτά που κρίνονται από τους άλλους σωστά, άρα ευεργετικά.


4. Επίλογος μετάβασης σε άλλο επίπεδο λογισμών:
Υπολείπεται κάποια διευκρίνιση (ορισμός) για την έννοια της προαίρεσης:

Τι σχέση έχει με τη βούληση, ελεύθερη επιλογή;
Ποια τα όρια λειτουργίας της ή εμβέλειάς της,
Ποια η σχέση της με το λογικό του ανθρώπου.

Αντιγράφουμε λοιπόν από το Γ΄ βιβλίο των Ηθικών Νικομαχείων (Γ 2.9. ή 1111b 26-29 και Γ.2.17 ή 1112 b 16-17)

«Η βούλησις (ημών) του τέλους εστί μάλλον, η δε προαίρεσις των προς το τέλος ….όλως δε έοικεν η προαίρεσις περί τα εφ’ ημίν είναι». = Η βούλησή μας (ή η επιθυμία μας) εκφράζει μάλλον έναν τελικό σκοπό, ενώ η προαίρεσή μας επιλέγει τα μέσα που θεωρούμε χρήσιμα για την επίτευξη του σκοπού… και μάλλον η προαίρεσή μας βασίζεται σε ό,τι μπορούμε εμείς να πραγματοποιήσουμε, ό,τι κρίνουμε ότι είναι μέσα στα όριά μας..


Και λίγους στίχους παρακάτω (Γ.2.17 ή 1112 a 16-17) διαβάζουμε:… «η προαίρεσις μετά λόγου και διανοίας, υποσημαίνειν δε έοικεν και το όνομα ως ον προ ετέρων αιρετόν» = Η προαίρεσή μας συνοδεύεται από λογική και περίσκεψη, όπως φαίνεται να υποδηλώνει και ο όρος που χρησιμοποιούμε: αιρετό ονομάζουμε κάτι που το προτιμάμε συγκρίνοντας το με κάτι άλλο, άρα ύστερα από ενέργεια λογική και σκέψη.

Ήδη όμως έχει αγγίξει το κυριότερο ζήτημα της ανθρώπινης ύπαρξης και δράσης, αυτό της Ελευθερίας της Συνείδησης του Ανθρώπου και της συνακόλουθης ευθύνης του. Τέτοιο ζήτημα δεν είχε ακόμη διατυπωθεί διακριτό από τους φιλοσόφους. Με σαφήνεια το έθεσαν, μια γενιά αργότερα από τον Αριστοτέλη, οι Στωικοί[10], ενώ είναι πιθανό ότι το είχε αγγίξει παλαιότερα ως πρόβλημα ο Δημόκριτος[11].

  1. H. Diels- W. Kranz, Die Fragmente der Vorsokratiker, 68B170, 251. Περισσότερα στοιχεία στο άρθρο Φιλοσοφία της Ζωής κατά το Δημόκριτο, σύμφωνα με τα σωζόμενα αποσπάσματα από τον πλούσιο στοχασμό του (στο Διαδίκτυο, www.voros.gr
  2. Στο σχολικό βιβλίο σύντομες πληροφορίες για τους νέους έχει γράψει ο Δημ. Λυπουρλής (στο Αρχαία Ελληνικά: Φιλοσοφικός Λόγος, για την Γ΄τάξη Λυκείου, Θεωρητική κατεύθυνση, σελ. 151-153) .
  3. Διάφοροι άλλοι στοχαστές και σε διάφορες εποχές, πριν και μετά, έχουν προσεγγίσει διαφορετικά και με όρους διαφορετικούς το θέμα της ευδαιμονίας. Ενδεικτικά θυμίζω: Ο Σοφοκλής στην Αντιγόνη (στους τελευταίους στίχους, κατά την έξοδο του χορού από την ορχήστρα, έχει γράψει: «πολλώ το φρονείν ευδαιμονίας πρώτον υπάρχει….» =πολύ πριν από την ευδαιμονία είναι ανάγκη να υπάρχει στην άνθρωπο η φρόνηση (για να αποκτηθεί με τη φρόνηση η ευδαιμονία) . Σε ένα από τα σωζόμενα αποσπάσματα από έργο του Ευριπίδη (G. Nauck, Fragmenta Tragicorum Graecorum, Euripides, fr. 910) διαβάζουμε: «΄Ολβιος όστις της ιστορίης έσχε μάθησιν….» = Καλότυχος όποιος έμαθε ιστορία, όποιος απόκτησε γνώση για τον κόσμο (Ο όρος ιστορία παράγεται από τη ρίζα του ρήματος οίδα= γνωρίζω ∙ προστακτική του οίδα: ίσθι, ίστω…, από όπου ιστορία = γνώση γενικά.
  4. Σχετική παραπομπή στη σημ. 1
  5. Ηθικά Νικομάχεια, Α, 8, 1 (1102a 5-6) . Οι δυο μορφές παραπομπής αναφέρονται σε διαφορετικές εκδόσεις, παλαιότερη και νεότερη.
  6. Ηθικά Νικομάχεια, Β 6, 14-16 ή 1106 a1-2.
  7. Πολιτικά, 1332 a 39-40.
  8. ο.π. 1332, 6-7 .
  9. H. Diels- Kranz, Die Fragmente der Vorsokratiker, 68 B 2.
  10. A.A. Long, Η Ελληνιστική Φιλοσοφία (μετ. Στυλ. Δημόπουλος- Μυρτώ Δραγώνα-, Μ.Ι.Ε.Τ. 1987), σελ. 101-108, 168-72, 268-69). Για το θέμα αυτό έχουμε από τότε και ως σήμερα πλούσια βιβλιογραφία. Στην ελληνική βιβλιογραφία νομίζω πως το σαφέστερο κείμενο είναι ένα εκτενές «Περί Ελευθερίας» κεφάλαιο στο βιβλίο του Ε. Π. Παπανούτσου Φιλοσοφία και Παιδεία (1957).
  11. F. K. Voros, «Das Problem der Willensfreiheit bei Democrit», περιοδικό “Das Altertum”(τ. του 1974) του τότε Ανατολικού Βερολίνου.

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2009

Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Μέγας: ΜΗΝΥΜΑ ΕΛΠΙΔΟΣ

  Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Μέγας

Τα πάντα γνωρίζουμε για το Θεό, επειδή ο Λόγος Του απλώθηκε και τα πάντα κατέλαβε με την παρουσία Του.
Όλη η κτίση είναι γεμάτη από Εκείνον.
Έγινε άνθρωπος και είναι εδώ σε ένα διαρκές παρόν.
Ο κάτω κόσμος φωτίστηκε.
Η οικουμένη στο σύνολό της, είναι γεμάτη από το Φως Του.

«Πανταχοῦ γὰρ τοῦ Λόγου ἑαυτὸν ἁπλώσαντος͵ 
καὶ ἄνω καὶ κάτω καὶ εἰς τὸ βάθος καὶ εἰς τὸ πλάτος 
- ἄνω μὲν εἰς τὴν κτίσιν͵ κάτω δὲ εἰς τὴν ἐνανθρώπησιν͵ 
εἰς βάθος δὲ εἰς τὸν ᾅδην, εἰς πλάτος δὲ εἰς τὸν κόσμον 
- τὰ πάντα τῆς περὶ Θεοῦ γνώσεως πεπλήρωται.»

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2009

Ο Άγιος Βασίλειος των Ελλήνων

Πόσοι θυμούνται αυτές τις μέρες ότι, εκτός από τον Santa Clauss με το κόκκινο σκουφί, τις ερμίνες και τους ταράνδους, υπάρχει και ο έλληνας Άη Βασίλης; Ασκητικός, λόγιος αλλά και γεωργός, που δεν κουβαλάει δώρα, αλλά περιμένει να τον φιλέψουν οι νοικοκυραίοι, δίνοντάς τους για αντάλλαγμα την "αλφαβήτα" (την ελληνική παιδεία), που -όπως διηγούνται τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα- κάνει το ξερό ραβδί του να ανθίσει.

Ίσως δεν είναι τυχαίος ο παραλληλισμός με την ιερή ελιά του Παρθενώνα, που ξαναβλάστησε μετά τους περσικούς πολέμους.

Βλέπεται μπορεί οι -εκάστοτε- Μήδοι να διαβαίνουν, όμως τα σύμβολα μιας νέας αρχής, μιας νέας ελπίδας εξακολουθούν να παρηγορούν μέσα από τα ελληνικά κάλαντα και το ραβδί του Έλληνα Άη Βασίλη!...
Βαθύτατα μορφωμένος και ένας από τους πρώτους «οικολόγους» αφού αγαπούσε ιδιαίτερα τη φύση. Στάθηκε στο πλευρό των φτωχών και των δούλων ενώ αγωνίστηκε για την ελάφρυνση της φορολογίας του λαού.
Στην πραγματικότητα, ο Μέγας Βασίλειος υπήρξε αυστηρός ασκητής, πολύ ψηλός και πολύ αδύνατος, είχε χλωμό σκούρο δέρμα και κοντά μαλλιά και μακριά μαύρα γενιά, σκούρα μάτια και ερευνητική ματιά. Ηταν φιλάσθενος, είχε προβλήματα υγείας και υπέφερε από το ανυπόφορο κρύο και το βαρύ χειμώνα της Καππαδοκίας. Ηταν πολύ δυναμικός, εμπνευστής της οργανωμένης φιλανθρωπίας (Βασιλειάδα) και δεινός θεολόγος.


Την ημέρα του αγίου Βασιλείου (πρωτοχρονιά)
έχουμε την προσμονή ενός ταπεινού
και καλού Έλληνα αγίου με τα μαύρα γένια
και το σκούρο φτωχό ράσο, που έρχεται
από την Καισάρεια της Καππαδοκίας (Μικρά Ασία)
να ευλογήσει τα σπιτικά μας και να πάρει
το δικό του κομμάτι από τη βασιλόπιτα
Αυτός είναι ο άγιος Βασίλειος,
ο φιλάνθρωπος επίσκοπος
του 4ου αιώνα μ.Χ., ο άνθρωπος
των γραμμάτων ο ταπεινός
και θαυματουργός


Για τις χώρες της Δύσης αυτός που φέρνει τα δώρα στους φτωχούς και τα παιδιά είναι ο Αγιος Νικόλαος ή Santa Clause, τον οποίο στην Ελλάδα γιορτάζουμε στις 6 Δεκεμβρίου και τον θεωρούμε προστάτη των Ναυτικών. Στην Ιστορία του Αγίου Νικολάου, ως προστάτη των φτωχών και των παιδιών, οι λαοί του βορρά ανάμιξαν και στοιχεία από αρχαιότερους μύθους, όπως τα ξωτικά, το άστρο του βορρά, το έλκυθρο, κ.λπ, Ετσι δημιουργήθηκε ο μύθος του Σάντα Κλάους, ενός ευτραφούς τύπου με στρογγυλά γυαλιά λευκά γένεια, κόκκινη στολή και μαγικές ικανότητες, ο οποίος κατοικεί στο Βόρειο Πόλο και περιστοιχίζεται από νεράϊδες του χιονιού και ξωτικά.


Ο Αγιος Νικόλαος εικονογραφείται στην ορθόδοξη παράδοση, ως γέροντας, ασπρογένης επίσκοπος και επειδή την πρώτη του Γενάρη γιορτάζει ο Αγιος Βασίλειος και συνηθίζουμε να προσφέρουμε δώρα την Πρωτοχρονιά, συνδυάστηκε το όνομα του εορτάζοντος Αγίου Βασιλείου με τη μορφή του άλλου Αγίου, του Αγίου Νικολάου, ο οποίος θεωρείται στη Δύση ως ο καλός παππούς Αγιος, που μοιράζει τα δώρα.
Οσον αφορά για το χρώμα της στολής του Αγίου Βασιλείου, μάλλον θα πρέπει να μην ανατρέξουμε τόσο πίσω αλλά να στραφούμε στο έτος 1931, όταν η εταιρία αναψυκτικών Coca Cola ανέθεσε σε ένα γραφίστα να ντύσει τον Santa Claus στα κόκκινα ώστε να ταιριάζει με το αναψυκτικό της. Η διαφήμιση είχε τόση επιτυχία ώστε σήμερα ο Αη Βασίλης στα κόκκινα να θεωρείται αναπόσπαστο μέρος των εορτών και της λατρείας.

Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2008

Φώτη Κόντογλου: Χριστούγεννα στη σπηλιά

                        Ο ΑΝΕΣΤΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΣ

Χριστούγεννα παραμονές. Χριστούγεννα και χιονιάς πάντα πάνε μαζί. Μα εκείνη τη χρονιά οι καιροί ήτανε φουρτουνιασμένοι παρά φύση. Χιόνι δέν έρριχνε. Μοναχά που η ατμόσφαιρα ήτανε θυμωμένη, και φυσούσανε σκληροί βοριάδες με χιονόνερο και μ' αστραπές. Καμμιά βδομάδα ο καιρός καλωσύνεψε και φυσούσε μια τραμουντάνα που αρμενιζότανε. Μα την παραμονή τα κατσούφιασε. Την παραμονή από το πρωΐ ο ουρανός ήτανε μαύρος σαν μολύβι, κ' έπιασε κ' έρριχνε βελονιαστό χιονόνερο.
Σε μια τοποθεσία που τη λέγανε Σκρόφα, βρισκότανε ένα μαντρί με γιδοπρόδατα, απάνω σε μια πλαγιά του βουνού που κοίταζε κατά το πέλαγο. το μέρος αυτό ήτανε άγριο κ' έρημο, γεμάτο αγριόπρινα, σκίνους και κουμαριές, που ήτανε κατακόκκινες από τα κούμαρα. το μαντρί ήτανε τριγυρισμένο με ξεροτρόχαλο [=ξερολιθιά]. 
Οι τσομπάνηδες καθόντανε μέσα σε μια σπηλιά που βρισκότανε παραμέσα και πιο ψηλά από τη μάντρα και που κοίταζε κατά τη νοτιά. Μεγάλη σπηλιά, με τρία - τέσσερα χωρίσματα, κι αψηλή ως τρία μπόγια. Τα ζωντανά σταλιάζανε κάτω από τις χαμηλές σάγιες, που έσκυβες για να μπεις μέσα. Σωροί από κοπριά στεκόντανε εδώ κ' εκεί, και βγάζανε μια σπιρτόζα μυρουδιά. Χάμω, το χώμα ήτανε σκουπισμένο και καθαρό, γιατί οι τσομπάνηδες ήτανε μερακλήδες, και βάζανε τα παιδιά και σκουπίζανε ταχτικά με κάτι σκούπες κανωμένες από αστοιβιές.

Αρχιτσέλιγκας ήτανε ο Γιάννης ο Μπαρμπάκος, ένας άνθρωπος μισάγριος, γεννημένος ανάμεσα στα γίδια και στα πρόβατα. Ήτανε μαύρος, μαλλιαρός, με γένεια μαύρα κόρακας, σγουρά και σφιχτά σαν του κριαριού. Φορούσε σαλβάρια κοντά ως το γόνατο, σελάχι στη μέση του, ζουνάρι πλατύ, βαριά τζεσμέδια στα ποδάρια του. το κεφάλι του το είχε τυλιγμένο μ' ένα μεγάλο μαντίλι σαν σαρίκι, κ' οι μαρχαμάδες [= τα κρόσια] κρεμόντανε στο πρόσωπό του. Αρχαίος άνθρωπος!
Είχε δυο παραγυιούς, τον Αλέξη και τον Δυσσέα, δυο παλληκαρόπουλα ως είκοσι χρονών. Είχε και τρία παιδιά, που τους βοηθούσανε στ' άρμεγμα και κοιτάζανε το μαντρί νά 'ναι καθαρό. Αυτές οι έξι ψυχές εζούσανε σε κείνο το μέρος, κρυφά από τον Θεό. Ανάρια βλέπανε άνθρωπο.

Η σπηλιά ήτανε καπνισμένη κι ο βράχος είχε μαυρίσει ως απάνω από την καπνιά που έβγαινε από το στόμα της σπηλιάς. Εκεί μέσα είχανε τα γιατάκια τους, σαν μεντέρια, στρωμένα με προβιές. Στους τοίχους της σπηλιάς είχανε μπήξει παλούκια μέσα στις σκισμάδες του βράχου, και κρεμόντανε καρδάρες, τυροβόλια, μαγιές, τουφέκια και μαχαίρια, λες κ' ήτανε λημέρι των ληστών. Απ' έξω φυλάγανε οι σκύλοι, όλοι άγριοι σαν λύκοι.

Η ακροθαλασσιά βρισκότανε ως ένα τσιγάρο απόσταση από τη μάντρα. Ήτανε έρημη, κι άλλο δεν ακουγότανε εκεί πέρα παρά μοναχά ο αγκομαχητός του πελάγου, μέρα - νύχτα. Με τον βοριά απάγκιαζε, και καμμιά φορά πόδιζε κανένα καΐκι. Αλλιώς δεν έβλεπες βάρκα πουθενά. Από το μαντρί αγνάντευε κανένας το πέλαγο ανάμεσα στα δέντρα, και το μάτι ξεχώριζε καθαρά τα βουνά της Μυτιλήνης.

Την παραμονή τα Χριστούγεννα, είπαμε πως ο καιρός χάλασε, κι άρχισε να πέφτει χιονόνερο. Οι τσομπάνηδες είχανε μαζευτεί στη σπηλιά κι ανάψανε μια μεγάλη φωτιά και κουβεντιάζανε. Τα παιδιά είχανε σφάξει δυο αρνιά και τα γδέρνανε. Ο Αλέξης έβαλε απάνω σ' ένα ράφι μυτζήθρες και τυρί ανάλατο μέσα στα τυροβόλια, αγίζι και γιαούρτι. Ο Δυσσέας είχε μια παλιά Σύνοψη, κ' επειδή γνώριζε λίγο από ψαλτικά κ' ήξερε και πέντε γράμματα, διάβαζε τις Κυριακάδες κι όποτε ήτανε γιορτή κανένα τροπάρι και λιγοστά από τον Εξάψαλμο. Εκείνη την ώρα φυλλομετρούσε τη Σύνοψη, για να δει τι γράμματα ήτανε να πει.

Θά 'τανε ώρα σπερινού. Κείνη την ώρα ακούσανε κάτι τουφεκιές. Καταλάβανε πως θά 'τανε τίποτα κυνηγοί. το ένα παιδί, που είχε πάγει να φέρει ξύλα με τον γάϊδαρο, είπε πως το πρωΐ είχε ακούσει τουφεκιές κατά την από μέσα θάλασσα, κατά την Άγια-Παρασκευή. Οι σκύλοι πιάσανε και γαβγίζανε όλοι μαζί και πεταχτήκανε όξω από τη μάντρα.

Σε λίγο φανερωθήκανε από πάνω από τη σπηλιά δυό άνθρωποι με τουφέκια, και φωνάζανε τους τσομπάνηδες να μαζέψουνε τα σκυλιά, που χυμήξανε απάνω τους. Ο Σκούρης άφησε τους ανθρώπους κι άρπαξε ένα από τα ζαγάρια πού 'χανε οι κυνηγοί και το ξετίναζε να το πνίξει. Ο κυνηγός έρριξε απάνου του, και τα σκάγια τον πόνεσανε και γύρισε πίσω, μαζί με τ' άλλα μαντρόσκυλα, που πηγαίνανε πισώδρομα όσο κατεβαίνανε οι κυνηγοί. Τέλος πάντων, εβγήκε ο Μπαρμπάκος με τους άλλους και πιάσανε τον Σκούρη και τον δέσανε, διώξανε και τ' άλλα σκυλιά.

«Ώρα καλή, βρε παιδιά!» φώναξε ο Παναγής ο Καρδαμίτσας, ζωσμένος με τα φυσεγκλίκια, με το ταγάρι γεμάτο πουλιά.

Ο άλλος, που ήτανε μαζί του, ήτανε ο γυιός του ο Δημητρός.
«Πολλά τα έτη!» αποκριθήκανε ο Μπαρμπάκος κ' η συντροφιά του. «Καλώς ορίσατε!»
Τους πήγανε στη σπηλιά.
«Μωρέ, τ' είν' εδώ; Παλάτι! Παλάτι με βασιλοπούλες!» είπε ο μπάρμπα-Παναγής, δείχνοντας τις μυτζήθρες που αχνίζανε.

Τους βάλανε να καθήσουνε, τους κάνανε καφέ. Οι κυνηγοί είχανε κονιάκι. Κεραστήκανε.
«Βρε αδερφέ», έλεγε ο μπάρμπα-Παναγής, «ποιος να τό 'λεγε, χρονιάρα μέρα, πως θα κάνουμε Χριστούγεννα στο σπήλαιο που εγεννήθη ο Χριστός! Εχτές περάσαμε στην Άγια - Παρασκευή, να κυνηγήσουμε λίγο. Ε, δικός μας είναι ο ηγούμενος, κοιμηθήκαμε στο μοναστήρι, και σήμερα την αυγή βγήκαμε στο κυνήγι. Βλέποντας πως φουρτούνιασε ο καιρός, είπαμε πως δε θα μπορέσουμε να περάσουμε το μπουγάζι με τη σαπιόβαρκα του μπάρμπα-Μανώλη του Βασιλέ. Κ' επειδή ξέραμε απ' άλλη φορά το μαντρί, και με το κυνήγι πέσαμε σε τούτα τα σύνορα, είπαμε νά 'ρθουμε στ' αρχοντικό σας... Μωρέ, τι σκύλο έχετε; Αυτό είναι θηρίο, ασλάνι και καπλάνι!
Μπρε, μπρε, μπρε! το ζαγάρι το πετσόκοψε! Για κοίταξε τι χάλια το 'κανε!»
Και γύρισε σε μια γωνιά της σπηλιάς, που κλαμούριζε το σκυλί κ' έτρεμε σαν θερμιασμένο.
«Έλα δω, Φλοξ! Φλοξ!»
Μα η Φλοξ από την τρομάρα της τρύπωνε πιό βαθιά.
Άμα ήπιανε δυό-τρία κονιάκια, ο μπάρμπα-Παναγής άρχισε να μασά τα μουστάκια του, και στο τέλος έπιασε να τραγουδά:

Καλήν εσπέραν, άρχοντες, αν είναι ορισμός σας,
Χριστού την θείαν γέννησιν να πω στ' αρχοντικό σας.

Ύστερα ο Δυσσέας έψαλε το «Χριστός γεννάται, δοξάσατε».
Εκείνη την ώρα ακούσανε πάλι τα σκυλιά να γαβγίζουνε. Στείλανε τα παιδιά να δούνε τι είναι. Ο αγέρας είχε μπουρινιάσει κ' έρριχνε παγωμένο νερό. Κρύο τάντανο!

Σε λίγο πάψανε τα σκυλιά, και γυρίσανε πίσω τα παιδιά. Από πίσω τους μπήκανε στη σπηλιά τρεις άντρες, που φαινόντανε πως ήτανε θαλασσινοί, και δυό καλόγεροι, βρεμένοι όλοι και ξυλιασμένοι απ' το κρύο. Τους καλωσορίσανε, τους βάλανε και καθήσανε.

Μόλις πήγε κοντά στη φωτιά ο πρώτος, ο καπετάνιος, τον γνώρισε ο Μπαρμπάκος κ' έβγαλε μια χαρούμενη φωνή. Ήτανε ο καπετάν-Κωσταντής ο Μπιλικτσής, που ταξίδευε στην Πόλη. Είχε περάσει κι άλλη φορά από τη Σκρόφα, κ' είχανε δέσει φιλία με τον Μπαρμπάκο, που δεν ήξερε τι περιποίηση να τους κάνει. οι άλλοι δυό ήτανε γεμιτζήδες κι αυτοί, άνθρωποι του καϊκιού του.

Ο ένας από τους καλόγερους, ένας σωματώδης με μαύρα γένεια, ομορφάνθρωπος, ήτανε ο πάτερ-Σιλβέστρος Κουκουτός, καλογερόπαπας. Ο άλλος ήτανε λιγνός, με λίγες ανάριες τρίχες στο πηγούνι, σαν τον Άγιο Γιάννη τον Καλυβίτη. Τον λέγανε Αρσένιο Σγουρή.

Ο καπετάν-Κωσταντής ερχότανε από την Πόλη και πήρε στο καΐκι τον πάτερ-Σίλβεστρο, που είχε πάγει στην Πόλη από τ' Άγιον Όρος για ελέη, κ' ήθελε να κάνει Χριστούγεννα στην πατρίδα του. Ο πάτερ-Αρσένιος είχε ταξιδέψει μαζί του από τη Μονή του Παντοκράτορας στο Όρος, κ' ήτανε από τη Θεσσαλία.

Ταξιδέψανε καλά. Μα σαν καβατζάρανε τον Κάβο-Μπαμπά, ο αγέρας μπουρίνιασε, κι όλη τη μέρα αρμενίζανε με μουδαρισμένα πανιά και με τον στάντζο, ως που φτάξανε κατά το βράδυ απ' έξω από το Ταλιάνι. Ο καιρός σκύλιαξε κι ο καπετάνιος δεν μπόρεσε να 'μπει στο μπουγάζι, να κάνουνε Χριστούγεννα στην πατρίδα.
Αποφάσισε λοιπόν να ποδίσει, και πήγε και φουντάρισε στ' απάγκειο, πίσω από έναν μικρόν κάβο, από κάτω από το μαντρί. Κ' επειδή θυμήθηκε τον φίλο του τον Μπαρμπάκο, πήρε τους γέροντες και τους δυο άλλους νοματέους και τραβήξανε για το αγίλι [=μαντρί]. Στο τσερνίκι είχανε αφήσει τον μπαρμπ' - Απόστολο με τον μούτσο.

Σάν είδανε πως στη σπηλιά βρισκότανε κι ο κυρ-Παναγής με τον κυρ-Δημητρό, γίνηκε μεγάλη χαρά και φασαρία.

«Μωρέ να δεις», έλεγε ο κυρ-Παναγής, «τώρα ψέλναμε το τροπάρι, κι απάνω που λέγαμε «εν αυτή γαρ οι τοις άστροις λατρεύοντες υπό αστέρος εδιδάσκοντο...», φτάξατε κ' εσείς οι μάγοι με τα δώρα! Γιατί βλέπω μια νταμιζάνα κρασί, βλέπω λακέρδα, βλέπω χαβιάρια, βλέπω παξιμάδια, μπακλαβάδες, «σμύρναν, χρυσόν και λίβανον»!
Χα! Χα! Χα!» — γελούσε δυνατά ο κυρ-Παναγής, μισομεθυσμένος και ψευδίζοντας, και χάϊδευε την κοιλιά του, γιατί ήτανε καλοφαγάς.

Στο μεταξύ ο πάτερ - Αρσένιος ο Σγουρής ζωντάνεψε ο καϊμένος, κ' είπε σιγανά χαμογελώντας και τρίδοντας τα χέρια του:

«Δόξα σοι ο θεός, Κύριε ημών Ιησού Χριστέ, που μας ελύτρωσες εκ του κλύδωνος!» κ' έκανε τον σταυρό του.
Ο πάτερ - Σίλβεστρος είπε να σηκωθούνε όρθιοι, κ' είπε λίγες ευχές, το «Χριστός γεννάται», κ' ύστερα με τη βροντερή φωνή του έψαλε:
«Μεγάλυνον, ψυχή μου, την τιμιωτέραν και ενδοξοτέραν των άνω στρατευμάτων.
Μυστήριον ξένον ορώ και παράδοξον. Ουρανόν το σπήλαιον, θρόνον χερουβικόν την Παρθένον, την φάτνην χωρίον, εν ω ανεκλίθη ο αχώρητος Χριστός ο Θεός, ον ανυμνούντες μεγαλύνομεν.»
Ύστερα καθήσανε στο τραπέζι. Τέτοιο τραπέζι βλογημένο και χαρούμενο δεν έγινε σε κανένα παλάτι. Τρώγανε και ψέλνανε. Και του πουλιού το γάλα είχε απάνω, από τα μοσκοβολημένα τ' αρνιά, τα τυριά, τα μανούρια, τις μυτζήθρες, τις μπεκάτσες και τ' άλλα πουλιά του κυνηγιού, ως τη λακέρδα και τ' άλλα τα πολίτικα που φέρανε οι θαλασσινοί, καθώς και κρασί μπρούσικο.
Όξω φυσομανούσε ο χιονιάς, και βογγούσανε τα δέντρα κ' η θάλασσα από μακριά. Ανάμεσα στα βουΐσματα ακουγόντανε και τα κουδούνια από τα ζωντανά που αναχαράζανε. Μέσα από τη σπηλιά έβγαινε η κόκκινη αντιφεγγιά της φωτιάς μαζί με τις ψαλμωδίες και με τις χαρούμενες φωνές. Κι ο κυρ-Παναγής έκλεβε κάπου-κάπου λίγον ύπνο, ρουχάλιζε λιγάκι κ' ύστερα ξυπνούσε κ' έψελνε μαζί με τη συνοδεία.
Αληθινά, από τη Γέννηση του Χριστού δεν έλειπε τίποτα. Όλα υπήρχανε: το σπήλαιο, οι ποιμένες, οι μάγοι με τα δώρα, κι ο ίδιος ο Χριστός ήτανε παρών με τους δύο μαθητές του, που ευλογούσανε
«την βρώσιν και την πόσιν».


Φώτης Κόντογλου: Χριστούγεννα στη σπηλιά

Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2008

Γρηγόριος Παλαμάς:"Γι αυτό κραυγάζουν εναντίον όλων σας...μη υποφέροντας... την συνεχή αδικία..."

Επίκαιρη καταγγελία όσο ποτέ....

" ...και αν για λίγο υποκριθούμε φαινομενική προς αλλήλους ειρήνη, οι δυνάστες αυξάνομε περισσότερο την βία εναντίον των πτωχών, επιβάλλοντας βαρύτερη φορολογία στους χειρωνακτικά εργαζομένους.

Ποιος στρατιώτης αρκείται τώρα στον μισθό του;
Ποιος άρχοντας δεν καμαρώνει τώρα για τις αρπαγές;
Οι δε σκυλοτρόφοι και οι χοιροβοσκοί, σαν άγριοι χοίροι κι' αιμοβόροι σκύλοι, διασπαράσσουν την περιουσία των απροστατεύτων.

Γι' αυτό κραυγάζουν εναντίον όλων σας οι πτωχοί, εναντίον των ηγετών, των έπειτα από αυτούς, των στρατιωτικών, των υπηρετών τους, μη υποφέροντας την ανηλεή και μισάνθρωπη συμπεριφορά των φορολόγων και την συνεχή βία και αδικία από όσους είσθε δυνατώτεροι επάνω στην γη.

πηγή: (Γρηγόριος Ο Παλαμάς,αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, ο θαυματουργός ομιλ. ΞΒ', παρ 11)