|
ΑΙΣΧΙΝΗ ΚΑΤΑ ΚΤΗΣΙΦΩΝΤΟΣ 3.9–12
Ο νόμος απαγορεύει να τιμώνται οι άρχοντες πριν λογοδοτήσουν
Ο Αισχίνης με τον λόγο του αυτόν αντιστρατεύεται με
γραφὴν παρανόμων στην πρόταση του Κτησιφώντα να τιμηθεί ο
Δημοσθένης με χρυσό στεφάνι για τις υπηρεσίες του στην πόλη ενώ ακόμα
ήταν άρχοντας.
|
30 Νοεμβρίου 2010 Μετάφραση: Βασιλική Δεδούση |
|
[9] Περὶ μὲν οὖν τῆς ὅλης κατηγορίας μετρίως μοι ἐλπίζω προειρῆσθαι·
περὶ δὲ αὐτῶν τῶν νόμων οἳ κεῖνταιπερὶ τῶν ὑπευθύνων, παρ’ οὓς τὸ
ψήφισμα τυγχάνει γεγραφὼς Κτησιφῶν, διὰ βραχέων εἰπεῖν βούλομαι. Ἐν γὰρ τοῖς ἔμπροσθεν χρόνοις ἄρχοντές τινες τὰς μεγίστας ἀρχὰς καὶ τὰς προσόδους διοικοῦντες, καὶ δωροδοκοῦντες περὶ ἕκαστα τούτων, προσλαμβάνοντες τούς τε ἐκ τοῦ βουλευτηρίου ῥήτορας καὶ τοὺς ἐκ τοῦ δήμου, πόρρωθεν προκατελάμβανον τὰς εὐθύνας ἐπαίνοις καὶ κηρύγμασιν, ὥστ’ ἐν ταῖς εὐθύναις εἰς τὴν μεγίστην μὲν ἀπορίαν ἀφικνεῖσθαι τοὺς κατηγόρους, πολὺ δὲ ἔτι μᾶλλον τοὺς δικαστάς. |
[9] Σχετικά λοιπόν με την όλη κατηγορία νομίζω πως είναι αρκετά αυτά που
είπα. Σχετικά όμως με τους νόμους που υπάρχουν γι' αυτούς που είναι
υποχρεωμένοι να λογοδοτήσουν μετά τη λήξη της αρχής που διαχειρίστηκαν
και τους οποίους παραβαίνοντας ο Κτησιφώντας έγραψε το ψήφισμά του, θέλω
ν' αναφέρω λίγα λόγια. Στα περασμένα χρόνια λοιπόν μερικοί άρχοντες, οι οποίοι αναλάμβαναν τα πιο μεγάλα αξιώματα και διαχειρίζονταν τα δημόσια έσοδα και οι οποίοι δωροδοκούνταν σε κάθε μια απ' τις περιπτώσεις αυτές, παίρνοντας με το μέρος τους τούς ρήτορες της βουλής και του δήμου, πολύ πριν τελειώσει ο χρόνος της αρχής που διαχειρίζονταν, κατόρθωναν να εξασφαλίσουν ευνοϊκές προϋποθέσεις για τη λογοδοσία τους με τιμητικά ψηφίσματα κι επαίνους, ώστε την ώρα που λογοδοτούσαν για τη διαχείριση της αρχής που ανάλαβαν να βρίσκονται σε μεγάλη αμηχανία όσοι ήθελαν να τους κατηγορήσουν και πολύ περισσότερο οι δικαστές. |
|
[10] πολλοὶ γὰρ πάνυ τῶν ὑπευθύνων, ἐπ’ αὐτοφώρῳ κλέπται τῶν δημοσίων
χρημάτων ὄντες ἐξελεγχόμενοι, διεφύγγανον ἐκ τῶν δικαστηρίων, εἰκότως· ᾐσχύνοντο γὰρ οἶμαι οἱ δικασταί, εἰ φανήσεται ὁ αὐτὸς ἀνὴρ ἐν τῇ αὐτῇ πόλει, πρώην μέν ποτε ἀναγορευόμενος ἐν τοῖς ἀγῶσιν, ὅτι στεφανοῦται ἀρετῆς ἕνεκα καὶ δικαιοσύνης ὑπὸ τοῦ δήμου χρυσῷ στεφάνῳ, ὁ δὲ αὐτὸς ἀνὴρ μικρὸν ἐπισχὼν ἔξεισιν ἐκ τοῦ δικαστηρίου κλοπῆς ἕνεκα τὰς εὐθύνας ὠφληκώς· ὥστε ἠναγκάζοντο τὴν ψῆφον φέρειν οἱ δικασταί, οὐ περὶ τοῦ παρόντος ἀδικήματος, ἀλλ’ ὑπὲρ τῆς αἰσχύνης τοῦ δήμου. |
[10] Γι' αυτό πολλοί απ' αυτούς που ήσαν υποχρεωμένοι να λογοδοτήσουν, αν και πιάνονταν επ' αυτοφώρω να κλέβουν τα χρήματα του δημοσίου, γλύτωναν απ' τα δικαστήρια, και πολύ φυσικά. Γιατί, νομίζω, οι δικαστές θεωρούσαν ντροπή να φανεί ο ίδιος άνδρας, στην ίδια πόλη, ίσως μάλιστα και στον ίδιο χρόνο, ότι προ ολίγου ανακηρύχθηκε στους θεατρικούς αγώνες πως στεφανώθηκε απ' το δήμο με χρυσό στεφάνι ένεκα της αρετής του και της δικαιοσύνης του και ύστερ' από λίγο ο ίδιος αυτός άνδρας να φανεί ότι βγαίνει απ' το δικαστήριο ύστερ' απ' τη λογοδοσία του καταδικασμένος για κλοπή δημοσίων χρημάτων. Αναγκάζονταν λοιπόν οι δικαστές να ψηφίσουν όχι για να καταδικάσουν το έγκλημα που δίκαζαν εκείνη τη στιγμή, αλλά για να μη ντροπιάσουν το δήμο. |
|
[11] Κατιδὼν δή τις ταῦτα νομοθέτης τίθησι νόμον καὶ μάλα καλῶς ἔχοντα,
διαρρήδην ἀπαγορεύοντα τοὺς ὑπευθύνους μὴ στεφανοῦν. καὶ ταῦτα οὕτως εὖ
προκατειληφότος τοῦ νομοθέτου, εὕρηνται κρείττονες λόγοι τῶν νόμων, οὓς
εἰ μή τις ὑμῖν ἐρεῖ, λήσετε ἐξαπατηθέντες. τούτων γὰρ τῶν τοὺς ὑπευθύνους στεφανούντων παρὰ τοὺς νόμους οἱ μὲν φύσει μέτριοί εἰσιν, εἰ δή τις ἐστὶ μέτριος τῶν τὰ παράνομα γραφόντων, ἀλλ’ οὖν προβάλλονταί γέ τι πρὸ τῆς αἰσχύνης. προσγράφουσι γὰρ πρὸς τὰ ψηφίσματα στεφανοῦν τὸν ὑπεύθυνον «ἐπειδὰν λόγον καὶ εὐθύνας τῆς ἀρχῆς δῷ.» |
[11] Όταν όμως κάποιος νομοθέτης αντιλήφθηκε την κατάσταση αυτή, θέσπισε νόμο πάρα πολύ σωστό, που απαγορεύει αυστηρά να στεφανώνονται όσοι είναι υποχρεωμένοι να λογοδοτήσουν. Εν τούτοις, αν και ο νομοθέτης πολύ καλά προνόησε γι' αυτά, έχουν επινοηθεί δικαιολογίες για να καταπατηθεί αυτός ο νόμος, τις οποίες αν κάποιος δεν σας τις υποδείξει, θα εξαπατηθείτε απ' αυτούς χωρίς να το καταλάβετε· γιατί, ανάμεσα σ' αυτούς που παράνομα προτείνουν να στεφανώνονται άρχοντες που δεν έχουν λογοδοτήσει, υπάρχουν μερικοί οι οποίοι από φυσικού τους είναι μετριοπαθείς, αν είναι βέβαια δυνατό να είναι μετριοπαθής κάποιος απ' αυτούς που προτείνουν παράνομα ψηφίσματα, αλλά καλύπτουν κάπως τη ντροπή της παρανομίας. Προσθέτουν δηλαδή στα ψηφίσματά τους να στεφανώνεται ο υπεύθυνος άρχοντας, αφού λογοδοτήσει για την αρχή που διαχειρίστηκε. |
|
[12] Καὶ ἡ μὲν πόλις τὸ ἴσον ἀδίκημα ἀδικεῖται· προκαταλαμβάνονται γὰρ
ἐπαίνοις καὶ στεφάνοις αἱ εὔθυναι· ὁ δὲ τὸ ψήφισμα γράφων ἐνδείκνυται
τοῖς ἀκούουσιν, ὅτι γέγραφε μὲν παράνομα, αἰσχύνεται δὲ ἐφ’ οἷς
ἡμάρτηκε. Κτησιφῶν δέ, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ὑπερπηδήσας τὸν νόμον τὸν περὶ
τῶν ὑπευθύνων κείμενον, καὶ τὴν πρόφασιν ἣν ἀρτίως προεῖπον ὑμῖν ἀνελών,
πρὶν λόγον πρὶν εὐθύνας δοῦναι γέγραφε μεταξὺ Δημοσθένην ἄρχοντα
στεφανοῦν. |
[12] Και η πόλη παθαίνει πάλι την ίδια αδικία, γιατί δημιουργούνται ευνοϊκές προϋποθέσεις για τη λογοδοσία με την πρόταση να επαινεθεί και να στεφανωθεί ο υπεύθυνος αλλ' αυτός που προτείνει το ψήφισμα δεν κρύβει απ' τους ακροατές του ότι πρότεινε παράνομες προτάσεις, ντρέπεται όμως για τα σφάλματα που έκανε. Ο Κτησιφώντας όμως, άνδρες Αθηναίοι, παραβαίνοντας το νόμο που υπάρχει για τους υπεύθυνους άρχοντες και χωρίς να προσθέσει τη δικαιολογία που εγώ προηγουμένως σας ανέφερα, πρότεινε να στεφανωθεί ο Δημοσθένης, πριν λογοδοτήσει για την αρχή που διαχειρίστηκε, |
Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου 2010
ΑΙΣΧΙΝΗ ΚΑΤΑ ΚΤΗΣΙΦΩΝΤΟΣ 3.9–12
Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2010
Ξενοφῶντος Ἀπομνημονεύματα 1.2.19–1.2.22
Ο ένας από τους κατηγόρους του Σωκράτη είχε ισχυρισθεί ότι η αρνητική κριτική του φιλοσόφου σε θεμελιώδεις πρακτικές της αθηναϊκής δημοκρατίας, όπως η κλήρωση των αρχόντων, υπονόμευε το πολίτευμα και καθιστούσε βίαιους και ανήθικους τους μαθητές του. Τεκμηρίωσε μάλιστα τον ισχυρισμό του, προβάλλοντας τις περιπτώσεις του Κριτία και του Αλκιβιάδη. Ο Ξενοφώντας υποστήριξε ότι οι άνδρες αυτοί επέδειξαν φαύλη συμπεριφορά αφότου σταμάτησαν να συναναστρέφονται τον Σωκράτη, πριν συνεχίσει με το παρακάτω επιχείρημα:
|
[1.2.19] Ἴσως οὖν εἴποιεν ἂν πολλοὶ τῶν φασκόντων φιλοσοφεῖν ὅτι οὐκ ἄν ποτε ὁ δίκαιος ἄδικος γένοιτο, οὐδὲ ὁ σώφρων ὑβριστής, οὐδὲ ἄλλο οὐδὲν ὧν μάθησίς ἐστιν ὁ μαθὼν ἀνεπιστήμων ἄν ποτε γένοιτο. ἐγὼ δὲ περὶ τούτων οὐχ οὕτω γιγνώσκω· ὁρῶ γὰρ ὥσπερ τὰ τοῦ σώματος ἔργα τοὺς μὴ τὰ σώματα ἀσκοῦντας οὐ δυναμένους ποιεῖν, οὕτω καὶ τὰ τῆς ψυχῆς ἔργα τοὺς μὴ τὴν ψυχὴν ἀσκοῦντας οὐ δυναμένους· οὔτε γὰρ ἃ δεῖ πράττειν οὔτε ὧν δεῖ ἀπέχεσθαι δύνανται. [1.2.20] δι’ ὃ καὶ τοὺς υἱεῖς οἱ πατέρες, κἂν ὦσι σώφρονες, ὅμως ἀπὸ τῶν πονηρῶν ἀνθρώπων εἴργουσιν, ὡς τὴν μὲν τῶν χρηστῶν ὁμιλίαν ἄσκησιν οὖσαν τῆς ἀρετῆς, τὴν δὲ τῶν πονηρῶν κατάλυσιν. μαρτυρεῖ δὲ καὶ τῶν ποιητῶν ὅ τε λέγων· Ἐσθλῶν μὲν γὰρ ἄπ’ ἐσθλὰ διδάξεαι· ἢν δὲ κακοῖσι συμμίσγῃς, ἀπολεῖς καὶ τὸν ἐόντα νόον, καὶ ὁ λέγων· Αὐτὰρ ἀνὴρ ἀγαθὸς τοτὲ μὲν κακός, ἄλλοτε δ’ ἐσθλός. κἀγὼ δὲ μαρτυρῶ τούτοις· [1.2.21] ὁρῶ γὰρ ὥσπερ τῶν ἐν μέτρῳ πεποιημένων ἐπῶν τοὺς μὴ μελετῶντας ἐπιλανθανομένους, οὕτω καὶ τῶν διδασκαλικῶν λόγων τοῖς ἀμελοῦσι λήθην ἐγγιγνομένην. ὅταν δὲ τῶν νουθετικῶν λόγων ἐπιλάθηταί τις, ἐπιλέλησται καὶ ὧν ἡ ψυχὴ πάσχουσα τῆς σωφροσύνης ἐπεθύμει· τούτων δ’ ἐπιλαθόμενον οὐδὲν θαυμαστὸν καὶ τῆς σωφροσύνης ἐπιλαθέσθαι. [1.2.22] ὁρῶ δὲ καὶ τοὺς εἰς φιλοποσίαν προαχθέντας καὶ τοὺς εἰς ἔρωτας ἐγκυλισθέντας ἧττον δυναμένους τῶν τε δεόντων ἐπιμελεῖσθαι καὶ τῶν μὴ δεόντων ἀπέχεσθαι. πολλοὶ γὰρ καὶ χρημάτων δυνάμενοι φείδεσθαι, πρὶν ἐρᾶν, ἐρασθέντες οὐκέτι δύνανται· καὶ τὰ χρήματα καταναλώσαντες, ὧν πρόσθεν ἀπείχοντο κερδῶν, αἰσχρὰ νομίζοντες εἶναι, τούτων οὐκ ἀπέχονται. [1.2.23] πῶς οὖν οὐκ ἐνδέχεται σωφρονήσαντα πρόσθεν αὖθις μὴ σωφρονεῖν καὶ δίκαια δυνηθέντα πράττειν αὖθις ἀδυνατεῖν; πάντα μὲν οὖν ἔμοιγε δοκεῖ τὰ καλὰ καὶ τἀγαθὰ ἀσκητὰ εἶναι, οὐχ ἥκιστα δὲ σωφροσύνη. . |
Μετάφραση: Βασιλική Δεδούση
Ίσως λοιπόν ημπορούσαν να πουν πολλοί από εκείνους, που ισχυρίζονται ότι φιλοσοφούν, ότι πράγματι ουδέποτε ο δίκαιος μπορεί να γίνει άδικος ούτε ο σώφρων αλαζόνας ούτε όσον αφορά κάτι άλλο από εκείνα, τα οποία μαθαίνονται, αυτός που τα έμαθε μπορεί να πάψει να τα γνωρίζει.. Εγώ όμως σχετικά με αυτά δεν έχω αυτή τη γνώμη· διότι παρατηρώ, ότι, καθώς τα σωματικά έργα εκείνοι, που δεν γυμνάζουν τα σώματα, δεν μπορούν να τα εκτελούν, έτσι και τα ψυχικά έργα εκείνοι, που δεν εξασκούν την ψυχήν, δεν μπορούν να τα εκτελούν, διότι, ούτε όσα πρέπει να κάμνουν, μπορούν να τα κάνουν, ούτε από όσα πρέπει να απέχουν, μπορούν να απέχουν. Διά τούτο και οι πατέρες τα παιδιά τους, και αν ακόμα είναι συνετά, όμως τα εμποδίζουν από τους πονηρούς ανθρώπους, επειδή η μεν συναναστροφή με τους ενάρετους είναι άσκηση της αρετής, όμως η συναναστροφή με τους πονηρούς είναι καταστροφή. Είναι δε μάρτυρας αυτού και εκείνος από τους ποιητές που λέγει: Απ' τους καλούς πάντα καλό θα μάθεις. Αν πηγαίνεις με τους κακούς, και το μυαλό που σούλαχε θα χάσεις. και εκείνος που λέγει: Ο καλός άλλοτε κακός και άλλοτε καλός είναι. Και εγώ απ’ τη μεριά μου συμφωνώ με αυτά· διότι βλέπω, ότι, καθώς ακριβώς τα εμμέτρα έπη, εκείνοι, που δεν τα μελετούν, τα ξεχνούν, έτσι και σ’ εκείνους, που αμελούν τους λόγους των δασκάλων, έρχεται λησμονιά. Όταν δε κάποιος λησμονήσει τους συμβουλευτικούς λόγους, χάνει και την διάθεση εκείνη της ψυχής, την οποία όταν έχει η ψυχή επιθυμεί τη σωφροσύνη· όταν όμως κανείς λησμονήσει αυτά, δεν είναι καθόλου παράξενο να λησμονεί και την σωφροσύνη. Βλέπω δε ότι και εκείνοι, που παρασύρθηκαν στη φιλοποσία, και εκείνοι, που κυλίστηκαν μέσα στους έρωτας, λιγότερο μπορούν και να φροντίζουν όσα πρέπει και να απέχουν από όσα δεν πρέπει. Διότι πολλοί, που μπορούσαν, πριν πέσουν σε έρωτες, να μη σπαταλούν τα χρήματά τους, όταν πέσουν, δεν μπορούν πια· και αφού καταξοδέψουν τα χρήματά τους, δεν απέχουν από τα κέρδη εκείνα, από τα οποία πρωτύτερα απείχαν, επειδή τα θεωρούσαν αισχρά· Πώς λοιπόν δεν είναι ενδεχόμενον ενώ κανείς πρωτύτερα υπήρξε συνετός, κατόπιν να μη είναι, και ενώ μπορούσε να πράττει το δίκαιο, έπειτα να μη μπορεί; Έχω την εντύπωση λοιπόν ότι όλα τα καλά και τα αγαθά αποκτώνται με την άσκηση προ πάντων δε η σωφροσύνη. |
25/11/2010
Τρίτη 19 Οκτωβρίου 2010
Ξενοφῶντος Ἀπομνημονεύματα 1.2.19–1.2.20
Αν πηγαίνεις με τους κακούς, και το μυαλό που σούλαχε θα χάσης.
Παρασκευή 16 Ιουλίου 2010
Τι ἐστὶ Φιλολογία; «Γιατί διδάσκουμε Αρχαία Ελληνικά στα παιδιά»
Μα γιατί Αρχαία Ελληνικά;
- η αποστήθιση κανόνων γραμματικής και συντακτικού...
- η διαρκής προσήλωση σε «απολιθωμένα» κείμενα....
- η αρχαιολατρία, ο νεοπαγανισμός και ο εθνικισμός
- η παπαγαλία τόμων χωρίς «εφαρμογή» στη σημερινή εποχή...
Φιλολογία είναι.......
- η κατανόηση του κοινωνικο-ιστορικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο γράφτηκαν τα κείμενα (αρχαία και νεότερα)
- η μελέτη της πολιτιστικής κληρονομιάς ενός λαού
- ο επαναπροσδιορισμός εννοιών άρα και της σκέψης με αποτέλεσμα την διεύρυνση των οριζόντων μας
- η καθαρότερη θέαση του κόσμου μέσα από την μελέτη των ιστορικών συνθηκών εξαιτίας των οποίων συντέθηκαν τα κείμενα και η αντιπαραβολή τους με τις πολιτικο-κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες του παρόντος
- η δεξιότητα του να διαβάζεις «πίσω από τις γραμμές» ενός κειμένου
«Γιατί διδάσκουμε Αρχαία Ελληνικά στα παιδιά»
Γιατί αλήθεια διδάσκουμε τα αρχαία ελληνικά στα παιδιά που
θέλουμε να μορφώσουμε, σε τόσο πολλές ώρες μάλιστα;
Τρεις είναι οι κύριοι λόγοι που μας υποχρεώνουν να βοηθήσουμε τα παιδιά μας να επικοινωνήσουν όσο γίνεται περισσότερο με τον αρχαίο κόσμο.
Πειραματικό Γυμνάσιο Πανεπιστημίου Κρήτης.
Στους αιώνες που κύλησαν οι Έλληνες βρεθήκαμε συχνά στο απόγειο της δόξας, άλλοτε πάλι στα χείλια μιας καταστροφής
ανεπανόρθωτης∙ νικήσαμε και νικηθήκαμε αμέτρητες φορές∙ δοκιμάσαμε επιδρομές και σκλαβιές∙ αλλάξαμε θρησκεία∙ στους τελευταίους αιώνες η τεχνική επιστήμη μετασχημάτισε βασικά τη μορφή της ζωής μας∙ και όμως κρατηθήκαμε Έλληνες, με την ίδια γλώσσα‐φυσικά εξελιγμένη‐, με τα ίδια ιδανικά, τον ίδιο σε πολλά χαραχτήρα και με ένα πλήθος στοιχεία του πολιτισμού κληρονομημένα από τα προχριστιανικά χρόνια.
αφομοιώσει μέσα μου την πνευματική ιστορία των Ελλήνων από τα μυκηναϊκά χρόνια ως σήμερα.
Ο δεύτερος λόγος που μας επιβάλλει να γνωρίσουμε την αρχαία
πνευματική Ελλάδα είναι ότι είμαστε κι εμείς Ευρωπαίοι. Ολόκληρος ο Ευρωπαϊκός πολιτισμός στηρίζεται στον αρχαίο Ελληνικό, με συνδετικό κρίκο τον ρωμαϊκό.
Μα και ο Χριστιανισμός έπρεπε να δουλευτεί πρώτα με την Ελληνική σκέψη, για να μπορέσει ν’ απλώσει έπειτα στον ευρωπαϊκό χώρο. Η ρίζα του πολιτισμού των Ευρωπαίων όλων είναι ο αρχαίος ελληνικός στοχασμός και η τέχνη, γι’ αυτό δεν μπορεί να τα αγνοεί κανείς, αν θέλει να αισθάνεται πως πνευματικά ανήκει στην Ευρώπη.
Μα ο κυριότερος λόγος που δεν επιτρέπεται οι νέοι μας ν’ αγνοούν την αρχαίαν Ελλάδα είναι άλλος: στην Ελλάδα για πρώτη φορά στα χρονικά του κόσμου ανακαλύφτηκε ο άνθρωπος ως αξία αυτόνομη, ο άνθρωπος που θέλει να κρατιέται ελεύθερος από κάθε λογής σκλαβιά, και υλική και πνευματική.
Μέσα στους λαούς που περιβάλλουν τον ελληνικό χώρο στα παλιά εκείνα χρόνια υπάρχουν πολλοί με μεγάλο πολιτισμό, πάνω απ’ όλους οι Αιγύπτιοι και οι Πέρσες. Οι λαοί όμως αυτοί ούτε γνωρίζουν ούτε θέλουν τον ελεύθερο άνθρωπο. Το απολυταρχικό τους σύστημα επιβάλλει στα άτομα να σκύβουν αδιαμαρτύρητα το κεφάλι μπροστά στο βασιλέα και στους θρησκευτικούς αρχηγούς.
Αυτή η πίστη στον τέλειον άνθρωπο, συνδυασμένη με το βαθύ
καλλιτεχνικό αίσθημα που χαρακτηρίζει την ελληνική φυλή, δίνει στον αρχαίον Έλληνα τον πόθο και την ικανότητα να πλάσει πλήθος ιδανικές μορφές σε ό,τι καταπιάνεται με το νου, με τη φαντασία και με το χέρι: στις απέριττες μορφές που σχεδιάζουν οι τεχνίτες στα αγγεία της καθημερινής χρήσης, στη μεγάλη ζωγραφική, στην πλαστική του χαλκού και του μαρμάρου, πάνω απ’ όλα στο λόγο τους, και τον πεζό και τον ποιητικό.
Αυτόν τον κόσμο θέλουμε να δώσουμε στα παιδιά μας, για να
μορφωθούν∙ για να καλλιεργήσουν τη σκέψη τους αναλύοντας τη σκέψη των παλιών Ελλήνων∙ για να καλλιεργήσουν το καλλιτεχνικό τους αίσθημα μελετώντας ό,τι ωραίο έπλασε το χέρι και η φαντασία των προγόνων τους∙ για να μπορέσουν κι αυτοί να νιώσουν τον εαυτό τους αισιόδοξο, ελεύθερο και υπεύθυνο για τη μοίρα του ανθρώπου πάνω στη γη∙ προπαντός για να φουντώσει μέσα τους ο πόθος για τον τέλειον άνθρωπο.
από Πύλη
Πέμπτη 1 Ιουλίου 2010
Ισοκράτης - Η αληθινή Δημοκρατία
Διότι εκείνοι που διοικούσαν την πόλη τότε (ενν. στην εποχή του Σόλωνα και του Κλεισθένη), δεν δημιούργησαν ένα πολίτευμα το οποίο μόνο κατ’ όνομα να θεωρείται το πιο φιλελεύθερο και το πιο πράο από όλα, ενώ στην πράξη να εμφανίζεται διαφορετικό σε όσους το ζουν· ούτε ένα πολίτευμα που να εκπαιδεύει τους πολίτες έτσι ώστε να θεωρούν δημοκρατία την ασυδοσία, ελευθερία την παρανομία, ισονομία την αναίδεια και ευδαιμονία την εξουσία του καθενός να κάνει ό,τι θέλει, αλλά ένα πολίτευμα το οποίο, δείχνοντας την απέχθειά του για όσους τα έκαναν αυτά και τιμωρώντας τους, έκανε όλους τους πολίτες καλύτερους και πιο μυαλωμένους.
Λόγια που ηχούν σαν να γράφτηκαν για το σήμερα και αφορούν όλες τις κυβερνήσεις ανά τον κόσμο!
πηγή: sarantakos
Με αφορμή κείμενο που μας έστειλε ο Αντώνης
Σχετικά: Απέναντι στον ψεύτικο «Ισοκράτη», ο «αληθινός» Αριστοτέλης
Η απάντηση στον «Ελεύθερο Τύπο»
Παρασκευή 21 Μαΐου 2010
Ο αδερφός μου με αδικεί...
|
| Επίκτητος |
Επίκτητος: ανεμπόδιστη είναι μόνο η επιλογή
Τρίτη 27 Απριλίου 2010
ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΙΚΟΣ
Η ανεπάρκεια της σύγχρονης αθηναϊκής πολιτικής
ΙΣΟΚΡ 7.14
|
| Ισοκράτης (436 π.Χ-338 π.Χ.) |
[14] ἔστι γὰρ ψυχὴ πόλεως οὐδὲν ἕτερον ἢ πολιτεία, τοσαύτην ἔχουσα δύναμιν ὅσην περ ἐν σώματι φρόνησις. αὕτη γάρ ἐστιν ἡ βουλευομένη περὶ ἁπάντων, καὶ τὰ μὲν ἀγαθὰ διαφυλάττουσα, τὰς δὲ συμφορὰς διαφεύγουσα. ταύτῃ καὶ τοὺς νόμους καὶ τοὺς ῥήτορας καὶ τοὺς ἰδιώτας ἀναγκαῖόν ἐστιν ὁμοιοῦσθαι καὶ πράττειν οὕτως ἑκάστους οἵαν περ ἂν ταύτην ἔχωσιν. [15] ἧς ἡμεῖς διεφθαρμένης οὐδὲν φροντίζομεν, οὐδὲ σκοποῦμεν ὅπως ἐπανορθώσομεν αὐτήν· ἀλλ’ ἐπὶ μὲν τῶν ἐργαστηρίων καθίζοντες κατηγοροῦμεν τῶν καθεστώτων, καὶ λέγομεν ὡς οὐδέποτ’ ἐν δημοκρατίᾳ κάκιον ἐπολιτεύθημεν, ἐν δὲ τοῖς πράγμασιν καὶ ταῖς διανοίαις αἷς ἔχομεν μᾶλλον αὐτὴν ἀγαπῶμεν τῆς ὑπὸ τῶν προγόνων καταλειφθείσης. |
Γιατί «ψυχή» της πολιτείας δεν είναι τίποτε άλλο παρά το «πολίτευμα», που έχει τόσο μεγάλη δύναμη όσο έχει για τον άνθρωπο η ορθή σκέψη. Γιατί αυτό ακριβώς, είναι που φροντίζει για όλα, και τα μεν αγαθά διαφυλάττει, ενώ τις συμφορές προσπαθεί να εξαλείφη. Με αυτό είναι ανάγκη να εξομοιώνωνται και οι νόμοι και οι ρήτορες και οι ιδιώται και καθένας απ' αυτούς να ενεργή σύμφωνα με τις διατάξεις του ισχύοντος πολιτεύματος. Για το πολίτευμα λοιπόν που είναι διεφθαρμένο στα χρόνια μας, δεν δείχνουμε κανένα ενδιαφέρον, ούτε και κάνουμε καμμιά σκέψη για να το επαναφέρουμε σε καλύτερη θέση, αλλ' όταν καθόμαστε και συζητούμε στα εργαστήρια, περιοριζόμαστε να κατηγορούμε τη σημερινή πολιτειακή ακαταστασία και υποστηρίζουμε ότι ποτέ κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας δεν είχαμε πιο άθλια διοίκηση, ενώ στην πραγματικότητα και μέσα μας ικανοποιούμεθα περισσότερο μ' αυτή παρά μ' εκείνη που εκληρονομήσαμε από τους προγόνους. |
Δευτέρα 1 Μαρτίου 2010
Αριστοτέλους «Ηθικά Νικομάχεια» - Συνολική θεώρηση
Ο προβληματισμός της φιλοσοφίας, ήδη από τα χρόνια του Σωκράτη, γύρω από τον άνθρωπο και την κοινωνία του κι όχι πια γύρω από τα φυσικά φαινόμενα και συγκεκριμένα η αναζήτηση των μέσων και των διόδων που θα οδηγούσαν τον άνθρωπο στην ευδαιμονία, επηρέασαν αποφασιστικά τόσο τη σκέψη όσο και τη γραφίδα του Αριστοτέλη.
Ορθολογιστής ο ίδιος απέκλεισε ευθύς εξαρχής την πιθανότητα να ανευρίσκει κανείς την ευτυχία στη στάση του αστάθμητου παράγοντα του πεπρωμένου. Για το σταγειρίτη φιλόσοφο που πίστευε ότι «η φύσις ουδέν ποιεί μάτην», η διττή υπόσταση της ανθρώπινης ψυχής που μετέχει και στο «άλογον» και στο «λόγον» σε αντίθεση με τα υπόλοιπα μέλη (εν. τα ζώα) του προσεχούς γένους του, που μετέχουν μόνο στο πρώτο (εν. το «άλογον»), ήταν ένα δεδομένο, που στόχο είχε, αν το κατηύθυνε σωστά, να τον οδηγήσει σε μια πλήρη και ολοκληρωμένη ζωή, σε ψυχική ισορροπία, την οποία ο ίδιος ονόμαζε ευδαιμονία. Διείδε δηλαδή ότι η αντίφαση που διακρίνει το ανθρώπινο είδος, καθώς ή φύση το εφοδίασε και με πάθη («αλογον») και με λογική («λόγον») έπρεπε να αρθεί και να εξομαλυνθεί. Με αυτή τη σκέψη κατάλαβε ότι, αφού η φύση μας εξόπλισε με κάτι αμφιλεγόμενο και ασύμφωνο, θα έπρεπε επειγόντως να αρχίσουμε μια προσπάθεια γεφύρωσης του χάσματος αυτού, για να μπορέσουμε να πορευτούμε με αρμονία την περιπέτεια της ζωής μας. Το πώς αυτό θα μπορούσε να γίνει προσπάθησε ο Αριστοτέλης να το διατυπώσει στα «Ηθικά Νικομάχεια».
Η εμπειρία και η παρατηρητικότητά του, του είχαν διδάξει ότι οι φυσικοί νόμοι που διέπουν τον κόσμο είναι ανεπίδεκτοι οποιασδήποτε επέμβασης και αλλαγής. Η δύναμη της βαρύτητας πάντα θα έλκει τα αντικείμενα προς τα κάτω, ενώ οι θερμές αέριες μάζες, ως ελαφρύτερες, πάντα θα καταλαμβάνουν έναν πιο ψηλό χώρο σε σχέση με τις πιο ψυχρές που είναι βαρύτερες (βλ. Ενότητα 1η –παράδειγμα με τη φωτιά). Αυτοί οι κανόνες είναι απαρέγκλιτοι και μη αναστρέψιμοι. Το ήθος όμως, ο χαρακτήρας του ανθρώπου μπορεί να παρουσιάσει αλλαγές× αυτό επιβεβαιώνει και η ετυμολόγηση της λέξης, που σχετίζεται με τη λέξη «έθος»(= συνήθεια). Το συμπέρασμα που προκύπτει αβίαστα στην 1η ενότητα, είναι πως, ό,τι υπόκειται σε συνήθεια, μπορεί να τροποποιηθεί και επομένως κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί και με την προσωπικότητα (το ανθρώπινο ήθος).
Το ίδιο υποστηρίζεται σε γενικές γραμμές και στη 2η διδακτική ενότητα× οι φυσικές ιδιότητες, όπως οι αισθήσεις, υπάρχουν στην πλήρη τους μορφή -με τη γέννηση ενός ατόμου- και λειτουργούν αυτόματα (ύπαρξις - ενέργεια). Η ηθική αρετή που λαξεύει τον άνθρωπο στο αγαθό προσιδιάζει στις τέχνες κι όχι στις αισθήσεις. Κανείς δε γεννιέται τεχνίτης, πρέπει να μοχθήσει, να κοπιάσει, να εξασκήσει την τέχνη που επέλεξε να υπηρετήσει, για να φέρει και την ιδιότητα ενός συγκεκριμένου τεχνίτη (ενέργεια - ύπαρξις). Εδώ όμως ανακύπτει ένα εύλογο ερώτημα: πώς να εξασκήσει κανείς μια τέχνη ή πώς να ασκηθεί κανείς στην ηθική αρετή, αφού, στην αρχή τουλάχιστον της προσπάθειάς του, δε γνωρίζει τους κανόνες της τέχνης του ή ποιες πράξεις είναι ηθικές κι όχι αντίστοιχα; στην περίπτωση των τεχνών προϋποτίθεται η ύπαρξη κάποιων ειδικών γνώσεων και ακολουθεί η κατά γράμμα εκτέλεσή τους. Η περίπτωση όμως των ηθικών αρετών είναι διαφορετική, αν και ο αγώνας για την κατάκτησή τους είναι μοναχικός και ατομικός, στην αφετηρία του τουλάχιστον, ο άνθρωπος δεν είναι εντελώς ανερμάτιστος. Η προσπάθεια που ξεκινάει πρέπει να είναι αποτέλεσμα συνειδητοποίησης (να είναι δηλαδή ειδώς), επιλογής και προτίμησης (προαιρέσεως) και απαιτεί από το υποκείμενο του έργου να είναι σταθερός και αμετάβλητος (να προχωρά δηλαδή βεβαίως και αμετακινήτως). Σημειώνεται βέβαια σ’ αυτό το σημείο ότι, όσο αυτόνομα κι αν κινείται το άτομο, πάντα υπάρχει η περίπτωση εκτροπής από την πορεία του. Ο Αριστοτέλης θα προσφέρει, για να εκμηδενιστεί κι αυτή η πιθανότητα, σε επόμενη ενότητα, μια ευαίσθητη πυξίδα ασφαλούς προσανατολισμού…
Το γεγονός ότι «ουδεμία των ηθικών αρετών φύσει ημίν εγγίνεται» κι ότι αυτές είναι αποτέλεσμα σκληρής προσπάθειας και εθισμού, καταδεικνύεται και στην 3η ενότητα, η οποία δε θα ήταν παρακινδυνευμένο να πούμε μας προετοιμάζει και για τις απόψεις που θα διατυπωθούν στα «Πολιτικά» του Αριστοτέλη, αφού εδώ, όπως κι εκεί, εξετάζει την ηθική αρετή στα πλαίσια της πόλης. Στο συγκεκριμένο τώρα απόσπασμα των «Ηθικών Νικομαχείων» τον εθισμό αναλαμβάνουν οι νομοθέτες που επιδιώκουν να οδηγήσουν τα άτομα, ως πολίτες πια, στην ηθική αρετή, με τη σκέψη ότι άνθρωποι που δράττουν την προσωπική τους ευδαιμονία, συμβάλλουν αποφασιστικά και στην ευδαιμονία του κοινωνικού οργανισμού μέσα στον οποίο ζουν. Μολονότι όμως οι προθέσεις των εκάστοτε νομοθετών είναι αγαθές και οι νόμοι τους αποβλέπουν στην κοινωνική ευρυθμία, δεν επιτυγχάνουν όλοι στις επιδιώξεις τους. Δε φτάνει, λέει ο συγγραφέας του έργου, η ποιότητα των προθέσεων, αλλά η ποιότητα του εθισμού, που, αν είναι καλός, οι πολίτες θα γίνουν ηθικά ενάρετοι και η πολιτεία ευημερούσα, αν όχι, τα πολιτικά και πολιτειακά δεδομένα θα εμφανίζουν τρωτά σημεία, άλλα λιγότερα κι άλλα περισσότερα, πάντως θα είναι φαύλα, όχι καλά. Αξίζει να προσέξουμε σ’ αυτό το σημείο ότι η ηθική αρετή μπορεί να είναι ο απότοκος ενός προσωπικού αγωνίσματος, η πορεία όμως της προσπάθειας χρειάζεται κι έναν δάσκαλό – συνοδοιπόρο, που μέσα στην πόλη είναι ο νομοθέτης.
Με την ποιότητα του εθισμού καταπιάνεται ο Αριστοτέλης και στην 4η ενότητα, όπου, για να καταδείξει τη σπουδαιότητά της, αναφέρει συγκεκριμένα παραδείγματα ηθικών αρετών και αποκλίσεών τους. Το νέο στοιχείο που εισάγει είναι ότι ο καλός εθισμός θα οδηγήσει όχι μόνο στη διαμόρφωση ενός ενάρετου χαρακτήρα αλλά και στη σωστή στάση του ατόμου απέναντι στις συναισθηματικές διαθέσεις («πάθη»). Ας μην ξεχνάμε εξάλλου ότι η ηθική αρετή είναι για το φιλόσοφο από τα «γινόμενα εν τη ψυχή» και πιο συγκεκριμένα από αυτά που λαμβάνουν χώρα στο «επιθυμητικόν μέρος» που μετέχει και του αλόγου έχοντος και του λόγου. Ο ηθικά ενάρετος καταφέρνει να εξισορροπεί τα δύο παραπάνω τμήματα του επιθυμητικού και χωρίς να καταλήγει στην απάθεια και την περιστολή της εκδήλωσης των συναισθηματιών του διαθέσεων, που θα σήμαινε την κατάργηση της ανθρώπινης υπόστασής του, μαθαίνει να εκδηλώνεται συναισθηματικά με γνώμονα αυτό που κάθε φορά υπαγορεύει η συνείδηση του ηθικά ενάρετου (βλ. και ενότητα 9η). Όλα αυτά τα καταφέρνει κανείς με την καθημερινή του τριβή με τους άλλους ανθρώπους του περιβάλλοντός του. Όσο νωρίτερα στην ηλικία αρχίζει ο άνθρωπος τον καλό εθισμό τόσο πιο θεαματικά θα είναι τα αποτελέσματα. Κορωνίδα της όλης προσπάθειας θα είναι η διαμόρφωση των έξεων (των μόνιμων ιδιοτήτων του χαρακτήρα) που, αν έχουν σφυρηλατηθεί πάνω σε καλές ενέργειες, θα έχουν κι αυτές την ανάλογη ιδιότητα.
Καλές ενέργειες οδηγούν σε καλές έξεις, που άπαξ και τις κατακτήσει ο άνθρωπος παύει τον επίπονο αγώνα του και δρέπει τους καρπούς της προσπάθειάς του, αισθάνεται μόνιμα την ανάγκη να λειτουργεί στα πλαίσια του ενάρετου και βιώνει ένα αίσθημα εσωτερικής πληρότητας και χαράς. Χαρά και ευχαρίστηση μπορεί όμως να αισθάνεται και κάποιος που παραδίδεται άνευ όρων στα πάθη του. Σε καμιά περίπτωση όμως δε μιλάμε για το ίδιο πράγμα× ο Αριστοτέλης διαχωρίζει τις ηδονές σε καλές και κακές. Οι πρώτες είναι αποτέλεσμα μιας προσπάθειας που βασίστηκε σε πράξεις που εκτελούνται με ηθικά κριτήρια και δεσμεύσεις, ενώ οι δεύτερες προέρχονται από την υποταγή του ανθρώπου στα πάθη του και στο άλογον μέρος της ψυχής. Οι πρώτες, οι καλές ηδονές δίνουν το διαβατήριο στον άνθρωπο να συναντήσει αυτό για το οποίο τον προόριζε η φύση, όταν τον εφοδίαζε με τη λογική, ενώ οι δεύτερες, οι κακές ηδονές, οδηγούν σε μια παθητική στασιμότητα, εξαχρειώνουν την έννοια του ανθρώπου και τον αποτελματώνουν σε μία κατάσταση που είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς σε τι αυτός διαφοροποιείται από τα υπόλοιπα μέλη του προσεχούς γένους του (ζώα) (Ενότητα 5η).
Η ειδοποιός διαφορά του ανθρώπου από τα ζώα γίνεται αντιληπτή μόνο με την κατάκτηση της ηθικής αρετής× αυτή δικαιώνει στην ουσία της την έννοια του ανθρώπου και τον οδηγεί στην άρτια εκτέλεση του φυσικού του προορισμού. Κάθε φυσικό ον έχει εξάλλου κι έναν προορισμό και μόνο με την κατάκτηση της αρετής, που αναλογεί σ’ αυτό, μπορεί και τον εκπληρώνει, διαφορετικά αποτυγχάνει στη φυσική του αποστολή, φέρει φαινομενικά ένα όνομα, αφού στην ουσία του, μένοντας μακριά από το έργο που όφειλε να εκπληρώσει, απαξιώνει την ίδια του την ύπαρξη. Τα παραδείγματα της 6η ενότητας είναι πολύ εύγλωττα στην υποστήριξη των παραπάνω θέσεων.
Ήδη από την 5η ενότητα ο Αριστοτέλης ξεκίνησε να προσδίδει τα επιμέρους χαρακτηριστικά της ηθικής αρετής επιμένοντας σ’ αυτό της έξεως. Με την 7η ενότητα η αρετή χαρακτηρίζεται μεσότητα και διευκρινίζεται ότι αυτή είναι υποκειμενική (προς ημάς) κι όχι αντικειμενική (κατά το πράγμα), ποιοτική κι όχι ποσοτική. Διαφέρει λοιπόν από άνθρωπο σε άνθρωπο, καθώς δεν εντοπίζεται με μαθηματικά κριτήρια αλλά η ανεύρεσή της εξαρτάται από τις φυσικές ροπές του ατόμου, από τις περιστάσεις και συγκυρίες της ζωής του (καιρός και χρόνος), από τα κοινωνικά δεδομένα στα οποία ζει κ.λ.π. Πολλοί έσπευσαν να χαρακτηρίσουν σ’ αυτό το σημείο τον Αριστοτέλη σχετικοκράτη, αφού, όπως και οι σοφιστές, φαίνεται να διατείνεται ότι κάθε άνθρωπος, αρκεί να συνεκτιμήσει τα προσωπικά του δεδομένα και να ριχτεί στην προσπάθεια κατάκτησής της, αφού πρόκειται για μια έννοια ρευστή και γι’ αυτό δεν μπορεί να είναι μία και μοναδική. Οι υποστηρικτές αυτής της άποψης όμως παρέλειψαν να προσέξουν ότι ο άνθρωπος που θέλει να την κάνει κτήμα του πρέπει να έχει ως βοηθό ένα κριτήριο που διασφαλίζει την αντικειμενικότητα αυτής της μεσότητας. Πρόκειται για τον «ορθόν λόγον» ή, με άλλα λόγια, για τη λογική του φρόνιμου ανθρώπου, βάσει της οποίας πορεύεται κανείς τον κακοτράχαλο δρόμο προς την αρετή. Στα πρώτα τουλάχιστον βήματα βοηθός του μπορεί να είναι κάποιος που είναι ο ίδιος φορέας αυτής της λογικής και, όπως ο προπονητής σ’ ένα γυμναστήριο καθορίζει την προσωπική μεσότητα του κάθε αθλητή του, στην ποσότητα του φαγητού που πρέπει να καταναλώνει, έτσι κι ο φρόνιμος μπορεί να δίνει τον προσανατολισμό στον επίδοξο θηρευτή της ηθικής αρετής.
Την έννοια της υποκειμενικής μεσότητας την ξανασυναντάμε στην 8η ενότητα. Σε μια απόπειρα να αποδειχθεί ότι αυτή είναι ταυτόχρονα και μία άρτια κατάσταση, μια τελειότητα, συγκρίνεται η τέχνη τόσο με τη φύση όσο και με την ηθική αρετή. Κοινός παρονομαστής και των τριών είναι ότι μορφοποιούν ένα υλικό. Η τέχνη μιμούμενη τη φύση επιδιώκει να αποδώσει την τελειότητα που υπάρχει σ’ αυτή. Όταν το καταφέρνει φτάνει στο μέσον, το «μέτρον άριστον», το «μηδέν άγαν» των αρχαίων. Το γεγονός όμως ότι το αποτέλεσμα είναι «απείκασμα», «είδωλο» της τελειότητας που υπάρχει στη φύση, θέτει το καλλιτεχνικό ή τεχνητό έργο σε δεύτερη μοίρα σε σχέση με το φυσικό. Εξάλλου η φύση αντιγράφει στιγμές του φυσικού κόσμου, ο οποίος όμως ποτέ δε σταματά να αποκαλύπτει τέλειες μορφές. Στη σύγκριση τέχνης και ηθικής αρετής, η δεύτερη πάλι ξεπερνά την πρώτη - το υλικό στο οποίο επεμβαίνει ένας τεχνίτης είναι άψυχο, σε αντίθεση με την επέμβαση στο ήθος του ανθρώπου που ως κάτι έμψυχο χρειάζεται λεπτούς χειρισμούς. Ας τολμήσουμε σ’ αυτό το σημείο να τονίσουμε ότι η μορφοποίηση και η εναρμόνιση των αντιμαχόμενων τάσεων της ψυχής του ανθρώπου είναι κι αυτές ένα ξεδίπλωμα μιας φυσικής μορφής προς την τελειότητα. Ενώ όμως η φύση αενάως μεταπίπτει από τη μια τέλεια κατάσταση στην άλλη, η ηθική αρετή είναι μια «τελειότης φύσεως» και μια «κατορθωμένη φύσις», για να θυμηθούμε τον αριστοτελικό σχολιαστή Ασπάσιο, μια στιγμή δηλαδή που τίποτα δεν έχει να της προσθέσει ή να της αφαιρέσει κανείς. Ο φορέας της μπορεί στο εξής ακονιτί και αβίαστα να την εξασκεί αντλώντας ένα μόνιμο αίσθημα ευχαρίστησης. Ένας τέτοιος άνθρωπος μπορεί να βοηθήσει ακόμη και τη φύση στην ολοκλήρωση του έργου της, μέσω των «τεχνών», της τεχνικής δεξιότητας που από έναν «καλό» άνθρωπο τίθενται στην υπηρεσία του αγαθού.
Προείπαμε ήδη ότι μεσότητα στην ηθική αρετή είναι τελικά η σωστή στάση που τηρεί κανείς απέναντι στα πάθη, το «άλογον» μέρος της ψυχής. Όταν κανείς σταθμίζει τις αντιδράσεις του σύμφωνα με τη δεοντολογία των καταστάσεων και των συγκυριών, δρα σωστά («κατορθούται») και συγκεντρώνει τον έπαινο («επαινείται») του περιβάλλοντος του. Ηπιότερη (έλλειψη) η εντονότερη (υπερβολή) συναισθηματική έκφραση οδηγεί στο λάθος («αμαρτάνεται») και επιφέρει την κοινωνική κατακραυγή («ψέγεται») [Ενότητα 9η].
Για να ανακεφαλαιώσει ο Αριστοτέλης (Ενότητα 10η), αναθυμάται τη διδασκαλία των Πυθαγορείων, που υποστήριζαν ότι η αρχή πάντων είναι τα εναντία, δέκα αντιθετικά ζεύγη εννοιών που τοποθετούνται σε δύο στοίχους με προεξάρχοντα στον πρώτο το «αγαθόν» και στο δεύτερο το «κακόν». Οι σύστοιχες του αγαθού έννοιες είναι φυσικά οι θετικές. Παρατηρώντας ο Αριστοτέλης ότι το «αγαθόν» τοποθετείται μαζί με το «άπειρον» δε δυσκολεύεται να παρατηρήσει πόσο εύκολα μπορεί κανείς να εξοκείλει της πορείας και να βρεθεί είτε στην τροχιά της υπερβολής ή της έλλειψης, πόσο δύσκολη είναι η ανεύρεση της ηθικής αρετής και πόση αυταπάρνηση και αφοσίωση απαιτεί ο αγώνας για την ανίχνευσή της. Μια μικρή παράκαμψη στο δρόμο προς το αγαθό και βρίσκεται κανείς είτε στην υπερβολική είτε στην ελλειμματική κατάσταση.
Ώρα όμως για τον ορισμό. Τελικά η ηθική αρετή είναι μια μεσότητα που ο καθορισμός της βασίζεται σε υποκειμενικά δεδομένα, την επιλέγει ελεύθερα ο άνθρωπος, αφού κανείς δεν πρόκειται να τη συναντήσει, αν το έργο αυτό του ανατεθεί καταναγκαστικά. Μπούσουλα στην πορεία του προς αυτήν δεν έχει μόνο τα στοιχεία της ιδιοσυγκρασίας του και της ζωής του αλλά τη λογική του φρόνιμου ανθρώπου. Όποιος κατορθώνει να εκδηλώνει, με βοηθό αυτήν τα συναισθήματα και τις πράξεις του, φτάνει στο τέλος του, στη μεσότητα της ηθικής αρετής.
Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2010
Πλάτωνα «Συμπόσιον» - Περί Έρωτος Λόγος Διοτίμας
| Το συμπόσιο του Πλάτωνα του Άνσελμ Φόιερμπαχ. |





