Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ορθογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ορθογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2023

Ορθογραφία: εφορία ή εφορεία; -ία ή -εία;

εία ή ία; Το φριχτό δίλημμα
......
Ο κανόνας που μαθαίναμε στο σχολείο είναι πως, όταν το θηλυκό ουσιαστικό παράγεται από ρήμα σε -εύω, τότε γράφεται με -εία, αλλιώς με -ία:
πορεύομαι — πορεία,
ερμηνεύω — ερμηνεία αλλά
υπουργός — υπουργία (μόνο ο Άδωνης γράφει «επί υπουργείας μου»).
Ρήμα «κατασκοπεύω» υπάρχει, και γι’ αυτό η σχολική ορθογραφία γράφει «κατασκοπεία». Όμως, ο Μπαμπινιώτης υποστηρίζει ότι το ρήμα είναι μεταγενέστερο, και ότι η «κατασκοπία» παράγεται από τον κατάσκοπο, επομένως το γράφει «κατασκοπία».

Η κατασκοπ*α είναι ένα από τα διττογραφούμενα θηλυκά ουσιαστικά στα οποία παρουσιάζεται το φριχτό δίλημμα «-εία ή -ία», ένα από τα πιο μπελαλίδικα θέματα της ορθογραφίας μας και από τα πιο δύσκολο να διδαχτούν, διότι οι μαθητές ή ο δάσκαλος δεν είναι ετυμολόγοι να ξέρουν αν το αυγό έκανε την κότα ή η κότα το αυγό, αν, δηλαδή, πρώτα εμφανίστηκε το ρήμα κατασκοπεύω και μετά η κατασκοπεία και ο κατάσκοπος ή αν ο κατάσκοπος γέννησε την κατασκοπία.

Ας πούμε, γιατί η εταιρεία γράφεται με -ει- ενώ δεν υπάρχει ρήμα «εταιρεύω»; Διότι, λέει ο Μπαμπινιώτης, παράγεται από το επίθετο «εταιρείος» και όχι απευθείας από τον εταίρο. Οι αρχαίοι την έγραφαν και με ΕΙ και με Ι.

Άλλοτε, υπάρχει ρήμα σε -εύω, αλλά το ουσιαστικό το γράφουμε με -ία, όπως στην αμνηστία (παρόλο που υπάρχει ρήμα «αμνηστεύω»).

Πολλές φορές υπήρχε στα αρχαία ρήμα σε -εύω αλλά δεν υπάρχει σήμερα.
Στην περίπτωση αυτή ανήκει η αλαζονεία.

Μαθαίνει ο φουκαράς ο δάσκαλος στο παιδί πως, όταν το ουσιαστικό παράγεται από ρήμα σε -εύω, θέλει -εία (πορεύομαι – πορεία) ενώ όταν παράγεται από ουσιαστικό θέλει -ία (έμπορος – εμπορία).
Και γράφει το παιδί «αλαζονία» από τον αλαζόνα και του λέει ο δάσκαλος όχι, είναι «αλαζονεία» από το αλαζονεύομαι· οπότε το παιδί απογοητεύεται και τα γράφει σε γκρίκλις να ξεμπερδεύει. (Φυσικά δεν ήμασταν παρόντες την ώρα που γεννιόταν η λέξη για να ξέρουμε ποιος τη γέννησε και από πού· επειδή οι αρχαίοι την έγραφαν με αλαζονεία κυρίως και πολύ λιγότερο αλαζονία, υποθέτουμε ότι προέρχεται από το αλαζονεύομαι).

Μια άλλη περίπτωση είναι η ομηρία, που το ΛΚΝ τη γράφει με Ι, ομηρία, διότι την παράγει από τον όμηρο. Ο Μπαμπινιώτης τη γράφει ομηρεία, με ΕΙ, διότι την παράγει από το ομηρεύω.

Και το πιο γνωστό διττογραφούμενο είναι βέβαια η εφορία/εφορεία. Το ΛΚΝ δέχεται και τις δύο γραφές, και τείνει να κάνει μια διάκριση, δηλαδή γράφει εφορΙα την υπηρεσία που μαζεύει τους φόρους και εφορΕΙα τη διοικητική αρχή που εποπτεύει μια δραστηριότητα -π.χ. Εφορεία Αρχαιοτήτων.
Ο Μπαμπινιώτης τα γράφει όλα με ι, εφορία αλλά αναφέρει και την εναλλακτική γραφή.

Άλλες δυο λέξεις στις οποίες ο Μπαμπινιώτης διαφωνεί με το ΛΚΝ και με τη σχολική ορθογραφία είναι η αντιπροσωπεία (που τη γράφει αντιπροσωπία διότι την παράγει από τον αντιπρόσωπο και όχι από το αντιπροσωπεύω) και η συνοδεία (που τη γράφει συνοδία, διότι την παράγει από τον συνοδό).

Στην περίπτωση της συνοδείας έχουμε μια εκδήλωση του δόγματος Μπαμπινιώτη για απόλυτη πρωτοκαθεδρία της ετυμολογίας, του δόγματος που κάνει κουττά τα αγώρια.
Αν γράψεις «συνοδία» αλλά «περιοδεία», με το δίκιο τους οι μαθητές θα αγανακτήσουν.
Ωστόσο, δεν είναι οι μπαμπινιώτικες παραξενιές που δημιούργησαν το πρόβλημα, το πρόβλημα είναι υπαρκτότατο και ως τώρα έχουμε φτάσει μόνο στη μέση, έχουμε κι άλλη ανηφόρα.

Διότι, κι αν ακόμα καταλήξουμε ποια τα απλά θηλυκά γράφονται σε -εία, σε πολλές περιπτώσεις η ορθογραφία των σύνθετων ουσιαστικών μεταβάλλεται.

Έτσι, έχουμε
δουλεύω – δουλεία, αλλά εθελοδουλία,
θρησκεύομαι – θρησκεία, αλλά ανεξιθρησκία
καπηλεύομαι – καπηλεία, αλλά αρχαιοκαπηλία, πατριδοκαπηλία.
λατρεύω – λατρεία, αλλά -> αρχαιολατρία, φυσιολατρία
πορεύομαι – πορεία, αλλά -> πρωτοπορία, αεροπορία,

Αυτό επιφανειακά φαίνεται ανακολουθία: η πρώτη μας σκέψη είναι πως, αφού γράφουμε π.χ. λατρεία, πρέπει να γράψουμε και ειδωλο-λατρεία. Η απάντηση εδώ είναι ότι η ειδωλολατρία παράγεται από τον ειδωλολάτρη και όχι από το είδωλο και τη λατρεία -αλλά βέβαια αυτό δεν μπορεί να το ξέρει ή να το βρει κάποιος αμύητος, πρέπει να μάθει έτσι τη λέξη.

Ακόμα και ο μέγιστος Κωστής Παλαμάς είχε παραξενευτεί.
Το 1928 κυκλοφόρησε ένα πρωτοποριακό λογοτεχνικό περιοδικό που είχε, ακριβώς, τον τίτλο Πρωτοπορία. Η Πρωτοπορία προπαγάνδιζε την υιοθέτηση του λατινικού αλφαβήτου και της φωνηματικής ορθογραφίας για τη νέα ελληνική γλώσσα -τα αρχαία θα συνέχιζαν να γράφονται με το ελληνικό.
Θα το συζητήσουμε ίσως μιαν άλλη φορά αυτό το θέμα, που τότε φαινόταν ελκυστικό επειδή είχε προηγηθεί ο γλωσσικός άθλος του Κεμάλ στην Τουρκία. Πάντως, ο Παλαμάς δεν συμφωνούσε με την πρόταση της Πρωτοπορίας και έστειλε στο περιοδικό ένα γράμμα στο οποίο, αφού πρώτα παίνευε τα σονέτα του Φώτου Γιοφύλλη, του διευθυντή του περιοδικού, εξέφραζε τις διαφωνίες του και διαμαρτυρόταν για το Ι της επωνυμίας -Γιατί ΠρωτοπορΙα;
Όλα θα τα απλοποιήσετε πια; Τότε να σας γράφουμε «Γιοφύλη», είπε.

Δεν είχε δίκιο ο Παλαμάς. Η πρωτοπορία έτσι γραφόταν, με Ι, σε όλα τα λεξικά, διότι παράγεται από τον πρωτοπόρο. Ωστόσο είναι εύλογο να παραξενεύεται κανείς με την φαινομενική ασυνέπεια.

Υπαρχουν και χειρότερα. Το ερώτημα, αν η σύνθετη λέξη προέρχεται από το απλό ρήμα ή από σύνθετο ουσιαστικό μερικές φορές είναι εξίσου δύσκολο να απαντηθεί όσο και το ερώτημα αν η κότα έκανε τ’ αυγό ή το αυγό την κότα.
Για παράδειγμα, η εθνοκαπηλεία είναι σύνθετο του καπηλεία ή παράγωγο του εθνοκάπηλος; (Το ΛΚΝ και το Αντίστροφο να γράφουν εθνοκαπηλεία, ο Μπαμπινιώτης εθνοκαπηλία).

Τι γίνεται έπειτα με τις λαγνείες;
Ο Μπαμπινιώτης έχει πέντε τέτοια σύνθετα και γράφει: κοπρολαγνία, ουρολαγνία αλλά αλγολαγνεία, λεξιλαγνεία, τρομολαγνεία.
Η διαφορά δεν εξηγείται ετυμολογικά, προφανώς κάποια από τα παραπάνω είναι προϊόν απροσεξίας αλλά δεν ξέρουμε ποια. Το ΛΚΝ πάλι γράφει «κοπρολαγνΕΙα» -τις άλλες τέσσερις λέξεις δεν τις έχει.

Από την άλλη οι μαντείες (χαρτομαντεία, καφεμαντεία, λεκανομαντεία) γράφονται όλες με ΕΙ, όπως και η απλή λέξη, ίσως επειδή πολλές -μαντείες είχαν οι αρχαίοι και τις έγραφαν με ΕΙ.

Δυο ιδέες έχουν προταθεί για να εξορθολογιστεί κάπως το πρόβλημα.
Η πρώτη ιδέα είναι να πούμε ότι όπως γράφουμε τα απλά θα γράφουμε και τα σύνθετα -δηλαδή πορεία-πρωτοπορεία, λαγνεία-τρομολαγνεία, μαντεία-χαρτομαντεία, καπηλεία-πατριδοκαπηλεία. Καλό ακούγεται εκ πρώτης όψεως, αλλά θα γράψεις τάχα *αεροπορεία, *απορεία, *εμπορεία;

Η δεύτερη ιδέα είναι να πεις ότι όλα τα απλά σε -εία, κάνουν σύνθετα σε -ία. Αυτό καλύπτει βέβαια τις περιπτώσεις της εθελοδουλίας, της πρωτοπορίας και της πατριδοκαπηλίας, αλλά αν γενικευόταν θα μας επέβαλλε να γράφουμε π.χ. *παραπαιδία, *χημειοθεραπία ή *αντιβασιλία.

Οπότε, οι εξαιρέσεις είναι ατίθασες και δεν συμμορφώνονται εκτός αν φέρουμε τον Κεμαλ. Μάλλον θα χρειαστεί να μάθουμε μία προς μία τις περιπτώσεις -και αφού το ΛΚΝ είναι ονλάιν, να το ακολουθούμε όταν έχουμε αμφιβολία.

Ή να περιμένουμε να βγει ονλάιν και το Χρηστικό, διότι αυτό έχει την προπορεία και την οπισθοπορεία (και τις γράφει έτσι, με ΕΙ) που τα προηγούμενα λεξικά δεν τις είχαν.
Η οπισθοπορεία είναι λέξη που χρησιμοποιείται και τη δημόσια διοίκηση π.χ. στις δοκιμασίες για την άδεια οδήγησης και παλιότερα την είχα βρει γραμμένη και με ι.
Πιο λογικό φαίνεται όμως να γράφεται με ει, όπως άλλωστε και η μοτοπορεία, νεολογισμος για διαδηλώσεις διαμαρτυρίας που γίνονται με μοτοσικλέτες.

Ή πάλι να τα γράφουμε όλα με γκρίκλις να ησυχάσουμε.

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2019

«ἀσθενής καί ὁδοιπόρος ἁμαρτίαν οὐκ ἒχει»

Το σημερινό άρθρο είναι επανάληψη ενός περσινού, που και πέρυσι ήταν αναδημοσίευση παλιότερου. Βλέπετε, το συγκεκριμένο θέμα, σχετικά με την κατεξοχήν παροιμία της νηστείας, εννοώ την παροιμία «ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει», αναπόφευκτα έρχεται στην επικαιρότητα λόγω δυο νέων στοιχείων που περιέπεσαν στην αντίληψή μου -κι έτσι το άρθρο δεν θα είναι στεγνή και στυγνή επανάληψη του περσινού.

Το πρώτο νέο στοιχείο είναι ότι ξεφύτρωσε και νέα παραλλαγή του «αντιοδοιπορικού» μύθου, ότι τάχα η… σωστή εκδοχή της παροιμίας δεν είναι «ασθενής και οδοιπόρος» αλλά «ασθενής και ωδειπόρος», λέξη άγνωστης σημασίας και ετυμολογίας, και πολύ λογικά διότι είναι ανύπαρκτη, όπως ανύπαρκτες είναι και οι άλλες «σωστές» λέξεις που έχουν κατά καιρούς προταθεί, δηλ. διπόρος, ωδιπόρος, ωδυπόρος ή διφόρος. Το δεύτερο νέο στοιχείο το αναφέρω στο τέλος του άρθρου.
Την παροιμιώδη φράση «ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει» την ξέρουμε όλοι μας. Εδώ και μερικά χρόνια κυκλοφορεί στο Διαδίκτυο η άποψη ότι η φράση αυτή είναι παρεφθαρμένη ή χαλκευμένη, και ότι το σωστό είναι «ασθενής και διπόρος». Άλλοι έχουν προτείνει άλλες λέξεις αντί για τον οδοιπόρο: ωδιπόρος, ωδυπόρος. Υποτίθεται πως όλες αυτές οι λέξεις (διπόρος, ωδιπόρος κτλ.) σημαίνουν την εγκυμονούσα ή τη θηλάζουσα γυναίκα. Εγώ ισχυρίζομαι ότι όλες αυτές οι λέξεις είναι ανύπαρκτες και ότι βρισκόμαστε μπροστά σε έναν ακόμα μύθο.

 
Η φήμη για την ανύπαρκτη λέξη «διπόρος» προϋπήρχε, αλλά εμφανίστηκε στις στήλες των εφημερίδων πριν από καμιά δεκαριά χρόνια. Συγκεκριμένα, τον Μάρτιο του 2006, η τότε υπουργός εξωτερικών κ. Μπακογιάννη βρισκόταν σε επίσκεψη στην Ουάσινγκτον· σε παραπολιτική στήλη εφημερίδας δημοσιεύτηκε ότι έφαγε φιλέτο σε κάποιο επίσημο γεύμα, αν και ήταν Σαρακοστή· ο σχολιογράφος πρόσθεσε τη γνωστή παροιμιώδη φράση «ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει».

 
Σε επόμενο φύλλο, ο σχολιογράφος της εφημερίδας πληροφόρησε τους αναγνώστες του ότι:
Η κυρία Λυδία Ιωαννίδου-Μουζάκα, δημοτική σύμβουλος Αθηναίων και επίκουρη καθηγήτρια της Ιατρικής Σχολής με πληροφορεί ότι η πραγματική φράση είναι “ασθενής και διπόρος αμαρτίαν ουκ έχει”, όπου “διπόρος” είναι η θηλάζουσα γυνή. Η παραφθορά, γράφει, έχει γίνει από τους παλιούς αγωγιάτες, εμπόρους και ταξιδιώτες που ταξίδευαν ημέρες πολλές με τα καραβάνια και έψαχναν για δικαιολογίες.

 
Η κυρία Ιωαννίδου-Μουζάκα, αν και καθηγήτρια Ιατρικής, δεν έκρινε αναγκαίο να παραθέσει πηγές που θα τεκμηρίωναν την άποψή της. Βέβαια, η άποψη δεν είναι δική της, κυκλοφορεί εδώ και πολλά χρόνια σε καφενειακό επίπεδο. Κάποιος τη θυμάται από έναν καθηγητή του στο γυμνάσιο, άλλος την έχει ακούσει από τον λοχαγό του στο στρατό, παράλλος από το κατηχητικό. Τώρα με το Διαδίκτυο, την έχω δει σε μερικά ιστολόγια, ενώ πριν από πέντε χρόνια που είχε πρωτοδημοσιευτεό αυτό το άρθρο, ο μακαρίτης πια Γιάννης Καλαμίτσης στον Real FΜ είχε επαναλάβει, με το έμπα της Σαρακοστής, ότι, τάχαμου, το σωστό είναι διπόρος.
Εγώ έχω πολύ σοβαρές αντιρρήσεις και πιστεύω πως πρόκειται για μύθο.
Καταρχήν (ή καταρχάς αν επιμένετε πολύ), λέξη «διπόρος» δεν υπάρχει. Όταν λέμε δεν υπάρχει, εννοούμε βέβαια ότι δεν τη βρίσκουμε στα λεξικά και στα σώματα της ελληνικής γραμματείας. Λέξη «διπόρος» λοιπόν δεν υπάρχει ούτε στα σύγχρονα λεξικά (Τριανταφυλλίδη, Μπαμπινιώτη), ούτε στου Δημητράκου που περιλαμβάνει και τις αρχαίες λέξεις, ούτε στο Λίντελ Σκοτ που είναι το λεξικό της αρχαίας, ούτε στο λεξικό του Λάμπε που έχει αποδελτιώσει πατερικά κείμενα, ούτε στο TLG που έχει όλα τα σωζόμενα κείμενα της αρχαίας γραμματείας. Δεν υπάρχει, τελεία και παύλα. Διότι, αν μια λόγια λέξη δεν βρίσκεται στα λεξικά, ούτε στο σώμα της αρχαίας γραμματείας, ούτε μαρτυρείται έμμεσα από μεταγενέστερους τύπους, πώς μάθαμε την ύπαρξή της; Μας πήρε τηλέφωνο ο Ιωάννης Χρυσόστομος και μας την είπε;
Όχι μόνο αυτό, αλλά δεν μπορεί να υπάρξει λέξη διπόρος, διότι στην ελληνική τα σύνθετα με το δι- ανεβάζουν τον τόνο. Αυτός που έχει δύο πτυχές είναι δίπτυχος, αυτός που έχει δύο πόδια είναι δίποδος, αυτός που έχει δύο χώρους είναι δίχωρος και ούτω καθεξής. Αυτός λοιπόν που έχει δύο πόρους είναι δίπορος, όχι διπόρος. Λέξη «δίπορος» μπορεί να υπάρξει, και υπάρχει.
Μα καλά, δεν θα μπορούσε να κατεβεί ο τόνος χάριν του μέτρου; θα ρωτήσετε. Δεν το βρίσκω τόσο πιθανό, αλλά, έτσι για χάρη της συζήτησης ας υποθέσουμε ότι ο τόνος κατέβηκε για κάποιο λόγο. Όμως, τι σημαίνει δίπορος; Η λέξη «δίπορος» εμφανίζεται μία και μοναδική φορά στο σύνολο της αρχαίας γραμματείας, στις Τρωάδες του Ευριπίδη: δίπορον κορυφάν ίσθμιον (στίχος 1097) και σημαίνει, προφανέστατα, την περιοχή που έχει δυο περάσματα. Πουθενά δεν βρήκα, παρ’ όλο που έψαξα με μεγάλη επιμέλεια, κάποιο χωρίο που να συνδέει τη λέξη δίπορος με τις θηλάζουσες γυναίκες!
Επομένως, η δήθεν σωστή φράση «ασθενής και διπόρος» είναι κατασκευασμένη εκ των υστέρων και έγινε από την επιθυμία να διορθωθεί η γνωστή σε όλους μας παροιμιώδης φράση. Και αφού η φράση είναι παροιμιώδης, ας δούμε τι λέει γι’ αυτήν ο Νικόλαος Πολίτης στο μνημειώδες έργο του. Είμαστε τυχεροί, γιατί τη φράση την έχει καταλογογραφήσει στο λήμμα ‘αμαρτία’ κι έτσι υπάρχει στο εκδομένο τμήμα του έργου του, που φτάνει έως την αρχή του γράμματος Ε, ενώ το υπόλοιπο μένει να σκονίζεται σε κάποια υπόγεια προς δόξαν του ελληνικού κράτους που δεν μπορούσε να διαθέσει για ένα έργο εθνικής σημασίας το ένα εκατοστό απ’ όσα φάγανε οι… επιχειρηματίες της ηλεκτρικής ενέργειας. Λοιπόν, ο Πολίτης (τον μεταφράζω σε νεότερα ελληνικά), αφού χαρακτηρίσει «κοινότατη» τη φράση, λέει:
Η παροιμία σημαίνει ότι επιτρέπεται να καταλύουν τη νηστεία, χωρίς να αμαρτήσουν, ο ασθενής, για θεραπεία της νόσου, και ο οδοιπόρος, λόγω της δυσχέρειας να προμηθευτεί τα αναγκαία.
Και συνεχίζει: Από την αρχαΐζουσα γλώσσα φαίνεται να είναι εκκλησιαστικό ρητό, αγνοώ όμως πόθεν ελήφθη.
Και προσθέτει: Η ορθόδοξη εκκλησία συγχωρεί την κατάλυση της νηστείας στους ασθενείς και στις λεχώνες: «Η νηστεία επενοήθη δια το σώμα ταπεινώσαι. Ει ουν το σώμα εν ταπεινώσει εστί και ασθενεία, οφείλει μεταλαβείν, καθώς βούλεται και δύναται βαστάσαι, τροφής και ποτού (Τιμόθεος Αλεξανδρείας).
Τέλος, παραθέτει μια ρώσικη παροιμία: Τον οδοιπόρο ο Θεός συγχωρεί.

Πράγματι, η φράση «ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει» δεν είναι αυθεντικά εκκλησιαστική, δεν υπάρχει σε πατερικό ή άλλο κείμενο. Πρόκειται για μεταγενέστερη παροιμιώδη φράση, απόσταγμα λαϊκής σοφίας παρόμοιο με τη ρώσικη παροιμία που δίνει ο Πολίτης. Άλλη παροιμιώδης φράση με «διπόρο» δεν υπήρξε ποτέ. Η εξαίρεση του οδοιπόρου από την υποχρέωση της νηστείας μπορεί να μην κατοχυρώνεται από την εκκλησία, βρήκε όμως ισχυρότατη απήχηση στη ζωή, αφού μέχρι αρκετά πρόσφατα τα χερσαία ταξίδια ήταν μακρόχρονες και δύσκολες υποθέσεις. Παρεμπιπτόντως, στο Ισλάμ οι ταξιδιώτες εξαιρούνται από την υποχρέωση της νηστείας.
Πάντως, τα εκκλησιαστικά κείμενα που βρήκα για το θέμα της νηστείας εξαιρούν μόνο τους ασθενείς (εκτός ει μη δι’ ασθένειαν σωματικήν εμποδίζοιτο, λέει ο 69ος αποστολικός κανόνας) και δεν κάνουν λόγο για άλλες εξαιρέσιμες κατηγορίες. Μάλιστα, στην πρώτη ομιλία «Περί νηστείας», ο Μέγας Βασίλειος ούτε τους ασθενείς εξαιρεί από την υποχρέωση της νηστείας, την οποία θεωρεί ευεργετική για την υγεία, αφού, όπως λέει, τη διατάζουν και οι γιατροί:  Καὶ μὴν τοῖς ἀσθενοῦσιν οὐχὶ βρωμάτων ποικιλίαν, ἀλλ’ ἀσιτίαν καὶ ἔνδειαν οἶδα τοὺς ἰατροὺς ἐπιτάσσοντας. Αλλά αυτό είναι, ας πούμε, προσωπική του άποψη. Την ίδια εποχή ο Ιωάννης Χρυσόστομος έγραφε λέει ότι κανείς λογικός άνθρωπος δεν θα κατηγορήσει κάποιον που εξαιτίας σωματικής ασθένειας δεν μπορεί να νηστέψει. Δεν ισχυρίζομαι ότι έχω αναδιφήσει το σύνολο των εκκλησιαστικών κειμένων, κάθε άλλο. Ωστόσο, δεν μπόρεσα να βρω κανένα χωρίο που να εξαιρεί ρητά τις θηλάζουσες από την υποχρέωση της νηστείας. Φαντάζομαι πως το θέμα θα ήταν ελαφρώς ταμπού για την εκκλησία και θα περνούσε στο ντούκου. Και το απόσπασμα που δίνει ο Νικόλαος Πολίτης δεν μου φαίνεται να κατονομάζει ρητά τις λεχώνες, εκτός κι αν η λοχεία θεωρείται ταπείνωση.
Αυτά για τον «διπόρο».
Επίσης, πρόσφατα (ξανα)κυκλοφόρησε στο Διαδίκτυο μια άλλη θεωρία, που δεν δέχεται τον «οδοιπόρο» αλλά υποστηρίζει ότι η τάχα μου, σωστή λέξη είναι «ωδιπόρος». Η εκδοχή αυτή αναπτύσσεται σε άρθρο του αρχιμανδρίτη Γεωργίου Χρυσοστόμου, και πρόσφατα αναδημοσιεύτηκε σε αρκετούς θρησκευτικούς ιστότοπους και ιστολόγια (π.χ. άρθρο του Aρχιμανδρίτου Γεωργίου Xρυσοστόμου). [Στο μεταξύ, ο αρχιμανδρίτης Χρυσοστόμου έχει πλέον γίνει μητροπολίτης Κίτρους και Κατερίνης].
Σύμφωνα με τον αρθρογράφο, όσοι λένε «ασθενής και οδοιπόρος» παρανοούν την έννοια της φράσης από άγνοια της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Ο κ. αρχιμανδρίτης, που ξέρει αρχαία, μας λέει ότι η σωστή λέξη είναι «ωδιπόρος». Το δεύτερο συνθετικό είναι το πράγματι πολύ κοινό -πόρος, ενώ για το α’ συνθετικό μας λέει:
H λέξη όμως «ωδι» προέρχεται από το ρήμα «ωδίνω», που έχει αρκετές σημασίες (κυριολεκτικά): Έχω ωδίνες, κοιλοπονώ, τίκτω, γεννώ, αλλά και (μεταφορικά) επιθυμώ πάρα πολύ να φάω, κάτι όπως η εγκυμονούσα, κάνω κάτι να τρέμει, σαν την ετοιμόγεννη γυναίκα (βλ. Aντιλεξικόν ή Oνομαστικόν της Nεοελληνικής Γλώσσης, εκδ. β’, Aθήναι 1990). Πόσες φορές λοιπόν έχουμε ακούσει ότι η έγκυος γυναίκα ζητά να φάει κάτι, για να μην «ρίξει» το παιδί, να μην αποβάλλει;
Η ανύπαρκτη λέξη «ωδιπόρος» έχει τα ίδια προβλήματα με την ανύπαρκτη λέξη «διπόρος». Πρώτον, δεν υπάρχει, δεν καταγράφεται πουθενά. Σε κανένα λεξικό, σε κανένα σύγγραμμα, σε καμιά επιγραφή. Δεύτερον, δεν θα μπορούσε να υπάρξει τέτοια λέξη. Ακόμα κι αν συνθέταν οι αρχαίοι μια λέξη από το «ωδίνω» και το «πόρος», η λέξη αυτή θα ήταν «ωδινοπόρος» (προσέξτε ότι υπάρχει στα αρχαία λέξη «ωδινολύτης»). Οπότε, και τον ωδιπόρο πρέπει να τον στείλουμε στον κάλαθο των αχρήστων, παρέα με τον διπόρο, καθώς και με τον οιδιπόρο, τον ωδυπόρο, τον ωδοιπόρο, τον ωδειπόρο, τον διφόρο και όλες τις άλλες παραλλαγές που σκαρφίζονται διάφοροι προσπαθώντας να αμφισβητήσουν το ολοφάνερο «οδοιπόρος».
Θα μου πείτε, γιατί να καταφύγει κανείς σε τέτοιες γλωσσικές ακροβασίες για να αμφισβητήσει μια τόσο γνωστή παροιμία; Εδώ υπάρχουν δύο εκδοχές. Η πρώτη, είναι αυτή που είχε εκθέσει ο φίλος Μπουκανιέρος σε σχόλιό του στο παλιότερο άρθρο. Δηλαδή, ότι οι λογιότατοι ενοχλούνται όταν υπάρχουν λόγιες εκφράσεις που τις χρησιμοποιεί ο πολύς λαός και τις καταλαβαίνει, διότι κάτι τέτοιο τούς δημιουργεί υπαρξιακό πρόβλημα. Οπότε, βάζουν τα δυνατά τους να ανακαλύψουν ή να κατασκευάσουν κάποιο λάθος στην κοινόχρηστη λόγια έκφραση, να την αποδείξουν σώνει και καλά λαθεμένη. Κάτι ανάλογο άλλωστε έχει γίνει πολλές φορές, π.χ. στο παν μέτρον άριστον, τους ασκούς του Αιόλου, τις καλένδες κτλ.
Πολύ οξυδερκής παρατήρηση αυτή -πιστεύω πως διατηρεί γενικά την αξία της, όμως στην προκείμενη περίπτωση δεν είναι ανάγκη να πάμε τόσο μακριά. Ο αρχιμανδρίτης αρθρογράφος το λέει καθαρά, υπάρχει σοβαρός λόγος που η φράση «ασθενής και οδοιπόρος» ενοχλεί: Aκόμη και εάν το κείμενο εννοούσε «οδοιπόρο» και όχι «ωδιπόρο», θα δικαιολογούνταν η κατάλυση μόνον στην περίπτωση που αυτός ο (τέλος πάντων) «οδοιπόρος» ήταν κάποιος που περπάτησε επί πολλές ώρες, κατάκοπος και εξαντλημένος από τις κακουχίες του ταξιδιού. Φτάνουμε όμως στο σημείο να απαλλάσσονται από τη νηστεία και όσοι πηγαίνουν μία εκδρομή. Δεν νηστεύουν με τη δικαιολογία ότι ταξίδεψαν. (η έμφαση δική του). Η εκκλησία δηλαδή δεν θέλει να επικαλούνται τη φράση κάποιοι και να «λουφάρουν», που θα λέγαμε στο στρατό, τη νηστεία. Βέβαια, η φράση «ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει» είναι έκφραση λαϊκής σοφίας, όχι θρησκευτικός κανόνας.
Σπεύδω να διευκρινίσω πως το δικό μου ενδιαφέρον δεν είναι θρησκευτικό, είναι φιλολογικό. Και φιλολογικά κρίνοντας, ανακεφαλαιώνω: Λέξη διπόρος ή ωδιπόρος δεν υπάρχει, η μόνη μορφή της παροιμίας είναι «ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει».
Λίγα ακόμα για την πιθανή προέλευση της φράσης. Είπα πιο πάνω ότι στο Ισλάμ οι ταξιδιώτες εξαιρούνται από την υποχρέωση της νηστείας. Συγκεκριμένα, όπως μου υπέδειξε πρόσφατα φίλος του ιστολογίου, το Κοράνι, στη σούρα 2, εδάφιο 184 λέει: Όποιος από σας είναι άρρωστος ή ταξιδεύει, να νηστέψει ίσο αριθμό ημερών άλλη φορά. Αλλά αν δεν μπορείτε να υπομείνετε τη νηστεία, υπάρχει η αντιστάθμιση να δώσετε τροφή σ’ έναν φτωχό. Θα μπορούσε λοιπόν μέσα στην Τουρκοκρατία, να διαμορφώθηκε η φράση «ασθενής και οδοιπόρος…» υπό την επήρεια της ισλαμικής διδασκαλίας, αν και τίποτα δεν αποκλείει τον ανεξάρτητο σχηματισμό -υπάρχει άλλωστε και η ρώσικη παροιμία που είδαμε πιο πάνω.
Όσο για τη συγκεκριμένη διατύπωση της παροιμίας, η μεν κατάληξη «αμαρτίαν ουκ έχει» είναι συχνή σε εκκλησιαστικά συμφραζόμενα, αλλά και η συνύπαρξη ασθένειας και οδοιπορίας στην ίδια φράση απαντά σε αρκετούς βυζαντινούς. Ας πούμε, στον Ιωάννη Καντακουζηνό διαβάζουμε κάποιοι έκαναν μια επίσκεψη «και γῆρας καὶ σωματικὴν ἀσθένειαν καὶ τοὺς πρὸς τὴν ὁδοιπορίαν πόνους παριδόντες», ενώ σε επιστολή του Νικ. Μυστικού ότι «καὶ οὐ δειλιῶμεν τὸ γῆρας οὔτε τὴν ἀσθένειαν οὔτε τὴν ἐκ τῆς ὁδοιπορίας ταλαιπωρίαν».
Κλείνοντας, παρακαλώ θερμά: Αν κάποιος από τους αγαπητούς αναγνώστες μπορεί να τεκμηριώσει ότι υπάρχει λέξη «διπόρος» ή «ωδιπόρος» ή «οιδιπόρος» ή κάποια παρεμφερής λέξης με τη σημασία της θηλάζουσας γυναίκας, τον παρακαλώ θερμά να με βγάλει από την πλάνη. Έως τότε όμως δικαιούμαι να θεωρώ μύθο τον διπόρο, τον ωδιπόρο και τον οιδιπόρο -και επαναλαμβάνω ότι «ασθενής και οδοιπόρος αμαρτία δεν έχει».
Έτσι τελείωνε το περσινό άρθρο, Το δεύτερο νέο στοιχείο που έχω να παρουσιάσω, που δεν είναι και τόσο νέο αλλά τώρα το πληροφορήθηκα, είναι πως την παροιμία «ασθενής και οδοιπόρος» στην πατροπαράδοτα γνωστή μορφή της την υποστηρίζει και ανώτατος εκκλησιαστικός, ο μητροπολίτης Ηλείας κ. Γερμανός, ο οποίος σε άρθρο του ανσφέρει, μεταξύ άλλων, τα εξής:
Μερικές φορές κάποιοι συνάνθρωποί μας, δια διαφόρους λόγους, δημιουργούν προβλήματα σε θέματα, που είναι σαφή και απλά, ώστε να προκαλείται σύγχυσις στην ζωή μας.
Έτσι τελευταίως εμφανίζονται κάποιοι θεολογικοφιλολογούντες, οι οποίοι ανεκάλυψαν τάχα ότι αυτό που λέει και κατανοεί ο λαός μας αιώνες τώρα δια την νηστείαν, ακολουθώντας την Κανονική παράδοσι των πατέρων μας, ότι δηλαδή «ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει», είναι τάχα λανθασμένον και ότι το ορθόν είναι να λέμε και να γράφωμε «ασθενής και ωδει(ι) πόρος (η διπόρος) αμαρτίαν ουκ έχει».
Και συνεχίζοντας ο σεβασμιότατος εκθέτει αναλυτικά και τεκμηριωμένα για ποιο λόγο η λαϊκή παροιμία αναφέρεται όντως στους οδοιπόρους (διαβάστε τα εδώ).
Οπότε, αν δεν πιστεύετε εμένα, πιστέψτε τον μητροπολίτη κ. Γερμανό: το σωστό είναι «Ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει»!

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου
Σχετικά: «ΩΔΕΙ(Ι)ΠΟΡΟΣ Ή ΟΔΟΙΠΟΡΟΣ;» ΛΥΣΙΣ ΕΝΟΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ!