Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνική Σκέψη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνική Σκέψη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2019

Ζακ Μπουσάρ: Ο εξελληνισμός του πλανήτη δεν έχει τελειώσει.

Εγώ αποφάσισα να γίνω νεοελληνιστής σε ηλικία 12 ετών. Πριν αρχίσω τα αρχαία ελληνικά στο σχολείο, γιατί μαθαίναμε πολλά χρόνια αρχαία ελληνικά, με μάγευαν τα γράμματα της ελληνικής το ψ, το ξ, το ω
Τον συναντήσαμε μεσημέρι στο Θέατρο Τέχνης στην οδό Φρυνίχου. Μερικές ημέρες πριν έφτασε στην Αθήνα από το Μόντρεαλ όπου ζει και διδάσκει την αρχαία και τη νέα ελληνική. Αυτή τη φορά τον έφερε στη δεύτερη πατρίδα του, όπως ονομάζει τη χώρα μας, το Φεστιβάλ Αναλόγιο της Σίσυς Παπαθανασίου και η παρουσίαση του έργου «Φιλοθέων πάρεργα» του Νικόλαου Μαυροκορδάτου.
Ο ίδιος αφιέρωσε πολλά χρόνια από τη ζωή του για τη μετάφραση του «πρώτου νεοελληνικού μυθιστορήματος», που μας το συστήνει ως «ριζοσπαστικό κείμενο» που εισάγει τον πρώιμο Νεοελληνικό Διαφωτισμό στα ελληνικά.
Ευγενής και μειλίχιος, αρχίζει να ξεδιπλώνει ήρεμα την αφήγησή του. Από τον Αριστοτέλη, τον Πλάτωνα και τον Μαυροκορδάτο μέχρι τους πρόσφυγες της Μεσογείου και τους Ινδιάνους του Κεμπέκ, ο διακεκριμένος ελληνιστής, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μόντρεαλ και ακαδημαϊκός Ζαν Μπουσάρ μιλάει για τις αξίες και τις αρχές τις οποίες οφείλουμε να σεβόμαστε, για τη γλώσσα και τη χώρα μας, για τον Νεοελληνικό Διαφωτισμό, τον υπερρεαλισμό και τον Εμπειρίκο, για τις μεταφράσεις του, τη μεγάλη αγάπη και σεβασμό που τρέφει στη γλώσσα και στον πολιτισμό μας.

Συνέντευξη στην Πόλυ Κρημνιώτη
* Γιατί να ασχοληθούμε σήμερα με τον Νεοελληνικό Διαφωτισμό, την ώρα που η Ελλάδα, η Ευρώπη περιδινίζονται σε μια πολύπλευρη κρίση, όταν στη Μεσόγειο οξύνεται το προσφυγικό;
Σήμερα εμείς οι δυτικοί το σύνθημα της Γαλλικής Επανάστασης «Ελευθερία – Ισότητα – Αδελφοσύνη», Δικαιοσύνη που πέρασε στον Νεοελληνικό Διαφωτισμό μέσω των κειμένων του Ρήγα και του Κοραή, οφείλουμε να το σεβόμαστε, να είμαστε συνεπείς με τις αρχές που από γενιές διαλέξαμε για μια συνεπή κοινωνική ζωή.
Ωστόσο, ο 20ός αιώνας, με την αποικιοκρατία, τη δουλεία, την εκμετάλλευση λαών μας πείθει ότι οι αρχές του Διαφωτισμού παραμένουν σε αρκετά σημεία τους ανεφάρμοστες. Σήμερα δε πρέπει να μελετήσουμε εκ νέου τις αρχές του ανθρωπισμού και της δημοκρατικής κοινωνίας, ώστε να καλυτερέψουμε την κοινωνία στην οποία ζούμε.
Έχουμε παραδείγματα και στην Ευρώπη και την Αμερική, όπου το θέμα των μαύρων που δολοφονούνται καθημερινά από αστυνομικούς δεν έχει ακόμα λυθεί. Φοβάμαι ότι μπαίνουμε ξανά σε έναν μεσαίωνα όπου σκοτώνονται άνθρωποι γιατί δεν έχουν το ίδιο χρώμα, την ίδια θρησκεία.

* Εσείς τι διδαχτήκατε από τον Νεοελληνικό Διαφωτισμό;
Μελετώντας τις προσπάθειες που έκαναν τότε οι άνθρωποι για να καλυτερέψουν τις συνθήκες ζωής του ανθρώπου και της πολιτικής κοινωνίας, να εφαρμόσουν πρακτικά δικαιοσύνη, ελευθερία, ισονομία σε μια πολιτική κοινωνία και σε μια εποχή πολύ δύσκολη, βλέπω ότι οι αρχές που διέπουν σήμερα την πολιτική ζωή διαμορφώνονταν τότε. Γι’ αυτό προσωπικά είμαι υπέρ της ελευθερίας όλων των λαών, ακόμα και των Ινδιάνων της πατρίδας μου, του Κεμπέκ.
Με δυο λόγια, αν οι αρχές αυτές είναι παγκόσμιες, δεν μπορούμε να πούμε ότι εφαρμόζονται μόνο για μας και όχι για τους άλλους. Κι εκεί είναι το πρόβλημα τώρα. Αν οι πρόσφυγες χτυπάνε την πόρτα μας, πρέπει να εφαρμόσουμε τις αρχές μας και να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα της σημερινής πολιτικής κατάστασης με την ίδια λογική, δηλαδή με ανθρωπισμό.

* Έχουν διδαχτεί οι Έλληνες από τον Νεοελληνικό Διαφωτισμό;
Νομίζω ότι έχουν διδαχτεί. Όμως, τολμώ να πω πως υπάρχουν ακόμα μεταγενέστερα εφευρήματα, όπως το κρυφό σχολειό ή ότι η ελληνική επανάσταση ξεκίνησε στην Αγία Λαύρα.

* Συμφωνείτε με την άποψη ότι δεν υπήρξε Νεοελληνικός Διαφωτισμός;
Μετά τους μελετητές που ασχολήθηκαν με τον Νεοελληνικό Διαφωτισμό είναι φαιδρό να αναρωτιέται κανείς αν υπήρχε.

* Σήμερα τι δεν γνωρίζουμε για τον Νεοελληνικό Διαφωτισμό;
Πάρα πολλά, γιατί πολλά κείμενά του δεν είναι ακόμα προσιτά. Πρέπει να μεταγλωττιστούν, όπως τα «Φιλοθέου πάρεργα». Εγώ είμαι ένας απλός θνητός, μικρός νεοελληνιστής, αν και μεγάλος στην ηλικία, και προσφέρω στην επιστήμη κείμενα που στο εξής είναι προσιτά γιατί εξηγούν το πώς κατάφεραν οι Έλληνες να δημιουργήσουν συνθήκες για να ελευθερωθούν, να φτιάξουν κράτος, να φτιάξουν Παιδεία.
Είναι μεγάλη υπόθεση ο απλός φιλόλογος να βάζει στην αγορά των ιδεών κείμενα που πριν ήταν βουβά. Νομίζω ότι είναι επείγον να έχουμε μια μεταγλώττιση των κειμένων της εποχής γιατί γράφτηκαν σε μια γλώσσα που δεν είναι πια προσιτή.
Για παράδειγμα, τα “Φροντίσματα” του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου του Εξαπορήτων, που μιλούν για την ηθική, είναι γραμμένα στην αρχαία ελληνική και δεν διαβάζονται πια σήμερα. Περιμένουμε ακόμα έναν ελληνιστή που θα μεταφράσει το κείμενο στα νέα ελληνικά.
Γι’ αυτό και πέρασα 45 χρόνια της ζωής μου στο να βγάλω από την ντουλάπα έναν πολύ σπουδαίο συγγραφέα, τον Νικόλαο Μαυροκορδάτο και μετέφρασα το «Φιλοθέου πάρεργα», το πρώτο νεοελληνικό μυθιστόρημα.

* Πώς εισήγαγαν τα «Φιλοθέου πάρεργα» τον νεοελληνικό διαφωτισμό;
Ο Μαυροκορδάτος άρχισε να γράφει το «Φιλοθέου πάρεργα» πριν από τρεις αιώνες ακριβώς. Τότε δεν υπήρχε στα ελληνικά κανένα φιλοσοφικό μυθιστόρημα. Το γράφει σε μία λόγια γλώσσα, γιατί πιστεύει ότι μπορεί να διαβαστεί και στη Δύση. Εκεί μέσα έχει μαζέψει όλες τις γνώσεις που μπορούσε να έχει ένας λόγιος Φαναριώτης από τη Δύση και την Ανατολή.
Έτσι βρίσκουμε τον πρώιμο Διαφωτισμό της Δύσης και την «Εποχή των τουλιπών» σε ένα κείμενο. Είναι ένα κείμενο τόσο προοδευτικό για την εποχή, που η πρώτη του έκδοση θα γίνει το 1800 στη Βιέννη.

* Γιατί είναι τόσο προοδευτικό αυτό το κείμενο;
Αυτό το μυθιστόρημα είναι η εφαρμογή του κριτικού νου, εκεί βρίσκεται ο ριζοσπαστισμός του. Έτσι εισάγει τον πρώιμο Νεοελληνικό Διαφωτισμό στα ελληνικά, δηλαδή κάνει κοινωνούς αυτού του πνευματικού κινήματος όσους μιλάνε την ελληνική γλώσσα.

* Ποια είναι τα νεωτερικά στοιχεία που εισήγαγε, στην εποχή του, στη λογοτεχνία;
Το ότι είναι μυθιστόρημα και ο χρόνος της συγγραφής του ταυτίζεται με τον χρόνο του μύθου. Είναι ένα μυθιστόρημα που μιλάει για σύγχρονά του γεγονότα. Ο Κωσταντάς το χαρακτηρίζει μυθώδη ιστορία, γιατί η λέξη μυθιστόρημα δεν υπήρχε ακόμα στα ελληνικά.
Ο Μαυροκορδάτος χρησιμοποιεί μια γλώσσα κοινή ελληνιστική, τη γλώσσα των λογίων και γι’ αυτό και οι Δυτικοί, όταν διάβασαν χειρόγραφα από το έργο ή διάβασαν το «Περί καθηκόντων», θαύμασαν τη γλώσσα του. Είπαν, μα τι ωραία ελληνικά γράφει, γιατί έχει ένα ύφος και χρησιμοποιεί γλαφυρή γλώσσα, την οποία δεν μπορούσε όμως να διαβάσει ο απλός άνθρωπος της εποχής.

* Πού συναντιέται ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός και ο υπερρεαλισμός, στους οποίους επικεντρώνετε το επιστημονικό σας ενδιαφέρον;
Η δουλειά που έκανα για τα «Φιλοθέου πάρεργα», να βρω τα χειρόγραφα, να τα συγκρίνω μεταξύ τους, να φτιάξω κριτική έκδοση με κριτικό υπόμνημα και στη συνέχεια να κάνω τη μετάφραση στα γαλλικά, μου έφαγε 15 χρόνια. Αλλά είναι κτήμα ες αεί, γιατί μετά μπορούν να υπάρξουν πιο εύκολα άλλες μεταφράσεις. Η πρώτη μετάφραση είναι δύσκολη.
Όταν τελείωσα αυτή τη μετάφραση, που ήθελε μεγάλη έρευνα στο λεξιλόγιο, έπιασα την ποίηση του Εμπειρίκου, που από χρόνια την κοίταγα κι έλεγα ότι κάποια μέρα θα κάνω μια βουτιά μέσα της. Όλοι μου έλεγαν ότι είναι αυτόματη γραφή, ότι είναι ακαταλαβίστικα. Δεν ξέρω για ποιον λόγο, αλλά είχα την προετοιμασία να μπω και να μεταφράσω. Η λεξικολογική έρευνα που έκανα για τον Νεοελληνικό Διαφωτισμό με προετοίμασε για τη μετάφραση των υπερρεαλιστών.

* Με ποιον τρόπο σας προετοίμασε;
Πρώτα πρέπει να ξέρει κανείς τη μητρική του γλώσσα. Και τολμώ να πω ότι έμαθα ξανά τη μητρική μου γλώσσα μεταφράζοντας. Δηλαδή, έβαλα ως στοίχημα ότι θα μπορούσα να μεταφράσω το μυθιστόρημα του Μαυροκορδάτου στην κλασική γαλλική, χρησιμοποιώντας μόνο λέξεις που έχουν εμφανιστεί στα γαλλικά πριν από τη Γαλλική Επανάσταση, όχι μετά. Οπότε έκανα μια μεγάλη έρευνα πάνω στη γλώσσα μου κι αυτό με βοήθησε στη μετάφραση του Εμπειρίκου. Είναι όμως και κάτι άλλο.
Η συγγένεια που νιώθει κανείς ξαφνικά με τα κείμενα. Εγώ αυτή τη συγγένεια με τη σκέψη και τον στοχασμό του Μαυροκορδάτου την είχα. Έτσι μπήκα μέσα στο έργο του με συμπάθεια. Όταν ήμουν φοιτητής στην πατρίδα μου είχα μια ιδιαίτερη συμπάθεια για τον Γαλλικό Διαφωτισμό και τους Γάλλους υπερρεαλιστές. Αυτό με βοήθησε πολύ ώστε να κάνω αυτές τις μεταφράσεις. Κακά τα ψέματα, η μετάφραση είναι μια ερωτική πράξη. Αν δεν αγαπάς το κείμενο, φαίνεται αμέσως στη μετάφραση.

* Η γλώσσα είναι αυτή που σας ώθησε να μελετήσετε τον ελληνικό πολιτισμό;
Είναι η γλώσσα η ελληνική. Εγώ αποφάσισα να γίνω νεοελληνιστής σε ηλικία 12 ετών. Πριν αρχίσω τα αρχαία ελληνικά στο σχολείο, γιατί μαθαίναμε πολλά χρόνια αρχαία ελληνικά, με μάγευαν τα γράμματα της ελληνικής το ψ, το ξ, το ω. Ίσως το σύστημα που είχαμε στο σχολείο τότε στο Κεμπέκ, όπου μαθαίναμε λατινικά και αρχαία ελληνικά, με έκανε να πιστεύω ότι η ελληνική γλώσσα είναι η πιο τέλεια γλώσσα στην έκφραση και τη σκέψη.

* Θέλετε να μας το εξηγήσετε αυτό;
Ο εξελληνισμός του πλανήτη δεν έχει τελειώσει. Έχει αρχίσει με τους Ρωμαίους, το αίσθημα της κουλτούρας αρχίζει με τους Ρωμαίους. Οι Ρωμαίοι λένε τι είναι η επιστήμη, τι είναι η Φιλοσοφία, τι είναι η πολιτική σκέψη. Όταν ένας Γιακούτ στη Σιβηρία μαθαίνει ρωσικά και μαθαίνει ότι υπάρχει η επιστήμη, χωρίς να το καταλαβαίνει εξελληνίζεται, μπαίνει στην καρδιά του πολιτισμού.
Είναι ιδέες και σκέψεις που υπάρχουν στον Αριστοτέλη, στον Πλάτωνα. Αυτός ο εξελληνισμός του πλανήτη είναι ένα φαινόμενο που συνέχεια εφαρμόζεται και εξελίσσεται.

* Το κατανοούμε αυτό οι Έλληνες;
Δεν ξέρω. Αλλά εμένα μου έκανε εντύπωση όταν ήμουν μικρός. Και τότε είπα, ότι για να κατέχω καλύτερα τα αρχαία ελληνικά, πρέπει να μάθω τα νέα ελληνικά. Και ήρθα εδώ και είπα στον δάσκαλό μου, τον Δημαρά, ότι θέλω να γίνω ελληνιστής, αλλά ήρθα να μάθω νέα ελληνικά για να κατέχω καλύτερα τα αρχαία. Εκείνος μου πρότεινε να κάνω το αντίθετο, δηλαδή με τις γνώσεις που είχα για την αρχαία Ελλάδα να μελετήσω τη νεώτερη Ελλάδα και να δω το τι χρωστάμε στους αρχαίους. Κι αυτό έκανα.

* Μελετώντας τον σύγχρονο ταυτόχρονα με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό σήμερα πού καταλήγετε;
Πονάω όταν βλέπω ότι μερικοί Έλληνες υποτιμούν την πατρίδα τους και τη γλώσσα τους. Πώς το επιτρέπετε αυτό το πράγμα; Την άλλη εβδομάδα, που θα γυρίσω στο Μοντρεάλ πρέπει να κάνω μια διάλεξη σε φοιτητές για την αξία της ελληνικής γλώσσας για να τους πείσω ότι δεν μαθαίνεις νέα ελληνικά όπως μαθαίνεις ολλανδικά. Μαθαίνεις νέα ελληνικά και ξέρεις καλύτερα τη μητρική σου γλώσσα, τη γαλλική, διαπιστώνοντας ότι οι ρίζες των λέξεων έχουν την πηγή τους από τα ελληνικά.
Αλλά δεν είναι μόνο οι λέξεις, είναι όλο το σύστημα της σκέψης, το πώς λειτουργεί το πνεύμα μας. Είμαστε ορφανά παιδιά του Αριστοτέλη, είτε το θέλουμε είτε δεν το θέλουμε. Η αξία του συλλογισμού, της επιστήμης, της γνώσης έρχεται από ‘κεί. Ακόμα και ο Σιου ο Ινδιάνος, που δεν ξέρει καν που πέφτει η Ελλάδα, εάν πιστεύει σε ορισμένες αρχές στην πολιτική, την επιστήμη ακόμα και στον θεό, οφείλεται σε ανθρώπους που κουβαλούσαν τον ελληνισμό μέσα τους, χωρίς να το ξέρουν καμιά φορά.

* Τι είναι ελληνισμός για σας;
Είναι μια φιλοσοφία ζωής. Το να ζεις ως λογικό και πολιτικό ον.

* Δεν είναι μόνο επιστημονικό ενδιαφέρον;
Όχι. Το πρώτο πράγμα στον ελληνισμό είναι ο ανθρωπισμός. Και ανθρωπισμός δεν είναι να ξέρεις γράμματα, αλλά να έχεις αισθήματα, να σέβεσαι τον άλλο γιατί είναι απλός θνητός σαν κι εσένα. Ο ελληνισμός είναι μοναδικό εργαλείο γνώσης, αλλά είναι και συνθήκη ζωής. Έχω μελετήσει πολλά χρόνια τα λατινικά, τα ελληνικά, τα σανσκριτικά, τα εβραϊκά. Σε καμία άλλη κουλτούρα δεν βρίσκουμε αυτό που βρίσκουμε στους αρχαίους Έλληνες, αλλά και στους σύγχρονους Έλληνες.
Στη Δύση ελληνισμός σημαίνει νους, λογική, επιστήμη, φως κ.λπ. Όταν μαθαίνεις αυτό το πράγμα και έρχεσαι στην Ελλάδα, βλέπεις να είναι το άλλο στοιχείο που κράτησαν οι νεοέλληνες, το πάθος, το παράλογο. Το δύσκολο είναι να ξανακάνεις μια σύνθεση από τις δύο αυτές πλευρές. Αλλά είναι οι δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος.

* Ποια είναι η εικόνα της Ελλάδας σήμερα στο διεθνές τοπίο;
Καλώς ή κακώς, για τους πολλούς είναι η Φλόριδα της Ευρώπης. Βλέπετε πόσοι έρχονται εδώ και δεν ξέρουν καλά την Ιστορία, το τι χρωστάνε στον ελληνισμό. Τη λέξη ελληνισμός τη χρησιμοποιώ με την καβαφική της έννοια, με την έννοια του πολιτισμού.
Εγώ ως καθηγητής, ως δάσκαλος ξέρω ότι μπορώ να πείσω ανθρώπους ότι η εκμάθηση της ελληνικής είναι πιο σπουδαία από την εκμάθηση της ρωσικής ή της ισπανικής, γιατί πάει στην καρδιά του πολιτισμού. Η έννοια του πολιτισμένου πολίτη δίνει σημασία στην κουλτούρα του νου, των γραμμάτων και των αισθημάτων και στην πολιτική ζωή.

* Γιατί διαδίδετε τη νεοελληνική λογοτεχνία;
Γιατί πιστεύω ότι έχει ένα ιδιαίτερο άρωμα, αλλά και ουσία. Ο κάθε σημερινός Έλληνας έχει τη δική του φιλοσοφία περί θεού, πολιτικής και ζωής. Αυτό είναι κάτι που δεν το βλέπουμε σε πολλές κουλτούρες όπου οι γλώσσες είναι ρηχές.

* Όμως η ελληνική λογοτεχνία θεωρείται ότι είναι καταδικασμένη γιατί γράφεται σε μια «μικρή» γλώσσα.
Γι’ αυτό και χρειάζεται να μεταφραστεί, αλλά από μεταφραστές με ταλέντο, γιατί εύκολα μπορεί ένας μεταφραστής να θάψει έναν λογοτέχνη.

* Το ότι ο Καβάφης και ο Καζαντζάκης διαβάζονται τόσο πολύ διεθνώς οφείλεται τους μεταφραστές τους;
Σ’ αυτές τις δύο περιπτώσεις, ακόμα και μια μέτρια μετάφραση βοηθάει γιατί στην περίπτωση του Καζαντζάκη δεν είναι η γλώσσα του που μαγεύει, αλλά η σκέψη, τα πρόσωπα, αυτό που φτιάχνει, ενώ στην περίπτωση του Καβάφη ο κάθε ξένος νομίζει ότι αναγνωρίζει σύμβολα τοτέμ που ήξερε.
Γι’ αυτό και στην πρώτη ανάγνωση κάθε ξένος αναγνώστης νομίζει ότι καταλαβαίνει τι λέει ο Καβάφης, γιατί είναι σαν να απευθύνεται σ’ αυτόν. Αλλά σύμφωνα με μια σκέψη ενός Γάλλου κριτικού, ο ποιητής είναι αυτός που λέει κάτι άλλο απ’ αυτό που μοιάζει να λέει, αλλά μιλάει και γι’ αυτό που μοιάζει να μιλάει. Δηλαδή ένας ποιητής που μιλάει για ένα λουλούδι ίσως εννοεί ταυτόχρονα μια κοπέλα, αλλά μιλάει για ένα λουλούδι, οπότε πρέπει το λεξιλόγιο που χρησιμοποιεί να είναι συνεπές μ’ αυτό που περιγράφει. Γι’ αυτό τα βρήκα εγώ με τον Εμπειρίκο.

* Τον Εμπειρίκο τον μελετήσατε, τον μεταφράσατε. Τον γνωρίσατε;
Δυστυχώς όχι, παρ’ ότι ήταν στην Αθήνα όταν ήμουν κι εγώ εδώ φοιτητής. Αλλά δεν μου είπε ποτέ κανένας να πάω να τον γνωρίσω. Από τότε διάβαζα τα ποιήματά του, αλλά δεν μπορούσα να πιαστώ από πουθενά, παρά μόνο από τη μουσική των λέξεων. Είχα, δεν ξέρω πώς να το πω, το ταλέντο ίσως, και έβρισκα τους κώδικες στην ποίησή του. Ανακάλυψα ότι τα πάντα στην ποίηση του Εμπειρίκου έχουν σχέση με τον έρωτα.

* Ποιο είναι το στοιχείο εκείνο που κάνει καλό έναν μεταφραστή;
Ο καλός μεταφραστής λέει πολλές φορές όχι. Όταν δεν μπορώ να μεταφράσω ένα έργο, προτιμώ να πω όχι. Για τον Εμπειρίκο, τον δίδασκα και δεν καταλάβαινα ακόμα καλά – καλά τι εννοούσε. Άρχισα να τον καταλαβαίνω την ημέρα που άρχισα να τον μεταφράζω. Ο μεταφραστής πρέπει να έχει ταλέντο αυτό δεν διδάσκεται. Πρέπει όμως οπωσδήποτε να αγαπάει το έργο που μεταφράζει.

Πηγή:
ideopigi.blogspot.com

Τρίτη 29 Ιουλίου 2003

Η Ελληνική Σκέψη και οι Αρχές που διέπουν τη Φύση

I. Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΚΕΨΗ
Τι ήταν εκείνο που έκανε την Ελλάδα κοιτίδα της Φιλοσοφίας και της Επιστήμης; Γιατί ο φιλοσοφικός στοχασμός, από τον οποίο αργότερα γεννήθηκε η επιστημονική μεθοδολογία και σκέψη δεν άνθισαν στην Αίγυπτο ή στη Βαβυλώνα, όπου και πλούτος μεγαλύτερος υπήρχε και γνώσεις περισσότερες είχαν συσσωρευτεί και επί πλέον η ισχυρότερη κρατική ισχύς εξασφάλιζε πιο μακροχρόνιες περιόδους ειρήνης;

Πολλοί μιλάνε για το ελληνικό θαύμα, το οποίο, όπως ισχυρίζονται, οφείλεται στη φυλετική ανωτερότητα των Ελλήνων. Παρόμοιοι ισχυρισμοί είναι, φυσικά, απλές, αντιεπιστημονικές καυχησιολογίες. Κατ' αρχήν η ίδια η ιδέα του θαύματος δεν είναι μονάχα αντιεπιστημονική αλλά και ανελληνική. Οι Έλληνες διανοητές απέρριπταν τα θαύματα. Το θαύμα δεν εξηγεί τίποτα. Αντικαθιστά την εξήγηση με θαυμαστικά. Ο Δημόκριτος ο Αβδηρίτης ήθελε ο άνθρωπος με τη γνώση να κατακτήσει την αθαμβία, να μη θαυμάζει ως υπερφυσικά, πράγματα και φαινόμενα που μπορούν να ερμηνευθούν.
Όσο για τη φυλετική ανωτερότητα, οι αμέσως ενδιαφερόμενοι, οι ίδιοι οι αρχαίοι Έλληνες, ουδέποτε ισχυρίστηκαν κάτι τέτοιο. Αντίθετα όλοι οι αρχαίοι συγγραφείς μιλάνε με σεβασμό και μεγάλη εκτίμηση για τον πολιτισμό και τις γνώσεις των συγχρόνων τους Αιγυπτίων και Βαβυλωνίων, για την ηθική των Περσών, τη γενναιότητα των Θρακών και γενικά για τις αρετές των γειτονικών τους λαών. Το ρητό ΠΑΣ ΜΗ ΕΛΛΗΝ ΒΑΡΒΑΡΟΣ είχε αρχικά καθαρά γλωσσική κι όχι πολιτιστική ή πολιτική σημασία. Σήμαινε απλώς ότι οι μη Έλληνες μιλούσαν ακατάληπτα. Η ίδια η λέξη βάρβαρος απόχτησε τη μειωτική της σημασία πολύ αργότερα, κατά την ελληνιστική εποχή και τη ρωμαιοκρατία.

Ήταν μήπως η εμπορική και ναυτική δραστηριότητα των Ελλήνων, που προκάλεσαν την πνευματική άνθιση των ελληνικών πόλεων; Οπωσδήποτε το εμπόριο και η ναυτιλία υπήρξαν αποφασιστικά θετικοί παράγοντες, όχι όμως γενεσιουργά αίτια. Εκτός του ότι και στις πιο εμπορικές ελληνικές πόλεις, τη Μίλητο, την Κόρινθο ή την Αθήνα, η γεωργική παραγωγή ήταν πάντοτε ο κυρίαρχος οικονομικός παράγων, επισημαίνω ότι στις φοινικικές πόλεις υπήρξε μεγαλύτερη ναυτική και εμπορική δραστηριότητα, χωρίς να συνοδεύεται από ανάλογη πνευματική άνθιση.
Προφανώς άλλη ήταν η αιτία της ελληνικής ιδιαιτερότητας. Κι αυτή είναι, κατά κύριο λόγο, η κοινωνική συγκρότηση των ελληνικών πόλεων, ριζικά διαφορετική από τη δομή των κοινωνιών στην Αίγυπτο, τη Μεσοποταμία, τη Φοινίκη και τις άλλες χώρες της Ανατολής. Κατά την Αρχαιότητα, στις πολιτισμένες χώρες της κοντινής Ανατολής, όπως και στις Ινδίες στην Κίνα και αλλού, οι ανάγκες της κατασκευής και συντήρησης εκτεταμένων αρδευτικών έργων, οδήγησε στη συγκρότηση μεγάλων ισχυρών και συγκεντρωτικών κρατών.
Στα κράτη αυτά όλη η εξουσία βρισκόταν στα χέρια του Ανακτόρου και του Ναού, γιατί είχαν τον έλεγχο των αρδευτικών δικτύων και ήταν οι μοναδικοί κάτοχοι της Γνώσης. Οι απλοί αγρότες, η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού, ήταν νομικώς ελεύθεροι και συλλογικοί κάτοχοι της γης, αλλά χωρίς τον έλεγχο των αρδευτικών δικτύων και χωρίς τις απαραίτητες γνώσεις για τον υπολογισμό των εποχών και τον προσδιορισμό της καταλληλότερης εποχής για τις γεωργικές ασχολίες, ήταν ανίκανοι να επιβιώσουν. Έτσι δέχονταν να υποταχτούν στο δίδυμο της εξουσίας, στο Ανάκτορο και το Ναό και ουσιαστικά ήταν συλλογικοί δούλοι του κράτους. Αυτό ήταν το κοινωνικό σύστημα που οι κλασσικοί ονόμασαν ασιατικό ή ανατολικό τρόπο παραγωγής, ενώ άλλοι το θεωρούν μια προδρομική μορφή της φεουδαρχίας και που διέφερε ουσιαστικά τόσο από το δουλοκτητικό σύστημα του ελληνορωμαϊκού κόσμου όσο και από το φεουδαρχικό της Δυτικής Ευρώπης, που το διαδέχτηκε.
Η εικόνα που σχηματίζουμε για τα μινωικά και μυκηναϊκά κράτη, από τα αρχαιολογικά ευρήματα και τα κείμενα των πινακίδων με τη γραμμική γραφή Β΄ μας πείθουν ότι έχουμε να κάνουμε με κοινωνίες του ίδιου περίπου τύπου με αυτόν των ανατολικών δεσποτειών και όχι της μορφής των δουλοκτητικών πόλεων-κρατών. Πραγματικά, το κύριο γνώρισμα των κρατικών αυτών σχημάτων του Αιγαίου είναι ότι το ανάκτορο κυριαρχούσε απόλυτα στην οικονομική και πνευματική ζωή της περιοχής που εξουσίαζε. Ολόκληρη η παραγωγή, το εμπόριο και κάθε πνευματική ή άλλη δραστηριότητα ήταν στα χέρια του άνακτα, της αυλής και της πολύπλοκης γραφειοκρατίας που τους περιστοίχιζε. Έμοιαζαν δηλαδή τα μινωικά και μυκηναϊκά αυτά «βασίλεια» με τα σύγχρονά τους κράτη της Αιγύπτου και της Μεσοποταμίας, με τα οποία προφανώς διατηρούσαν στενούς εμπορικούς και πνευματικούς δεσμούς από την προϊστορία ακόμη.
Αλλά τα μινωικά και τα μεταγενέστερα μυκηναϊκά κρατικά σχήματα, μολονότι δεσπόζουν στον ελλαδικό και αιγαιακό χώρο για πολλούς αιώνες, δεν είναι και οι μοναδικές μορφές κοινωνικής οργάνωσης στην περιοχή αυτή. Στα περισσότερα μικρά νησιά του Αιγαίου, αλλά και σε παράλιες ή ορεινές, απομονωμένες περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας, ταυτόχρονα και παράλληλα με τα ισχυρά μυκηναϊκά βασίλεια, υπήρχαν μικρές ανεξάρτητες κοινότητες, στις οποίες απουσίαζαν ή ήταν ασήμαντες τόσο η ταξική ανισότητα και η περιουσιακή διαφοροποίηση των μελών τους. Στις κοινωνίες αυτές επιβίωναν πολλοί από τους θεσμούς του παλαιότερου γενοφυλετικού συστήματος.
Μολονότι η οικονομική, πολιτιστική και πολιτική συμβολή των περιοχών αυτών στην εικόνα που σχηματίζουν οι ιστορικοί για το προϊστορικό Αιγαίο είναι πολύ μικρή, η επίδραση που είχαν στις μεταγενέστερες εξελίξεις είναι στην πραγματικότητα πολύ σημαντική. Στις νησιωτικές και ηπειρωτικές αυτές κοινότητες ο πλούτος, που προερχόταν από το ψάρεμα, τη γεωργία, την κτηνοτροφία, τη ναυτιλία, το εμπόριο (και την πειρατεία), δεν ήταν αρκετός για να συντηρήσει προνομιούχα στρώματα κι ακόμα λιγότερο, για να εξασφαλίσει τους όρους για να υπάρξει ανάκτορο και αυλή, ενώ από την άλλη μεριά η ισότιμη συμμετοχή όλων των ενήλικων μελών τους σε ριψοκίνδυνες δραστηριότητες, όπως η ναυτιλία, το ψάρεμα και η πειρατεία, απέκλειαν την ανάδειξη αρχηγικών στρωμάτων. Στα μέρη αυτά επιβίωσαν οι δημοκρατικές παραδόσεις του κοινοτικού συστήματος, όπως η συνέλευση των μελών της κοινότητας, το αιρετό των αρχόντων κλπ. που μεταβιβάστηκαν αργότερα στις ελληνικές πόλεις- κράτη.

Τα μυκηναϊκά κράτη τόσο στην ηπειρωτική Ελλάδα όσο και στην Κρήτη και τα νησιά παρακμάσανε και αποσυντέθηκαν, κατά τον 12ο και 11ο αιώνες πριν από τη χρονολογία μας. Λίγο πιο πριν το ισχυρό κράτος των Χετταίων στη Μικρασία εξαφανίζεται από την ιστορία, ενώ μεγάλες επιδρομές και άλλες αναστατώσεις είχαν προηγηθεί στην Κάτω Αίγυπτο και τις ακτές της Συρίας. Πολλές θεωρίες έχουν διατυπωθεί για τα αίτια των αναστατώσεων αυτών και ειδικότερα για τα αίτια της αποσύνθεσης των μυκηναϊκών βασιλείων. Η ιστορική επιστήμη δεν έχει ακόμα πει την τελευταία λέξη. Η κοινωνία που διαδέχτηκε τα μυκηναϊκά βασίλεια, διατήρησε χαρακτηριστικά γνωρίσματα τόσο από αυτά όσο και από τις παλαιότερες κοινότητες των γενών. Ο Όμηρος, ενώ μιλά για ισχυρούς άνακτες σαν τον Αγαμέμνονα ή το Νέστορα, ταυτόχρονα αναφέρει συνελεύσεις των πολεμιστών στις οποίες οι ισχυροί αυτοί βασιλείς έπρεπε να δώσουν λόγο.
Στην κατακερματισμένη από βουνά και θάλασσες Ελλάδα, όπου οι μεγάλοι κάμποι σπάνιζαν και δεν υπήρχε ανάγκη αλλά ούτε και δυνατότητα κατασκευής μεγάλων αρδευτικών έργων, στη θέση των παλιών μυκηναϊκών βασιλείων, που χάθηκαν, δε συγκροτήθηκαν ξανά ισχυρά συγκεντρωτικά κράτη, παρόμοια με εκείνα της Ανατολής. Τόσο οι οικονομικές όσο και οι πολιτικές συνθήκες είχαν αλλάξει. Εξ άλλου για πολλούς αιώνες έχουμε πλήρη σχεδόν διακοπή των εμπορικών και πνευματικών δεσμών του Αιγαίου με την Αίγυπτο, τη Συρία και τη Μεσοποταμία.
Κάθε μικρή περιοχή, νησί ή χερσόνησος ή κοιλάδα, αποτελούσε ιδιαίτερη οικονομική και συνεπώς και πολιτική ενότητα κι ο πληθυσμός της αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα επιβίωσης, που τα ξεπερνούσε με σκληρή εργασία ενώ η κοινωνική ανισότητα και η περιουσιακή διαφοροποίηση μεγάλωναν. Εδώ βαθμιαία αναπτύχθηκε η κλασσική μορφή δουλοκτησίας, μολονότι η έκταση της, η σημασία της και η θεσμική της κατοχύρωση παρουσιάζουν πολύ μεγάλη ποικιλία από περιοχή σε περιοχή.

Στην Ελλάδα της γεωμετρικής και αρχαϊκής εποχής, δημιουργήθηκαν ομοσπονδίες αρκετών χωριών (κωμών) μιας περιοχής, που αποτελούσε γεωγραφική και οικονομική ενότητα. Βαθμιαία μια από τις κώμες αυτές, που βρισκόταν στο κέντρο της περιοχής ή σε πλεονεκτική γεωγραφική θέση, συνήθως πάνω σε κάποιον οχυρό λόφο, μετατρέπεται σε πόλη Είναι ο λεγόμενος συνοικισμός, εξέλιξη κοσμοϊστορικής σημασίας, σ' ότι αφορά τις επιπτώσεις της. Η διαδικασία δημιουργίας πόλεων με την πολιτική και κοινωνική σημασία του όρου, κράτησε αιώνες, συνοδεύτηκε από έντονες κοινωνικές αναστατώσεις και ταξικές διαμάχες και σε ορισμένες απομονωμένες περιοχές της Ελλάδας συνεχίστηκε ακόμα και μετά την κλασσική εποχή. Στην ελληνική πόλη οφείλονται οι περισσότεροι από τους πολιτικούς θεσμούς που ισχύουν ως σήμερα.
Η διαδικασία δημιουργίας πόλεων ως αυτοδύναμων πολιτικών κυττάρων δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο. Προηγήθηκαν ανάλογα φαινόμενα συνοικισμού στη Σουμερία και στην κοιλάδα του Νείλου, κατά την 4η χιλιετία, στην κοιλάδα του Ινδού, στις κοιλάδες των Χουάγκ Χο και του Γιάγκτσε Κιαγκ, κατά την 3η και 2η χιλιετία, στις ακτές της Φοινίκης και σποραδικά σε άλλα σημεία του κόσμου. Όμως, στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων αυτών, η πόλη που δημιουργήθηκε από το συνοικισμό δεν μακροημέρευσε ως αυτόνομος πολιτικός οργανισμός. Πολύ σύντομα υποτάχθηκε στο Ναό του τοπικού θεού και έγινε απλό εξάρτημά του ή συνενώθηκε σε μεγαλύτερες πολιτικές οντότητες, σε μεγάλα βασίλεια ή αυτοκρατορίες, χάνοντας τα κυριότερα αυτόνομα χαρακτηριστικά της.
Αυτό δεν έγινε στην Ελλάδα της αρχαϊκής εποχής. Εδώ οι πόλεις έγιναν κέντρα μικρών ανεξάρτητων κρατών, η έκταση των οποίων περιορίζονταν ουσιαστικά στην πόλη με τη γύρω περιοχή της. Στα κράτη αυτά στην αρχή την εξουσία κατείχαν οι γαιοκτήμονες, συνήθως απόγονοι είτε των αρχηγών των φυλών που είχαν εισβάλει στα παλιά μυκηναϊκά βασίλεια, είτε των αρχαίων βασιλικών οικογενειών. Σε πολλά κράτη η κυριαρχία των αριστοκρατών αυτών συνεχίστηκε για πολύ μεγάλο διάστημα, αλλά σε πολλά άλλα οι γαιοκτήμονες πολύ σύντομα, ύστερα από έντονους ταξικούς αγώνες, αναγκάστηκαν να μοιραστούν την εξουσία με τα ανερχόμενα μεσαία στρώματα των ναυτικών, των εμπόρων και των βιοτεχνών κι αυτό είχε βαθύτατες συνέπειες όχι μόνο στην πολιτική αλλά και στην πνευματική εξέλιξή τους. Υπήρξαν βεβαίως περιοχές όπου για ειδικούς λόγους δεν δημιουργήθηκαν πόλεις με την αρχαιοελληνική σημασία του όρου αλλά εξακολούθησαν να υφίστανται οι ομοσπονδίες των παλιών χωριών. Στις περιοχές αυτές, κατά κανόνα καθυστερημένες από κοινωνικής πλευράς) αργότερα εμφανίζονται τα λεγόμενα κοινά (Βοιωτών, Θεσσαλών κ.ά.) που δεν έχουν το χαρακτήρα των πόλεων - κρατών.

Σε πόλεις-κράτη που έμειναν αποκλειστικώς αγροτικές, η εξουσία των αριστοκρατών διατηρήθηκε επί αιώνες. Στα κράτη αυτά οι λαϊκές συνελεύσεις, παρόμοιες με τις συνελεύσεις των πολεμιστών, όπως τις περιγράφει ο Όμηρος, είχαν πολύ λίγες αρμοδιότητες, κατά κανόνα γνωμοδοτικές και επικυρωτικές των αποφάσεων της ολιγαρχικής εξουσίας. Οι θεσμοί ήταν αδιαμόρφωτοι και αδύναμοι και οι νόμοι, βασισμένοι στο εθιμικό δίκαιο, δεν ήταν συνήθως γραπτοί.
Αντίθετα σε πόλεις-κράτη, όπου αναπτύχθηκε το εμπόριο, η βιοτεχνία και η ναυτιλία, τα μεσαία στρώματα σε συμμαχία με τους μικροϊδιοκτήτες ανέτρεψαν την ολιγαρχία των αριστοκρατών και εγκαθίδρυσαν τυραννίες, δηλαδή αυταρχικές κυβερνήσεις επικεφαλής των οποίων ήταν δημοφιλή άτομα, πολλές φορές λαϊκής καταγωγής, που χτύπησαν την κοινωνική και οικονομική βάση της αριστοκρατίας.
Κατά κανόνα τις τυραννίες αυτές τις διαδέχτηκαν δημοκρατικά καθεστώτα, στα οποία η έκταση και το βάθος της δημοκρατίας ποικίλλει. Η πορεία από την κληρονομική μοναρχία στην αριστοκρατική ολιγαρχία και από αυτήν στην τυραννία και τη δημοκρατία σηματοδοτεί και τη μετάβαση από την κλειστή κοινωνία της μυκηναϊκής εποχής στην ανοικτή κοινωνία της αρχαϊκής και κλασσικής Ελλάδας και βρήκε τη σπουδαιότερή της έκφραση στον πνευματικό κυρίως τομέα.
Στις μεγάλες πολιτισμένες χώρες της Ανατολής, όπως στην Αίγυπτο και τη Μεσοποταμία, όχι μονάχα η οικονομική αλλά και κάθε πνευματική δραστηριότητα ήταν συγκεντρωμένες στο Ανάκτορο και το Ναό. Οι ιερείς των αιγυπτιακών και βαβυλωνιακών ναών, μοναδικοί κάτοχοι της Γνώσης και της Σοφίας, συγκέντρωναν κατά καιρούς τα εξυπνότερα και πιο προικισμένα παιδιά της περιοχής στο ναό και εκεί σε ατμόσφαιρα υποβολής και μυστικισμού τους δίδασκαν όσα εκείνοι γνώριζαν, για να γίνουν εν καιρώ ικανά να τους διαδεχθούν.

Ό,τι μάθαιναν με τον τρόπον αυτόν οι νεαροί μαθητές ήταν δεδομένο και αδιαμφισβήτητο και την αλήθεια του τη σφράγιζε το κύρος των δασκάλων. Η Γνώση δηλαδή μεταβιβαζόταν ως εξ αποκαλύψεως αλήθεια, χωρίς να συνοδεύεται από καμιά διαδικασία απόδειξής της, εφʼ όσον η ιερή προέλευσή της έκανε περιττή κάθε παρόμοια διαδικασία. Αυτό απέκλεισε οριστικά και τελεσίδικα κάθε δυνατότητα να μετατραπούν οι συσσωρευμένες γνώσεις σε Επιστήμη.
Αντίθετα στις ελληνικές πόλεις, των αρχαϊκών χρόνων, όπου η παραγωγή ήταν υπόθεση όλης της κοινωνίας και βασιζόταν στην εργασία των ελεύθερων μικροϊδιοκτητών, το Ανάκτορο είχε από νωρίς εκλείψει και ο Ναός είχε πολύ μικρή ισχύ. Οι διανοητές στις ελληνικές πόλεις ήταν και αυτοί σαν τους λοιπούς πολίτες. Δεν ήταν οι αποκομμένοι από την κοινωνία ιερείς των αιγυπτιακών και βαβυλωνιακών ναών, αλλά μετείχαν στην πολιτική ζωή. όπως ο Σόλων ο Αθηναίος, ο Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος, ο Ηράκλειτος ο Εφέσιος ή ο Ζήνων ο Ελεάτης, ο οποίος μάλιστα έχασε τη ζωή του κατά τις πολιτικές διαμάχες. Είχαν επίσης οικονομικές δραστηριότητες, όπως ο Θαλής ο Μιλήσιος και ήταν πάντοτε σε στενή σχέση με τους εμπόρους, τους τεχνίτες και τους ναυτικούς της πόλης τους.
Θέλοντας να ικανοποιήσουν τα ερωτήματα που έβαζαν οι ναυτικοί και οι έμποροι της Ιωνίας, οι οποίοι ταξίδευαν σ' όλα τα πλάτη και μήκη της Μεσογείου, ερεύνησαν τον έναστρο ουρανό και τον γνωστό τότε κόσμο. Μελέτησαν τη φύση στο σύνολο της, αλλά και τον άνθρωπο ως αναπόσπαστο μέρος της και την ανθρώπινη κοινωνία ως απαραίτητο για την επιβίωσή του πλαίσιο. Σε όλα τα αντικείμενα της έρευνάς τους αναζήτησαν το βαθύτερο νόημα τους και την πρωταρχική ουσία τους, δημιουργώντας έτσι τη Φιλοσοφία.
Σ' αντίθεση με όσα συνέβαιναν στην Ανατολή, η παρακολούθηση των μαθημάτων των Ελλήνων σοφών ήταν εθελοντική και κατά κανόνα γινόταν με πληρωμή. Ήταν λοιπόν υποχρεωμένοι οι Έλληνες δάσκαλοι να αποδείξουν την αλήθεια των όσων δίδασκαν, υποχρέωση που δεν είχαν οι Αιγύπτιοι ή Βαβυλώνιοι συνάδελφοί τους. Η υποχρέωση αυτή γέννησε τις διαδικασίες της απόδειξης, της δοκιμασίας και της επαλήθευσης, τον ορισμό, το θεώρημα και το αξίωμα, τη διαλεκτική και τη λογική, βάζοντας έτσι τα θεμέλια των Επιστημών.

Καταλήγοντας, δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι και οι Έλληνες της αρχαιότητας ήταν οπωσδήποτε άνθρωποι πρωτόγονοι. Πίστευαν σε μύθους, μυστήρια και οιωνούς, είχαν δεισιδαιμονίες και προλήψεις. Όμως για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας η κοινωνική ζωή ενός ολόκληρου πληθυσμού πήρε τόσο κοσμική - λαϊκή έκφραση. Η πολιτική, η νομοθεσία, η οικονομία, η λογοτεχνία και η τέχνη από πολύ νωρίς απελευθερώθηκαν από τα δεσμά της θρησκείας και τον έλεγχο του ιερατείου. Γεννήθηκε η φιλοσοφία, που άρχισε να διαμορφώνει μια τελείως πρωτότυπη ερμηνεία του κόσμου, της κοινωνίας και του ανθρώπου, στηριγμένη στη φύση. Μπήκαν τα θεμέλια της επιστήμης, που καθιέρωσε τη μελέτη του κόσμου και του ανθρώπου, με βάση τη λογική. Ανάμεσα σε έναν πληθυσμό πρωτόγονων ανθρώπων εμφανίστηκαν τα πνεύματα εκείνα που με τη διαύγεια, την ευθύτητα και την παρρησία της σκέψης τους, τον απελευθέρωσαν σε μεγάλο και πρωτοφανή έως τότε βαθμό, από το δεσποτισμό, τη μυστικοπάθεια και το φόβο.
Οι Έλληνες αντάλλαξαν πολλά, γνώσεις, ανακαλύψεις, θεσμούς και ιδέες με τους άλλους γειτονικούς λαούς, με τους οποίους είχαν ταχτικές επαφές, ιδίως από τους Αιγύπτιους, τους Φοίνικες, τους Βαβυλώνιους. Ό,τι πήραν όμως δεν ήταν μια δουλική αντιγραφή και μίμηση αλλά στάθηκε αφορμή για τη δημιουργική του μεταμόρφωση. Η Φιλοσοφία και η Επιστήμη, όπως και η Δημοκρατία και η Πολιτική, δεν ήρθαν από την Ανατολή αλλά δημιουργήθηκαν εδώ.

II. ΟΙ ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΠΟΥ ΔΙΕΠΟΥΝ ΤΗ ΦΥΣΗ
Μελετώντας την αρχαία ελληνική κοινωνία και τον πολιτισμό της μας κάνει εντύπωση πόσο δεμένος με τη φύση ήταν ο αρχαίος Έλληνας. Όλες οι πνευματικές, θρησκευτικές, καλλιτεχνικές, ακόμα και πολιτικές εκδηλώσεις ήταν συνάρτηση του αδιάκοπου κύκλου της ζωής στη φύση. Οι Έλληνες ήταν αληθινά παιδιά της γης τους, αυτόχθονες με την αρχική σημασία της λέξης.
Ήταν λοιπόν επόμενο να ενδιαφερθούν και να αναζητήσουν να βρουν τα μυστικά του φυσικού κόσμου μέσα στον οποίο ζούσαν. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα βιβλία των περισσότερων από τους σοφούς του 6ου και των αρχών του 5ου αιώνα έχουν τον τίτλο «περί φύσεως». Η φύση έγινε για τους πρώτους Ίωνες φιλοσόφους αντικείμενο επιστημονικού προβληματισμού, με σκοπό τη βαθύτερη κατανόησή της. Όπως γράφει και ο Αριστοτέλης οι περισσότεροι από τους πρώτους φιλόσοφους θεώρησαν αρχές των πάντων τις μορφές που βρίσκονται στην ύλη: ΤΩΝ ΔΕ ΠΡΩΤΩΝ ΦΙΛΟΣΟΦΗΣΑΝΤΩΝ ΟΙ ΠΛΕΙΣΤΟΙ ΤΑΝ ΕΝ ΥΛΗΣ ΕΙΔΕΙ ΜΟΝΑΣ ΩΗΘΗΣΑΝ ΑΡΧΑΣ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΩΝ
Ο Ηρόδοτος παρατηρεί εύστοχα ότι αυτό που ξεχωρίζει τον Έλληνα από το βάρβαρο είναι ότι προτιμά τη γνώση από την άλογη πίστη. Πραγματικά οι Έλληνες δεν είπαν ποτέ ΠΙΣΤΕΥΕ ΚΑΙ ΜΗ ΕΡΕΥΝΑ. Αντίθετα προτιμούσαν το ΝΑΦΕ ΚΑΙ ΜΕΜΝΑΣΟ ΑΠΙΣΤΕΙΝ του Επίχαρμου.
Ουσιαστικά η ελληνική φιλοσοφία, αυτή η μητέρα όλων των σύγχρονων επιστημών, γεννήθηκε από τον προβληματισμό των Ελλήνων γύρω από τη φύση και πρώτα - πρώτα από τις βασικές αρχές που τη διέπουν.

§ Η αναγκαιότητα
ΟΥΔΕΝ ΧΡΗΜΑ ΜΑΤΗΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΛΛΑ ΠΑΝΤΑ ΕΚ ΛΟΓΟΥ ΤΕ ΚΑΙ ΥΠ' ΑΝΑΓΚΗ
Το ρητό αυτό, που αποδίδεται στον Λεύκιππο τον Αβδηρίτη, είναι η πρώτη διατύπωση της αρχής της αιτιότητας ή αιτιοκρατίας. Σημαίνει πως κανένα πράγμα δε γίνεται άσκοπα αλλά όλα έχουν κάποια αιτία και υπαγορεύονται από την ανάγκη.
Οι Έλληνες πολύ νωρίς κατανόησαν πως όλα τα γεγονότα και όλα τα φαινόμενα είναι αποτέλεσμα κάποιας αλληλουχίας, που πολλές φορές δεν είναι αμέσως αντιληπτή αλλά όταν κατανοηθεί και ερμηνευτεί σωστά αποδεικνύεται πως είναι αιτιολογημένη και όχι αυθαίρετη.
Αυτή η άποψη αποτέλεσε μεγάλο βήμα για την πνευματική ανάπτυξη του ανθρώπου. Οι πρώτοι Έλληνες φιλόσοφοι δίδαξαν ότι ο φυσικός κόσμος, μέσα στον οποίο ζει ο άνθρωπος δεν είναι η σκηνή στην οποία διαδραματίζονται ακατανόητα, αυθαίρετα και αναιτιολόγητα γεγονότα. Δεν κυριαρχείται δηλαδή από σκοτεινές, υπερφυσικές και ανεξέλεγκτες δυνάμεις, αλλά αντίθετα είναι δυνατόν να κατανοηθεί και να ερμηνευθεί, μόλις εξακριβωθεί η αιτία, ο λόγος που γεννά τα φαινόμενα αυτά.
Η ανάγκη, που αναφέρεται στο ρητό, ως υπαγορεύουσα τα πάντα, είναι κατά τους Έλληνες διανοητές η υπέρτατη αρχή. Ο Θαλής όταν ρωτήθηκε ποιο είναι το ισχυρότερο στον κόσμο απάντησε η Ανάγκη: ΙΣΧΥΡΟΤΑΤΟΝ Η ΑΝΑΓΚΗ, ΚΡΑΤΕΙ ΓΑΡ ΠΑΝΤΩΝ
ο δε Παρμενίδης ο Ελεάτης δίδασκε ότι η Ανάγκη κρατεί τα πάντα στα δεσμά των ορίων που αυτή ορίζει: ΚΡΑΤΕΡΗ ΓΑΡ ΑΝΑΓΚΗ ΠΕΙΡΑΤΟΣ ΕΝ ΔΕΣΜΟΙΣΙΝ ΕΧΕΙ
Εξ άλλου στον Πιττακό το Μυτιληναίο, αποδίδεται η ρήση: ΑΝΑΓΚΑι Δʼ ΟΥΔΕ ΘΕΟΙ ΜΑΧΟΝΤΑΙ
Η αντίληψη αυτή για την υποταγή των θεών στην αναγκαιότητα, είναι από τις πιο χαρακτηριστικές της αρχαίας ελληνικής σκέψης και ίσως μοναδική στην κοσμοαντίληψη του ανθρώπου της Αρχαιότητας.


§ Η αφθαρσία του φυσικού κόσμου
Πρώτοι οι Ελεάτες φιλόσοφοι διατύπωσαν τη γνώμη ότι ο κόσμος είναι αγέννητος, αιώνιος και άφθαρτος. Όπως λέει ο Ξενοφάνης
ΑΓΕΝΝΗΤΟΝ ΚΑΙ ΑΙΔΙΟΝ ΚΑΙ ΑΦΘΑΡΤΟΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟN
Ο Αναξαγόρας το διατυπώνει με μεγαλύτερη σαφήνεια. Κανένα πράγμα δε δημιουργείται ούτε εξαφανίζεται, αλλά από την ανάμιξη υπαρχόντων πραγμάτων δημιουργούνται νέα ενώ με τον διαχωρισμό αποσυντίθενται. Έτσι καλύτερα θα ήταν να λέμε τη γένεση σύνθεση και τη φθορά αποχωρισμό: ΟΥΔΕΝ ΓΑΡ ΧΡΗΜΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΟΥΔΕ ΑΠΟΛΛΥΤΑΙ ΑΛΛ' ΥΠΟ ΕΟΝΤΩΝ ΧΡΗΜΑΤΩΝ ΣΥΣΜΙΓΕΤΑΙ ΤΕ ΚΑΙ ΔΙΑΚΡΙΝΕΤΑΙ.
ΚΑΙ ΟΥΤΩΣ ΑΝ ΟΡΘΩΣ ΚΑΛΟΙΕΝ ΤΟ ΓΙΝΕΣΘΑΙ ΓΕ ΣΥΜΜΙΣΓΕΣΘΑΙ ΚΑΙ ΤΟ ΑΠΟΛΛΥΣΘΑΙ ΔΙΑΚΡΙΝΕΣΘΑΙ
Από τη διατύπωση αυτή του Αναξαγόρα φθάσαμε στο πασίγνωστο ρητό: ΜΗΔΕΝ ΕΚ ΤΟΥ ΜΗ ΟΝΤΟΣ ΓΙΝΕΣΘΑΙ ΜΗΔΕ ΕΙΣ ΤΟ ΜΗ ΟΝ ΦΘΕΙΡΕΣΘΑΙ που αποδίδεται στον Δημόκριτο τον Αβδηρίτη.

Λογική συνέπεια της αρχής της αφθαρσίας της ύλης είναι αφ' ενός μεν το αιώνιον και αφʼ ετέρου το άναρχον της. Η ύλη δεν δημιουργήθηκε από κανέναν και από πουθενά και δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος, τόσο στο χρόνο όσο και στο χώρο. Δυόμισι χιλιάδες χρόνια αργότερα ο Αϊνστάιν θα μιλήσει για το πεπερασμένο αλλά χωρίς πέρατα σύμπαν και θα συνδέσει την ύλη με το χώρο και το χρόνο.
 
§ Η αδιάκοπη αλλαγή και μεταβολή
ΠΑΝΤΑ ΧΩΡΕΙ ΚΑΙ ΟΥΔΕΝ ΜΕΝΕΙ
Το πασίγνωστο αυτό ρητό του Ηρακλείτου του Εφέσιου, διατυπώθηκε για πρώτη φορά στο βιβλίο του "Περί Φύσεως" και διδάσκει την αδιάκοπη αλλαγή και την αιώνια κίνηση των πάντων. Κατά τον Ηράκλειτο ο κόσμος δεν είναι ένα στατικό Είναι αλλά ένα αδιάκοπο Γίγνεσθαι. Με ένα εξαιρετικής παραστατικότητας παράδειγμα επεξηγούσε αυτή την αλλαγή: ΔΙΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΥΤΟΝ ΠΟΤΑΜΟΝ ΟΥΚ ΑΝ ΕΜΒΑΙΗΣ ή σύμφωνα με άλλο απόσπασμα ΠΟΤΑΜΩι ΓΑΡ ΟΥΚ ΕΣΤΙΝ ΕΜΒΗΝΑΙ ΔΙΣ ΤΩι ΑΥΤΩι ΠΟΤΑΜΟΙΣΙ ΤΟΙΣΙΝ ΑΥΤΟΙΣΙΝ ΕΜΒΑΙΝΟΥΣΙ ΕΤΕΡΑ ΚΑΙ ΕΤΕΡΑ ΥΔΑΤΑ ΕΠΙΡΡΕΙ
Δεν είναι δυνατό να μπούμε δυο φορές στον ίδιο ποταμό, γιατί στο μεταξύ νέα νερά έχουν τρέξει στην κοίτη του και τον έχουν αλλάξει και ουσιαστικά δεν είναι πια ο ίδιος ποταμός.

Ας σημειωθεί ότι το πασίγνωστο τα πάντα ρει, που συμπυκνώνει τη φιλοσοφία του Ηρακλείτου δεν υπάρχει σε κανένα διασωθέν απόσπασμα του Εφέσιου σοφού. Οπωσδήποτε θα περιλαμβανόταν στο βιβλίο του, όπως μαρτυρούν πολλοί συγγραφείς, αλλά χάθηκε. Άλλωστε για τον Ηράκλειτο σημασία δεν έχει τόσο η αδιάκοπη αλλαγή όσο η πάλη των αντιθέτων.

§ Η πάλη των αντιθέτων
Πραγματικά κατά τον Ηράκλειτο: ΕΙΔΕΝΑΙ ΔΗ ΧΡΗ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟΝ ΕΟΝΤΑ ΞΥΝΟΝ, ΚΑΙ ΔΙΚΗΝ ΕΡΙΝ ΚΑΙ ΓΙΝΟΜΕΝΑ ΠΑΝΤΑ ΚΑΤ' ΕΡΙΝ ΚΑΙ ΧΡΕΩΝ
(Πρέπει να ξέρουμε πως ο πόλεμος είναι κοινός, πως δικαιοσύνη είναι η έρις και πως όλα γίνονται με την αντίθεση και την υποχρεωτική νομοτέλεια - όπως αποδίδει το απόσπασμα ο Θ. Βέικος).

Λέγοντας πόλεμο εννοούσε τον αγώνα και την πάλη και γενικότερα την κοινή δύναμη που γεννά όλα τα πράγματα. Κατά τον Ηράκλειτο ο κόσμος βρίσκεται συνεχώς σε κατάσταση σύρραξης, από την οποία νέες καταστάσεις δημιουργούνται και παλιές εξαφανίζονται κι αυτό ισχύει τόσο για τη φύση όσο και για την κοινωνία ΠΟΛΕΜΟΣ ΠΑΝΤΩΝ ΠΑΤΗΡ
Από την πάλη των αντιθέτων προκύπτει νέα αρμονία: ΕΚ ΤΩΝ ΔΙΑΦΕΡΟΝΤΩΝ ΚΑΛΛΙΣΤΗΝ ΑΡΜΟΝΙΑΝ διότι ΤΟ ΑΝΤΙΞΟΥΝ ΣΥΜΦΕΡΕΙΝ

ο ίδιος δίδασκε πως η θάλασσα μπορεί να ‘ναι ταυτόχρονα και σωτήρια και ολέθρια, για τα ψάρια το νερό της είναι πόσιμο και ωφέλιμο για τους ανθρώπους από το και βλαβερό, ή πως η κίνηση του κοχλία με τον οποίον πίεζαν τα υφάσματα στο βαφείο είναι ταυτόχρονα ελικοειδής και ευθεία, για να καταλήξει πως η κρυμμένη μέσα στις διάφορες καταστάσεις και πολλές φορές μη αντιληπτή αμέσως αρμονία είναι ισχυρότερη από αυτή που φαίνεται επιφανειακά.
ΑΡΜΟΝΙΗ ΑΦΑΝΗΣ ΦΑΝΕΡΗΣ ΚΡΕΙΤΩΝ

B.Δ