Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ευαγγέλιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ευαγγέλιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2026

Η ελληνική, γλώσσα των Ευαγγελίων, γλώσσα οικουμενική

Γράφει ο Νίκος Γ. Μοσχονάς
Ιστορικός, Ομότ. διευθυντής Ερευνών Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών

Έχει κατά καιρούς διατυπωθεί ένα ερώτημα: ποιοι λόγοι οδήγησαν ώστε τα ευαγγέλια να γραφούν στην ελληνική γλώσσα. Ο Ιησούς δίδαξε στη γλώσσα που μιλούσαν εκείνη την εποχή οι Ιουδαίοι, τα αραμαϊκά. Πώς οι μαθητές του και οι διάδοχοί τους στράφηκαν στην ελληνική γλώσσα; Βέβαια, ο άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός μαρτυρεί ότι ο Ματθαίος έγραψε το ευαγγέλιό του για τους Εβραίους, συνεπώς αραμαϊκά, και ο Μάρκος για την Ιταλία, επομένως στα λατινικά: Ματθαῖος μὲν ἔγραψεν Ἑβραίοις θαύματα Χριστοῦ· Μάρκος δ᾽ Ἰταλίῃ (PG, τόμ. 37, σελ. 472 κ.ε.). Άρα στη γνωστή ελληνική μορφή τους τα ευαγγέλια αυτά είναι μεταφράσεις από το πρωτότυπο.

Σιναϊτικός Κώδικας

Μάλιστα, ο άγιος Ιερώνυμος (347-420), ο μεταφραστής της Βίβλου στα λατινικά, ανέφερε ότι είδε στην Καισάρεια κείμενο του ευαγγελίου του Ματθαίου στα εβραϊκά, το οποίο δεν έχει διασωθεί, αλλά αμφισβητείται εάν επρόκειτο για το πρωτότυπο ευαγγελικό κείμενο ή για μεταγενέστερο κείμενο χριστιανών Εβραίων.

Ωστόσο, σήμερα, οι ειδικοί μελετητές δέχονται ότι και τα δύο αυτά ευαγγέλια, του Ματθαίου και του Μάρκου, είχαν γραφεί απευθείας στα ελληνικά. Αντίθετα, δεν υπήρξε αμφισβήτηση ότι ο Λουκάς και ο Ιωάννης έγραψαν τα ευαγγέλια στα ελληνικά. Στην ελληνική γλώσσα έγραψε ο Λουκάς και τις Πράξεις των Αποστόλων και στην ίδια γλώσσα έγραψε ο Παύλος τις επιστολές του. Επίσης θεωρείται ότι ελληνικά έχουν γραφεί οι καθολικές επιστολές του Ιακώβου, του Πέτρου, του Ιωάννου και του Ιούδα και ελληνικά έγραψε ο Ιωάννης την Αποκάλυψη. Ας σημειωθεί, βέβαια, ότι ο ευαγγελιστής Λουκάς είχε ελληνική καταγωγή και προερχόταν από εθνικούς της Αντιόχειας.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τη γενικά αποδεκτή άποψη, όλα τα κείμενα της Καινής Διαθήκης είχαν γραφεί στα ελληνικά της εποχής κατά τον 1ο μ. Χ. αιώνα. Για ποιόν λόγο, λοιπόν, οι απόστολοι της νέας θρησκείας υιοθέτησαν την ελληνική κοινή;

Όπως αναφέρεται στο Ευαγγέλιο του Ματθαίου, ο Ιησούς συνέστησε αρχικά στους μαθητές του να περιορίσουν την παρουσία και το κήρυγμά τους στους Ισραηλίτες, αποφεύγοντας να στραφούν προς τους εθνικούς: Τούτους τοὺς δώδεκα ἀπέστειλεν ὁ Ἰησοῦς παραγγείλας αὐτοῖς λέγων· Εἰς ὁδὸν ἐθνῶν μὴ ἀπέλθητε, καὶ εἰς πόλιν Σαμαριτῶν μὴ εἰσέλθητε· πορεύεσθε δὲ μᾶλλον πρὸς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ (Ματθ. 10, 5-6). O Ιησούς θέλησε η διδασκαλία να ξεκινήσει από το Ισραήλ που θα έπρεπε να αντιληφθεί το κήρυγμά Του λόγω της πνευματικής προπαρασκευής των Ισραηλιτών. Αλλά το σχέδιό Του δεν ήταν να εγκλωβιστεί ο λόγος Του στο εθνικό και φυλετικό πλαίσιο του Ισραήλ. Η σωτηρία που επαγγελλόταν είχε οικουμενικό χαρακτήρα, όπως προσκαλούσε ο ψαλμωδός: Ἀκούσατε πάντα τὰ ἔθνη, ἐνωτίσασθε πάντες οἱ κατοικοῦντες τὴν οἰκουμένην (Ψαλμός 48).

Ας μνημονευθεί και το σπουδαίο γεγονός της συνάντησης του Ιησού με τους Έλληνες που περιγράφει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης. Ήταν κατά τις ημέρες της εορτής του Πάσχα που πήγαιναν πολλοί προσκυνητές στον ναό του Σολομώντα. Και ανάμεσά τους κάποιοι Έλληνες (ελληνόφωνοι Εβραίοι της Διασποράς ή προσήλυτοι και εθνικοί Έλληνες) που είχαν ακούσει για τον Ιησού και ζήτησαν να τον δουν. Όταν το είπαν οι μαθητές Του στον Ιησού, εκείνος είπε τη σημαντική ρήση: Ἐλήλυθεν ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῇ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου (Ιωάν. 12, 20-23). Γνώριζε ότι μέσω της ελληνικής γλώσσας και της ελληνικής σκέψης θα διαδιδόταν στην Οικουμένη το κήρυγμα της αγάπης.

Το νέο ξεκίνημα, βέβαια, έγινε όταν εμφανίστηκε ο αναστημένος Ιησούς στους έντεκα μαθητές Του στη Γαλιλαία, εἰς τὸ ὄρος οὗ ἐτάξατο αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς, όπου τους έδωσε τη μεγάλη εντολή: πορευθέντες οὖν μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη… (Ματθ. 28, 16-19). Ο Ιησούς δήλωσε εκείνη τη μεγαλειώδη ώρα ότι προορισμός της διδασκαλίας του δεν ήταν να παραμείνει στα στενά πλαίσια ενός έθνους αλλά να έχει οικουμενική διάδοση και αποδοχή. Και στη συνέχεια, κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, οι μαθητές του Ιησού ἐπλήσθησαν ἅπαντες Πνεύματος Ἁγίου, καὶ ἤρξαντο λαλεῖν ἑτέραις γλώσσαις καθὼς τὸ Πνεῦμα ἐδἰδου αὐτοῖς ἀποφθέγγεσθαι, έτσι που όσοι τους άκουσαν γηγενείς και επήλυδες από τη Μικρά Ασία και τον Πόντο, από τη Μεσοποταμία, τη Μηδία και την Περσία, από την Αίγυπτο, τη Λιβύη και την Κυρήνη καὶ οἱ ἐπιδημοῦντες Ῥωμαῖοι, Ἰουδαῖοί τε καὶ προσήλυτοι, Κρῆτες, καὶ Ἄραβες άκουγαν να μιλούν στις δικές τους γλώσσες τα μεγαλεία του Θεού (Πράξεις 2, 1-13).

Βέβαια, όπως ήταν φυσικό, οι Απόστολοι άρχισαν να κηρύττουν αρχικά προς Ιουδαίους είτε σε συναγωγές είτε σε άλλες συναθροίσεις στις πόλεις που επισκέπτονταν. Και, ακολουθώντας την εντολή του Ιησού, ανέλαβαν να κηρύξουν στα έθνη, με επίκεντρο τις εβραϊκές συναγωγές, όπου είχαν φυσική πρόσβαση και όπου εκτός από Εβραίους της διασποράς σύχναζαν εκεί και προσήλυτοι γηγενείς. Παράλληλα, επισκέπτονταν χώρους όπου συγκεντρώνονταν οι εθνικοί, προς τους οποίους έβρισκαν αφορμές για να κηρύξουν τη διδασκαλία του Ιησού, όπως έπραξε ο Παύλος στην Αθήνα.

Το κήρυγμα προς τους Εβραίους της διασποράς απαιτούσε τη χρήση της ελληνικής, καθώς οι περισσότεροι γνώριζαν αποκλειστικά αυτή τη γλώσσα και όχι τα αραμαϊκά που μιλούσαν οι ομόθρησκοί τους στην Ιουδαία.

Και είναι ενδεικτικό ότι και η προς Εβραίους επιστολή του Παύλου είχε γραφεί στα ελληνικά. Άλλωστε, για να μπορούν οι απόδημοι Εβραίοι να διαβάζουν και να κατανοούν τα ιερά κείμενα της Βίβλου, έγινε η μεταγλώττισή της στην κοινή ελληνική από τους Εβδομήκοντα. Αυτή η μετάφραση επέτρεψε τη διάδοση των εβραϊκών ιερών κειμένων στον ελληνιστικό και ρωμαϊκό κόσμο και μέχρι σήμερα αποτελεί την οικουμενική έκδοση της Βίβλου με βάση την οποία έγιναν οι μετέπειτα μεταφράσεις στις εθνικές γλώσσες.

Επομένως, η ελληνική γλώσσα ήταν ουσιαστικά μονόδρομος αλλά και κρίσιμη επιλογή για τη διάδοση της διδασκαλίας του Ιησού στα έθνη, επειδή ήταν γλώσσα κοινή στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Το κήρυγμα προς τους εθνικούς δεν μπορούσε να γίνει μέσω της αραμαϊκής ή της εβραϊκής γλώσσας. Ούτε και η λατινική εξυπηρετούσε καθολικά. Το κήρυγμα έπρεπε να γίνει σε γλώσσα που θα ήταν κατανοητή από τους ακροατές του και αυτή η γλώσσα που θα μπορούσε να εκφράσει τη διδασκαλία και να την καταστήσει αντιληπτή, έπρεπε να είναι γλώσσα οικουμενική, όπως ήταν πράγματι η ελληνική κοινή της αλεξανδρινής εποχής, μια ελληνική απλή.

Η ελληνική επιπλέον ήταν η γλώσσα που μπορούσε να εκφράσει με απλότητα το εύρος και το βάθος του χριστιανικού κηρύγματος. Αυτό συνετέλεσε ώστε η ελληνική γλώσσα, κατανοητή από όλους τους πληθυσμούς της ρωμαϊκἠς αυτοκρατορίας, να γίνει το κύριο όχημα διάδοσης της νέας θρησκείας. Ακόμη και τα λεγόμενα απόκρυφα ευαγγέλια και λοιπά κείμενα χριστιανών Γνωστικών των πρώτων αιώνων είχαν γραφεί στην απλή ελληνική.

Τον προηγούμενο αιώνα ανακαλύφθηκαν κοντά στο Nag Hammadi της Αιγύπτου χειρόγραφα με κείμενα χριστιανών Γνωστικών σε κοπτική γλώσσα (που ενδέχεται να είχαν μεταφραστεί από αντίστοιχα ελληνικά). Από την ελληνική μορφή των Ευαγγελίων και των λοιπών κειμένων που αποτέλεσαν την Καινή Διαθήκη προέκυψαν η επίσημη λατινική μετάφραση και οι μεταφράσεις στις γλώσσες των λαών που εκχριστιανίζονταν. Και όπως πέρασαν κάποιες εβραϊκές λέξεις στη λειτουργική χρήση των χριστιανών, έτσι πέρασαν πολύ περισσότερες ελληνικές λέξεις και εκφράσεις στον λειτουργικό λόγο των άλλων χριστιανικών λαών.

Στα τέλη του 4ου αιώνα, με εντολή του πάπα Δάμασου Α’ (366-384) ο Άγιος Ιερώνυμος ανέλαβε με τους συνεργάτες του τη μετάφραση της Βίβλου στη λατινική γλώσσα της εποχής. Είναι η λεγόμενη Vulgata (Εκλαϊκευμένη), που αποτέλεσε την επίσημη εκδοχή της Βίβλου για τη Δυτική Εκκλησία. Για αιώνες υπήρχε η αντίληψη των ιερών γλωσσών: εβραϊκής, ελληνικής και λατινικής. Παράλληλα χρησιμοποιήθηκαν ως εκκλησιαστικές λειτουργικές γλώσσες η αραμαϊκή, η κοπτική και η σλαβονική σε αντίστοιχες γεωγραφικές περιοχές.

Με τη διάδοση του Χριστιανισμού διευρύνθηκε η μετάφραση της Βίβλου (Παλαιάς και Καινής Διαθήκης) σε λοιπές εθνικές γλώσσες και η καθιέρωση των εθνικών γλωσσών στη λειτουργική πρακτική. Η Ανατολική Εκκλησία ενωρίς είχε επιτρέψει τη χρήση των εθνικών γλωσσών στις ιερουργίες από τους νεοφώτιστους λαούς.

Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία επέμεινε στη χρήση της λατινικής και επέτρεψε όψιμα τη χρήση της εθνικής γλώσσας στις ιερουργίες με απόφαση της Β Συνόδου του Βατικανού (Συνοδικό σύνταγμα του πάπα Παύλου ΣΤ’, Sacrosanctum Concilium, 4 Δεκεμβρίου 1963).

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2020

Γ. Μπαμπινιώτης, Το Ευαγγέλιο και η σύγχρονη γλώσσα

Μια σημασιολογική αναδίφηση σε ορισμένες γνωστές λέξεις από το κείμενο της Καινής Διαθήκης που η σημασία τους διαφέρει από τη σημερινή χρήση τους

Έχει παρατηρηθεί ότι η ελληνική γλώσσα, λόγω της μακραίωνης ιστορίας της, προσφέρεται για τη μελέτη της εξέλιξης της γλώσσας στη γραμματική και συντακτική της δομή και κατεξοχήν στις μεταβολές της σημασίας των λέξεων.

Ιδιαίτερα διδακτική είναι η αναδίφηση στη σημασία των λέξεων όπως εμφανίζεται σ' ένα από τα πιο βασικά κείμενα της ελληνιστικής Κοινής, στο κείμενο της Καινής Διαθήκης. Στη γλώσσα των Ευαγγελίων διαπιστώνει κανείς πόσο διαφορετική ήταν η σημασία ορισμένων λέξεων που χρησιμοποιούμε σήμερα στη γλώσσα μας και πώς μεταβάλλονται οι σημασίες των λέξεων της γλώσσας χωρίς να αλλάζει η μορφή τους. Το «σημαίνον» της λέξης παραμένει σχεδόν αμετάβλητο, ενώ αλλάζει το «σημαινόμενον». Αξίζει, νομίζω, να παρακολουθήσουμε το φαινόμενο ανατρέχοντας στη σημασιολογική μεταβολή ορισμένων γνωστών λέξεων.

Ελληνιστής είναι σήμερα ο (ξένος κυρίως) λόγιος που ασχολείται με τα ελληνικά γράμματα (γλώσσα, λογοτεχνία, ιστορία κ.λπ.), παλαιότερα δε ιδίως ο ασχολούμενος με την αρχαία ελληνική γλώσσα και φιλολογία. Ωστόσο, στα χρόνια του Ευαγγελίου ελληνιστής ήταν «ο ελληνόφωνος Εβραίος»: «και παρρησιαζόμενος εν τω ονόματι του Κυρίου Ιησού, ελάλει τε και συνεζήτει προς τους Ελληνιστάς» (Πράξ. Αποστ. 9.30).

Το ρήμα συγκινώ που σήμερα κυρίως σημαίνει «προκαλώ ψυχική διέγερση, συναισθηματική ένταση» βρίσκεται στο Ευαγγέλιο με την κυριολεκτική σημασία του «κάνω να κινηθούν όλοι μαζί», άρα «ξεσηκώνω»: «(τινές εκ της συναγωγής) συνεκίνησάν τε τον λαόν και τους πρεσβυτέρους και τους γραμματείς, και επιστάντες συνήρπασαν αυτόν [τον Στέφανον] και ήγαγον εις το συνέδριον». (Πράξ. 6.12).

Η λέξη κρίμα χρησιμοποιείται σήμερα με τη σημασία «ευθύνη για μια αδικία που γίνεται εις βάρος κάποιου» (στη φράση «το κρίμα στον λαιμό σου») και επίσης όταν θέλουμε να δηλώσουμε έμμεσα τη συμπάθεια, τη λύπη του ομιλητή για κάτι που συμβαίνει άδικα («κρίμα / τι κρίμα να πάνε χαμένες προσπάθειες τόσων ετών»). Στην Κοινή του Ευαγγελίου, ωστόσο, βρίσκουμε τη λέξη με την αρχική σημασία της ως παραγώγου του ρήματος κρίνω· σημαίνει το αποτέλεσμα του κρίνω, την απόφαση και την πράξη του να κρίνει κανείς, την κρίση: «Ω βάθος πλούτου και σοφίας και γνώσεως Θεού. ως ανεξερεύνητα τα κρίματα αυτού και ανεξιχνίαστοι αι οδοί αυτού» (Επιστ. Ρωμ. 11.33) και «και είπεν ο Ιησούς· εις κρίμα εγώ εις τον κόσμον τούτον ήλθον, ίνα οι μη βλέποντες βλέπωσι και οι βλέποντες τυφλοί γένωνται». Η σημερινή σημασία της λέξης («ευθύνη για αδικία») προέρχεται από χρήσεις, όπως «οι κατεσθίοντες [για τους γραμματείς] τας οικίας των χηρών και προφάσει μακρά προσευχόμενοι· ούτοι λήψονται περισσότερον κρίμα».

Η αρχαία λέξη επήρεια «προσβλητική μεταχείριση, κακομεταχείριση» (πιθ. από το ομηρικό αρειή «κακομεταχείριση, βλάβη» ή από το έρις «έριδα») έδωσε το αρχ. επηρεάζω «φέρομαι προσβλητικά, κακομεταχειρίζομαι». Με αυτή τη σημασία βρίσκουμε τη λέξη και στο κείμενο της Καινής Διαθήκης: «αγαπάτε τους εχθρούς υμών, ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς και προσεύχεσθε υπέρ των επηρεαζόντων υμάς και διωκόντων υμάς» (Ματθ. 5.44). Σήμερα η λέξη πέρασε στη σημασία «κατευθύνω έμμεσα, με τα λόγια ή τις πράξεις μου, τις ενέργειες, τον τρόπο σκέψης, τις αποφάσεις κ.λπ. κάποιου».

Η λ. καθηγητής, που σημαίνει σήμερα τον διδάσκοντα ένα ειδικό γνωστικό αντικείμενο στην τριτοβάθμια (ΑΕΙ-ΤΕΙ) ή στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, σήμαινε αρχικά (από το καθ-ηγούμαι) «αυτόν που καθοδηγεί, που δείχνει τον δρόμο στους άλλους» και, γενικότερα, «τον οδηγητή, τον καθοδηγητή, τον διδάσκαλο»: «μηδέ κληθήτε καθηγηταί. είς γαρ υμών εστιν ο καθηγητής, ο Χριστός» (Ματθ. 23.10).

Το ρήμα καταγγέλλω χρησιμοποιείται σήμερα με τη σημασία του «αναφέρω δημόσια παράνομες πράξεις, καταφεύγω στο δικαστήριο εναντίον κάποιου». Εχει δηλ. τη σημασία του «ψέγω, κατηγορώ». Στην αρχαία Ελληνική το καταγγέλλω σήμαινε «κηρύσσω» (πόλεμο), «αναγγέλλω» γενικά και, λιγότερο, ό,τι και σήμερα («καταγγέλλω την επιβουλήν, τους δεσπότας» κ.λπ.). Στη γλώσσα του Ευαγγελίου το καταγγέλλω χρησιμοποιείται ως εύσημη λέξη για να δηλώσει το «διακηρύσσω, ευαγγελίζομαι, φέρνω σημαντική είδηση». Ετσι ο Παύλος στον λόγο του προς τους Αθηναίους στον Αρειο Πάγο λέει: «Διερχόμενος γαρ και αναθεωρών τα σεβάσματα υμών εύρον και βωμόν εν ω επεγέγραπτο "Αγνώστω Θεώ". ον ουν αγνοούντες ευσεβείτε, τούτον εγώ καταγγέλλω υμίν». (Πράξ. Αποστ. 17.23-24) και «ήλθον ου καθ' υπεροχήν λόγου ή σοφίας καταγγέλλων υμίν το μαρτύριον του Θεού» (Κορ. Α' 2.1).

Στο τελευταίο απόσπασμα βρίσκουμε τη λ. μαρτύριον με τη σημασία της «μαρτυρίας» και, κατ' επέκταση, της «αλήθειας» του Θεού. Ομοίως στο απόσπασμα: «καθώς το μαρτύριον του Χριστού εβεβαιώθη εν υμίν, ώστε υμάς μη υστερείσθαι εν μηδενί χαρίσματι» (Κορ. Α' 2.7). Αργότερα η λ. μαρτύριο πέρασε στη δήλωση της σωματικής δοκιμασίας, των βασανιστηρίων και του θανάτου ακόμη που υπέστησαν οι μάρτυρες για την πίστη τους, αργότερα και της ψυχικής δοκιμασίας, σημασίες με τις οποίες χρησιμοποιείται η λέξη και σήμερα (σπανιότερα χρησιμοποιείται και με τη σημασία της μαρτυρίας, του τεκμηρίου). Αξίζει να λεχθεί ότι και η ομόρριζη λέξη διαμαρτύρομαι, που αρχικά σήμαινε «επικαλούμαι τους θεούς και τους ανθρώπους ως μάρτυρες (για κάτι που λέω ή που υφίσταμαι)» και που ήδη στην αρχαία γλώσσα πέρασε στη σημασία που έχει και σήμερα, στη γλώσσα του Ευαγγελίου βρίσκεται με διαφορετική σημασία, του «κηρύσσω, διακηρύσσω, αναγγέλλω, κάνω γνωστό»: «και διδάξαι υμάς δημοσίως και κατ' οίκους, διαμαρτυρόμενος Ιουδαίοις τε και Ελλησι [=ειδωλολάτρες] την εις τον Θεόν μετάνοιαν και πίστιν την εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν» (Πράξ. Αποστ. 20.21).

Αναφέρθηκα δι' ολίγων σε μερικές λέξεις της Καινής Διαθήκης που η σημασία τους διαφέρει από τη σημερινή χρήση τους. Ωστόσο, οι περισσότερες λέξεις του Ευαγγελίου σώζονται με την ίδια ή παραπλήσια σημασία. Ο πατέρας της γλωσσικής επιστήμης στην Ελλάδα, ο Γ. Χατζιδάκις, στη μελέτη του «Περί της ενότητος της ελληνικής γλώσσης» (Επιστ. Επετηρίς Παν/μίου Αθηνών 5, 1908-9, σ. 47-51) έδειξε ότι «εκ των 4.900 περίπου λέξεων της Καινής Διαθήκης σχεδόν αι ημίσειαι, ήτοι λέξεις 2.280, λέγονται και σήμερον έτι εν τη κοινή λαλιά· των δε λοιπών αι πλείσται μεν, 2.260, νοούνται καλώς υπό πάντων των Ελλήνων αναγιγνωσκόμεναι ή ακουόμεναι, ολίγαι δε μόνον, περί τις 400, είναι αληθώς ακατανόητοι υπό του ελληνικού λαού».

Δεν είναι εκπληκτικό να μιλούν οι νέοι σήμερα για πώρωση και πωρωμένους, δηλώνοντας «την τυφλή προσήλωση σε κάτι χωρίς να βλέπει κανείς τίποτε άλλο», και να διαβάζουμε στα κείμενα της Κ. Διαθήκης «εσκοτισμένοι τη διανοία, όντες απηλλοτριωμένοι της ζωής του Θεού [...] διά την πώρωσιν της καρδίας αυτών» και «και γνους ο Ιησούς λέγει αυτοίς· τι διαλογίζεσθε ότι άρτους ουκ έχετε; ούπω νοείτε ουδέ συνίετε; ότι πεπωρωμένην έχετε την καρδίαν υμών; οφθαλμούς έχετε και ου βλέπετε, και ώτα έχοντες ουκ ακούετε;», να γίνεται λόγος δηλαδή για την τύφλωση και την αδυναμία να δει κανείς την πραγματικότητα ή κάτι άλλο από αυτό που έχει ήδη στο μυαλό του;

Γεώργιος Μπαμπινιώτης
Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ 18 Οκτωβρίου 1998 - Νέες Εποχές, σ. 11