Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ηθική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ηθική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2010

Η Ηδονή κατά τον Αριστοτέλη - Η Ευδαιμονία και η Μεσότητα

Η ανακοίνωση αυτή δημοσιεύθηκε το1996 στον τόμο πρακτικών του Συνεδρίου
«Η ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΚΗ ΗΘΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΤΗΣ»,
σε έκδοση της Εταιρείας Αριστοτελικών Μελετών «Το Λύκειον»

Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ

Περίληψη ανακοινώσεως:

Ο Αριστοτέλης θεωρούσε ότι η αξία της ηδονής εξαρτάται από την αξία της ενέργειας που την προκαλεί. Η ηδονή συμπληρώνει με φυσικό τρόπο κάθε ενέργεια. Ο ενάρετος άνθρωπος αισθάνεται ηδονή από την πραγμάτωση του αγαθού και του ωραίου. Οπωσδήποτε η ηδονή δεν είναι αυτοσκοπός. O Αριστοτέλης περιέγραψε (πριν τον Επίκουρο και τους Στωικούς) τις έννοιες της καταστηματικής ηδονής και της απαθείας και ενδεχομένως τους επηρέασε. Επίσης, πρωτοανήγγειλε τον μετέπειτα Συμπεριφορισμό του Παυλώφ."
Η παρούσα εισήγηση εστιάζει κατά βάσιν την προσπάθειά της στα ίδια τα κείμενα του Αριστοτέλους, τα οποία αναφέρονται στην έννοια της ηδονής. Ήτοι, κυρίως στα Ηθικά Νικομάχεια, βιβλία Α, B, Γ, Η, Θ, Ι και Κ, και δευτερευόντως στα Ηθικά Ευδήμεια, βιβλία Α, Β και Θ.
Για τον λόγο αυτόν πρέπει να εκληφθεί ως προκαταρκτική μελέτη της έννοιας της ηδονής κατά τον Αριστοτέλη και κάποιων μη ευρέως γνωστών επιδράσεων επί μεταγενεστέρων διανοητών και όχι ως πλήρης μελέτη.
Όπως και οι περισσότεροι αρχαίοι Έλληνες, έτσι και ο Αριστοτέλης πίστευε ότι η βασική επιδίωξη του κάθε ανθρώπου είναι η ευδαιμονία. Πρόκειται για το αγαθόν, το οποίο επιδιώκουμε χάριν του ιδίου. Όμως, υπήρχε και υπάρχει διαφωνία ως προς το ποίο είναι το περιεχόμενο της ευδαιμονίας.
Στα Ηθικά Νικομάχεια αναγνωρίζεται ότι οι πολλοί άνθρωποι θεωρούν την ηδονή ως ευδαιμονία και για τον λόγον αυτόν διάγουν "βίον απολαυστικόν".
Ακόμα και η συνήθης αντίληψη του όρου ηδονή περιορίζεται στις σωματικές ηδονές, διότι όλοι ασχολούνται με αυτές και τις επιδιώκουν.
Αλλά ο Σταγιρίτης, αν και αναγνωρίζει την λαϊκή αντίληψη περί ηδονής, δεν την παραδέχεται. Ορίζει την ευδαιμονία ως ενέργεια της ψυχής "κατ' αρετήν τελείαν". Ήτοι, ως την ενεργητική ψυχική κατάσταση, η οποία συμφωνεί προς την τέλεια αρετή. Όμως, ποίο είναι το εύρος της εννοίας της ηδονής, την οποία κατά κάποιον τρόπο υποβαθμίζει αξιολογικώς σε σύγκριση προς την έννοια της αρετής;
Ο Αριστοτέλης παρατηρεί ότι η ηδονή είναι κοινή στα ζώα και ριζώνει στον άνθρωπο ήδη από την νηπιακή του ηλικία. Ειδικότερα, τις ηδονές, οι οποίες προέρχονται από την αφή και την γεύση, τις θεωρεί σε γενικές γραμμές ζωώδεις και ακόλαστες. Πρωτίστως, θεωρεί την υπερβολή ως προς αυτές τις ηδονές ως εντελώς απαράδεκτη.
Ο φιλόσοφος της καταλλήλου μεσότητος δεν θα ήταν ποτέ δυνατόν να αντιμετωπίσει τα άλογα πάθη, τις επιθυμίες και τον έρωτα με αυστηρή διάθεση. Κατακρίνει μόνο τις υπερβολές τους. Γνωρίζει ότι τα παιδιά και τα θηρία επιδιώκουν τις ηδονές. Όμως, αναγνωρίζει ότι η ηδονή δεν είναι υπέρτατο αγαθό.

Κατά τον Αριστοτέλη το επιθυμητικόν πρέπει να βρίσκεται σε συμφωνία με το άρχον στοιχείο της ψυχής, τον λόγον. Αυτή η άποψη έχει ως συνέπεια την λογικοποίηση των αλόγων πλευρών της ψυχικής διαστάσεως του ανθρώπου.
Ο φιλόσοφος καταδικάζει τα άκρα και παραδέχεται ότι ορισμένες ηδονές είναι αναγκαίες, ενώ άλλες όχι. Όμως, οι υπερβολές και οι ελλείψεις δεν είναι αναγκαίες.
Η ακολασία και η σωφροσύνη, η ακρασία και η εγκράτεια είναι οι ενέργειες ή έξεις του ανθρώπου, οι οποίες αφορούν την αντιμετώπιση και επιδίωξη των σωματικών ηδονών. Στην μέση μεταξύ υπερβολής και ελλείψεως ως προς την αναζήτηση της ηδονής, βρίσκεται η αρετή της σωφροσύνης. Επίσης, η αρετή της εγκρατείας βρίσκεται μεταξύ της υστερήσεως στην χαρά της ηδονής και του αντιθέτου της, οπότε η ιδανική μεσότης έγκειται στην εγκράτεια.
Μεταξύ του εγκρατούς και του σώφρονος υφίσταται διαφορά: Αν και αμφότεροι δεν παραβιάζουν τον ορθό λόγο χάριν των σωματικών ηδονών, εν τούτοις ο εγκρατής διακατέχεται από κακές επιθυμίες, ενώ αυτό δεν συμβαίνει με τον σώφρονα.
Από την άλλη πλευρά, όπως γράφει ο Αριστοτέλης για την σχέση σώφρονος και φρονίμου, "ο σώφρων φεύγει τας ηδονάς. Έτι ο φρόνιμος το άλυπον διώκει, ου το ηδύ". Δηλαδή, ο σώφρων είναι εκείνος, ο οποίος αποφεύγει τις ηδονές, ενώ ο φρόνιμος αποφεύγει την οδύνη χωρίς να επιδιώκει το ευχάριστο.
Οι ηδονές εμφανίζονται ως εμπόδιο στην φρόνηση, την αρετή την οποία τόσο πολύ εκτιμά ο Σταγιρίτης. Ειδικότερα ως εμπόδιο στην φρόνηση τίθενται οι σεξουαλικές ηδονές, διότι κανείς δεν είναι σε θέση να διανοείται, καθόσον τις δοκιμάζει.

Πάντως, οι ηδονές, οι οποίες οδηγούν σε φυσικές συνήθειες, είναι ευχάριστες, διότι το αγαθό είναι εν μέρει συνήθεια και εν μέρει δράση. Αλλά υπάρχουν και ηδονές, οι οποίες δεν προκαλούν λύπη ή επιθυμία, όπως είναι η θεωρητική μελέτη. Αυτές οι ηδονές δεν συνιστούν επιτακτική φυσική ανάγκη.
Ο Αριστοτέλης, ερευνώντας διεξοδικώς την έννοια της ηδονής, απαντά εν μέρει και εκ των προτέρων στην μετέπειτα αυτού διαμορφωθείσα στωική άποψη περί ηδονής και ιδίως προς τον Χριστιανισμό. «Διό προσδείται ο ευδαίμων των εν σώματι αγαθών και των εκτός και της τύχης, όπως μη εμποδίζηται ταύτα. Οι δε τον τροχιζόμενον και τον δυστυχίαις μεγάλαις περιπίπτοντα ευδαίμονα φάσκοντες είναι, εάν η αγαθός, η εκόντες η άκοντες ουδέν λέγοντες». Ήτοι, για να είναι κανείς ευδαίμων, πρέπει να συντρέχουν και εξωτερικοί προς αυτόν παράγοντες. Ο βασανιζόμενος δεν είναι δυνατόν να είναι ευδαίμων, ακόμα και αν είναι ενάρετος. Το αντίθετο θα ήταν πλήρης παραλογισμός για τον Αριστοτέλη.
Όμως, η ηδονή είναι όντως κάποιο αγαθό. Εαν η ηδονή δεν ήταν αγαθό, ο ευδαίμων δεν θα έπρεπε να ζει μιά ευχάριστη ζωή. Η επιδίωξη τής ηδονής είναι καθολικό φαινόμενο και στους ανθρώπους και στα ζώα, άρα η ηδονή είναι κάποιο άριστο αγαθό.
Κατά κάποιαν ανακολουθίαν, ο Αριστοτέλης ισχυρίζεται στο βιβλίο Κ ότι η ηδονή δεν είναι το αγαθόν. Αλλά διάφορες συγκεκριμένες μεμονωμένες ηδονές είναι τω όντι επιθυμητές.
Όμως, δεν επιδιώκουν όλοι οι άνθρωποι την ίδια ηδονή, αν και ό,τι όλοι επιδιώκουν είναι ένα είδος ηδονής. Ίσως μάλιστα να επιδιώκουν όλοι, όχι ό,τι νομίζουν ή ισχυρίζονται ότι επιδιώκουν, αλλά την ίδια ακριβώς ηδονή, καθόσον όλα τα όντα έχουν κάτι το θεϊκό μέσα τους (πάντα γαρ φύσει έχει τι θείον).
Ο Αριστοτέλης θεωρεί ότι ο Θεός πάντα χαίρει μία και την αυτή ηδονή. Διότι η ηδονή δεν είναι μόνο ενέργεια της κινήσεως, αλλά και της ακινησίας και η ηδονή έγκειται μάλλον στην ακινησία παρά στην κίνηση. (Στην "κίνηση" ο Αριστοτέλης συμπεριλαμβάνει και την "μεταβολή"). Κατ' αυτόν τον τρόπο ο Αριστοτέλης προαναγγέλλει την επικούρειο ηθική φιλοσοφία της καταστηματικής ηδονής, δηλαδή της ηδονής σε ακινησία, χωρίς μεταβολή.
Ο Επίκουρος έδωσε βασική έμφαση σ'αυτήν την άποψη περί ηδονής και την ανήγαγε σε κύριο φιλοσοφικό δόγμα.
Και σε επόμενο εδάφιο των Ηθικών Νικομαχείων ο Αριστοτέλης επανέρχεται στο θέμα της κινήσεως ή μη της ηδονής, όπου καταλήγει στο ότι η ηδονή δεν είναι κίνηση.
Ο φιλόσοφος παρατηρεί ότι η ηδονή απομακρύνει την οδύνη. Αυτός είναι ο λόγος που οι άνθρωποι εξ αιτίας της ισχυρής ηδονής καθίστανται φαύλοι και ακόλαστοι. Όμως, η ηδονή είναι συνυφασμένη με τον άνθρωπο, γι' αυτό και η ανατροφή των νέων γίνεται με την χρησιμοποίηση τόσο της ηδονής, όσο και της οδύνης. Επιδιώκουμε τα ευχάριστα και αποφεύγουμε τα δυσάρεστα. Αυτή η παρατήρηση του Αριστοτέλους, η οποία αναφέρεται στην διαχρονική κοινωνική και εκπαιδευτική πραγματικότητα, προαναγγέλλει την γνωστή σε εμάς θεωρία των "εξαρτημένων αντανακλαστικών του Παυλώφ" και τον ψυχολογικό μπηχεϋβιορισμό, ο οποίος αναφέρεται στην εν γένει εκμαθημένη συμπεριφορά ανθρώπων και ζώων.
Την καταληκτική του αντίληψη περί του τι είναι ηδονή από περιγραφική άποψη, την παρουσιάζει ο Αριστοτέλης στο βιβλίο Κ λέγοντας:
"Κατά πάσαν γαρ αίσθησιν έστιν ηδονή, ομοίως δε και διάνοιαν και θεωρίαν ηδίστη δ' η τελειοτάτη, τελειοτάτη δε η του ευ έχοντος προς το σπουδαιότατον των υπ' αυτήν. Τελοιεί δε την ενέργειαν η ηδονή". Ήτοι, κάθε αίσθηση παρέχει ηδονή, όπως και κάθε θεωρητική αναζήτηση και διανοητική απασχόληση. Η πλέον ευχάριστη ενέργεια είναι η τελειοτάτη, η οποία είναι αυτή η ενέργεια, η οποία προσδιορίζεται από το σπουδαιότερο αντικείμενό της. Η ηδονή αποτελεί την τελείωση, την ολοκλήρωση της ενέργειας. Ποιο είναι όμως το σπουδαιότερο αντικείμενο ενεργειών; Για τον Αριστοτέλη και κάθε άλλον μαθητή του Πλάτωνος δεν θα μπορούσε να είναι τίποτα άλλο από την πνευματική εργασία και δημιουργία!
Ο φιλόσοφος παρατηρεί ότι η ηδονή τελειοποιεί τόσο τις ενέργειες όσο και την ίδια την ζωή, την οποία ποθούν οι άνθρωποι. Χωρίς ενέργεια δεν εμφανίζεται ηδονή. Και με την σειρά της η ηδονή τελειοποιεί κάθε ενέργεια. Η ενέργεια επαυξάνεται, όταν συνοδεύεται από την συγγενή προς αυτήν ηδονή. Όποιος ευχαριστιέται με ό,τι κάνει, το κάνει καλύτερα.
Σε κάθε ενέργεια αντιστοιχεί μία ηδονή. Η ηδονή της ενάρετης πράξεως είναι αξιόλογη, ενώ η ηδονή της κακής πράξεως είναι μοχθηρή. Οι επιθυμίες, οι οποίες κατατείνουν σε καλές πράξεις είναι επαινετές, ενώ αυτές, οι οποίες κατατείνουν σε αισχρές πράξεις, πρέπει να κατακρίνονται.
Χαρακτηρίζουμε φαύλους ως προς τις ηδονές αυτούς που επιδιώκουν τις επαίσχυντες ηδονές. Για τον λόγον αυτόν όλοι συμφωνούν ότι οι αρετές οδηγούν σε απάθεια και ηρεμία μπροστά στις χαρές και τις λύπες, ενώ οι κακίες οδηγούν στα αντίθετα. Κατά μίαν άποψη, λέγει ο Αριστοτέλης, οι αρετές ορίζονται ως "απάθεια". Την έννοια της απάθειας την παρέλαβαν από τον Αριστοτέλη οι Στωικοί και την επεξέτειναν σε συνδυασμό προς τα διδάγματα των Κυνικών.
Αξιολογώντας τις ηδονές, ο Αριστοτέλης δέχεται ότι οι ηδονές, οι οποίες τελειώνουν και ολοκληρώνουν τις ενέργειες του τέλειου και μακάριου ανθρώπου, δικαιούνται να λέγονται πρέπουσες ηδονές, ενώ όλες οι άλλες ηδονές κατέχουν δευτερεύουσα θέση, όπως και οι αντίστοιχες ενέργειες. Εφόσον είναι δεδομένο ότι τα ζωντανά όντα ενεργούν, η ενέργειά τους ως πραγματικότητα συνεπάγεται την ολοκληρωμένη τελείωση. Η δράση προσδίδει στα όντα τόσο περισσότερη ευχαρίστηση, όσο τελειότερη γίνεται. Κάθε ον προσπαθεί να επιτύχει διαφορετικά πράγματα και σε κάθε πράξη του συνυπάρχει μία αντίστοιχη ευχαρίστηση. Για τον άνθρωπο τίθεται ως σκοπός του η δράση, η οποία εξασφαλίζει την ευδαιμονία του. Αυτή στηρίζεται στις ενάρετες και πνευματικές - διανοητικές ενασχολήσεις.
Ο Αριστοτέλης κρίνει ως άξια εκτιμήσεως και ευχάριστα εκείνα, τα οποία κρίνονται ως τέτοια για τον ενάρετο άνθρωπο. Ιδιαίτερα στην φύση του σπουδαίου ανθρώπου ταιριάζει η αρετή.
Στα Ηθικά Ευδήμεια ο Σταγιρίτης ορίζει την αρετή ως την βέλτιστη διάθεση ή συνήθεια όλων των πραγμάτων, τα οποία χρησιμοποιούνται ή παράγουν έργο. Κάθε ηθική αρετή σχετίζεται και αναφέρεται στις ηδονές και τις λύπες.
Επομένως, αβιάστως και ελευθέρως προκύπτει το συμπέρασμα ότι "ο ευδαίμων βίος κατ' αρετήν είναι ." Η ηδονή βρίσκεται μέσα στην πράξη. Γι' αυτό και ο αληθώς ευδαίμων θα ζήσει ευχάριστη ζωή.
Άλλωστε, ο άνθρωπος είναι κατ'ουσίαν νους. Επομένως, ο βίος συμφώνως προς τον νου πρέπει να είναι και ο πλέον ευδαίμων βίος.
Ο φιλόσοφος διαπιστώνει ότι η φιλοσοφία παρέχει αξιοθαύμαστες ηδονές ως προς την αγνότητα και την βεβαιότητα και είναι μεγαλύτερη στους κατόχους της σοφίας παρά στους αναζητούντες. Να μία μεγάλη αλήθεια, την οποία δυστυχώς ελάχιστοι θα μπορούσαν σήμερα να αντιληφθούν.
Η φιλία, η οποία στηρίζεται στην ηδονή είναι η φιλία των νέων, αλλά είναι ευμετάβλητη, διότι καθώς μεγαλώνουν, μεταβάλλονται τα ήθη τους και κατά συνέπειαν η αίσθησή τους περί ηδονής. Όμως, η φιλία, η οποία στηρίζεται στην αρετή είναι η φιλία των καλύτερων ανθρώπων.
Όπως είναι γνωστό, υπάρχουν τρία είδη φιλίας, κατ' αρετήν, κατά το χρήσιμον και κατά το ηδύ. Το ανώτατο είδος είναι η φιλία επ' αρετή. Βεβαίως και οι φαύλοι μπορεί να είναι φίλοι από συμφέρον και ηδονή. Όμως, αυτή η φιλία δεν είναι κατ' αρετήν και γι'αυτόν τον λόγο δεν είναι πραγματική φιλία ούτε πρόκειται να διαρκέσει στον χρόνο.
Ο Αριστοτέλης αν και αναγνωρίζει τον ρόλο και την σημασία της ηδονής, εν τούτοις την υποτάσσει στον λόγο και την θέτει σε κατώτερο επίπεδο από την αρετή, στον δρόμο του κάθε ανθρώπου προς την ευτυχία."-

Η ΕΥΔΑΙΜΟΝΙΑ ΚΑΙ Η ΜΕΣΟΤΗΤΑ

Αριστοτέλης έκανε λόγο για την ευδαιμονία ως υπέρτατο σκοπό στη ζωή του ανθρώπου. Όλες οι πράξεις του, ολόκληρο το φάσμα της ανθρώπινης δραστηριότητας αποβλέπει στην ικανοποίηση της ευδαιμονίας. Ο υπέρτατος σκοπός αυτός ονοματίζεται τελικό αίτιο, καθώς αποτελεί την αιτία των αιτιών της ανθρώπινης δημιουργίας. Το κατά πόσο όμως το τελικό αυτό αίτιο ως έννοια παρουσιάζεται πειστικό στα μάτια μας είναι άξιο έρευνας. Ποια είναι εν τέλει η πραγματική ουσία του πολυπόθητου αυτού σκοπού;
Είναι φανερό ότι κάθε άνθρωπος έχει δώσει στον υπέρτατο σκοπό, στο τελικό αίτιο όπως παρουσιάζεται ως έννοια από τον Αριστοτέλη, δικές του διαστάσεις και ποικίλα περιεχόμενα. Οι υπέρτατοι σκοποί λοιπόν διαφέρουν, πηγάζοντας από διαφορετικές νοοτροπίες, προσωπικότητες, συλλογιστικές μεθόδους και διάφορα αξιολογικά κριτήρια.

Εξ ορισμού οι στόχοι τίθενται για να επιτυγχάνονται. Είναι θεμιτή η ύπαρξη πολλών επιμέρους στόχων, αφού η ανθρώπινη οντότητα βρίσκεται σε διαρκή κινητοποίηση. Φτάνουμε τον ένα στόχο, μεταπηδούμε στον άλλο. Αυτή η ανεξάντλητη ροή της ανθρώπινης κινητικότητας σημαίνει εξέλιξη, σημαίνει πρόοδο. Το τελικό αίτιο της ευδαιμονίας, θα μας πει ο Θ.Πελεγρίνης, ότι «δεν πρέπει να εκληφθεί σαν ένα συγκεκριμένο χρονικό ορόσημο στη ζωή του ανθρώπου, όπου, όταν φτάσει, καθίσταται ευδαίμων, αλλά θα πρέπει να θεωρηθεί ότι υφαίνεται στην κάθε χρονική στιγμή με την τέλεση ορισμένων πράξεων, ή μάλλον με την καθ ορισμένον τρόπο εκτέλεση των πράξεών του.». Αραγε, αυτό να είχε στο μυαλό του και ο Αριστοτέλης όταν διατύπωνε την προκείμενη θεώρησή του πριν από μερικές χιλιετίες; Αν πράγματι το εννοούσε δε φαίνεται ιδιαίτερη αδυναμία στον ισχυρισμό του. Ας αντιπαραθέσουμε όμως και την άλλη όψη.
Η αριστοτελική εκδοχή του υπέρτατου αγαθού λοιπόν, χωρίς καμιά συμπληρωματική επεξήγηση, δε φαίνεται να έχει πρακτικό νόημα σε αυτή τη ζωή. Η ευδαιμονία εάν αποτελεί στόχο είναι επιτεύξιμη. Αν επιτευχθεί όμως τότε ποιο το νόημα της ζωής; Δε θα υπάρχει πλέον άλλος σκοπός πέραν του υπέρτατου. Χωρίς στόχο θα σημάνει η άρση της ανθρώπινης κίνησης και η παρασιτική ύπαρξη του ανθρώπου ως εξοφλημένο όν. Το χρέος εξοφλήθηκε, η ευδαιμονία κατακτήθηκε, ζήτω ο πανούργος άνθρωπος που θα καταργήσει ακόμα και την ίδια την ετυμολογία του. Δε θα σημαίνει πλέον «ανω θρώσκω» (δηλ. πορεύομαι προς τα πάνω), αφού δε θα υπάρχει περαιτέρω άνοδος. Εφόσον λοιπόν η ευδαιμονία δε δύναται εννοιολογικά να αποτελέσει σκοπό και ιδιαίτερα τον υπέρτατο, τότε στην καλύτερη περίπτωση υποβαθμίζεται σε μιαν αόριστη αιτία του «είναι», σε μιαν αόριστη έννοια απροσδιόριστης αξίας. Στην προσπάθεια ανεύρεσης λοιπόν του τελικού αιτίου θα μπορούσαμε να τη θέσουμε εκτός συλλογισμού. Όμως δεν είναι έτσι φίλτατε στοχαστή, δεν είναι τόσο προφανές, τόσο εύκολο όσο το φαντάστηκες. Όποια έννοια κι αν τοποθετήσεις στη θέση της ευδαιμονίας πάλι το ίδιο αποτέλεσμα θα σε περιμένει: Το οποιοδήποτε τελικό αίτιο, ο υπέρτατος σκοπός είναι επιτεύξιμος, ο άνθρωπος φτάνει ως εκεί και εγκλωβίζεται, φτάνει ως εκεί και αυτοαναιρείται. Υπάρχει κάποιο μεγάλο μυστικό λοιπόν που κρύβεται πίσω από το συλλογιστικό αυτό λαβύρινθο. Το τελικό αίτιο ως έννοια δεν αδυνατεί να υφίσταται. Το πρόβλημα είναι ότι το αναζητούμε σε λάθος κατεύθυνση. Ελπίζω να μην έχει παραγκωνισθεί από την ψυχή των ανθρώπων η μόνη αληθινή διέξοδος από αυτόν τον προβληματισμό, ότι δηλαδή υπέρτατος σκοπός είναι η υπέρτατη προσπάθεια. Η ίδια η ανθρώπινη φύση το τεκμηριώνει αυτό, η οποία θέτει με μεγάλη οξυδέρκεια στόχους στις ζωές των ανθρώπων για να εκπληρωθεί η ζωτική αέναη κινητικότητα, να εκπληρωθεί η ίδια η ζωή.
Το «cogito ergo sum» (δηλ. σκέφτομαι άρα υπάρχω) του Ντεκάρτ μετασχηματίζεται τώρα σε «fallor dum sum» (δηλ. πλανώμαι άρα υπάρχω) που αναφώνησε ο ιερός Αυγουστίνος. Η διακοπή της πορείας σημαίνει και το τέλος της ζωής. Ας μην εξαρτούμε τη ζωή μας από την ύπαρξη συγκεκριμένου υπέρτατου στόχου για να μην υπάρξει και πρόωρος θάνατος. Πιστεύω φίλε να κατάλαβες Ιθάκες τι σημαίνουν...
Ως μέσο για την επίτευξη του τελικού αιτίου -της ευδαιμονίας- ο Αριστοτέλης έθεσε την ανθρώπινη στάση μεσότητας, η οποία επιβάλλει τη μετριοφροσύνη και την αποφυγή ακραίων καταστάσεων. Ανάμεσα στον εγωισμό και την ταπεινοφροσύνη επιλέγω την αξιοπρέπεια. Ανάμεσα στο ασίγαστο ορμητικό πάθος και την πλήρη απάθεια επιλέγω το δρόμο της σύνεσης, της πραότητας και του βαθμιαίου προσανατολισμού. Το κατά πόσο όμως η μεσότητα έχει τη δυνατότητα να γενικευθεί επιτυχώς ως ανθρώπινη στάση συμπεριφοράς σε όλους τους τομείς της κοινωνικής και προσωπικής δράσης, χρήζει εξέτασης και προβληματισμού.
Πολλές φορές ο άνθρωπος καλείται να επιλέξει ανάμεσα σε δυο κατευθύνσεις, χωρίς να υφίσταται η παραμικρή δυνατότητα να ακολουθήσει κάποια τρίτη που ενδεχόμενα θα αντιπροσώπευε τη μεσότητα. Τότε δε θα είναι δυνατό να σταθεί το «ίσως» ανάμεσα στο «ναι» και το «όχι». Αλλά και πάλι, ποια θα ήταν η τύχη της ανθρώπινης υπόστασης αν ανάμεσα στο καλό και το κακό διάλεγε το μέτριο; Αν ανάμεσα στην κορυφή και τον πάτο του χάνδακα διάλεγε μια ασφαλή θέση κάπου στην πλαγιά; Δυστυχώς η εφαρμογή αυτής της στάσης αποδεικνύεται ανέφικτη και χωρίς ουσιαστική χρησιμότητα σε πολλές φάσεις της ζωής.
Σε μια κοινωνία μεσότητας η πρόοδος θα προχωρούσε όσο και ένα σαλιγκάρι στο άπειρο. Αν ο Μέγας Αλέξανδρος ακολουθούσε κατά γράμμα τις διδαχές του δασκάλου του δε θα έφτανε στα βάθη της Ασίας για να προσφωνηθεί «Μέγας». Ο Σωκράτης δε θα έφτανε στα άκρα της δικαστικής διαμάχης και θα συνετιζόταν στις υποδείξεις των επιπόλαιων και παρωπιδικών ανθρώπων, οπότε και εμείς σήμερα δε θα τον θαυμάζαμε για το ύψιστο ελεύθερο και ασυγκράτητο φιλοσοφικό του πνεύμα.
Και πιο πρόσφατα όμως. Η σύγχρονη Ελλάδα δε θα υφίστατο αν κάποιοι «τρελοί» ραγιάδες δεν έφταναν στα άκρα του ξεσηκωμού, στα άκρα της αναταραχής και της επανάστασης, ώστε να καταρρεύσει όχι μονάχα ο σουλτανικός ζυγός, αλλά και η πανευρωπαϊκή δεσποτική, τυραννική άρχουσα νοοτροπία των ανακτοβουλίων.
Ακόμα και οι σημαντικότερες επιστημονικές ανακαλύψεις προήλθαν από συγκλονιστικές, ρηξικέλευθες και άκρως πρωτοποριακές ιδέες, όπου η επιβολή της μεσότητας και της μετριοπάθειας θα φάνταζε ξεκαρδιστικό ανέκδοτο. Ακόμα και ο ίδιος ο Αριστοτέλης δε θα υπήρχε αν δεν τον έφερνε στον κόσμο ο άκρατος ερωτικός ενθουσιασμός των γονέων του. Η ίδια η ζωή είναι προϊόν ενός ύψιστου, ενός ακραίου συναισθήματος που πολλές φορές δοκιμάζει τα όρια της ανθρώπινης εσωτερικής υπόστασης, του έρωτα.

Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2008

Αριστοτέλους «Ηθικά Νικομάχεια» - Ενότητα 2

ΕΝΟΤΗΤΑ 2η (B1,4), Η ΗΘΙΚΗ ΑΡΕΤΗ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΗΘΙΚΗ ΠΡΑΞΗ


Σχετικά με όσα έχουμε μέσα μας εκ φύσεως

Διατύπωση θέσης

Παραδείγματα
Σχετικά με τις ηθικές αρετές: Διατύπωση θέσης       

Κείμενο
Ἔτι ὅσα μὲν φύσει ἡμῖν παραγίνεται, τὰς δυνάμεις τούτων πρότερον κομιζόμεθα, ὕστερον δὲ τὰς ἐνεργείας ἀποδίδομεν (ὅπερ ἐπὶ τῶν αἰσθήσεων δῆλον· οὐ γὰρ ἐκ τοῦ πολλάκις ἰδεῖν ἢ πολλάκις ἀκοῦσαι τὰς αἰσθήσεις ἐλάβομεν, [30] ἀλλ᾽ ἀνάπαλιν ἔχοντες ἐχρησάμεθα, οὐ χρησάμενοι ἔσχομεν)· τὰς δ᾽ ἀρετὰς λαμβάνομεν ἐνεργήσαντες πρότερον, ὥσπερ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων τεχνῶν· ἃ γὰρ δεῖ μαθόντας ποιεῖν, ταῦτα ποιοῦντες μανθάνομεν, οἷον οἰκοδομοῦντες οἰκοδόμοι γίνονται καὶ κιθαρίζοντες κιθαρισταί· 1103b [1] οὕτω δὴ καὶ τὰ μὲν δίκαια πράττοντες δίκαιοι γινόμεθα, τὰ δὲ σώφρονα σώφρονες, τὰ δ᾽ ἀνδρεῖα ἀνδρεῖοι.

1. ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΛΕΞΗΣ: «τι»
Στο προηγούμενο κείμενο ο Αριστοτέλης απέδειξε ότι οι ηθικές αρετές δεν υπάρχουν μέσα μας εκ φύσεως αλλά είναι αποτέλεσμα εθισμού. Σ' αυτό το κείμενο θα στηρίξει την ίδια θέση χρησιμοποιώντας ένα νέο επιχείρημα, που εισάγεται με τη λέξη «τι». Το «τι» αποκτά εδώ μεταβατική και προσθετική σημασία.
2. ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΟΡΩΝ: «δύναμις - ενέργεια»
Ο Αριστοτέλης πίστευε ότι κάθε ον αποτελείται από δύο αχώριστα στοιχεία: την ύλη και τη μορφή. Η ύλη περιέχει μέσα της τη μορφή αρχικά «δυνάμει» και, αν υπάρξουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις, θα την αποκτήσει και «ενεργεία». Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του μάρμαρου, που «δυνάμει» είναι άγαλμα. Αν, όμως, το σμιλέψει ο γλύπτης, θα γίνει άγαλμα «ενεργεία». Έτσι, λοιπόν, καταλαβαίνουμε ότι ο φιλόσοφος ορίζει τη «δύναμιν» και την «ένέργειαν», τις δύο θεμελιώδεις έννοιες της φιλοσοφίας του, ως εξής: «δύναμις» είναι η δυνατότητα που έχει ένα πράγμα ή ένα ον να γίνει ή να κάνει κάτι φτάνοντας στο τέλος του, στην τελειοποίησή του, ενώ «ενέργεια» είναι η πραγμάτωση αυτής της δυνατότητας, η δραστηριότητα που απαιτείται για να γίνονται πράξη οι δυνατότητες. Για εκείνον, η «ενέργεια» έχει μεγαλύτερη σημασία από τη «δύναμιν», αφού η πρώτη εξαρτάται από την προσπάθεια που καταβάλλει κάθε άνθρωπος, την προσωπική ευθύνη και προαίρεση, ενώ η δεύτερη σχετίζεται με τη φύση και υπάρχει ανεξάρτητα από τον άνθρωπο. Στο κείμενο συνδέει «τάς δυνάμεις» με το «πρότερον» και «τάς ενεργείας» με το «ύστερον» εννοώντας ότι οι «δυνάμεις» έχουν χρονική προτεραιότητα - και όχι λογική και οντολογική - έναντι των «ενεργειών».
Στη συνέχεια, θα προσπαθήσει να αποδείξει τη θέση του, ότι οι ηθικές αρετές δεν υπάρχουν μέσα μας εκ φύσεως, χρησιμοποιώντας αυτές τις δύο βασικές έννοιες.
3. ΤΑ ΤΡΙΑ ΕΙΔΗ ΤΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ
Στο έργο του «Μετά τά Φυσικά» (05.1047b 31-35): «πασν δέ τν δυνάμεων οσν τν μέν συγγενν οον τν ασθήσεων, τν δε θει οον τς το αλεν, τν δε μαθήσει οον τς τν τεχνν», ο Αριστοτέλης διακρίνει τρία είδη δυνάμεων:
α. «εγγενείς», αυτές που υπάρχουν στον άνθρωπο από τη γέννησή του (πχ. οι αισθήσεις) και συνδέονται με το άλογο μέρος της ψυχής,
β. «εξ' έθους», αυτές που τις αποκτά ο άνθρωπος με την άσκηση, τον εθισμό (πχ. οι πρακτικές τέχνες, το παίξιμο ενός μουσικού οργάνου) και συνδέονται με το άλογο και με το λογικό μέρος της ψυχής και
γ. «εκ μαθήσεως», τις δυνάμεις που τις αποκτά ο άνθρωπος με τη μάθηση (πχ. οι επιστημονικές γνώσεις) και συνδέονται και αυτές με το λογικό μέρος της ψυχής.

4. ΤΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΜΕ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΝΔΥΝΑΜΩΝΕΙ ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ, ΟΤΙ ΚΑΜΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΗΘΙΚΕΣ ΑΡΕΤΕΣ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΕΚ ΦΥΣΕΩΣ
α. Όσα έχουμε μέσα μας εκ φύσεως («όσα μέν φύσει ήμν παραγίνεται»)
Ο Αριστοτέλης ξεκινάει το συλλογισμό του διερευνώντας πρώτα τι συμβαίνει σε όσα χαρακτηριστικά έχουμε μέσα μας εκ φύσεως. Αυτά έχουν εκ των προτέρων μέσα τους τη δυνατότητα να πραγματωθούν αλλά η πραγμάτωση τους έρχεται ύστερα χωρίς να χρειάζεται ο εθισμός, η επανάληψη μιας ενέργειας. Για να αποδείξει τα λεγόμενά του ο φιλόσοφος, χρησιμοποιεί το παράδειγμα των αισθήσεων: την όραση και την ακοή δεν τις αναπτύξαμε μέσα από την εξάσκηση, αντιθέτως υπάρχουν ήδη αναπτυγμένες μέσα μας και περνάμε αμέσως στη χρησιμοποίησή τους.
Εδώ, ο Αριστοτέλης, για να παρουσιάσει τη θέση του χρησιμοποιεί αναλογικό συλλογισμό, με αντιθετική παρουσίαση των λειτουργιών των αισθήσεων.
β. Οι ηθικές αρετές («τάς δ' άρετάς λαμβάνομεν ένεργήσαντες πρότερον»)
Αντίθετα, στις ηθικές αρετές προηγείται η ενέργεια, δηλαδή η εξάσκηση, η επανάληψη μιας ενέργειας, και ακολουθεί η κατάκτηση της ηθικής αρετής. Αλλά για να γίνει η αρετή από προαίρεση πράξη, είναι ανάγκη ο άνθρωπος να μάθει κάποιο τρόπο άσκησης. Ο Αριστοτέλης για τον τρόπο αναφέρει, «γιατί όσα πρέπει να κάνουμε αφού τα μάθουμε, τα μαθαίνουμε κάνοντάς τα («α γάρ δει μαθόντας ποιεΐν, ταΰτα ποιοΰντες μανθάνομεν»). Δύο παραδείγματα από την καθημερινή ζωή, που αφορούν τις πρακτικές τέχνες αποδεικνύουν την αλήθεια της θέσης αυτής: για να αποκτήσει δηλαδή κανείς την ικανότητα του οικοδόμου ή του κιθαριστή, πρέπει πρώτα να εξασκηθεί στο χτίσιμο ή στο παίξιμο της κιθάρας αντίστοιχα.
Συμπέρασμα («ούτω δη ... άνδρεα άνδρεοι»)
Αυτό, λοιπόν, που συμβαίνει στις πρακτικές τέχνες, συμβαίνει και στις ηθικές αρετές (αναλογία): με την επανάληψη και τον εθισμό σε ηθικές πράξεις αποκτούμε τις ηθικές αρετές. Το συμπέρασμα εισάγεται με το «οΰτω δή», και με τρία παραδείγματα ηθικών αρετών: της δικαιοσύνης, της σωφροσύνης και της ανδρείας.

Συνοπτική νοηματική απόδοση του συλλογισμού
1η προκείμενη: σε όσα υπάρχουν μέσα μας εκ φύσεως προηγείται η ύπαρξη και η δυνατότητα μιας ενέργειας και ακολουθεί η ενέργεια, η πραγμάτωση της δυνατότητας (δύναμις -> ενέργεια)
2η προκείμενη: στις ηθικές αρετές προηγείται η ενέργεια, ο εθισμός και η επανάληψη μιας πράξης και ακολουθεί η κατάκτησή τους νέργεια -> δύναμις).
Συμπέρασμα: οι ηθικές αρετές δεν υπάρχουν μέσα μας εκ φύσεως, αφού δεν ακολουθούν την πορεία όσων υπάρχουν μέσα μας εκ φύσεως.

5. Η ΧΡΗΣΗ ΤΩΝ ΧΡΟΝΙΚΩΝ ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΩΝ «πρότερον - ύστερον» και «πολλάκις»
Προκειμένου ο Αριστοτέλης να αποδώσει τη χρονική προτεραιότητα των δυνάμεων έναντι των ενεργειών (δύναμις -> ενέργεια) σε όσα χαρακτηριστικά υπάρχουν μέσα μας εκ φύσεως, συνδέει τις δυνάμεις με το «πρότερον» και με απαρέμφατα ή μετοχές αορίστου που δηλώνουν το προτερόχρονο («ίδεΐν», «άκοΰσαι», «χρησάμενοι»). Αντίθετα, για να αποδώσει την αντίθετη πορεία που ακολουθείται στις ηθικές αρετές (ενέργεια -> δύναμις), συνδέει τη μετοχή «ένεργήσαντες» με το «πρότερον», για να δηλώσει το προτερόχρονο, ή τις μετοχές ενεστώτα «ποιοΰντες» και «πράττοντες», για να δηλώσει το σύγχρονο. Έτσι, αν προσπαθήσουμε να συσχετίσουμε τα παραπάνω με τα παραδείγματα που δίνονται στο κείμενο (αισθήσεις - τέχνες - αρετές) και με τα δύο ζεύγη των αριστοτελικών όρων «πρότερον -ύστερον» και «δυνάμει - ενεργεία», προκύπτει το εξής διάγραμμα:

φύσει (αισθήσεις) : πρότερον δυνάμει -> ύστερον ενεργεία
έξ έθους (τέχνες) : πρότερον ενεργεία -> ύστερον δυνάμει
έξ έθους (αρετές) : πρότερον ενεργεία -> ύστερον δυνάμει



Χαρακτηριστική είναι η χρήση του επιρρήματος «πολλάκις». Παρόλο που αναφέρεται σε όσα χαρακτηριστικά έχουμε εκ φύσεως, η χρήση του υποδηλώνει ότι για την κατάκτηση των ηθικών αρετών είναι απαραίτητη η άσκηση και η επανάληψη.

6. ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ Η ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΗ, ΑΦΟΥ, ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΜΙΑ ΕΝΑΡΕΤΗ ΠΡΑΞΗ (Π.Χ. ΔΙΚΑΙΗ ΠΡΑΞΗ), ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΗΔΗ ΕΝΑΡΕΤΟΣ (Π.Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ);
Για να λυθεί αυτή η απορία, πρέπει να σταθούμε σε κάποιες επισημάνσεις που ο Αριστοτέλης θα θίξει σε επόμενη ενότητα. Οι πράξεις, λοιπόν, που προηγούνται και επαναλαμβάνονται δεν είναι τυχαίες ούτε γίνονται κατόπιν υποδείξεως, αλλά αυτός που τις κάνει, πρέπει:
α. να έχει συνείδηση των πράξεών του,
β. να τις έχει επιλέξει ενσυνείδητα και να έχει δηλώσει με σαφήνεια την προτίμηση του γι' αυτές,
γ. να έχει κάνει τις πράξεις αυτές μόνιμο, σταθερό και αμετάβλητο τρόπο συμπεριφοράς του.
Οι πράξεις, όμως, λέγονται δίκαιες και σώφρονες, αν αυτός που τις κάνει, τις κάνει και με τον τρόπο που τις κάνουν οι δίκαιοι και σώφρονες άνθρωποι. Σωστά, λοιπόν, λέμε ότι ο άνθρωπος γίνεται δίκαιος με τις επανειλημμένες πράξεις δικαιοσύνης.
ΑΙΣΘΗΤΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
Ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί τα παρακάτω εκφραστικά μέσα, προκειμένου να ενισχύσει το επιχείρημα του:
α. Αντιθέσεις: «όσα μέν φύσει ... * τάς δ' άρετάς λαμβάνομεν», «τάς δυνάμεις τούτων πρότερον κομιζόμεθα * ύστερον δέ τάς ενεργείας άποδίδομεν» «ού γάρ έκ τοΰ πολλάκις ίδεΐν ... άλλ' άνάπαλιν έχοντες έχρησάμεθα»
β. Αναλογίες: «τάς δ' άρετάς λαμβάνομεν ένεργήσαντες πρότερον, ώσπερ και έπϊ των άλλων τεχνών», «α γάρ δει μαθόντας ποιεΐν, ταΰτα ποιοΰντες μανθάνομεν ... - ούτω δή και τά μέν δίκαια πράττοντες δίκαιοι γινόμεθα
γ. Παραδείγματα: Ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί δύο ζευγάρια παραδειγμάτων: όραση - ακοή οικοδόμοι - κιθαριστές
Επιπλέον, παρατηρούμε και τη χρήση άλλων εκφραστικών μέσων: α. Σχήμα κατ' άρση και θέση: «ού γάρ έκ τοΰ πολλάκις ίδεΐν ... άλλ' άνάπαλιν έχοντες έχρησάμεθα» β. Σχήμα εξ αναλόγου: «τάς δ' άρετάς λαμβάνομεν ένεργήσαντες πρότερον, ώσπερ και έπι τών άλλων τεχνών» (εννοείται : ένεργοΰμεν πρότερον) γ. Σχήμα από κοινού: «οίκοδομοΰντες οίκοδόμοι γίνονται και κιθαρίζοντες κιθαρισται (γίνονται)» «τά μέν δίκαια πράττοντες δίκαιοι γινόμεθα, τά δέ σώφρονα (πράττοντες) σώφρονες (γινόμεθα), τά δ' άνδρεΐα (πράττοντες) άνδρεΐοι (γινόμεθα)» δ. Πολυσύνδετο σχήμα:  «τά μέν δίκαια ..., τά δέ σώφρονα ..., τά δ' άνδρεΐα ...»
ε. Εναλλαγή πρώτου και τρίτου πληθυντικού προσώπου: Παρατηρούμε και σ' αυτή αλλά και σε επόμενες ενότητες ότι, όταν ο Αριστοτέλης αναφέρεται σε ανθρώπους (στους οποίους συμπεριλαμβάνει και τον εαυτό του), χρησιμοποιεί το α' πληθυντικό πρόσωπο. Συγκεκριμένα, στο κείμενο αυτό χρησιμοποιεί οχτώ ρήματα σε αυτό το πρόσωπο: «κομιζόμεθα», «άποδίδομεν», «έλάβομεν», «έχρησάμεθα», «έσχομεν», «λαμβάνομεν», «μανθάνομεν», «γινόμεθα». Όταν, πάλι, αναφέρεται στους οικοδόμους ή τους κιθαριστές, χρησιμοποιεί το γ' πληθυντικό πρόσωπο. Η αλλαγή αυτή ίσως να οφείλεται στο ότι ο φιλόσοφος δεν είχε προσωπική επαφή με τις τέχνες και τους τεχνίτες. Ωστόσο, μας προβληματίζει ότι σε επόμενες ενότητες (πχ. 4η και 6η) εναλλάσσει τα πρόσωπα («γινόμεθα οί μέν δίκαιοι οϊ δέ άδικοι», «οϊ μέν γάρ σώφρονες και πράοι γίνονται») ή χρησιμοποιεί γ' πληθυντικό εκεί που θα περιμέναμε α' πληθυντικό («άγαθός άνθρωπος γίνεται», ενώ θα περιμέναμε «αγαθοί άνθρωποι γινόμεθα»).
Από τα παραπάνω, λοιπόν, μπορούμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι η χρήση γ' προσώπου δεν αποτελεί συνειδητή επιλογή, αλλά χρησιμοποιείται μάλλον ασυναίσθητα και προσδίδεται μ' αυτόν τον τρόπο ποικιλία στο λόγο. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι τα κείμενα του Αριστοτέλη προέρχονται από προσωπικές του σημειώσεις, που χρησιμοποιούσε στις παραδόσεις των μαθημάτων του. Είναι, λοιπόν, εύλογο σ' αυτές τις σημειώσεις να έχουν παρεισφρήσει και στοιχεία του προφορικού λόγου.
στ. «ώσπερ και έπί των άλλων τεχνών» Άλλο ένα στοιχείο αυθόρμητου και προφορικού λόγου συναντάμε στη φράση «ώσπερ καϊ έπϊ των άλλων τεχνών». Ο προσθετικός «καϊ» εδώ είναι περιττός, ενώ ο προσδιορισμός «άλλων» υποδηλώνει ότι οι αρετές είναι και αυτές τέχνες, κάτι βέβαια που δεν ισχύει. Κανονικά, λοιπόν, η παραβολική φράση θα έπρεπε να είναι ως εξής: «ώσπερ έπϊ τών τεχνών». Υπενθυμίζουμε και πάλι ότι τα κείμενα του Αριστοτέλη προέρχονται από προσωπικές του σημειώσεις, που χρησιμοποιούσε στις παραδόσεις των μαθημάτων του. Είναι, λοιπόν, εύλογο σ' αυτές τις σημειώσεις να έχουν παρεισφρήσει και στοιχεία του προφορικού λόγου.

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΑ ΚΑΙ ΟΜΟΡΡΙΖΑ ΣΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ
κομιζόμεθα < κομίζομαι: κομιστής, διακομιστής, κόμιστρο, μετακόμιση, προσκόμιση, αποκόμιση, διακομιδή, ανακομιδή, συγκομιδή, αποκομιδή
ενεργείας < έν + έργον < εργάζομαι: εργασία, διεργασία, επεξεργασία, προεργασία, εργασιοθεραπεία, εργασιομανής, εργαστήριο, εργαλείο, εργάτης, εργατικός, εργατικότητα, εργατοπατέρας, εργατοϋπάλληλος, εργατοώρα, έργο, εργοδηγός, εργοδότης, άεργος, άνεργος, περίεργος, πάρεργο, εργόχειρο, ανενεργός, ραδιενεργός, απεργός, συνεργός, απεργία, ανεργία, κωλυσιεργία, καλλιέργεια, ενέργεια, περιέργεια, πανούργος, κακούργος, ραδιούργος, χειρουργός, δημιουργός, ξυλουργός, μουσουργός, στιχουργός, υφαντουργία, μεταλλουργία, μεταξουργία, δημιούργημα, κακούργημα, όργανο, όργιο
έλάβομεν < λαμβάνω: λαβή, απολαβή, παραλαβή, συλλαβή, αντιλαβή, χειρολαβή, λήψη, μετάληψη, σύλληψη, πρόσληψη, επανάληψη, κατάληψη, προκατάληψη, περίληψη, αντίληψη, υπόληψη, επιληψία, θρησκοληψία, μεροληψία, αμεροληψία, ηχοληψία, παραλήπτης, ηχολήπτης, εικονολήπτης, ανεπανάληπτος, ακατάληπτος, ασύλληπτος, ευυπόληπτος, εργολάβος, δικολάβος, λήμμα, λάφυρο
έχρησάμεθα < χρήομαι μαι: χρήση, χρήστης, χρήσιμος, χρησιμοθήρας, χρηστικός, χρησιμότητα, χρησιμοποίηση, αχρησιμοποίητος, χρηστός, εύχρηστος, δύσχρηστος, άχρηστος, ιδιοχρησία, χρήμα, χρηματικός, χρησμός
τεχνών < τίκτω: τόκος, επίτοκος, επιτόκιο, απότοκος, τοκετός, τεκνοποίηση, άτεκνος, τέκτονας, αρχιτέκτονας, τεχνική, τεχνοκράτης, τεχνολογία, έντεχνος, άτεχνος, περίτεχνος
οικοδόμοι < οίκος + δόμος: οίκημα, οίκηση, ιδιοκατοίκηση, διοίκηση, συγκατοίκηση, μετοίκηση, οικία, κατοικία, μονοκατοικία, πολυκατοικία, συνοικία, αποικία, παροικία, ένοικος, περίοικος, κάτοικος, συγκάτοικος, μέτοικος, οικισμός, οικιστικός, αποικισμός, αποικιστικός, οικοδεσπότης, οικογένεια, οικότροφος, οικόπεδο, οικοσκευή, οικόσημο, οικονομία, οικόσιτος, οικουμένη, οικολογία
σώφρονες < σώος + φρήν (γεν. φρενός): φρενίτιδα, φρενοκομείο, φρενοβλαβής, παράφρων, μετριόφρων, εχέφρων, εθνικόφρων, ευφροσύνη, παραφροσύνη, μετριοφροσύνη, σωφροσύνη, νομιμοφροσύνη, φρόνιμος
ανδρεία < άνήρ (γεν. ανδρός): ανδρικός, ανδρισμός, ανδροπρεπής, ανδροκρατία, ανδρόγυνο, ανδροπρεπής, άνανδρος, εύανδρος, ανδράποδο, εξανδραποδισμός, ανδραγαθία, ανδρείκελο, ανδριάντας