Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχαία Ελλάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχαία Ελλάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 18 Ιανουαρίου 2024

Η Ιατρική των Ελλήνων

«Αν δεν υπάρχει υγεία, όλα τα υπόλοιπα αγαθά σε τίποτα δεν ωφελούν» Ιπποκράτης.
Αυτό ήταν το «μότο» των αρχαίων Ελλήνων γι αυτό και έδιναν βαρύνουσα σημασία στην υγεία αλλά και στον καλύτερο δυνατό τρόπο θεραπείας σε περίπτωση ασθενείας.
 ippokratis 
Οι Έλληνες γιατροί έχουν μείνει στην ιστορία χάριν της ακεραιότητας, του καινοτομικού χαρακτήρα του έργου τους και του σεβασμού τους προς τον άνθρωπο.
Εκμεταλλεύονταν αυτά που  η φύση  προσέφερε και έτσι θεράπευαν ανιδιοτελώς πάσης φύσης ασθένεια. Παραπλήσια σε αυτό το είδος επιστήμης είναι η σύγχρονη μέθοδος της ομοιοπαθητικής , της οποίας το όνομα απαντά για πρώτη φορά στον Ιπποκράτη, και η οποία εντοπίζει και καταπολεμά με φυσικό τρόπο την ρίζα της εκάστοτε ασθένειας, φέροντας τα συμπτώματά της σε έξαρση, προκειμένου να εξαλειφθούν τελείως. Το αντίθετό της είναι η αλλοπαθητική ιατρική, η κυριαρχούσα, δηλαδή, μέθοδος των ημερών, η οποία πολλάκις περιορίζεται στην καταπολέμηση των συμπτωμάτων και όχι της αιτίας.
Ήδη από την πανάρχαια εποχή του Ερμή του Τρισμέγιστου η ιατρική επιστήμη βρισκόταν σε ένα διόλου ευκαταφρόνητο επίπεδο, καθώς και ο ίδιος ασχολήθηκε, μεταξύ των άλλων, και με τον εν λόγω κλάδο, αντλώντας υλικά από την φύση και μετατρέποντάς τα σε φάρμακα.

Αλλά και από τις περιγραφές του Ομήρου συμπεραίνουμε πως οι άνθρωποι τότε γνώριζαν πώς να περιποιούνται μόνοι τους και αποτελεσματικά τραύματα, πληγές και ελαφριές ασθένειες. Ο Όμηρος, ακόμη, αναφέρει τα γνωστά σε όλους μας αγχολυτικά!

Μερικοί από τους σημαντικότερους Έλληνες ιατρούς, οι οποίοι με τις μεθόδους επέφεραν ριζική τομή όχι μόνο στην εγχώρια αλλά στην παγκόσμια ιατρική είναι οι ακόλουθοι:
Αυτό που κρατά ο Ασκληπιός παραπέμπει στο σημερινό σύμβολο της Ιατρικής
Αυτό που κρατά ο Ασκληπιός παραπέμπει
στο σημερινό σύμβολο της Ιατρικής
  • Ασκληπιός: Τιμούνταν ως «θεός» της ιατρικής και της υγείας γενικότερα και ιερά προς τιμήν του, στα οποία κατέφευγαν ασθενείς από όλα τα μέρη του κόσμου, υπήρχαν διάσπαρτα παντού. (π.χ. Ασκληπιείο δίπλα στο θέατρο της Επιδαύρου).
  • Μελάμπους: Σύμφωνα με τον Καθηγητή Πανεπιστημίου Δ. Κουρέτη, θεωρείται ο πρώτος Ψυχοσωματιστής Ιατρός, καθώς κατά την παράδοση θεράπευσε την μανία (τρέλλα) των Προιτίδων, κορών του αρχαίου βασιλιά της Τίρυνθας, Προίτου.
  • Κωκυτός: Ιατρός, μαθητής του Κενταύρου Χείρωνος που επισκέφθηκε τον τραυματία Άδωνη.
  • Εύμηλος ο Θηβαίος: συνέγραψε το έργο «Ιππιατρικόν».
  • Γόργασος: Προς τιμήν του υπήρχε ιερό στην Μεσσηνία, στο οποίο προσέτρεχαν ασθενείς, προκειμένου να βρουν ίαση στις ασθένειές τους.
  • Αισχρίων: Ιατρός από την Πέργαμο. Ήταν αυτός που δίδαξε στον Γαληνό Φαρμακολογία και ο τελευταίος, με την σειρά του, τον χαρακτήρισε «φαρμάκων εμπειρικότατον». Χαρακτηριστική ήταν η θεραπεία του για δάγκωμα λυσσασμένου ζώου, την οποία αναφέρει ο Γαληνός. Έβαζε στάχτη από καβούρια, τους ποτάμιους καρκίνους, όπως τους αποκαλεί.
  • Απολλώνιος ο Κιτιεύς: Ο σημαντικότερος Κύπριος Ιατρός, που συνέγραψε τα «περί Επιληψίας» και «Περί Άρθρων Πραγματεία», όπου περιγράφει την ανάταξη εξαρθρωμένων μελών του ανθρωπίνου σώματος με τεράστια ακρίβεια (τον αναφέρει και ο Ιπποκράτης).
  • Δάρδανος: Έφερε το παρανόμι Ασκληπιάδης και θεωρούνταν πρόγονος του Ιπποκράτη.
  • Αρεταίος: Από αυτόν έλαβε το όνομά του ο «Διαβήτης».
  • Ηρόφιλος: Πρώτος διατύπωσε την θεωρία ότι τα συναισθήματα πηγάζουν από τον εγκέφαλο και όχι από την καρδιά.
  • Ηρακλείδης ο Ταραντίνος: Στρατιωτικός ιατρός, ο οποίος ασχολήθηκε κυρίως με την χειρουργική αλλά και με την παθολογία, την οφθαλμολογία και την φαρμακολογία.
  • Φίλιππος ο Ακαρνάν: Προσωπικός ιατρός του Μ. Αλεξάνδρου, όπως και οι Αλέξιππος, Ανδροκίδης, Παυσανίας, κ.α.
  • Ευήνωρ: Περίφημος γυναικολόγος.
  • Δημήτριος Απαμεύς: Εισήγαγε τους όρους: «μανία, πριαπισμός, φρενίτις, ληθαργία».
  • Ξενοφών ο Αλεξανδρινός: Ασχολήθηκε με την θεραπεία του καρκίνου.
  • Σωρανός: διάσημος γυναικολόγος, γνωστός και ως «πρίγκηψ των ιατρών», όπως τον αποκαλούσαν.
  • Ασκληπιάδης: Ψυχίατρος που θεράπευε τους ψυχασθενείς με διάφορα είδη λουτρών και κατάλληλη μουσική.
  • Ερασίστρατος: Αυτός έκανε την διάκριση των νεύρων σε κινητικά και αισθητικά. Την ανακάλυψη αυτή, βέβαια, την έχουν αποδώσει στους Μπελ και Μαγκέντι.
  • Αγαθίας ο Σχολαστικός: Μιλά για την αύρα του σώματος «Σώμα φέρων σκιοειδές αδερκέι σύμπνοον αύρη». Τέτοιες θεωρίες σφετερίστηκαν πολύ αργότερα διάφορες θρησκείες της Ανατολής, με αποτέλεσμα σήμερα να χαρακτηρίζονται ως Παραϊατρική!
ergaleia
Φυσικά οι αρχαίοι Έλληνες ιατροί και φαραμακολόγοι (πατέρας της Φαρμακολογίας θεωρείται ο Διοσκορίδης, ο οποίος επισκέφθηκε πολλά μέρη στον κόσμο προς αναζήτηση  βοτάνων)είναι τόσοι πολλοί που ένα άρθρο δεν δύναται να περικλύσει τον αριθμό και το έργο τους. Δεν μπορούμε, όμως, να μην αναφερθούμε σε δύο μεγάλες προσωπικότητες της ελληνικής ιατρικής, οι μέθοδοι των οποίων χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα σε όλον τον κόσμο, και αυτοί δεν είναι άλλοι από τους Ιπποκράτη και Γαληνό. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει πως οι γιατροί, στους οποίους δεν αναφερθήκαμε διεξοδικά, είναι ήσσονος σημασίας.
Εξίσου σημαντικοί είναι και οι Έλληνες Φαρμακολόγοι ή Φαρμακοποιοί, οι οποίοι, όπως λέει και το όνομά τους, ποιούσαν, έφτιαχναν φαρμακα, στηριζόμενοι στην φύση, σε αντίθεση με την σύγχρονη εποχή που περιορίζονται σε απλή μεταπώλησή τους από τις Φαρμακοβιομηχανίες. Τέτοιοι ήταν ο Διοσκουρίδης, όπως προαναφέραμε, ο φιλόσοφος Αριστοτέλης, που γνώριζε πολλά από ριζοτομία και βοτανολογία και ο μαθητής του Θεόφραστος αλλά και πολλοί άλλοι…
Ο Ιπποκράτης, «ο πατέρας της Ορθολογικής Ιατρικής», όπως τον αποκαλούν παγκοσμίως, μιλά ξεκάθαρα και κατονομάζει την Ομοιοπαθητική Ιατρική: «Τα όμοια των ομοίων εισίν ιάματα».
Ο όρκος του απαγγέλλεται μέχρι σήμερα στις Ιατρικές Σχολές, στον οποίον συνοψίζει για κάθε μελλοντικό γιατρό τα εξής:
«Να τιμά σαν τους γονείς του αυτόν που του δίδαξε την ιατρική
Να διδάσκει αφιλοκερδώς την τέχνη του σε όποιον θέλει να την ακολουθήσει, με την προϋπόθεση να τηρήσει και αυτός με την σειρά του τον όρκο.
Να προσφέρει ΜΟΝΟ ζωή και όχι θάνατο, ακόμα και αν του το ζητήσει ο ίδιος ο ασθενής (αυτό ισχύει και στην περίπτωση της έκτρωσης – «άμβλωσης», όπως ρητά αναφέρει)
Να τηρεί το ιατρικό απόρρητο και να μην μεταφέρει ό,τι συναντά στο κάθε σπίτι
Να είναι εγκρατής».
Το περιοδικό «Ιέραξ» της Ελληνικής Ακαδημίας της Βασκωνίας-Μπιλμπάο αναφέρει: Ο Ιπποκράτης είναι ο πατέρας του όρκου, τον οποίον, όποιος έμελλε να αφιερωθεί στην Ιατρική, έπρεπε να απαγγείλει».
Αλλά και η Γαλλίδα ελληνίστρια Jacqueline de Romilly περιγράφοντας το έργο του Ιπποκράτη, καταγράφει (Emile Baulieu, Collège de France, Pour l’ Amour du Grec): «Τι κείμενο! Τι πολιτισμός!»

Ο Γ. Κρύκας στο περιοδικό «Ιστορία (τ. 52)» αναφέρει: «Ο Ιπποκράτης επιχειρούσε επεμβάσεις που και σήμερα είναι δυσκολότατες (π.χ. διάνοιξη κρανίου με τρυπάνι). Επανέφερε στην θέση τους εξαρθρωμένα μέλη , έκοβε τα σεσηπότα, πραγματοποιούσε πλευρεκτομές, παρακεντήσεις στον θώρακα και στην κοιλιά, άνοιγε περινεφρικά αποστήματα, χειρουργούσε αιμορροΐδες και συρίγγια, χρησιμοποιούσε καθετήρα για να αφαιρέσει λίθους από την κύστη, πραγματοποιούσε δύσκολες επεμβάσεις στο κρανίο με χαλύβδινα εργαλεία και χρησιμοποιούσε στο χειρουργείο του φλεβοτόμους, οστεολαβίδες, μηχανήματα, πριόνια, μαχαίρια, βελόνες, τρυπάνια, μητροσκόπια και τόσα άλλα».

Αναπαράσταση της μεθόδου, με την οποία ο Γαληνός προέβαινε σε κρανιοανατρήσεις.
Αναπαράσταση της μεθόδου, με την οποία ο Γαληνός
προέβαινε σε κρανιοανατρήσεις.
Συνεχιστής της Ιπποκρατικής Ιατρικής θεωρείται ο Γαληνός, ο οποίος αναγνωρίζεται και ως ο Ιδρυτής της Πειραματικής Φυσιολογίας και της Ανατομικής.
Το περιοδικό Halcon αναφέρει: «Είναι ο συνεχιστής του Ιπποκράτη. Υπήρξε κατά την διάρκεια ολόκληρου του Μεσαίωνα ο κατ’ εξοχήν γιατρός της Οικουμένης, με τρόπο ώστε και το όνομά του να χαρακτηρίζει κάποιον ως γιατρό(…) Για τον Γαληνό η φύση διαθέτει δύναμη δημιουργική. Τον χαρακτηρίζει, όπως και τον Ιπποκράτη, βαθύτατη ηθική. Εκτιμούσε ότι αυτό που ο γιατρός εξετάζει είναι πάνω απ’ όλα ο άνθρωπος και όχι μία ακόμη κλινική περίπτωση. Για να θεραπεύσεις την ασθένεια πρέπει να εκτιμήσεις τον ασθενή ως ανθρώπινη αξία».
Επιτελούσε και αυτός με την σειρά του δυσχερείς επεμβάσεις, όπως η εκτομή στέρνου για να θεραπεύσει παθήσεις της καρδιάς, και περιέγραψε την θεραπεία των νευρικών παθήσεων εξαιτίας πυρετού, για την οποία βραβεύτηκε αργότερα με νόμπελ ο Αυστριακός Wagner.
Η ιατρική των Ελλήνων, σεβόμενη πάνω και πέρα απ’ όλα τον άνθρωπο, έφτασε σε πολύ υψηλό επίπεδο τόσο εξέλιξης όσο και αποτελεσματικότητας και έδωσε τα «φώτα» της σε όλη την οικουμένη! Δεν είναι τυχαίο άλλωστε το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ιατρικών όρων σε όλον τον κόσμο έχει ρίζες ελληνικές, κάτι που θα αναλύσουμε στο επόμενο άρθρο μας.

Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2023

Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας (3ος αι. π.Χ. – 4ος αι. μ.Χ.)

Το 325 π.Χ. ο Μέγας Αλέξανδρος θεμελίωσε την Αλεξάνδρεια στην τοποθεσία της αρχαίας Αιγυπτιακής πόλης Ρακώτιδος, εκτιμώντας ότι η πόλη θα εξελισσόταν σε μεγάλο εμπορικό κέντρο λόγω του εξαιρετικού λιμένα, που κατασκεύασαν οι μηχανικοί Διάδης και Χαρίας, υπό την επίβλεψη του αρχιτέκτονα Δεινοκράτη. Πράγματι την εποχή εκείνη δεν υπήρχε κατάλληλο μέρος που να προσφέρεται για ελλιμενισμό και τα πλοία ήταν αναγκασμένα να εισέρχονται στον Νείλο, όπου και διεκπεραιώνονταν οι κάθε είδους συναλλαγές με τους Αιγυπτίους. Το μεγαλοπρεπές λιμάνι της Αλεξάνδρειας εξελίχθηκε αργότερα στο μεγαλύτερο λιμάνι της Μεσογείου.
Μέγας Αλέξανδρος

Τα όρια της Αλεξάνδρειας σχεδίασε ο ίδιος ο Αλέξανδρος, εμπνευστής του φιλόδοξου ονείρου μιας πόλης με επιβλητικά ανάκτορα, πολυτελέστατα κτίρια, περίτεχνους ναούς και πολλούς πνεύμονες πράσινου. Ο Έλληνας στρατηλάτης επέλεξε το παραλληλόγραμμο σχήμα της Μακεδονικής χλαμύδας με όρια τη λίμνη Μαρώτις στο νότο και τον Κανωπικό Βραχίονα. Ο αρχιτέκτονας Δεινοκράτης ο Ρόδιος ανέλαβε την πολεοδόμηση και την ανέγερση των βασιλικών κτιρίων, κατασκευάζοντας μια πόλη – πρότυπο για την εποχή εκείνη. Την χώρισε σε πέντε περιφέρειες, που ενώνονταν με φαρδείς δρόμους, ενώ σε όλο το μήκος των δύο κεντρικών λεωφόρων, πλάτους 22 μέτρων η καθεμιά, υπήρχαν στοές. Σημεία αναφοράς για τον επισκέπτη ήταν τα ανάκτορα, το θέατρο, η αγορά, ο ναύσταθμος με τις τεράστιες αποθήκες, οι βασιλικοί κήποι, το Μουσείο, το Σώμα, όπου για πολλούς βρισκόταν θαμμένος ο Μέγας Αλέξανδρος, η Βιβλιοθήκη και ο Φάρος.

Πτολεμαίος Α’ Σωτήρ – μουσείο Λούβρου Louvre Museum, Public domain,
via Wikimedia Commons

Όλη η πόλη περιτειχιζόταν από ψηλά και πλατιά τείχη με πολλούς πυργίσκους. Σε αυτή τη νεόκτιστη πόλη, άρχισαν να συρρέουν χιλιάδες πολίτες, αναζητώντας καλύτερη τύχη. Όταν πέθανε ο Μέγας Αλέξανδρος, ο στρατηγός Πτολεμαίος Α’ του Λάγου έγινε βασιλιάς της Αιγύπτου κι εγκαταστάθηκε στην Αλεξάνδρεια, ανακηρύσσοντάς την πρωτεύουσα του βασιλείου του και ίδρυσε τη δυναστεία των Λαγιδών (305-30 π.Χ.). Ο Πτολεμαίος εκτός από καλός στρατιωτικός ήταν ευφυής και οξυδερκής ηγέτης με ανοιχτούς πνευματικούς ορίζοντες. Έτσι μόλις εγκαταστάθηκε στην Αλεξάνδρεια, άρχισε να προσκαλεί από διάφορα μέρη του Ελληνικού κόσμου φιλοσόφους και προσωπικότητες των τεχνών.

Ανάμεσα σε αυτούς που δέχθηκαν την πρόσκληση ήταν ο Ευκλείδης, ο Στράτων, ο Δημήτριος ο Φαληρεύς, ο Φίλητας ο Κώος κ.ά. Μαζί με αυτούς όμως άρχισε να καταφθάνει και πλήθος κόσμου από διάφορα μέρη της Γης, με αποτέλεσμα η Αλεξάνδρεια να μεταβληθεί σ’ ένα πολυεθνικό και πολύμορφο κέντρο γνώσης αποτελούμενο από Πέρσες, Φοίνικες, Λίβυους, ακόμα και Ινδούς. Ωστόσο, οι πολυπληθέστερες κοινότητες ήταν αυτές των Ελλήνων, των Αιγυπτίων και των Εβραίων. Ο Πτολεμαίος, για να μπορέσει να επιβληθεί σε αυτό το ανομοιογενές πλήθος υπηκόων του, «δημιούργησε» με τη βοήθεια δύο μεγάλων μυστών των Αιγυπτιακών και Ελληνικών μυστηρίων, του Έλληνα Τιμόθεου του Αθηναίου και του Αιγυπτίου Μανέθωνα, ένα νέο θεό, τον Σέραπη, που ουσιαστικά ήταν ένωση του Αιγυπτίου Όσιρη και του Έλληνα Διόνυσου ή Πλούτωνα. Έλληνες και Αιγύπτιοι αποδέχθηκαν το νέο θεό και ανήγειραν προς τιμήν του ένα μεγαλοπρεπή ναό, το Σεραπείο, στον Αιγυπτιακό τομέα της πόλης.

Καλλιτεχνική απόδοση Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας, βάσει αρχαιολογικών στοιχείων.
O. Von Corven, Public domain, via Wikimedia Commons

Πρώτο Πανεπιστήμιο του κόσμου

Ο φιλόσοφος και πολιτικός Δημήτριος ο Φαληρεύς (350-283 π.Χ.), βλέποντας τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις που επέφερε η ραγδαία επέλαση των μακεδονικών φαλαγγών στις αχανείς εκτάσεις της Περσικής Αυτοκρατορίας, έπλασε ένα όνειρο που είχε σχέση με την ανάδειξη του ελληνικού πνεύματος σε παγκόσμια κλίμακα. Αν και από τούς ιστορικούς αυτή η φωτισμένη μορφή αναφέρεται ως «αποτυχημένη πολιτικά», ο Δημήτριος ήταν εκείνος που κατάφερε να πείσει με πι προτροπές του τον Πτολεμαίο Α’ να δημιουργήσει στην Αλεξάνδρεια σχολή και βιβλιοθήκη, όπου θα συγκεντρώνονταν όλα τα βιβλία του τότε γνωστού κόσμου. Αν και υπήρχαν βιβλιοθήκες (υπό την έννοια ότι σε κάποιο κτίριο βρισκόταν ένας αριθμός βιβλίων) ήταν συνήθως υπό την επίβλεψη ιερέων του εκάστοτε θρησκευτικού δόγματος της περιοχής. Αν κάποιος ήθελε να τις χρησιμοποιήσει, έπρεπε ή να ήταν μυημένος στο αντίστοιχο δόγμα ή να ήταν στέλεχος του ιερατείου, καθότι αυτές δεν λειτουργούσαν ως πηγές γνώσης και μελέτης για το κοινό, αλλά ως ιερατικά μυσταγωγικά κέντρα. Το ίδιο συνέβαινε και με τις σχολές, όπως για παράδειγμα στην Αθήνα, όπου ήδη λειτουργούσαν η Ακαδημία του Πλάτωνα και το Λύκειο του Αριστοτέλη, που όμως δεν είχαν ερευνητικό χαρακτήρα, αλλά καθαρά φιλοσοφικό και οι βιβλιοθήκες τους ήταν μικρές, αφού φιλοξενούσαν ως επί το πλείστον έργα των ιδρυτών τους, ένα μικρό αριθμό ποιητικών και φιλοσοφικών έργων, καθώς και μερικές συμπληρωματικές μελέτες.

Ανδριάντας του Δημήτριου του Φαληρέα στην είσοδο της Νέας Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας Pakeha, CC BY-SA 3.0 via Wikimedia Commons

Ο Δημήτριος ο Φαληρεύς είχε θητεύσει επιτηρητής της Αθήνας και γνώριζε από κοντά τη λειτουργία και τη σύνθεση του Λυκείου και της Ακαδημίας. Επειδή ήταν και μαθητής του Αριστοτέλη, είναι πιθανόν να είχε διδαχθεί από τον ίδιο το φιλόσοφο την οργάνωση μιας βιβλιοθήκης. Ίσως μάλιστα γι’ αυτόν το λόγο ο Στράβων να αναφέρει ότι ο Αριστοτέλης θεωρούνταν πνευματικός πατέρας του Μουσείου και της Βιβλιοθήκης. Το όνειρο του Δημητρίου άρχισε να υλοποιείται γύρω στο 300 π.Χ. με την ανέγερση του Μουσείου, του πρώτου πανεπιστημίου στον κόσμο. Το Μουσείο ήταν σχολή που δημιουργήθηκε σύμφωνα με τα πρότυπα των δύο αθηναϊκών σχολών, του Λυκείου και της Ακαδημίας, και ονομάστηκε έτσι επειδή ήταν αφιερωμένο στις Εννέα Μούσες, τις προστάτιδες των τεχνών και των επιστημών.

Ο Στράβων μας πληροφορεί ότι το Μουσείο διέθετε μια πλατωνικού τύπου εξέδρα, όπου υπήρχαν καθίσματα για να συγκεντρώνονται οι φιλόσοφοι. Παράπλευρα υπήρχε ο Αριστοτελικού τύπου χώρος περιπάτου για τις συζητήσεις των επιστημόνων. Μεγάλο χώρο καταλάμβανε κι ο ναός, που ήταν αφιερωμένος στις Μούσες, όπου ο ιερέας – τυπικά ο επικεφαλής του ιδρύματος – τελούσε τα μυστήρια. Αυτό το πρώιμο πανεπιστημιακό συγκρότημα είχε δύο ακόμη κτίσματα, τους κοιτώνες και την εστία. Όσοι κατοικούσαν στο Μουσείο δικαιούνταν διατροφή και μισθοδοσία, τα έξοδα τους αναλάμβανε το βασιλικό ταμείο, ενώ συγχρόνως έχαιραν φορολογικής απαλλαγής. Έτσι τα στελέχη του Μουσείου έκαναν τις έρευνες τους χωρίς να προβληματίζονται από τις καθημερινές έγνοιες, δοσμένοι ολοκληρωτικά στο επιστημονικό τους έργο και λειτουργώντας ως μέλη της λατρευτικής κοινότητας των Μουσών. Εκτός όμως από τον επικεφαλής ιερέα υπήρχε κι ο επιστάτης, ο οποίος ήταν αρμόδιος της διαχείρισης της σχολής. Το Μουσείο όπως και η Βιβλιοθήκη, ήταν ιδιοκτησία του βασιλιά, που διόριζε τους δύο επικεφαλής, συνήθως πρόσωπα της αρεσκείας του. Έτσι εξηγείται και το γεγονός πως από την εποχή του Πτολεμαίου Δ’ του Φιλοπάτορα, τότε δηλαδή που άρχισαν οι διαμάχες ανάμεσα στους διεκδικητές του θρόνου, έχουμε εναλλαγή προσώπων στις δυο αυτές δέσεις.

Εκτός όμως από το διωγμό των δύο ανώτερων της σχολής, έχουμε και το διωγμό φιλοσόφων, που ήταν ταγμένοι σε κάποιο διάδοχο. Οι διώξεις αυτές είχαν πάρει, μάλιστα, τέτοιες διαστάσεις, που πολλοί αναφέρουν ότι πολλές πόλεις ήταν γεμάτες από εξόριστους Αλεξανδρινούς επιστήμονες. Ο αρχικός σκοπός του Μουσείου ήταν η έρευνα και, σε συνδυασμό με τη Βιβλιοθήκη, η καταγραφή των πορισμάτων της. Ωστόσο, με το πέρασμα του χρόνου κι αφού πέρασε στη δικαιοδοσία των Ρωμαίων αυτοκρατόρων, το Μουσείο πήρε τη μορφή του εκπαιδευτικού ιδρύματος. Ερευνητές της Αστρονομίας, των Μαθηματικών, της Φυσικής και των άλλων τεχνών δίδασκαν, σύμφωνα με κάποιους ιστορικούς, σε 12.000 μαθητές περίπου! Περί το 295 π.Χ. κατασκευάσθηκε και το κτίριο της Βιβλιοθήκης, αφού ήδη ο Πτολεμαίος Α’ είχε χρηματοδοτήσει τον Δημήτριο και το επιτελείο του να συγκεντρώσουν βιβλία απ’ όλο τον κόσμο.

Χρυσό οκτάδραχμο του Πτολεμαίου Γ’, το οποίο εξέδωσε ο γιος του, Πτολεμαίος Δ’, προς τιμήν του θεοποιημένου πατέρα του. British Museum, Public domain, via Wikimedia Commons

Ο Φαληρέας με το δημιουργικό του πνεύμα αντιλήφθηκε ότι για να υπάρξει πρόοδος στον τομέα της γνώσης, δεν χρειάζεται μόνο η σύνθεση μιας σχολής με διαπρεπή μυαλά, αλλά και η καταγραφή και συγκέντρωση των ερευνών σ’ ένα μέρος. Τον ενθουσιασμό του αυτόν τον κληροδότησε στον Πτολεμαίο κι αυτός με τη σειρά του στους διαδόχους του. Η συγκέντρωση των βιβλίων γινόταν έναντι αδρών αμοιβών, αλλά και με πλάγιους τρόπους, όταν η απόκτηση τους ήταν δύσκολη. Για παράδειγμα, ο Πτολεμαίος Γ’ ο Ευεργέτης ζήτησε από τους Αθηναίους τα πρωτότυπα έργα των μεγάλων τραγικών για να γίνουν πιο πιστές αντιγραφές των κειμένων, πληρώνοντας τους υποθήκη σε περίπτωση καταστροφής. Οι Αθηναίοι, μπροστά στο υπέρογκο χρηματικό ποσό, πρόσφεραν χωρίς να το πολυσκεφτούν τα έργα των τραγικών και ο Πτολεμαίος Γ’ τους επέστρεψε τα αντίγραφα, κρατώντας τα αυθεντικά. Ένας άλλος τρόπος ήταν η κατάσχεση των βιβλίων που μετέφεραν οι επισκέπτες στην Αλεξάνδρεια. Έτσι, η Βιβλιοθήκη δεν άργησε να γεμίσει, με αποτέλεσμα ο Πτολεμαίος Γ’ να αναγκαστεί να δημιουργήσει ένα παράρτημα της στο Σεράπειο, που κατά τον Ιώσηπο ονομάσθηκε «θυγάτηρ», κόρη δηλαδή της μεγάλης Βιβλιοθήκης.

Η Βιβλιοθήκη ήταν ταξινομημένη σε τομείς, όπως: ρητορική, νομική, ιστορία, μαθηματικά, ιατρική και ποίηση, η οποία χωριζόταν σε επική, λυρική, τραγική και κωμική. Πριν καταγραφούν οι τόμοι και στεγαστούν στις βιβλιοθήκες, στοιβάζονταν στις αποθήκες του ναυστάθμου για να ακολουθήσει η επιλογή και η πρώτη καταγραφή. Την εποχή του Πτολεμαίου Γ’ του Ευεργέτη ο αριθμός των κυλίνδρων – ονομάζονταν έτσι λόγω του σχήματος τους – έφτανε τις 532.000 και γύρω στα 30.000 πινάκια, ενώ λίγο πριν από την καταστροφή αριθμούσαν τις 700.000 με 800.000! Ο επικεφαλής της Βιβλιοθήκης ονομαζόταν διευθυντής και πιθανότατα δεν είχε καμιά σχέση με αυτούς του Μουσείου. Υπό την επίβλεψη του είχε μεγάλο αριθμό επιστημόνων, από αντιγραφείς και μεταφραστές μέχρι καταγραφείς και συλλέκτες.

Καλλίμαχος ο Κυρηναίος

Ο πρώτος διευθυντής που αναφέρεται ήταν ο Ζηνόδοτος ο Εφέσιος (325-260 π.Χ.), γνωστός φιλόσοφος κι ένας από τους πρώτους λεξικογράφους. Πολλά του έργα χάθηκαν κατά τη διάρκεια των καταστροφών. Τα πιο γνωστά από αυτά είναι το Γλώσσαι, που αναφερόταν στην καταγωγή των τότε γνωστών ελληνικών γλωσσών (διαλέκτων), στις διαφορές μεταξύ τους αλλά και στις ομοιότητες τους, καθώς και το Λέξεις Εθνικαί με κεντρικό του θέμα τις ξένες λέξεις που χρησιμοποιούσαν οι Έλληνες της εποχής. Κατά τη διάρκεια της θητείας του ο Πτολεμαίος ο Β’ ο Φιλάδελφος κάλεσε τον Καλλίμαχο (310-240 π.Χ.) για να τον βοηθήσει στις εργασίες της Βιβλιοθήκης. Ο Καλλίμαχος ήταν φιλόσοφος και φιλόλογος από την Κυρήνη κι ανταποκρίθηκε αμέσως στο κάλεσμα του βασιλιά, αφού του δινόταν η μοναδική ίσως ευκαιρία να συμμετάσχει στη φιλόδοξη προσπάθεια συγκέντρωσης όλων των λογοτεχνικών και μη έργων Ελλήνων και ξένων συγγραφέων. Ο Καλλίμαχος βοήθησε στο συντονισμό και στον καταμερισμό των βιβλίων γράφοντας έναν κατάλογο με τον τίτλο Πίνακες, στον οποίο κατέγραψε περίπου 120.000 τίτλους βιβλίων κάθε είδους, τα ονόματα των συγγραφέων, τον αριθμό των στίχων, αλλά και τη χρονολογία συγγραφής του κά8ε έργου.

Ευκλείδης ο Μεγαρεύς Justus van Gent, Public domain,
via Wikimedia Commons

Είναι γνωστό ότι οι αρχαίοι Αιγύπτιοι, αλλά και οι λαοί της Μεσοποταμίας, όπως οι Σουμέριοι και οι Ασσύριοι, είχαν ανεπτυγμένη την έρευνα στην Αστρονομία, χωρίς ωστόσο να υπάρχει ένα ολοκληρωμένο έργο, που θα μπορούσε με τις θεωρίες και τους κανόνες του να στηρίξει την ύπαρξη μιας ολόκληρης επιστήμης. Ο Ευκλείδης, που είχε εγκατασταθεί στην Αλεξάνδρεια γύρω στο 300 π.Χ., συγκέντρωσε όλα τα γεωμετρικά ευρήματα κι έγραψε το περίφημο βιβλίο Στοιχεία, δίνοντας έτσι τη βάση για τη Γεωμετρία, αλλά και το έναυσμα στις υπόλοιπες, σχετικές επιστήμες. Άλλος επιφανής ερευνητής ήταν ο ιατρός Ηρόφιλος (355-280 π.Χ.) από τη Χαλκηδόνα. Ο Ηρόφιλος άρχισε να κάνει ανατομικές μελέτες και έρευνες, θεμελιώνοντας έτσι την επιστήμη της Ανατομίας.

Ηρόφιλος & Ερασίστρατος (πατέρες της ανατομίας) See page for author, CC BY 4.0
via Wikimedia Commons

Ίδρυσε σχολή και μέσα από τις έρευνες του συμπέρανε ότι οι αρτηρίες μεταφέρουν αίμα και όχι αέρα, όπως μέχρι τότε ισχυριζόταν ο Πραξαγόρας. Μπόρεσε να διαχωρίσει τα νεύρα σε αισθητήρια και κινητικά, ενώ περιέγραψε κι ονόμασε τον αμφιβληστροειδή χιτώνα και το άνω τμήμα του λεπτού εντέρου, ως δωδεκαδάκτυλο. Ο μαθητής του, ο Ερασίστρατος από την Κέα, έκανε τη διάκριση ανάμεσα στον κυρίως εγκέφαλο και στην παρεγκεφαλίδα, αλλά παρατήρησε και τη διαφορά των πτυχώσεων του εγκεφάλου των ζώων και των ανθρώπων και υποστήριξε ότι οι περισσότερες πτυχώσεις δηλώνουν ανώτερη νοημοσύνη. Ο Ερασίστρατος, έχοντας αντίθετες απόψεις σχετικά με τις αρχές και τις μεθόδους της Ιατρικής από αυτές του δασκάλου του, ίδρυσε μια άλλη σχολή και θεμελίωσε τη Φυσιολογία. Εκτός αυτών όμως ιδρύθηκαν κι άλλες κλινικές – οίκοι, όπως του Καλλίμαχου και του Φιλίνου του Κώου, οι οποίες ξεχώριζαν μεταξύ τους από τον τρόπο άσκησης της θεραπείας. Τον Ηροφίλειο Οίκο και την Εμπειρική Ιατρική Σχολή του Φιλήνου, τις ένωσε αργότερα ο Ηρακλείδης του Ταραντίνου σε μία σχολή. Η εξέλιξη αυτών των ιατρικών τομέων διακόπηκε απότομα, γεγονός που έκανε την ιατρική επιστήμη για πάρα πολλούς αιώνες να θεωρείται μυστικιστική τέχνη και τους λειτουργούς της να κατηγορούνται ως μάγοι κι άθεοι.

Σύμφωνα με τις Aιγυπτιακές δοξασίες, το νεκρό σώμα έπρεπε να παραμένει ανέπαφο για να ακολουθήσει τη μεταθανάτια πορεία του. Έτσι, όταν οι Αιγύπτιοι έμαθαν ότι δάσκαλοι και μαθητές των σχολών «έπρατταν ανόσια» στα σώματα των νεκρών, βγήκαν στους δρόμους και μαζί με τους ιερείς διαμαρτυρήθηκαν κατευθυνόμενοι προς τα ανάκτορα. Ο Πτολεμαίος βρέθηκε σε δύσκολη δέση, βλέποντας ότι στα αιτήματα της θιγμένης θρησκοληψίας του λαού πρωτοστατούσαν οι ιερείς και γνωρίζοντας την επιρροή των κληρικών, αποφάσισε αμέσως τη διακοπή των ιατρικών ερευνών και την αποπομπή ορισμένων δασκάλων, για να αποφύγει πιθανή εξέγερση μέσα στην πρωτεύουσα του βασιλείου του. Όταν ανέβηκε στο θρόνο ο Πτολεμαίος Β’ ο Φιλάδελφος, η φιλοσοφική και η τεχνολογική εξέλιξη έφθασαν σε μοναδικά επίπεδα ακμής και προόδου.

Απολλώνιος ο Ρόδιος

Διευθυντής της Βιβλιοθήκης ήταν ο Απολλώνιος ο Ρόδιος (270-235 π.Χ.) στον οποίο αποδίδονται τα Αργοναυτικά. Ο Έρμιππος, μαθητής του Καλλίμαχου, έγραψε έργο για το Ζωροαστρισμό και τις Περσικές δοξασίες που ξεπερνούσε τα δύο εκατομμύρια στίχους. Εκείνη την εποχή έγινε και η πρώτη μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης, επειδή οι Εβραίοι είχαν εξελληνιστεί σε τέτοιο βαθμό, που όχι μόνο μιλούσαν σχεδόν αποκλειστικά Ελληνικά, αλλά και χρησιμοποιούσαν Ελληνικά ονόματα. Ο ιερέας Μανέδων μετέφρασε πολλά έργα των Αιγυπτίων, ενώ ο Βήρωσσος ο Χαλδαίος έγραψε στα Ελληνικά την Ιστορία των Βαβυλώνιων. Τέλος, μεταφράστηκαν Ινδικά βιβλία, τα περισσότερα από αυτά βουδιστικού περιεχομένου, τα οποία έφεραν στη Βιβλιοθήκη οι αντιπρόσωποι του βασιλέα Ασόκα, προσωπικού φίλου του Φιλάδελφου.

Ύδραυλος

Γύρω στο 270 π.Χ. ο Κτησίβιος ανακάλυψε την ιδιότητα της διαστολής των αερίων και ασχολήθηκε με τη Μηχανική και τις ενεργειακές πηγές. Κατασκεύασε την ύδραυλο. Μια άλλη εφεύρεση του Κτησίβιου ήταν η υδραντλία, η πρώτη πυροσβεστική αντλία, αλλά και η κατασκευή του ρύτου, ενός μουσικού οργάνου που παρήγαγε μελωδικούς ήχους, καθώς το νερό έπεφτε πάνω στις οπές του. Πολλοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι κι ο μηχανισμός των Αντικυθήρων ήταν σύλληψη και κατασκευή του Κτησίβιου, επειδή αυτός κατασκεύαζε ήδη οδοντωτούς τροχούς – γρανάζια. Αλλά και ο Ήρων ο Αλεξανδρεύς (1ος μ.Χ.) απέδιδε την πατρότητα της ατμομηχανής του σε αυτόν.

Ερατοσθένης ο Κυρηναίος

Τέλος, ένα άλλο γνωστό επίτευγμα του μεγαλύτερου μηχανικού – μαζί με τον Αρχιμήδη – της αρχαιότητας, ήταν «η μηχανή του Κτησιβίου», η οποία λειτουργούσε με την πίεση του αέρα και σήκωνε μεγάλα βάρη. Το 245 π.Χ. ο βιβλιοφύλαξ που διαδέχθηκε τον Απολλώνιο ήταν ο Ερατοσθένης (275-194 π.Χ.), μαθητής του Καλλίμαχου και του Λισάνιου. Τον κάλεσε στην Αλεξάνδρεια ο Πτολεμαίος Γ’ ο Ευεργέτης επειδή από μικρή ηλικία ήταν πολυτάλαντος και ασχολήθηκε με τη Γεωγραφία, τα Μαθηματικά, την Αστρονομία κ.ά. Πολλά από τα βιβλία που χάθηκαν στις καταστροφές ήταν δικά του. Τα πιο γνωστά από αυτά είναι τα Γεωγραφικά και το Περί Μετρήσεως της Γης, που εγράφη γύρω στο 240 π.Χ., τότε δηλαδή που ο Ερατοσθένης προσδιόρισε το μέγεθος της Γης από το ποσοστό καμπύλωσης της επιφάνειας της (το υπολόγισε μετρώντας τις γωνίες που σχημάτιζαν οι ακτίνες του ήλιου την ίδια ώρα σε διάφορα σημεία της επιφάνειας της). Στο γεωγραφικό του έργο αναφέρθηκε με δέος ο Στράβωνας τονίζοντας, μάλιστα, ότι οι δυνατότητες του, καθώς και των άλλων επιστημόνων, ήσαν μεγάλες και οφείλονταν στην ύπαρξη της Βιβλιοθήκης.

Καταστροφή της βιβλιοθήκης

Αυτό το λαμπρό επίτευγμα του πολιτισμού δεν έμελλε να επιβιώσει. Η πρώτη μεγάλη καταστροφή έρχεται με την πολιορκία του Ιουλίου Καίσαρα στο Βρουχείον από τον Αχίλα. Θέλοντας να εμποδίσει τον αντίπαλό του από την ελεύθερη είσοδο στο λιμάνι, ο Ιούλιος Καίσαρας έκαψε το Ρωμαϊκό του στόλο, αποτελούμενο από 72 πλοία, μαζί με εκείνα που κατασκευάζονταν στα ναυπηγεία. Η φωτιά μεταδόθηκε στην ξηρά στο λιμάνι και τότε κάηκε η βιβλιοθήκη του Βρουχείου. To γεγονός πιστοποιεί ο Σενέκας (De tranquillitate animi ΙΧ), παραπέμποντας στον Τίτο Λίβιο, ο Πλούταρχος (Βίος Καίσαρος), ο Δίων Κάσσιος και ο Αμμιανός Μαρκελλίνος.

Ιούλιος Καίσαρ

Έγιναν αρκετές προσπάθειες για την αποκατάσταση του ονόματος του Ιουλίου Καίσαρα, και κάποιες από αυτές ήταν πειστικές. Εκείνο που έχει σημασία, είναι το γεγονός πως από την εποχή της Ρωμαϊκής κατάκτησης άρχισε η κατάπτωση και η καταστροφή. Όχι μόνον σταμάτησε η απόκτηση νέων χειρογράφων, αλλά τα πολυτιμότερα από αυτά έπαιρναν το δρόμο για τη Ρώμη. Οι μεγάλες ταραχές και συχνές πολιορκίες επιτάχυναν την αποσύνθεση. Το 270 κατά την πολιορκία του Αυρηλιανού κατασκάφτηκε το μεγαλύτερο τμήμα του Βρουχείου. Με τη σειρά του στον Σουΐδα αναφέρεται πως ο Διοκλητιανός στο τέλος του 3ου αιώνα έλαβε νομοθετικά μέτρα για τη διοίκηση των βιβλιοθηκών και έδωσε εντολή να καούν τα χειρόγραφα που πραγματεύονταν την αιγυπτιακή χημεία.

Καρακάλλας

Η δεύτερη καταστροφή συνέβη επί αυτοκράτορα Καρακάλλα. Ο Καρακάλλας, επιθυμώντας να εκδικηθεί τους Αλεξανδρινούς για τα δηκτικά σχόλια σε βάρος του, όχι μόνον κατέσφαξε όλη την νεολαία της ευγενούς τάξης, αλλά δήμευσε και την περιουσία του Μουσείου, ενός από τα τρία φημολογούμενα κτίρια της Βιβλιοθήκης, έδιωξε τους σοφούς και κατέστρεψε τη βιβλιοθήκη. Ο Δίων Κάσσιος αναφέρει σχετικά «Και δη τους φιλοσόφους, τους Αριστοτελικούς ονομαζόμενους, τα τε άλλα δεινώς εμίσει, ώστε και τα βιβλία αυτού (του Αριστοτέλη) κατακαύσαι εθελήσαι και τα συσσίτια, α εν τη Αλεξανδρεία είχον, τας τε λοιπάς ωφελείας όσας εκαρπούντο αφείλετο» (OZ’ ζ’ 22). Ο αυτοκράτορας Αλέξανδρος Σεβήρος προσπάθησε να επανορθώσει τo αδίκημα, ανανεώνοντας τα συσσίτια και επιστρέφοντας όσα δημεύθηκαν, αλλά έκτοτε το Μουσείο άρχισε να οδηγείται προς την παρακμή, υφιστάμενο μάλιστα και την αντίπραξη της Κατηχητικής Σχολής.

Το 391, με παρακίνηση του αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας Θεόφιλου, καταστράφηκε ο ναός του Σέραπι, ως αποκορύφωμα του διατάγματος της 24ης Φεβρουαρίου του ίδιου χρόνου, επί Θεοδοσίου και σε μια περίοδο που ήδη αρκετά ιερά της υπαίθρου αλλά και μερικοί ναοί των πόλεων καταστράφηκαν από χριστιανούς. Στο Ελληνορωμαϊκό Μουσείο υπάρχουν τα τεκμήρια μιας μεγάλης καταστροφής. Έρχεται και η Αραβική κατάκτηση το 642, για να ολοκληρώσει την καταστροφή. Ο Αμπντούλ Φαράγκ, μονοφυσίτης επίσκοπος και ιστορικός του 13ου αιώνα αναφέρει τα εξής: O Ιωάννης Φιλόπονος (490-570 μ.Χ), περίφημος βιβλιόφιλος, εξαιτίας της εύνοιας που απολάμβανε από τον κατακτητή Αμρ ελ Ας, πέτυχε να του δοθούν όλα τα βιβλία της πόλης. Έδειξε τόσο μεγάλη χαρά και επαίνεσε τόσο την αξία των παπύρων, ώστε ο Αμρ ζήτησε και τη γνώμη του χαλίφη Ομάρ. «Αν περιέχουν αυτά τα χειρόγραφα ό,τι και το Κοράνιο είναι περιττά. Αν περιέχουν πράγματα αντίθετα, τότε είναι επιζήμια», του απάντησε εκείνος. Διατάχθηκε, λοιπόν, να ριχτούν στην πυρά ως καύσιμη ύλη για τα τετρακόσια λουτρά της πόλης. To συμβάν επαναλαμβάνει μετά από μισό αιώνα περίπου ο Αμπντούλ Λατίφ, αργότερα ο Ιμπν αλ Κίφτι, ο Αμπούλ Φέντα κ.α.

Επίλογος

Τι απέγιναν όμως τα χειρόγραφα, όσα τουλάχιστον επιβίωσαν από την καταστροφή; Άλλα στάλθηκαν στη Ρώμη, άλλα βρέθηκαν στην κατοχή μοναστηριών και κατόπιν στις βιβλιοθήκες του Βυζαντίου οι οποίοι τα διέσωσαν και αντέγραψαν από πάπυρους σε περγαμηνές περί το 89%. Άλλα βρέθηκαν στην Πατριαρχική Βιβλιοθήκη του Καΐρου, άλλα τα έκρυψαν Άραβες λόγιοι για να τα γλιτώσουν από την καταστροφή, ενώ άλλα βρέθηκαν σε ιδιωτικές συλλογές. Αρκεί να αναφέρουμε πως ο Πατριάρχης Κύριλλος Λούκαρις δώρισε στο βασιλιά της Αγγλίας Κάρολο Α’ τον περίφημο Αλεξανδρινό κώδικα, ένα πολύτιμο χειρόγραφο του 4ου αιώνα. Οι Αραβοχριστιανοί, έσωσαν και μετέφρασαν πολλά από τα ελληνικά συγγράμματα περί το 8% μέχρι την επέλαση του Ισλάμ οπότε και καταστράφηκαν πολλές λογοτεχνικές αντιγραφές επειδή θεωρήθηκαν αιρετικές και διασώθηκαν μόνο μαθηματικά και αστρονομία.

αναπαράσταση της βιβλιοθήκης αλεξάνδρειας
Ψηφιακή αναπαράσταση της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας

Έτσι, η Βιβλιοθήκη τράβηξε το δρόμο της ως το τέλος μέσα από τις σφοδρές κοινωνικές, θρησκευτικές και πολιτικές αντιθέσεις ενός κόσμου που διαρκώς άλλαζε μορφή. Αν και δεν μπορούμε, λόγω έλλειψης στοιχείων, να είμαστε σίγουροι για την ακριβή χρονολογική σειρά των γεγονότων, είμαστε βέβαιοι πως στις πηγές από τις οποίες αντλούμε τη γνώση μας κρύβεται ένα κομμάτι από την αλήθεια. Η Βιβλιοθήκη δεν άντεξε μπρος στο κύμα των κοινωνικών αλλαγών που συντελέστηκαν σε εκείνη την εποχή. To χειρότερο από όλα είναι ότι κανείς από τους εχθρούς της δε στάθηκε δυνατό να εκτιμήσει την πραγματική αξία της. Οι Χριστιανοί λόγιοι πολύ αργότερα κατάλαβαν τι έγινε και προσπάθησαν με κάθε τρόπο να διασώσουν τα λιγοστά ψήγματα που απέμειναν με μια μνημειώδη προσπάθεια αντιγραφής κειμένων στις μοναστικές βιβλιοθήκες, το ίδιο και οι Άραβες.

Βέβαια, ουδείς είναι σε θέση να καταγγείλει κάποιον από τους προαναφερθέντες, ως μοναδικό υπεύθυνο της καταστροφής της περίφημης βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας. Ίσως επειδή τελικά, ο υπεύθυνος δεν ήταν μόνο ένας αλλά η καταστροφή της έγινε σταδιακά, ξεκινώντας από την πυρκαγιά επί Ιουλίου Καίσαρα το 48 π.Χ. και με πιθανή οριστική χρονολογία το 297 μ.Χ. επί αυτοκράτορα Αυρηλιανού. Τότε φαίνεται να έρχεται πραγματικά το τέλος της μεγάλης βιβλιοθήκης, κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης ανάμεσα στην Ζηνοβία και τον Αυρηλιανό, οπότε, όπως γράφει ο Αμμιανός, η Αλεξάνδρεια έχασε τη συνοικία (amisit regionem) του Βρουχείου: «quae Bruchion appellabatur, diuturnum praestantium hominum domicilium» (XXII, 16, 15). Και όπως παρατηρεί λίγα χρόνια αργότερα ο Επιφάνιος, άλλοτε στη συνοικία αυτή υπήρχε η βιβλιοθήκη «και τώρα η έρημος» (PG 43,249C-252A).

Σύγχρονη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας Carsten Whimster,
via Wikimedia Commons

Μία από τις πιο γνωστές μαρτυρίες για τη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας γνωστοποιείται περί το 1780 και είναι αυτή του σημαντικού ιστορικού και οπαδού του Διαφωτισμού, Έντουαρντ Γκίμπον (εξελ. Εδουάρδος Γίββων) ο οποίος για την καταστροφή κατηγόρησε αποκλειστικά τους Χριστιανούς κατά τη διάρκεια των γεγονότων του 391 μ.Χ. επί επισκόπου Θεοφίλου. Ιστορικοί που διακρίνουν στοιχεία προκατάληψης έναντι του Χριστιανισμού, θεωρούν ότι ο Γκίμπον, από εσφαλμένη εκτίμηση, συνέχεε την βασιλική βιβλιοθήκη με εκείνη που βρισκόταν κοντά στον ναό του Σέραπι. Σχετικά με τις αναφορές του Γκίμπον για το θέμα, πρέπει να επισημανθεί ότι σε αντίστοιχη περίπτωση της ιστορίας, με ευκολία αθώωνε τους Άραβες για την μεγάλη μαρτυρούμενη καταστροφή βιβλίων στην Αλεξάνδρεια στις αρχές του 7ου αιώνα.

Πηγές

copyright © μετάφραση – επιμέλεια Χείλων

chilonas.com

Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2019

Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΜΙΑΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

«ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΕΜΕΙΣ»
το αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο του Bruno Snell

Ἡ ἐπιστήμη εἶναι ἕνας ἰδιαίτερος τρόπος ἀντίληψης τοῦ κόσμου · ἄλλοι τρόποι εἶναι, γιά παράδειγμα, ἡ θρησκεία ἤ ἡ τέχνη. Ὡς ἐκ τούτου, ἡ ἐπιστήμη εἶναι μιά μονομερής ἑρμηνεία τοῦ κόσμου. Ἀποκλείει συνειδητά τίς ἄλλες ἑρμηνεῖες κι αὐτό καθιστᾶ τή μονομέρειά της ἀκόμα πιό τρομακτική. Κατά συνέπεια καί ἡ ἐπιστημονική γλώσσα εἶναι μιά μονομερής γλώσσα πού ἀγνοεῖ ἤ ἐκτοπίζει συγκεκριμένες γλωσσικές δομές ἐνῶ ἄλλες τίς εὐνοεῖ.
Ἡ εὐρωπαϊκή ἐπιστήμη ἀνάγεται στούς ἀρχαίους Ἕλληνες. Καί στήν ἀρχαία ἑλληνική γλώσσα μποροῦμε νά δοῦμε τί συμβαίνει στή γλώσσα, ὅταν ἀρχίζει νά δημιουργεῖται ὁ «ἐπιστημονικός» λόγος. Ὁ ἐπιστημονικός λόγος εἶναι αὐτόχθων μόνο στήν ἀρχαία Ἑλλάδα - ὅπου ἀλλοῦ ἐμφανίζεται ἀργότερα, δανείζεται ὅρους ἀπό τά ἀρχαῖα ἑλληνικά, τούς μεταφράζει καί διευρύνει τή σημασία τους.
Ὅταν μιλᾶμε γιά ἐπιστημονική γλώσσα, ἐννοοῦμε κατ’ ἀρχάς τήν ὁρολογία. Οἱ νέες εἰδικότητες πού συνεχῶς ἐμφανίζονται χρησιμοποιοῦν νέες λέξεις, οἱ ὁποῖες κατά μεγάλο μέρος σχηματίζονται ἀπό τά ἀρχαῖα ἑλληνικά - ἤ ἀπό τά λατινικά, πού καί αὐτά ὀφείλουν πολλά στά ἀρχαῖα ἑλληνικά. Αὐτές οἱ λέξεις δημιουργοῦνται συνειδητά, μία - μία, ἀπό μεμονωμένους ἐρευνητές καί τό παράδοξο εἶναι ὅτι ἡ πληθώρα αὐτή τῶν ἐπιστημονικῶν ὅρων δέν ἀνήκει σέ καμία ζωντανή γλώσσα. Παρόλα αὐτά, ὅμως, εἰσδύουν σέ κάθε γλώσσα, ἐφόσον στή γλώσσα αὐτή σκεφτόμαστε καί μιλᾶμε (ἤ γράφουμε) μέ τούς ὅρους τῆς ἐπιστήμης. Οἱ λέξεις αὐτές συγκρότησαν ἕνα διεθνές γλωσσικό ἰδίωμα, τό ὁποῖο αὐτό καθαυτό κανείς δέν τό καταλαβαίνει, οὔτε οἵ εἰδικοί - ἐπειδή ὡς ἐπί τό πλεῖστον δέν ξέρουν ἀρχαῖα ἕλληνικα - οὔτε οἱ φιλόλογοι - ἐφόσον δέν γνωρίζουν τό ἀντικείμενο στό ὁποῖο οἱ ὄροι αὐτοί ἀναφέρονται. Παρόλα αὐτά, στό ἰδίωμα αὐτό μπορεῖ νά συνεννοηθεῖ κανείς ἐξαιρετικά καλά ἀνεξαρτήτως ἐθνικότητας.
Δέν θά ἀσχοληθῶ μέ τό πώς οἱ Προσωκρατικοί φιλόσοφοι, καί μάλιστα οἱ Σοφιστές, προετοίμασαν τό ἔδαφος γιά μιά τέτοια ὁρολογία ἤ μέ τό πώς ὁ Πλάτωνας καί ὁ Ἀριστοτέλης τήν προώθησαν δυναμικά. Θά πῶ ὅμως ὅτι ὁ ἐπιστημονικός λόγος εἶναι μιά πολύ περιπετειώδης ἱστορία πού ξεκίνα ἀπό τούς Ἕλληνες τῆς ἀρχαϊκῆς περιόδου.
Ὁ ἀρχαιότερος ἑλληνικός φιλοσοφικός καί ἐπιστημονικός ὅρος πού γνωρίζουμε εἶναι τό ἄπειρον τοῦ Ἀναξίμανδρου. Βέβαια ἤδη στόν Ὅμηρο (Ἰλιάδα II, 446) ὁ Ποσειδώνας ἀναφέρει ὅτι οἱ ἄνθρωποι εἶναι διασκορπισμένοι ἐπ’ ἄπειρον γαῖαν καί στήν Ὀδύσσεια (δ. 510) διαβάζουμε ὅτι κάποιος ἐκσφενδονίστηκε, κατά πόντον ἀπείρονα . Κι αὐτό φυσικά σημαίνει ὅτι κανείς δέν μπορεῖ νά δεῖ ποῦ τελειώνει ἡ στεριά ἤ ἡ θάλασσα· ὅτι ὅσο φτάνει τό μάτι, ὑπάρχει μόνο στεριά ἤ θάλασσα. Ὁ Ἀναξίμανδρος ὅμως εἶναι ὁ πρῶτος φιλόσοφός του ὁποίου διαθέτουμε ἀποσπάσματα καί ὁ ὁποῖος μιλᾶ γιά τό ἄπειρον καί τό θέτει ὡς ἀρχή καί βάση τοῦ ὄντος.
Ἐδῶ συμβαίνει κάτι ἐντελῶς παράδοξο. Μιά λέξη πού δέν δηλώνει τίποτα θετικό ἀλλά ἁπλῶς διαπιστώνει ὅτι δέν ὑπάρχει ἕνα τέλος ἤ κάποιο ὅριο, χάνει τήν ἀρχική, οὐδέτερη σημασία της. Ὁ Ἀναξίμανδρος καταργεῖ ἀναφανδόν καί συνειδητά τή λέξη ἀπό τό λεξιλόγιο τοῦ ἀνθρώπου ὡς ὑποκείμενου τῆς γνώσης. Οὐσιαστικοποιώντας τό ἐπίθετο, δημιουργεῖ ἕνα ἀντικείμενο τό ὁποῖο δέν ἀπαντᾶ στόν ἐμπειρικό κόσμο. Τό πιό παράλογο εἶναι ὅτι αὐτή ἡ τόσο τεχνητά κατασκευασμένη ἔννοια δέν εἶναι καθόλου ἀσαφής καί ἀκαθόριστη ἀλλά μπορεῖ νά ὁριστεῖ μέ ἀκρίβεια καί χωρίς ἀντιφάσεις. Μπορεῖ μάλιστα νά ὑποκατασταθεῖ ἀπό ἕνα μαθηματικό σύμβολο, τό ὁριζόντιο 8 [ ∞ ].
Τί συνέβη; Ὁ Ἀναξίμανδρος ἀντιμετώπισε τή γλώσσα μ’ ἕναν καινούργιο τρόπο, στό ἐπίπεδό της λέξης. Ἡ λέξη ἄπειρον ὅμως ξεπερνᾶ ὄντως τήν κοινή σημασία της και, ἄν τό δοῦμε αὐστηρά, δεν θά ἔπρεπε ὁ Ὅμηρος νά κάνει λόγο γιά «ἀτέλειωτη» θάλασσα ἤ ξηρά «δίχως ὅρια». Ὁ ἴδιος ὁ Ὅμηρος ξέρει ὅτι πίσω ἀπό τή θάλασσα βρίσκονται ἡ Κρήτη ἤ ἡ Αἴγυπτος, ἀκόμα κι ἄν δέν μπορεῖ κανείς νά τίς διακρίνει. Αὐτό πού ὄντως «δέν ἔχει τέλος» ( ἄπειρον ) ξεπερνᾶ αὐτό πού ὁ ἄνθρωπος νομίζει πώς δέν ἔχει ὅρια.
Ὁ Ἀναξίμανδρος δημιούργησε - ἔτσι πληροφορούμαστε - ἀπό λέξη τῆς καθομιλουμένης ἤ τῆς ποίησης μιάν ἀφηρημένη ἔννοια. Τά ἀρχαία ἑλληνικά τοῦ ἔδωσαν ἕνα μέσο, τή δυνατότητα, δηλαδή, να κατασκευάζει ἀφηρημένα οὐσιαστικά χρησιμοποιώντας πρίν ἀπό το ἐπίθετο τό ὁριστικό ἄρθρο, π.χ. τό ἄπειρον . Μέ τόν ἴδιο τρόπο και οἱ μεταγενέστεροι φιλόσοφοι ἔφτιαξαν καί ἄλλα τέτοια ἀφηρημένα οὐσιαστικά, τό ἀγαθόν , κ.λπ. Αὐτή εἶναι ἡ ἀρχή μιᾶς μή ἐλεγχόμενης ἐξέλιξης. Φιλόσοφοι καί ἐρευνητές, γιά νά καλύψουν τίς ἀνάγκες τους δημιουργοῦν καινούργια ἀντικείμενα, ἀντικείμενα τῆς σκέψης τους. Ἡ ὁρολογία πού δημιούργησαν εἶναι ἀναμφίβολα ἡ κορωνίδα τοῦ ἐπιστημονικοῦ λόγου.
Ἀλλά προτοῦ ἐπιστρέφω στό τί συμβαίνει ἐδῶ καί στό πώς ἡ γλώσσα μπορεῖ νά τό ἐκφράσει, θά ἤθελα νά δείξουμε ἕνα ἀκόμα παράδειγμα ὅτι ἡ γλώσσα τῆς ἐπιστήμης μεταπλάθει τόν φυσικό λόγο καί δέν τοῦ παρέχει ἁπλῶς νέους ὅρους. Ἄν μποροῦσε κανείς σήμερα νά ρωτήσει ἕναν ἀρχαῖο Ἕλληνα βοσκό «Πόσων χρόνων εἶσαι;», ὁ βοσκός μᾶλλον θά τόν κοίταζε ἔκπληκτος, θά ἔβγαζε ἀπό τό πουκάμισό του τό δερμάτινο πουγκί του, θά τό ἄνοιγε καί θά τοῦ ἔλεγε: «Νά τά χρήματά μου. Τά ἔχω μετρήσει, γιατί μπορεῖ νά μοῦ τά κλέψουν. Τά χρόνια μου ὅμως δέν τά ἔχω μετρήσει, γιατί κανείς δέν μπορεῖ νά μοῦ τά πάρει». Γι’ αὐτον τόν βοσκό ἡ καταμέτρηση δέν ἔχει νόημα, ἄν δέν σχετίζεται μέ μιά πρακτική ἀνάγκη, νά ἐλέγξει ὅσα εἶχε ἤδη μία φορά καταμετρήσει. Ἐπιπλέον καί ἐν σχέσει πρός τό γεγονός αὐτό, ἡ καταμέτρηση συνδέεται μέ ἀντικείμενα πού μποροῦν νά μετρηθοῦν. Τό τί σημαίνει αὐτό γίνεται σαφές μόνον ἀπό τά νομίσματα πού μετρήθηκαν καί ἀπό τήν προσωπική πράξη τῆς καταμέτρησης. Στή γλούσσα μας, πού ἔχει ἤδη ἐμποτιστεῖ σέ μεγάλο βαθμό ἀπό ἐπιστιμονικούς ὄοους, ἡ καταμέτρηση εἶναι κάτι θεωρητικό καί ἀφηρημένο. Δέν εἶναι ὅμως ἕνας τεχνητά κατασκευασμένος ἐπιστημονικός ὅρος. Εἶναι λέξη τῆς καθημερινῆς γλώσσας, ἡ ὁποία ἐν τούτοις διακρίνεται ἀπό τόν «ἁπλοικό» λόγο, πού δέν ἔχει ἐπηρεαστεῖ. Μολονότι σήμερα ἔχει μεταβληθεῖ οὐσιαστικά ἡ σημασία τῶν λέξεων «μετρῶ» στήν γλώσσα τῆς ἐπιστήμης καί «καταμετρητέος», παρόλα αὐτά. εἴμαστε σέ θέση νά τίς κατανοήσουμε καί γιά τόν λόγο αὐτό ἐπέλεξα ἕνα τέτοιο παράδειγμα. Οἱ λέξεις μπορεῖ ν’ ἄλλαξαν σημασία· διατήρησαν ὅμως κάτι. Ἡ παλαιότερη σημασία ἐξακολουθεῖ νά διαφαίνεται παρά τή μονομέρεια πού ἐπέβαλε ὁ ἐπιστημονικός λόγος.
Τέτοιες μεταβολές δέν ὑπέστη μόνον ἡ ἔννοια μεμονωμένων λέξεων ἀλλά καί ἡ ἐκφορά τοῦ λόγου ἐν συνόλω. Ὁ βοσκός δέν θά ἔλεγε ἁπλῶς: «Λέν ἔχω μετρήσει τά χρόνια μου, γιατί κανείς δέν μπορεῖ νά μοῦ τά πάρει». Θά ἔδειχνε παραστατικά καί διεξοδικά τήν ἀντίθεση ἀνάμεσα σέ ὅ,τι ἔχει ἤδη καταμετρηθεῖ καί σέ ὅ,τι εἶναι δυνατόν νά καταμετρηθεῖ. Μέ τήν ἀντίθεση αὐτή ἔγινε εὔλογη ἡ εἰκόνα. Αὐτοῦ τοῦ εἴοους ἡ ἐπιχειρηματολογία μᾶς εἶναι οἰκεία ἀπό τήν ἀρχαϊκη λυρική ποίηση. Τό λεγόμενο Priamel ἐνισχύει ἕναν ἰσχυρισμό παραβάλλοντας τόν μέ ἕναν ἀντι-ισχυρισμό. Ἄν θελήσει κανείς νά πεῖ π.χ. πώς ὁ ἔρωτας εἶναι δυνατή φωτιά, ἀρχίζει ἔτσι: «Καμιά φωτιά, κανένα κάρβουνο δέν μπορεῖ νά κάψει τόσο...». Ἀλλά γι’ αὐτό θά μιλήσουμε καί στή συνέχεια. Πρῶτα ὅμως ἐπείγει νά ποῦμε τό ἑξῆς: ὅπου ἀναπτύσσεται ὁ ἐπιστημονικός λόγος, ἡ δομή γλώσσας μεταβάλλεται, ὄχι μόνον ἐπειδή δημιουργοῦνται καινούργιες λέξεις ἀλλά καί ἐπειδή ἀλλάζει ἡ σημασία ἀρχαιότερων λέξεων καί τροποποιεῖται ἡ σύνταξη. Ὅπως κάθε γλώσσα ἔχει ἕνα σύστημα καί ὅλες οἱ προτάσεις γίνονται κατανοητές στίς ἀμοιβαῖες σχέσεις τους μέσα σ’ αὐτό τό σύστημα, ἔτσι καί ἡ ἐπιστημονική γλώσσα ἔχει τή δική της δομή. Ὅλοι συμφωνοῦμε ὅτι ἡ ἐπιστημονική γλώσσα εἶναι ἕνα ἀπό τά μεγαλύτερα ἐπιτεύγματα τῆς ἀνθρωπότητας καί γι’ αὐτό ἄλλωστε ἀσχολούμαστε μαζί της. Ἀλλά τό ὅτι ἔπρεπε νά πληρώσουμε ἀκριβά τό κέρδος μας αὐτό, εἶναι κάτι πού θά τό μάθουμε ἀπό τόν ἀρχαῖο βοσκό πρίν τόν ἀποχωριστοῦμε. Ποιός δέν παρατήρησε ὅτι ὁ λόγος του εἶναι πιό φυσικός ἀπό τόν δικό μας, πού εἶναι τόσο καλλιεργημένος;
Στά δύο παραδείγματα πού χρησιμοποιήσαμε, οἱ λέξεις ἄπειρον καί «μετρῶ» ἀποτέλεσαν ὅρους μίας ἐπιστημονικῆς γλώσσας, ἀπό τή στιγμή πού ἡ καταμέτρηση καί ἡ ἀρίθμηση ἀπέκτησαν σημασία γιά μας, ἀπό τή στιγμή, δηλαδή, πού ἀπομονώσαμε τίς ἔννοιες τοῦ αριθμοῦ καί τοῦ μέτρου στή γλώσσα ἀπογυμνώνοντάς τες ἀπό κάθε συναισθηματική καί πρακτική ἀναφορά. Ἐμᾶς, πού εἴμαστε ἐξοικειωμένοι μέ τίς φυσικές ἐπιστῆμες, δέν μᾶς ἐκπλήσσει πού μιά ἐπστημονική γλώσσα προετοιμάζει τό ἔδαφος γιά τήν καθαρή ἔννοια τοῦ ἀριθμοῦ. Παρά τό γεγονός ὅτι οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες πρῶτοι ἔφτασαν στήν καθαρή ἔννοια τοῦ ἀριθμοῦ, σέ μᾶς φαίνεται μᾶλλον ὅτι ὁ Ὅμηρος καί ὁ βοσκός χρησιμοποιοῦσαν τίς λέξεις ἄπειρον καί «μετρῶ» μέ ἀσαφῆ σημασία, καθώς δέν ἀναγνωρίζουμε στίς λέξεις αὐτές τήν ἔννοια πού σήμερα πλέον τούς προσδίδουμε.
Τό ἀξιοσημείωτο στήν περίπτωση αὐτή εἶναι ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ ἀριθμοῦ ὡς δυνατότητα ὑπάρχει καί στήν πρωτόγονη γλώσσα. Δέν ὑπάρχει πουθενά ἀλλοῦ παρά μόνο στή γλώσσα και, ἀκόμα κι ἄν δέν ἔχει ἀνακαλυφθεῖ, μπορεῖ νά ἔρθει στό φῶς φυσικά καί ἀβίαστα.
Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ ἄλλες ἔννοιες, ὄχι μόνον τοῦ ἀριθμοῦ. Φαίνεται πώς ἔχουμε νά κάνουμε μέ μία μακρά ἑνιαία ἐξέλιξη.
Καί στό σημασιολογικό πεδίο τοῦ εἰδέναι καί τοῦ γνῶναι , οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ἀπέσπασαν σταδιακά ἀπό τίς καθημερινές λέξεις ὅ,τι τίς καθιστοῦσε χρήσιμες καί γόνιμες στήν ἐπιστημονική γλοόσσα καί μάλιστα μέ τόν ἴδιο τεχνητό - καί ὅμως τόσο φυσικό - τρόπο.
Ἡ ἀρχαία ἑλληνική λέξη εἰδέναι σημαίνει οὐσιαστικά «ἔχω δεῖ». Περιγράφει ἐπομένως μόνον τό ἀποτέλεσμα μίας συγκεκριμένης ἐμπειρικῆς ἀντίληψης - τήν ἥττα, δηλαδή, πού ὑπέστη ἡ ὁποία πνευματική ἀναφορά ὑπάρχει στό «βλέπω» - καί ἀργότερα, τήν καθαρά νοητική κατάσταση τῆς γνώσης, ἀνεξάρτητα ἀπό τόν τρόπο πού ἀποκτήθηκε. Ὅπως θά φανεῖ, ἡ γνώση πού ἀποκτήθηκε μέσω τῆς ὁράσεως ἦταν πάντα ἕνα εἶδος μοντέλου ἐπί τῇ βάσει τοῦ ὁποίου οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ἔτειναν νά ἑρμηνεύουν καί τή γνώση πού ἀποκτήθηκε μ’ ἄλλους τρόπους. Στόν Ὅμηρο (κυρίως σ' αὐτόν, ἄν καί ἡ ἀρχική σημασία διατηρήθηκε καί στούς μεταγενέστερους) τό εἰδέναι σημαίνει «κατέχω». «ξέρω», ὅπως τό savoir στά γαλλικά. Ἤδη στόν Ὅμηρο ἡ λέξη εἶχε τόσο εὐρεία σημασία, ὥστε κατόρθωσε στή συνέχεια νά καλύψει τίς ἀνάγκες τῆς φιλοσοφίας καί τῆς ἐπιστήμης. Καί ἀποτελεῖ σημαντικό ἐπίτευγμα ὅτι σέ σχετικά πρώιμη ἐποχή προέκυψε ἀπό τό ρῆμα ἤ εἰδικότερη σημασία τῆς πνευματικῆς/νοητικῆς λειτουργίας.
Διαφορετικά εἶναι τά πράγματα μέ τή λέξη γνῶναι . Καί αὐτή ἀνήκει ἀρχικά στή σφαίρα τῆς νοητικῆς ἀντίληψης ἡ ὁποία διαμορφώθηκε μέσω τῆς δράσεως· αὐτό ἰσχύει ἤδη ἀπό τόν Ὅμηρο. Μιά συχνή (καί προφανῶς ἡ ἀρχική) χρήση εἶναι: τόν εἶδε καί τόν ἀναγνώρισε πώς ἦταν ὁ Διομήδης, ἤ ἀκόμα, πώς ἦταν κάποιος θεός. Ἐπίσης, ἡ Ἀρήτη ἀναγνώρισε τό ροῦχο πού ἡ ἴδια εἶχε φτιάξει. Παράλληλα ὅμως ὑπάρχουν χρήσεις ὅπως: ἀναγνώρισε ὅτι ἡ κατάσταση ἦταν εὐνοϊκή, δύσκολη, κ.λπ., χωρίς ὅμως νά ὑπερβαίνουν ὅ,τι περίπου μπορεῖ νά σημαίνει ἡ λέξη s e h e n στά γερμανικά, π.χ. εἶδε πώς ἡ κατάσταση ἦταν σοβαρή, κ.λπ. Στόν Ὅμηρο ὅμως τό γνῶναι δέν σημαίνει ἀκόμα τήν ἑκούσια δραστηριότητα τοῦ ἀνθρώπου καί δέν ἔχει καμία σχέση μέ τήν πορεία πού ὁ Πλάτωνας περιέγραψε στό Συμπόσιο , τά προσχεδιασμένα βήματα ἀπό τήν ἀβέβαιη ὑπόθεση στήν ἀλήθεια. Τό γνῶναι εἶναι ρῆμα στόν ἀόριστο χρόνο, δηλαδή περιγράφει κάτι πού συνέβη σέ συγκεκριμένη χρονική στιγμή, σάν νά πρόκειται μᾶλλον γιά ἕνα γεγονός πού μου συμβαίνει παρά μιά ἀτομική δραστηριότητα: ξαφνικά ἀναγνωρίζω κάποιον πού συναντῶ ἤ ἀντιλαμβάνομαι ὅτι αὐτό εἶναι ἕνα τραπέζι.
Τό ἴδιο πρέπει νά ὑποθέσουμε καί γιά τό νοεῖν , πού ἀργότερα θά ἀποκτήσει τή σημασία «σκέπτομαι». Στόν Ὅμηρο σημαίνει «ἀντιλαμβάνομαι», «βλέπω», «διαβλέπω». Καί αὐτή ἡ λέξη σχετίζεται μέ τήν ὅραση καί διαφοροποιεῖ, ὅπως τό γνῶναι καί τό εἰδέναι , τό μή νοητικό πού περιέχεται στήν νοητική ἀντίληψη ἀπό τήν καθαρή νοητική ἀντίληψη. Ἐπίσης, δηλώνει τήν πνευματική λειτουργία πού εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένη μέ τήν ὅραση. Ἀναφέρεται σέ ὅ,τι ἀποτελεῖ τόν πυρήνα καί τήν οὐσία του «βλέπω», γιατί ἡ ὅραση χωρίς ἀναγνώριση, παρατήρηση καί ὡς ἐκ τούτου γνώση, εἶναι ἄχρηστη καί χωρίς νόημα. Ἀλλά τό νοεῖν δέν ἀναφέρεται στήν γνώση πού ἀποκτήθηκε μέ τή βοήθεια τῆς ὅρασης. ὅπως τό εἰδέναι οὔτε περιγράφει τή διαδικασία τῆς ταύτισης αὐτοῦ πού ἔχουμε δεῖ μέ ἄλλα ἤδη γνωστά. Ἀναφέρεται σέ αὐτό πού μᾶς γίνεται σαφές μετά ἀπό προσεκτική παρατήρηση. Τά «βλέπω» καί «διαβλέπω» εἶναι ἀποδόσεις πού δείχνουν πώς ἡ λέξη ἀνήκει στό λεξιλογικό πεδίο τοῦ «βλέπω · ὑπερβαίνει ὅμως τίς σημασίες αὐτές. Στόν Ὅμηρο ἡ λέξη δέν δηλώνει ἀκόμα τήν πνευματική προσπάθεια πού καταβάλλουμε γιά νά λύσουμε π.χ. ἕνα πρόβλημα, τήν ἰδιαίτερη ἐκείνη πνευματική δραστηριότητα, καί γι’ αὐτό εἴμαστε ἀναγκασμένοι νά τό μεταφράσουμε μέ τό «σκέπτομαι» - ἄν καί μερικές φορές πλησιάζει τή σημασία τοῦ «ἀντιλαμβάνομαι», «ἀναλογίζομαι», «λαμβάνω ὑπόψη» [1] .
Τό γεγονός πώς δέν ὑπάρχει στόν Ὅμηρο καμία λέξη γιά τό «σκέπτομαι» καί τό γεγονός πώς ἡ γνώση δέν γίνεται ἀκόμα ἀντιληπτή ὡς δραστηριότητα ὀφείλεται στό ὅτι ὁ Ὅμηρος δέν διαθέτει ἀπολύτως κανέναν ὄρο γιά τή νόηση ὡς πνευματική δραστηριότητα. Ὡς γνωστόν, ὁ Ὅμηρος ἀγνοεῖ καί τήν ἀντίθεση σώματος καί πνεύματος, κορμιοῦ καί ψυχῆς.
Αὐτό πού ἐμεῖς ὀνομάζουμε πνεῦμα ἤ ψυχή, δέν ἐμφανίζεται ἀκόμη οὐσιαστικά διαφοροποιημένο ἀπό τό σῶμα, μόνον πού ἡ σωματικότητά του παρουσιάζεται ἀρκετά περιορισμένη. Ἡ ψυχή, πού ἀργότερα θά σημάνει καί γιά τούς ἀρχαίους Ἕλληνες ὅ,τι καί γιά μᾶς σήμερα, εἶναι ἡ πνοή πού κρατᾶ τόν ἄνθρωπο στή ζωή (αὐτή εἶναι ἡ μοναδική της λειτουργία στόν Ὅμηρο καί δέν σχετίζεται μέ τή σκέψη καί τίς αἰσθήσεις). Μετά τόν θάνατο ἡ ψυχή κατεβαίνει σάν σκιά στόν Ἅδη. Ὁ νόος , τό ὄργανο τοῦ νοεῖν , εἶναι τρόπον τινά ἕνας «ἐσωτερικός ὀφθαλμός». Ὁ Ὅμηρος δέν μᾶς λέει μέ σαφήνεια ποῦ τόν τοποθετεῖ ἤ πῶς τόν φαντάζεται. Τοῦ ἀποδίδει ὅμως ὀπτικές λειτουργίες: ὁ σκοπός του εἶναι νά ἀντιλαμβάνεται, νά βλέπει, νά διαβλέπει.
Ἄν τό νοεῖν στόν Ὅμηρο δέν συνεπάγεται τήν πνευματική δραστηριότητα, τότε ἔτσι ἴσως ἐξηγεῖται μιά ἀκόμα ὁμηρική φράση πού, ὅσο γνωρίζω, δέν ἔχει μέχρι σήμερα ἐρμηνευτεῖ. Ἐμεῖς σήμερα ἐντοπίζουμε τή σκέψη στό κεφάλι καί οὐσιαστικά τήν αἰσθανόμαστε στό κεφάλι μετά ἀπό ἔντονη πνευματική δραστηριότητα. Στόν Ὅμηρο ὅμως τό νοεῖν κι ὅλα ὁσα ἔχουν νά κάνουν μέ τόν νοῦν , συνδέονται μέ τό διάφραγμα, μέ τίς φρένες. Αυτό. ὅσο ὁ ἴδιος γνωρίζω καί ὄπως πληροφορήθηκα καί ἀπό ἄλλους, δέν μποροῦμε νά τό ἑρμηνεύσουμε ὅσο ἀντιλαμβανόμαστε τό νοεῖν ὡς «σκέπτομαι». Καταλαβαίνουμε ὅμως πολύ καλά γιατί οἱ φρένες συμμετέχουν στή διαδικασία αὐτή, ἄν τό νοεῖν σημαίνει ὅ,τι καί τό ὁμηρικό γνῶναι : πρόκειται μᾶλλον γιά ἕνα συμβάν. Ἄν τό νοεῖν ἀποτελεῖ ἕνα εἶδος ἀντίληψης πού «συμβαίνει» στόν ἄνθρωπο σάν ἕνα ἤπιο σόκ. τότε μποροῦμε νά καταλάβουμε καλά γιατί τόν χτυπᾶ στό διάφραγμα [2] .
Παράλληλα ἄς σημειώσουμε ὅτι τά ρήματα πράττω καί ποιῶ στόν Ὅμηρο συνεπάγονται πολύ μικρότερη δραστηριότητα ἀπ’ ὅ,τι τά ἀντίστοιχα δικά μας. Πράττω σημαίνει οὐσιαστικά «περνῶ ἕναν δρόμο». Ὅμως τό ὅτι ἡ λέξη σημαίνει λιγότερο τήν προσωπική προσπάθεια καί περισσότερο τό ὅτι κάτι «πηγαίνει καλά», τό ἀποδεικνύει καί ἡ φράση εὖ πράττω πού σώθηκε στήν ἀττική διάλεκτο. Ἔτσι τώρα μποροῦμε νά συσχετίσουμε τό τεύχειν (παράγω κάτι) μέ τό τυχεῖν (συμβαίνει κάτι) κατά τόν τρόπο πού τό φεύγειν σχετίζεται μέ τό φυγεῖν . Καί μολονότι ὁ Boisacq πιστεύει πώς ἡ σημασία τους δέν συνηγορεῖ στή σύνδεσή τους, οἱ μετοχές ὅμως τετυγμένος καί τετυχώς - «εὐτυχής» ἤ «καλοφιαγμενος» - δείχνουν ὅτι τό τεύχειν δέν σημαίνει τόσο τήν προσωπική προσπάθεια ὅσο τήν ἐπιτυχῆ ἐξέλιξη.
Αὐτο τό στοιχεῖο τῆς προσωπικῆς πνευματικῆς δραστηριότητας πού ἀποτελεῖ τή βάση κάθε ἐπιστημονικῆς καί φιλοσοφικῆς ἀντιμετώπισης τοῦ κόσμου λείπει καί ἀπό ἄλλα ρήματα πού δέν προέρχονται ἀπό τή σφαίρα τοῦ «βλέπω». Στή σφαίρα τοῦ «ἀκούω» ἀνήκει τό ρῆμα συνιέναι πού ἀργότερα θά ἀποκτήσει τή σημασία «καταλαβαίνω». Ὅμως ἡ σημασία τοῦ συνιέναι στόν Ὅμηρο δέν ξεπερνᾶ τά ὅρια τῆς κατανόησης μιᾶς λέξης ἤ φράσης. Τό συνιέναι δέν σημαίνει ἀκόμα καί σέ αὐτά τά συμφραζόμενα τήν καθαρά θεωρητική κατανόηση ἀλλά ἁπλῶς «ἀκούω κάποιον καί τόν ἀκολούθῶ σέ ἀπόσταση τέτοια ὥστε νά μπορῶ νά τόν ἀκούω».
Ἀπό ἕναν ἄλλο πάλι χῶρο προέρχεται ἡ λέξη ἐπίστασθαι ἀπό τήν ὁποία παράγεται ἡ ἐπιστήμη , ὁ πλατωνικός ὅρος γιά τή γνώση. Ἐπίστασθαι στόν Ὅμηρο σημαίνει «ξέρω κάτι» καί συνεπάγεται τή γνώση πού ἀφορᾶ σέ πρακτικές δραστηριότητες. Ἀναφέρεται ἐπίσης σέ τεχνικές δεξιότητες, σέ ὅλες τίς τέχνες καθώς καί στόν λόγο καί σέ καταστάσεις πού μπορεῖ κανείς νά ἀντιμετωπίσει. Στό ἴδιο πεδίο τῶν πρακτικῶν δεξιοτήτων ἀνήκει καί ἡ λέξη σοφός πού χαρακτηρίζει τόν ἐπιδέξιο σέ κάποιο χειροτέχνημα, πρό πάντων αὐτόν πού κατέχει μιά τέχνη ἡ ὁποία ἐντάσσεται στά πλαίσια τῆς πρώιμης οἰκοτεχνίας · σημαίνει τόν εἰδικό πού εἶναι ἀπαραίτητος γιά τήν κοινότητα, τόν δημιουργόν.
Τό πώς αὐτοί οἱ τρόποι κατάκτησης τῆς γνώσης στόν Ὅμηρο ἐπενεργοῦν στή ζωή τῶν ἀνθρώπου, τό δείχνει ἡ μορφή τοῦ Ὀδυσσέα, τοῦ διανοούμενου, ἄν μποροῦμε νά χρησιμοποιήσουμε τόν ὅρο αὐτό γιά τόν ὁμηρικό κόσμο. Ὁ Ὀδυσσέας εἶδε πολλά καί ἔμαθε πολλά. Εἶναι ἐκτός αὐτοῦ ὁ πολυμήχανος, ὁ ἱκανός νά ἐνεργήσει μέ τούς πιό πρωτότυπους τρόπους, ἐν τέλει εἶναι ἐκεῖνος πού μπορεῖ νά ἀκούσει τή φωνή τῆς θεᾶς Ἀθηνᾶς, τῆς προστάτιδάς του. Δέν ἀπέκτησε τήν γνώση μέσω τῆς ὁράσεως οὔτε τό πλῆθος τῶν ἐμπειριῶν του μέ δική του δραστηριότητα καί προσωπική ἔρευνα. Μᾶλλον αὐτά συνέζησαν σέ ἐκεῖνον, ὅς μάλα πολλά/πλάγχθη . Δέν ἔχουμε νά κάνουμε μέ τόν Σόλωνα, γιά τόν ὁποῖο ὁ Ἡρόδοτος λέει πώς πρῶτος ταξίδεψε θεωρίης ἕνεκεν . Στόν Ὀδυσσέα ἡ πολυγνωσία τοποθετεῖται στό ἐπίπεδό του ἐπίστασθαι καί διακρίνεται ἀπό τή δράση του κατά τρόπο ἀξιοσημείωτο. Τό γεγονός αὐτό περιορίζει τή δράση του στήν ἐξεύρεση μέσων προκειμένου νά ἐπιτύχει κάποιο συγκεκριμένο σκοπό, νά σώζει δηλαδή τή ζωή τῶν συντρόφων του καί τή δική του. Καί στό ἐπιπεδο τῆς κατανόησης καί τῆς ἑρμηνείας, ὁ Ὄδυσσέας κατανοεῖ ἁπλῶς, ὅπως καί κάθε ὕπαρξη στόν Ὅμηρο, τούς λόγους πού διατυπώνονται μέ σαφήνεια. Σέ περίπτωση πού γεγονότα, πράξεις, ἄνθρωποι δέν δηλώνουν ἄμεσα τί σημαίνουν, ποιά εἶναι ἡ ἐννοιά τους, τότε μπορεῖ νά τά καταστήσει σαφῆ ἕνας θεός μιλώντας μέ λόγια κατανοητά, μπορεῖ π.χ. νά τά ἀνακοινώσει σέ ἕναν προφήτη καί αὐτός μέ τή σειρά του νά τά πεῖ στούς ἄλλους ἤ μπορεῖ νά τά πεῖ ἡ Μούσα στόν ποιητή. Ὅμως οὔτε ὁ προφήτης εἶναι σέ θέση νά ἐρευνήσει τό σκοτεινό μέλλον οὔτε ὁ ποιητής προσπαθεῖ νά φέρει στό φῶς μιά κρυμμένη ἀλήθεια · ὁ μέν προφήτης μαθαίνει τό παρελθόν, τό παρόν καί τό μέλλον πού ὁ θεός τοῦ ἀποκαλύπτει, ὁ δέ ποιητής ἀνακοινώνει μόνον ὅ,τι ἡ Μούσα τοῦ γνωστοποιεῖ. Οἱ θεοί τά γνωρίζουν ὅλα, τά ἔχουν δεῖ ὅλα καί εἶναι πανταχοῦ παρόντες (ὅπως λέγεται στή Β ραψωδία τῆς Ἰλιάδας [στ. 485-486]). Ἡ πνευματική δυνατότητα βασίζεται καί στίς δύο περιπτώσεις στή γνώση πού κατέχει ἡ θεότητα. Στήν περιπτωση τῶν Μουσῶν ὁ Ὅμηρος ἀποδίδει τή γνώση τους αὐτή στό γεγονός ὅτι ὑπῆρξαν αὐτόπτεις μάρτυρες ὅσων μεταδίδουν στόν ποιητή.
Ἡ εἰκόνα τοῦ ἄνθρώπου πού ἀσχολεῖται μέ τίς φυσικές ἐπιστῆμες, πού σκέπτεται καί ἐρευνᾶ, γίνεται δυνατή, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀρχίζει νά συλλαμβάνει τό πνεῦμα «πιό ἀφαιρετικά». Τί σημαίνει ὅμως «ἀφαιρετικά»; Εἶναι πλέον κοινότοπη ἡ διαπίστευση ὅτι ἡ ἀφαίρεση εἶναι ἀπαραίτητη στήν ἐπιστημονική σκέψη καί τόν λόγο. Ἤδη τό ζήτημα αὐτό τό θίξαμε, ὅταν μιλήσαμε γιά τό ἄπειρον του Ἀναξιμάνδρου, καθώς ἐπίσης γιά τήν ἔννοια τοῦ «μέτρου», τή γνώση καί τή σκέψη. Τό θέμα ὁλόκληρου του κεφαλαίου αὐτοῦ θά μποροῦσε νά ἐξαντληθεῖ στήν πρόταση: οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες δημιούργησαν μιά ἐπιστημονική γλώσσα κατασκευάζοντας ἀφηρημένα οὐσιαστικά - ἄν εἶναι βέβαια δυνατόν νά προσδιορίσουμε τή διαχωριστική γραμμή ἀνάμεσα στά συγκεκριμένα καί τά ἀφηρημένα οὐσιαστικά. Πιστεύω πώς θά ἦταν καλύτερο νά μιλήσουμε γιά σταδιακή μετάβαση ἀπό πιό συγκεκριμένα σέ πιό ἀφαιρετικά στάδια. Ἄν, ὅπως φάνηκε ἀπό τά δυό-τρία παραδείγματα, μπορεῖ νά ἀπομονωθεῖ ἀβίαστα ἡ πνευματική λειτουργία ἀπό τίς φράσεις τῆς γλώσσας, τότε ἡ γλώσσα πρέπει νά εἶναι ἕνας πολύπλοκος ὀργανισμός, ἱκανός νά παραγάγει ἀπό τόν ἴδιο της τόν ἑαυτό κάτι διαφορετικό. Ἀλλά γιά νά δοῦμε ἄν ἡ μονομέρεια στόν ἐπιστημονικό λόγο, μ’ ἄλλα λόγια ἄν μιά ἀπό τίς ἀρχές του - ἡ ὁποία, μολονότι ὑπάρχει σέ κάποιο βαθμό καί στήν καθημερινή γλώσσα, ἀναδεικνύεται ὁμως κατεξοχήν στήν ἀνεπτυγμένη σκέψη τῶν Ἑλλήνων - εἶναι πράγματι συμπαγής, πρέπει νά μελετήσουμε προσεκτικά πώς ἡ τάση γιά ἀφαίρεση εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νά καταστοῦν κάποιες γλωσσικές δομές τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν κατάλληλες γιά νά ἐκφράσουν τήν ἐπιστημονική σκέψη.
Νομίζω πώς ὑπάρχουν τρεῖς τρόποι παραγωγῆς ἀφηρημένων οὐσιαστικῶν. Ὁ πρῶτος εἶναι ἡ οὐσιαστικοποίηση ὅπως τήν εἴδαμε στό ἅπειρον τοῦ Ἀναξίμανδρου. Ὁ δεύτερος συνίσταται στή μετεξέλιξή του χαρακτηρισμοῦ ἑνός ὀργάνου σέ χαρακτηρισμό τῆς λειτουργίας του. Π.χ. ὅταν λέμε ὅτι κάποιος ἔχει γερό κεφάλι, ἐννοοῦμε ὅτι ἔχει γερό μυαλό ἤ διαθέτει σωστή σκέψη. Ὁ τρίτος τρόπος εἶναι ἡ μετατροπή ταν κυρίων ὀνομάτων, θεῶν ἤ δαιμόνων, σέ ἀφηρημένα οὐσιαστικά. Στά ἀρχαῖα ἑλληνικά οἱ ἐπιστημονικοί ὅροι δημιουργήθηκαν - ὅσον ἀφορᾶ στά ἀφηρημένα οὐσιαστικά - καί μέ τούς τρεῖς αὐτούς τρόπους.
Τόν πρῶτο τρόπο ἀκολούθησε ὁ Ἀναξίμανδρος μέ τό ἄπειρον καί εἴδαμε ὅτι στην περίπτωση αὐτή ἡ ἀφαιρετική σκέψη ἐκφράστηκε μέ την οὐσιαστικοποίηση τοῦ ἐπιθέτου. Ἡ ἐξέλιξη αὐτή σημαίνει κατ’ οὐσίαν ὅτι κάτι πού εἶχε ἀρχικά μία ὑλική ὑπόσταση μετατρέπεται σέ ἀντικείμενο - ἀντικείμενο, βέβαια, πού δέν τό ἀντιλαμβανόμαστε ὡς ὑλική ὀντότητα, ἀλλά πού μποροῦμε μόνο νά τό σκεφτοῦμε, σέ ἀντικείμενο τῆς σκέψης μας. Καί ἐδῶ φαίνεται καθαρά ἡ σημασία τῆς λέξης «οὐσιαστικοποίηση».
Τί σημαίνει ἡ οὐσιαστικοποίηση τοῦ ἐπιθέτου γιά τήν ἀφαιρετική σκέψη καί τήν πνευματική δραστηριότητα, θά τό διευκρινήσουμε μέ μερικά ἀκόμα παραδείγματα ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Ἀναξίμανδρου, τά ὁποῖα δέν σχετίζονται τόσο ἄμεσα μέ τήν ἐπιστημονική γλώσσα.
Ὁ Ἡρόδοτος διηγεῖται τήν ἱστορία τοῦ ζασιλιᾶ τῆς Λυδίας Κροίσου, ὁ ὁποῖος ρώτησε τόν Σόλωνα τόν Ἀθηναῖο ποιός εἶναι ὁ πιό εὐτυχισμένος ἄνθρωπος. Ὁ Σόλωνας (καί αὐτή εἶναι ἐν πάςῃ περιπτώσει ἡ ἐκδοχή πού μποροῦμε νά θεωρήσουμε ὡς τήν παλαιότερη) κατονόμασε ἕναν ἁπλό χωρικό της Ἀττικῆς, τόν Τέλλο, ἐνῶ ὁ Κροῖσος, ὁ πλούσιος καί ἰσχυρός βασιλιάς, περίμενε φυσικά νά ἀκούσει τ’ ὄνομά του.
Ἡ ἱστορία θέλει νά δείξει τή διαφορά ἀνάμεσα στή φαινομενική εὐτυχία καί τήν ἀληθινή. Ὁ Σόλωνας λέει πώς κανείς δέν μπορεῖ νά ἀξιωθεῖ τόν χαρακτηρισμό «εὐτυχής» πρίν τό τέλος τῆς ζωῆς του.
Καί ὁ Κροῖσος ἀναγνωρίζει τήν ἀλήθεια τῶν λόγων τοῦ Σόλωνα, ὅταν πιά ἔχει χάσει τό πλούσιο βασίλειό του καί βρίσκεται πάνω στήν πυρά.
Γενικά θεωροῦμε εὐτυχῆ ἕναν ἰσχυρό βασιλιά στό ἀπόγειο της δόξας του. Ἀλλά μπορεῖ νά τεθεῖ τό ἐρώτημα ἄν εἶναι «ὄντως» εὐτυχής κανείς, ὅταν τοῦ ἀποδίδεται τό ἐπίθετο αὐτό μ’ ὅλη τή σημασία του. Ἕνας μέσος ἄνθρωπος μπορεῖ νά εἶναι «πραγματικά» εὐτυχισμένος.
Πίσω ἀπό αὐτήν τή διαπίστωση προβάλλει τό ἐρώτημα ποιά εἶναι ἡ ἀληθινή εὐδαιμονία, αὐτό πού κάνει τόν εὐδαίμονα εὐδαίμονα . To ἐρώτημα «ποιός εἶναι ὁ πιό εὐτυχισμένος;» προκαλεῖ τήν ἑπόμενη ἐρώτηση: «ποιά εἶναι ἡ πραγματική εὐτυχία; Τί εἶναι ἡ εὐτυχία;» Τό ἐρώτημα γιά τό πρόσωπο θά ἐξελιχθεῖ τελικά σέ ἐρώτημα γιά τό ἀφηρημένο οὐσιαστικό.
Ἄν ὅμως ἔτσι δημιουργεῖται ἕνα ἀφηρημένο οὐσιαστικό. τό «εὐτυχές», καί παράγεται ὅπως τό ἄπειρον του Ἀναξιμάνδρου, μέ οὐσιαστικοποίηση τοῦ ἐπιθέτου, τότε καί στίς δύο περιπτώσεις ἡ σημασία τῆς νέας αὐτῆς λέξης προϋποθέτει τή βασική σημασία τοῦ ἐπιθέτου. «Ἄπειρο» μέ τή σημασία τοῦ «ὄντως ἀπείρου» καί «εὐτυχές» μέ τή σημασία τοῦ «ἀπολύτως εὐτυχοῦς» εἶναι ἤδη κάτι πού ὑπερβαίνει τήν «ἁπλοϊκή», προεπιστημονική γλώσσα. Ἔτσι ὅμως ἔχουμε ἕνα ἀκόμα ἀντικείμενο, π.χ. τό ἄπειρο, τό εὐτυχές, ἡ ὕπαρξη τοῦ ὁποίου μπορεῖ νά τεθεῖ ὑπό ἀμφισβήτηση.
Στίς διηγήσεις γιά τούς Ἑπτά Σοφούς - στούς ὁποίους συγκαταλέγονται τόσο ὁ Σόλωνας ὅσο καί ὁ Θαλῆς. ὁ δάσκαλος τοῦ Ἀναξίμανδρου – συναντοῦμε συχνά τέτοιες ἐρωτήσεις ὑπό τόν τύπο αἰνίγματος. Κάποιες δέν ζητοῦν μόνον τό πρόσωπο πού ἔχει μιά συγκεκριμένη ἰδιότητα σέ ἕναν ἰδιαίτερο βαθμό ἀλλά καί τό πρᾶγμα πού διαθέτει κάποια ἰδιότητα: «Ποιό εἶναι τό καλύτερο;», «ποιό εἶναι τό παλαιότερο;», «ποιό εἶναι τό δικαιότερο;», κ.λπ. Τέτοιες ἐρωτήσεις ὁδηγοῦν κατ’ ἀνάγκη στόν ὁρισμό: «Ποιό εἶναι τό καλό;», «ποιό εἶναι τό δίκαιο;» Αὐτοῦ του εἴδους, ἐν πάςῃ περιπτώσει. οἱ πνευματώδεις ἀλλά καί βαθυστόχαστες ἱστορίες μᾶς παραδίδονται ἀμέσως μετά τήν ἐποχή τῶν Ἑπτά Σοφῶν. Τό σημαντικό στίς ἱστορίες αὐτές ἔγκειται στό ὅτι κάτι παρουσιάζεται νά ἔχει μιά ἰδιότητα τήν ὁποία κανείς δέν τοῦ ἀναγνώριζε ὡς τότε. Ἐπίσης, στό ὅτι στίς ἱστορίες αὐτές διαμορφώνεται μιά σχετικά σαφής εἰκόνα τῆς ἰδιότητας στήν ὁποία ἀναφέρονται. Κάτι παρόμοιο π.χ. ἔχουμε καί στόν μύθο τοῦ Αἰσώπου καί στό λαϊκό ἀνάγνωσμα τοῦ ἀγώνα τοῦ Ὁμήρου καί Ἡσιόδου [3] , τά ὁποῖα ἀνάγονται στόν 6 ο αἰώνα π.Χ. Τά ἐρεθιστικά ἐρωτήματα ὑπό τόν τύπο αἰνίγματος, πού ἀποσκοποῦν στήν κατάκτηση νέων γνώσεων, δείχνουν πώς οἱ γνώσεις αὐτές δέν πρέπει νά παρουσιάζονται ἄμεσα καί νά ἐπιβάλλονται ἀλλά πρέπει νά καταβάλλεται προσπάθεια προκειμένου νά ἀναζητηθοῦν καί νά ἀνευρεθοῦν. Ἡ γνώση συνεπάγεται ἑπομένως πνευματική δραστηριότητα. Ἀπό ἐδῶ ξεκινᾶ ἡ ἔρευνα, ἡ βάσανος γιά τήν ἀλήθεια.
Ἄν παραλληλίσουμε τά λεγόμενα πού διαρκῶς περιπλέκονται: ὁ Κροῖσος εἶναι εὐτυχής... εἶναι εὐτυχέστερος... εἶναι ὁ πιό εὐτυχής, εὐτυχία εἶναι νά κατέχει κανείς αὐτό κι ἐκεῖνο, ἡ εὐτυχία συνίσταται στό νά.... τότε φαίνεται καθαρά πώς τό ἀφηρημένο οὐσιαστικό «εὐτυχία» προκύπτει ἀπό τό γεγονός ὅτι τό ἐπίθετο «εὐτυχής» μπορεῖ νά ὑπάρξει ὡς κατηγορούμενο [4] καί ἡ ἔννοια «εὐτυχής», ἀπό την πλευρά της, μπορεῖ νά ἀποτελέσει τό ἀντικείμενο μίας φράσης ὅπως ἡ ἀκόλουθη: «Τό νά εἶναι κάνεις εὐτυχής σημαίνει...». Μέ τόν ἴδιο τρόπο ἡ ἀρχαία ἑλληνική γλώσσα μπορεϊ νά χειριστεῖ καί τά ρήματα. Στήν περίπτωση αὐτή τό ὁριστικό ἄρθρο προσπαθεῖ νά «ἐκμαιεύσει» σημασίες: ἔτσι μπορεῖ κανείς νά μιλᾶ γιά τό βλέπειν, τό σκέπτεσθαι, κ.λπ. Καί ἔτσι δημιουργοῦνται ἀφηρημένα οὐσιαστικά, καθώς τό ἀπαρέμφατο τοῦ ρήματος, πού δέν εἶναι οὐσιαστικό, μετατρέπεται μέ τή βοήθεια τοῦ ἄρθρου σέ οὐσιαστικό. Καί ἄλλοι ρηματικοί τύποι πού δέν ἀπαντοῦν ὡς verba finita μποροῦν νά οὐσιαστικοποιηθοῦν, π.χ. οἱ μετοχές πού χρησιμοποιοῦνται πολύ συχνά στά ἀρχαῖα ἑλληνικά. Στήν περίπτωση αὐτή φαίνεται πώς τά ὅρια ἀνάμεσα στά ἀφηρημένα καί συγκεκριμένα οὐσιαστικά εἶναι ρευστά. Ὅταν λέω «τό βλέπον» ἐννοῶ τά μάτια, τό ὄργανο, πού ἀναμφίβολα εἶναι συγκεκριμένο οὐσιαστικό. Μπορῶ ὅμως νά μιλῶ γιά «τό βλέπον» καί νά ἐννοῶ τή λειτουργία τοῦ ματιοῦ. Ἔτσι «τό βλέπον» προσεγγίζει αὐτό πού δηλώνει «τό βλέπειν». Ἡ γλώσσα τῆς φιλοσοφίας καί τῆς ἐπιστήμης στά ἀρχαῖα ἑλληνικά δημιούργησε ἀπό τήν ἐποχή τῶν Σοφιστῶν ἕνα πλῆθος ρηματικῶν οὐσιαστικῶν, τά ὁποῖα κατά τήν σημασία προσεγγίζουν τά οὐσιαστικοποιημένα ἀπαρέμφατα καί τίς μετοχές, τυπικά ὅμως ἀνήκουν στά οὐσιαστικά: ἡ γνῶσις πού ἰσοδυναμεῖ πάνω-κάτω μέ τό γνῶναι , ἡ κίνησις , κ.ο.κ.
Ἡ συσχέτιση ἑνός συγκεκριμένου ὀργάνου μέ τήν ἀφηρημένη λειτουργία του εἶναι, ὅπως εἴπαμε, ὁ δεύτερος δρόμος πρός τήν ἀφαιρετική σκέψη. Ἀνέφερα ἤδη τό παράδειγμα «ἔχει γερό κεφάλι», δηλαδή ἡ ἐσωτερική λειτουργία τοῦ μυαλοῦ του εἶναι καλή, εἶναι ἔξυπνος. Πρόκειται συνήθως γιά μεταφορικές χρήσεις τῶν λέξεων. Σέ πρωτόγονες γλώσσες τό ὄργανο δηλώνει ἀναμφίβολα καί τή λειτουργία. Μά καί ἐκεῖ ὅπου πρόκειται γιά καθαρή μεταφορά, αὐτός ὁ παραλληλισμός τοῦ ὀργάνου καί τῆς λειτουργίας παίζει μεγάλο ρόλο, π.χ. στίς τόσο συχνές μεταφορικές χρήσεις τῶν ἐργαλείων. Ὅταν μιλῶ γιά τό «σφυρί» τῆς μοίρας, ἐννοῶ τή συντριβή. Ἀκριβῶς τό ἴδιο ἐννοῶ, ὅταν μιλῶ γιά τή «γροθιά» τῆς μοίρας. Ἐδῶ μποροῦμε ἀκόμη νά ἀναφέρουμε καί τίς παρομοιώσεις μέ κάποιο ζῶο πού παλαιότερα συνήθιζαν νά χρησιμοποιοῦν γιά νά δείξουν τά χαρακτηριστικά ἤ τίς δραστηριότητες ἑνός ἀνθρώπου ἤ τίς λειτουργίες τῶν ὀργάνων του καί γιά νά δηλώσουν μιά πνευματική λειτουργία στή γλώσσα.
Αὐτός πού βλέπει σάν λύγκας. ἔχει καλή ὅραση, βλέπει καλά. Ὅποιος εἶναι ἀλεπού, εἶναι πονηρός. Ἔτσι, μέσω τῆς παρομοίωσης μέ τά ζῶα, σκιαγραφεῖται αὐτό πού ἀργότερα ὀνομάστηκε πνευματική ἰδιαιτερότητα τοῦ ἀνθρώπου, χαρακτήρας. Στούς μύθους μέ ζῶα περιγράφονται τύποι ἀνθρώπινης συμπεριφορᾶς.
Ἔτσι φτάνουμε στήν τρίτη μορφή, προκειμένου νά κατανοήσουμε τή σκοπιμότητα τῆς δημιουργίας τῶν ἀφηρημένων οὐσιαστικῶν. Πρόκειται γιά τό μυθικό ὄνομα, τό ὄνομα δηλαδή ἑνός θεοῦ ἤ ἑνός δαίμονα. Ὁ Ἄρης εἶναι ὁ θεός τοῦ πολέμου ἀλλά τό ὄνομά του ἔχει σχεδόν τή σημασία τοῦ ἀφηρημένου οὐσιαστικοῦ «πόλεμος». Ὁ πόλεμος εἶναι ἔργο τοῦ Ἄρη. Σέ φράσεις ὅμως ὅπως ἔρχεται Ἄρης , δέν διαφαίνεται καθόλου κατά πόσον ὁ ὁμιλῶν φαντάζεται ἕναν θεό μέ συγκεκριμένη μορφή. Σέ μεταγενέστερες ἐποχές προσπάθησαν νά ἑρμηνεύσουν ἀλληγορικά τους θεούς καί θεώρησαν πώς ἡ Ἀφροδίτη εἶναι κατ’ οὐσίαν ὁ ἔρωτας, ἡ Ἀθηνᾶ ἡ σύνεση καί ὅτι ὁ Ὅμηρος μίλησε μόνον ποιητικῇ ἀδείᾳ γιά θεούς. Φυσικά οἱ θεοί στόν Ὅμηρο δέν ἀποτελοῦν τέτοιου εἴδους αἰσθητικά βοηθητικά μέσα. Παρόλα αὐτά, ἔχει κάποια ἀλήθεια ἡ ἄποψη ὅτι οἱ θεοί ἀποκτοῦν ὀντότητα, ὅταν ταυτίζονται μέ ἀφηρημένες ἔννοιες. Τά ὀνόματα τῶν θεῶν εἶναι συχνά καί ρηματικά οὐσιαστικά. Φόβος σημαίνει ἀρχικά τόν «τρόμο»· εἶναι ἐπίσης ἕνας δαίμονας πού τρέπει σέ φυγή. Στήν περίπτωση αὐτή δέν εἴμαστε πάντοτε σέ θέση νά διακρίνουμε ἄν ἐννοεῖται ὁ θεός ἤ τό ἀφηρημένο οὐσιαστικό - κι αὐτό μας φέρνει, σέ ἀμηχανία γιά τό ἄν πρέπει νά γράψουμε στά κείμενά μας τή λέξη μέ κεφαλαῖο ἤ μικρό ἀρχικό. Ἕνα ὅμως διαφοροποιεῖ τόν θεό ἀπό τήν ἀφηρημένη ἔννοια, τό ὅτι ὁ θεός δρᾶ ἄμεσα, ἐπιβάλλεται στόν ἄνθρωπο, ἐνῶ τό πλήρως ἀνεπτυγμένο ἀφηρημένο οὐσιαστικό (ὅπως φάνηκε παραπάνω μέ τήν οὐσιαστικοποίηση τοῦ ἐπιθέτου) εἶναι ὁ στόχος τῆς ἀνρώπινης σκέψης καί τῆς πνευματικῆς δραστηριότητας.
Τή στιγμή αὐτή δέν μπορῶ νά δώσω καμιά συστηματική θεώρηση τῶν μεταφορῶν, τῶν παρομοιώσεων, τῶν διηγήσεων μέ ζῶα καί τῶν μύθων. Ἐδῶ ἔπρεπε μόνο νά φανεῖ ὅτι οἱ προεπιστημονικές μορφές σκέψης καί λόγου ἔχουν ἀφενός πολλά κοινά μέ τά ἀφηρημένα οὐσιαστικά — ἐφόσον ἔχουν κοινό στόχο - ἀφετέρου διαφοροποιοῦνται ἀπό τά ἀφηρημένα οὐσιαστικά, καθώς θέλουν τόν στόχο τους νά συνδέεται μέ κάτι ζωντανό, κάτι ὀργανικό, κ.τ.τ. Περισσότερο ὅμως δέν θά ἀσχοληθοῦμε μ’ αὐτό τό θέμα, γιατί καταλήγουμε στόν ταυτολογικό καί ἀρνητικό ὁρισμό, ὅτι τά μή ἀφηρημένα οὐσιαστικά δέν εἶναι ἀφηρημένα οὐσιαστικά.
Ἴσως μπορέσουμε νά ἀντιληφθοῦμε καί νά ὁρίσουμε ἀκριβέστερα τήν ἰδιαιτερότητα τῆς ἐπιστιμονικῆς γλώσσας πού δημιούργησαν οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες, ἄν ἀντιστρέψουμε τά πράγματα. Τόν σκοπό μας αὐτό ἴσως θά ἐξυπηρετοῦσε μιά παρέκβαση σέ μιά ἐντελῶς διαφορετική ὁμάδα λέξεων, στίς προθέσεις καί τούς συνδέσμους. Οἱ λέξεις αὐτές συνδέουν παραστάσεις τοπικά, χρονικά ἤ αἰτιολογικά. Ἡ ἱστορία τῆς γλώσσας δείχνει ὅτι οἱ τοπικοί καί σέ περιορισμένο βαθμό οἱ χρονικοί προσδιορισμοί εἶναι παλαιότεροι ἀπό τους αἰτιολογικούς. Οἱ αἰτιολογικοί δέν διέθεταν ἐξαρχῆς δικές τους λέξεις, ἀλλά οἱ λέξεις πού τούς δηλώνουν προέκυψαν ἀπό μεταβολή τῆς σημασίας τοπικῶν (ἀλλά καί χρονικῶν) προθέσεων καί συνδέσμων. Στή γλώσσα τῆς ἐπιστήμης καί τῆς φιλοσοφίας, φυσικά, προϋποτίθεται ἡ ἀρχή ὅτι οἱ αἰτιακές σχέσεις μποροῦν νά ἀνακαλυφθοῦν καί νά διατυπωθοῦν. Πῶς γίνεται στήν πράξη αὐτό; Στά Γερμανικά τό durch σημαίνει ἀρχικά μία τοπική σχέση (durch das Feld), ἐν συνεχείᾳ καί μιά χρονική (durch den Tag). Μπορῶ ἐπίσης νά πῶ πώς ὁ Ἀλέξανδρος γνώρισε τόν Ἀριστοτέλη μέσω τοῦ πατέρα του - καί ἐδῶ θά ἦταν παράλογο νά ἐννοήσω τό μέσῳ (durch) τοπικά ἤ χρονικά. Ἀφετηρία γιά μιά τέτοια χρήση ὑπῆρξαν προτάσεις ὅπως «μέσω τοῦ καινούργιου δρόμου φτάνει κανείς γρηγορότερα στήν πόλη». Ἀρχικά νοεῖται τοπικά ἀλλά, ὅταν καταλάβουμε ἀπό τήν πρόταση πώς ὁ δρόμος κατασκευάστηκε γιά νά συντομεύσει τήν ἀπόσταση πρός τήν πόλη, τό «μέσω» (durch) ἀποκτᾶ μιά αἰτιακή σημασία. Αὐτό εἶναι μιά φοβερή παρανόηση, ἄν πρέπει νά ὀνομάσουμε παρανόηση τό γεγονός ὅτι ἡ νέα χρήση τῆς λέξης δηλώνει τήν πραγματικότητα καί τήν οὐσία. Ἄν στήν περαιτέρω ἐξέλιξη τό «μέςῳ» (durch) ἀποβάλει τήν τοπική καί χρονική σημασία καί ἀποκτήσει σέ συγκεκριμένα συμφραζόμενα καθαρά αἰτιακή, τότε ἡ ἄμεση σχέση μέ τά πράγματα θά ἐξαφανιστεῖ ἀλλά αὐτό δέν σημαίνει ὅτι τό πραγματικό, τό ἀντικειμενικό θά χαθεῖ κατ’ ἀνάγκη. Ἀντίθετα μπορεῖ νά παρουσιαστεῖ ἀβίαστα ὑπό ὁρισμένες συνθῆκες.
Ἡ φράση «ἐπειδή βρέχει, θά μουσκέψουν ὅλα» σημαίνει ἀρχικά «διότι βρέχει...»· χαρακτηρίζει ἐπομένως μόνον τή χρονική ὑπόταξη «καθώς βρέχει...». Οὐσιαστικά ὅμως πρόκειται γιά κάτι παραπάνω». Μόλις ἀντιληφθοῦμε τό «ἐπειδή» ὡς αἰτιολογικό, ἀντιλαμβανόμαστε καί τίς ἄλλες σχέσεις.
Ἡ γλώσσα τοῦ Ὁμήρου εἶναι σχετικά φτωχή σέ τέτοιες συνδετικές λέξεις μέ αἰτιολογική σημασία. Ὅπου ἐννοοῦνται τέτοιες αἰτιακές σχέσεις, ὑποδηλώνονται ὡς ἐπί τό πλεῖστον ἔμμεσα, δηλαδή εἴτε ἡ σύνδεση δέν δηλώνεται καθόλου εἴτε χρησιμοποιοῦνται λέξεις πού δηλώνουν τόπο ἤ χρόνο. Ὁ λόγος ὅμως τῆς φιλοσοφίας καί τῆς ἐπιστήμης καθίσταται ἐφικτός, ὅταν ἡ γλώσσα μπορεῖ νά κάνει αὐτήν τή διάκριση. Αἰτιολογικούς συνδέσμους καί μετοχές πλήρους ἀναπτυγμένες συναντοῦμε ὄντως τόν 6 ο αἰώνα, καθώς τότε διαμορφώθηκαν ἡ καθαρή ἔννοια τοῦ ἀριθμοῦ, τό ὁριστικό ἄρθρο, πού χρησιμοποιήθηκε γιά τούς ἀφαιρετικούς συλλογισμούς, καί κάποια ἄλλα πράγματα.
Προφανῶς πρόκειται γιά μία μεγάλη ἑνιαία πορεία πού ἐπιφέρει αὐτήν τή δομική μεταβολή στή γλώσσα καί καθιστᾶ δυνατή τήν ἐμφάνιση τῆς ἐπιστημονικῆς γλώσσας, ἡ ὁποία ἀπελευθερώνει τόν λόγο, τήν ἀφαιρετική σκέψη - ἤ ὅπως ἀλλιῶς τό ὀνομάσει κανείς - ἀπό τήν καθημερινή γλώσσα.
Μπορεῖ ἡ πορεία αὐτή στή γλώσσα νά γίνει ἀντιληπτή μέ ἀκόμα καλύτερο τρόπο ἤ τουλάχιστον νά περιγραφεῖ ἀκριβέστερα;
Προφανῶς πρέπει νά ὑπάρχει κάτι στήν ἴδια τή γλώσσα πού νά μπορεῖ νά ἀναπτύσσεται - φυσικά εἰς βάρος κάποιου ἄλλου - ὥστε νά δοθεῖ ἡ δυνατότητα νά συγκροτηθεῖ ὁ ἐπιστημονικός λόγος καί σκέψη. Σ’ αὐτήν τήν περίπτωση ἐπιβάλλεται νά ἀναλύσουμε ἐξαντλητικά τή γλώσσα.
Πρίν ἀπό μερικά χρόνια προσπάθησα νά περιγράψω τή δομή τῆς γλώσσας μέ γνώμονα αὐτά τά ἐρωτήματα. Ὅπως ὅμως διαπίστωσα, οὔτε οἱ φιλόλογοι οὔτε οἱ φιλόσοφοι ἔμειναν ἱκανοποιημένοι ἀπό τό ἐγχείρημά μου αὐτό. Πιστεύω πώς μπορεῖ κανείς νά ἐντοπίσει στή δομή τῆς γλώσσας τρία στοιχεῖα: τό στοιχεῖο τῆς ἀναπαράστασης, τῆς ἔκφρασης καί τῆς προθετικότητας, τά ὁποῖα διασταυρώνονται ὅπου ἤ κυριαρχία ἕνος ἐξ αὐτῶν σφραγίζει κάθε φορά μιά γλωσσική μορφή. Στό σημεῖο αὐτό ὑπεισέρχονται οἱ ψυχικές λειτουργίες, ὅπως τίς εἶδαν ὁ Dilthey καί ὁ Buhler. Ἀλλά ἀπό τήν ἄποψη τῆς ψυχολογίας, ὅπως ἔδειξε στούς νεώτερους χρόνους ὁ Husserl, οἱ λειτουργίες αὐτές δέν μποροῦν νά ἀνταγωνίζονται τό περιεχομένο τῆς γλώσσας, γιατί τό οὐσιαστικό στή γλώσσα εἶναι τό πνεῦμα, τό περιεχόμενο δηλαδή καί ἡ σημασία.
Ὅλα ὅσα θίξαμε μέχρι στιγμῆς ἴσως γίνουν σαφέστερα ὅταν, ἐπί τῇ βάσει αὐτῶν τῶν στοιχείων, ἑρμηνεύσουμε τίς παρατηρήσεις πού κάνει γιά πρώτη φορά ἕνας ἀρχαῖος Ἕλληνας σχετικά μέ τό πῶς πρέττει νά δοῦμε τίς ἰδιότητες τῶν πραγμάτων, ἄν θέλουμε νά κατανοήσουμε τόν κόσμο μέ τόν τρόπο τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν. Ἐδῶ φαίνεται σαφῶς ὁ ρόλος τῆς γλώσσας. Ἀλλά πρίν ἀπό αὐτό ἄς κάνουμε μιά ἀκόμα σύντομη παρατήρηση γιά τό πῶς ἡ καθημερινή γλώσσα χειρίζεται τίς ἰδιότητες τῶν πραγμάτων καί πῶς μπορεῖ κανείς νά μιλήσει π.χ. γιά μία «ἔννοια» τῶν χρωμάτων, καθώς ἐδῶ ἐπικεντρώνονται οἱ περισσότερες ἀντιρρήσεις.
Μέ τίς δηλώσεις τῶν χρωμάτων κίτρινο, μπλέ, κόκκινο, κ.ο.κ.. ἔχουμε τήν ἀντίθεση τῶν ἀποχρώσεων πού προσλαμβάνουν οἱ αἰσθήσεις μας. Ἄν μποροῦμε νά σκεφτοῦμε μιά ἐπιστήμη πού ἀσχολεῖται μέ αὐτά τά χρώματα τά ὁποῖα μᾶς συγκινοῦν ἰδιαίτερα, π.χ. τή θεωρία τοΰ Γκαΐτε γιά τά χρώματα ἤ μία ἔρευνα γιά τό κίτρινο καί τό μπλέ στούς πίνακες τοῦ Vermeer van Delft, τότε μπορῶ ν’ ἀποδείξω ὅτι τά χρώματα ἔχουν «ἔννοια». Ἀλλά αὐτό δέν ἔχει νά κάνει μέ τίς φυσικές ἐπιστῆμες. Ἡ ἔννοια ἐδῶ ἐξαρτᾶται ἀπό τό βίωμα, πρόκειται γιά ἐντύπωση, ἔκφραση, κ.ο.κ., πράγματα δηλαδή πού δέν βρίσκονται στόν χῶρο τοῦ ἀντικειμενικοῦ. Μπορῶ ὅμως νά μιλήσω ἐπιστημονικά γιά τήν ἔννοια τῶν χρωμάτων, ἄν ἐννοῶ μ’ αὐτό τή σκοπιμότητά τους. Ἄν, γιά παράδειγμα, πῶ ὅτι οἱ ρῶγες τῶν σταφυλιῶν εἶναι κυρίως κόκκινες γιά νά ἐντοπίζονται ἀπό τά πουλιά, ἀντιθέτως τά λουλούδια εἶναι κυρίως μπλέ, κίτρινα ἤ ἄσπρα γιά νά προσελκύουν τά ἔντομα. Ἔτσι τοποθετοῦμε τά χρώματα σέ ἐκλογικευμένες σχέσεις. Ὅμως οὔτε αὐτό ἀποτελεῖ ἀντικειμενική ἐπιστήμη.
Ἡ ἐπιστήμη ἐπιδιώκει νά εἶναι «ἀντικειμενική», θέλει δηλαδή νά γνωρίσει τόν κόσμο ὅπως αὐτός στέκεται ἀνεξάρτητος ἔξω ἀπό ἐμᾶς. «Ἔλλογο» δέν εἶναι τίποτα ἄλλο παρά τό δυνάμενο νά μετρηθεῖ.
Ὁ πρῶτος ἀρχαῖος Ἕλληνας πού ἀντιμετωπίζει σύμφωνα μέ αὐτές τίς ἀρχές - ἐπιστημονικά» - τίς ἰδιότητες τῶν πραγμάτων, εἶναι ὁ Δημοκριτος. Ἐξηγεῖ μέ σαφήνεια ὅτι στήν πραγματικότητα οἱ ἰδιότητες δέν ὑπάρχουν, ὅτι πρέπει κανείς νά τίς ἀποκλείσει γιά νά δεῖ αὐτό πού πραγματικά εἶναι. Κατά τόν Δημοκριτο, πραγματικά εἶναι μόνον τά ἄτομα, τά ὁποῖα διαφοροποιοῦνται μεταξύ τους ἐξαιτίας τοῦ γεωμετρικοῦ τους σχήματος.
Τί συμβαίνει ἐδῶ; Μᾶς ἀρέσει τό γλυκό μέλι - ὁ Δημοκριτος κάνει λόγο γιά τό γλυκύ . Μέ τήν οὐσιαστικοποίηση τοῦ ἐπιθέτου, ἀπό μία ἰδιότητα πού ὑπῆρχε στό ἀντικείμενο φτιάχνει ἕνα δικό του ἀντικείμενο, ἕνα ἀφηρημένο οὐσιαστικό. Καί ἀπό τά διαφορετικά γνωρίσματα πού μπορεῖ νά ὑπάρχουν σέ διάφορα ἀντικείμενα φτιάχνει ἕνα ἀκόμη «γενικότερο» ἀντικείμενο, τήν ἰδιότητα. Ἔτσι ὑποστηρίζει ὅτι αὐτό πού θά δηλωνόταν μέ τήν οὐσιαστικοποίηση, δέν ὑπάρχει στήν πραγματικότητα. Στήν πραγματικότητα ὑπάρχουν μόνον τά ἐλάχιστα τμήματα ὕλης - ἑπομένως τά πολύ μικρά ἀντικείμενα - πού διαφοροποιοῦνται μεταξύ τους ἀπό τό διαφορετικό τους σχῆμα, τό ἕνα εἶναι στρογγυλό, τό ἄλλο αἰχμηρό, κ.ο.κ.
Ἑπομένως δέν χάνονται ὅλες οἱ ἰδιότητες. Μένουν μᾶλλον ἐκεῖνες πού ἀφοροῦν στό γεωμετρικό σχῆμα. Ἀπό τό σχῆμα αὐτό, πού εἶναι ἀντικειμενικό καί πραγματικό, ἀποδεχόμαστε ὅ,τι μπορεῖ νά συλληφθεῖ μαθηματικά. Αὐτό τό μαθηματικό στοιχεῖο ὑπερβαίνει ὅμως καί τήν καθημερινή γλώσσα καί τήν ἀλήθεια πού μπορεῖ νά διαπιστωθεῖ ἐμπειρικά, καθώς δίνουμε ὁπωσδήποτε βάρος στίς λέξεις, ὅπως εἴδαμε καί στήν περιπτωση τοῦ ἀπείρου. Οἱ ἔννοιες «στρογγυλό» ἤ «εὐθύ» δηλώνουν τό στρογγυλό ἤ εὐθύ κατά τέτοιο τρόπο ὥστε αὐτά νά μήν ὑπάρχουν πλέον στόν κόσμο.
Ἡ τάση γιά ἀντικειμενικοποίηση ὑπολανθάνει στήν ἀρχαία Ἑλληνική ἐπιστημονική γλίοσσα, καθώς ἡ ἀρχαία ἑλληνική ἔννοια τῆς γνώσης καθορίζεται ἀπό τήν ὅραση καί ἀπό τή γνώση πού ἀποκτᾶται μέσω αὐτῆς. Ἡ ὅραση εἶναι κυρίως ἡ ἔννοια μέσω τῆς ὁποίας μᾶς παρουσιάζονται τά πράγματα ἀντικειμενικά, ἔξω ἀπό μᾶς. Ἡ ἀφαίρεση, αὐτό τό θεμελιῶδες μέσο γιά τή δημιουργία κατάλληλων φιλοσοφικῶν καί ἐπιστημονικὼν ἐννοιῶν, ἱδρύει καί αὐτή ἀντικείμενα. Ὅ,τι μπορεῖ νά συλληφθεῖ ἀρχικῶς ὡς ἐπίθετο ἤ ρῆμα δέν μετατρέπεται, μέ τήν οὐσιαστικοποίηση τοῦ ἐπιθέτου ἤ τοῦ ρήματος, σέ κατ’ οὐσίαν ἀντικείμενο, ἀλλά σέ ἀντικείμενο τῆς σκέψης. Ἔτσι διευρύνεται ἡ λεξιλογική κατηγορία πού στήν προεπιστημονική γλώσσα χρησιμεύει προπαντός γιά νά παραστήσει τόν κόσμο στήν πληρότητά του καί δημιουργοῦνται καινούργια ἀντικείμενα στά ὁποῖα μπορεῖ κανείς νά προσδώσει μιά πιό ἀντικειμενική πραγματικότητα ἀπό αὐτήν ταῶν ὑλικῶν ἀντικείμενων.
Ἡ γλώσσα εἶναι τό πεδίο ὅπου πάντα συναντῶνται οἱ διάφορες νοητικές λειτουργίες καί πάντα θά μποροῦν ἐκ νέου νά συναντῶνται. Ἡ ἐπιστημονική ὅμως γλώσσα βασίζεται στό ὅτι σέ αὐτήν προβάλλεται τό ἀντικειμενικό, ἀναπαραστατικό στοιχεῖο τόσο ἔντονα, ὥστε συνθλίβει σέ ἀρκετά μεγάλο βαθμό αὐτό πού ὀνομάζουμε ἐν πολλοῖς «γλώσσα».
Ὁ φιλόλογος μπορεῖ, ὅταν ἐξετάζει μιά ἐπιστημονική γλώσσα, νά ἀπορήσει σέ τί μᾶς ὠφελεῖ μιά τέτοια χρήση τῆς γλώσσας. Τό γεγονός ὅμως ὅτι ὠφελούμαστε - καί γι’ αὐτό δέν πρέπει ν’ ἀμφιβάλλουμε καθόλου - μᾶλλον ὀφείλεται στό ὅτι ἡ γλώσσα μᾶς προσφέρεται γιά τέτοιες περιπέτειες. Τουλάχιστον οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες, πού ἔχουν ἐκφραστεῖ μέ σκεπτικισμό γιά τίς δυνατότητές της, τόλμησαν νά τήν δοκιμάσουν σ’ αὐτούς τούς τρόπους.



[1] Ὅλους αὐτούς τούς ὅρούς ἐξέτασε ὁ Κ. v . Fritz σέ τρεῖς μελέτες του: «Νοῦς άπό νοεῖν in the Homeric poems», Class . Philol. 38, 1943 , σσ . 79-93 · « Νοῦς , νοεῖν and their derivatives in Pre-Socratic philosophy I», ὅ . π . 40, 1945, σσ . 223-242·
II , ὅ.π. 41, 1946, σσ. 12-34. Ἐπίσης πρβλ. Gert Plambock, Erfassen, Gegenwartigen, Innesein. Aspekte homerischen Psychologie, δι ατρ. Kiel 1 959 ( δ ακτυλογρ.).
[2] Δέν μπορῶ φυσικά νά ὑπεισέλθω σέ ζητήματα ἰατρικῆς πού ἀνακύπτουν ἐδῶ. Ἄν εἶναι ὁ ἐγκέφαλος πού κυβερνᾶ, τότε κανείς δέν θά ἰσχυριζόταν πώς οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες στήν ἐποχή τοῦ Ὁμήρου δέν διέθεταν πλήρως ἀνεπτυγμένο ἐγκέφαλο. Τό ζήτημα εἶναι κατά πόσον μπόρεσαν συνειδητά νά τόν θέσουν σέ δραστηριότητα καί νά τόν δοκιμάσουν. Λέξεις γιά τό «ἐρευνῶ» ἔχουμε στά ἀρχαῖα ἑλληνικά του 5ου αἰώνα π.Χ.: δίζημαι στόν Ἡράκλειτο Β 101 (στόν Ὅμηρο «ἀναζητῶ μέ τά μάτια κάποιον, ἐπιθυμῶ, ζητῶ κάποιον, ἐπιδιώκω κάτι. προσπαθῶ νά κερδίσω»)· ἐρευνάω ἀπό τόν Πίνδαρο καί τόν Αἰσχύλο καί στό ἑξῆς (στόν Ὅμηρο «ἀνιχνεύω, ἰχνηλατῶ»)· ζητῶ ἀπό τόν Πλάτωνα καί τόν Ξενοφώντα καί στό ἑξῆς (στόν Ὅμηρο «ἀναζητῶ»)· ἱστορέω ἀπό τόν Αίσχύλο καί στό ἑξῆς· πεύθομαι/πυνθάνομαι στόν Ὅμηρο σημαίνει «μαθαίνω κάτι, ζητῶ πληροφορίες γιά κάτι».
[3] Γιά τό ἐρώτημα τῆς Σαπφοῦς «Ποιό εἶναι τό ὡραιότερο;» (16L-P), τόν προβληματισμό τοῦ Ἀλκαίου γιά τόν «πραγματικό» φίλο (333L-P) καί τοῦ Σιμωνίδη γιά τόν «ἀληθινά» ἀγαθόν ἄνθρωπο (4D), βλ. Aufbau der Sprache (2 η ἔκδ .), 188, καί Poetry and Society, 34, 47 καί 51.
[4] Γιά τό ὅτι ἡ ἔννοια «λιοντάρι» εἶναι δυνατή, ἐπειδή τό οὐσιαστικό ὡς κατηγορούμενο ἔχει «γενική» σημασία, βλ. Ἡ Ἀνακάλυψη τοῦ Πνεύματος , ὅ.π., σσ. 300-301.

www.ekivolos.gr