Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παλαμάς Κωστής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παλαμάς Κωστής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 1 Μαρτίου 2010

Αριστοτέλους «Ηθικά Νικομάχεια» - Συνολική θεώρηση

[Ενότητες 1η – 10η, Σχολικό εγχειρίδιο – Γ΄ λυκείου (Θεωρητική κατεύθυνση)]


Ο προβληματισμός της φιλοσοφίας, ήδη από τα χρόνια του Σωκράτη, γύρω από τον άνθρωπο και την κοινωνία του κι όχι πια γύρω από τα φυσικά φαινόμενα και συγκεκριμένα η αναζήτηση των μέσων και των διόδων που θα οδηγούσαν τον άνθρωπο στην ευδαιμονία, επηρέασαν αποφασιστικά τόσο τη σκέψη όσο και τη γραφίδα του Αριστοτέλη.
Ορθολογιστής ο ίδιος απέκλεισε ευθύς εξαρχής την πιθανότητα να ανευρίσκει κανείς την ευτυχία στη στάση του αστάθμητου παράγοντα του πεπρωμένου. Για το σταγειρίτη φιλόσοφο που πίστευε ότι «η φύσις ουδέν ποιεί μάτην», η διττή υπόσταση της ανθρώπινης ψυχής που μετέχει και στο «άλογον» και στο «λόγον» σε αντίθεση με τα υπόλοιπα μέλη (εν. τα ζώα) του προσεχούς γένους του, που μετέχουν μόνο στο πρώτο (εν. το «άλογον»), ήταν ένα δεδομένο, που στόχο είχε, αν το κατηύθυνε σωστά, να τον οδηγήσει σε μια πλήρη και ολοκληρωμένη ζωή, σε ψυχική ισορροπία, την οποία ο ίδιος ονόμαζε ευδαιμονία. Διείδε δηλαδή ότι η αντίφαση που διακρίνει το ανθρώπινο είδος, καθώς ή φύση το εφοδίασε και με πάθη («αλογον») και με λογική («λόγον») έπρεπε να αρθεί και να εξομαλυνθεί. Με αυτή τη σκέψη κατάλαβε ότι, αφού η φύση μας εξόπλισε με κάτι αμφιλεγόμενο και ασύμφωνο, θα έπρεπε επειγόντως να αρχίσουμε μια προσπάθεια γεφύρωσης του χάσματος αυτού, για να μπορέσουμε να πορευτούμε με αρμονία την περιπέτεια της ζωής μας. Το πώς αυτό θα μπορούσε να γίνει προσπάθησε ο Αριστοτέλης να το διατυπώσει στα «Ηθικά Νικομάχεια».
Η εμπειρία και η παρατηρητικότητά του, του είχαν διδάξει ότι οι φυσικοί νόμοι που διέπουν τον κόσμο είναι ανεπίδεκτοι οποιασδήποτε επέμβασης και αλλαγής. Η δύναμη της βαρύτητας πάντα θα έλκει τα αντικείμενα προς τα κάτω, ενώ οι θερμές αέριες μάζες, ως ελαφρύτερες, πάντα θα καταλαμβάνουν έναν πιο ψηλό χώρο σε σχέση με τις πιο ψυχρές που είναι βαρύτερες (βλ. Ενότητα 1η –παράδειγμα με τη φωτιά). Αυτοί οι κανόνες είναι απαρέγκλιτοι και μη αναστρέψιμοι. Το ήθος όμως, ο χαρακτήρας του ανθρώπου μπορεί να παρουσιάσει αλλαγές× αυτό επιβεβαιώνει και η ετυμολόγηση της λέξης, που σχετίζεται με τη λέξη «έθος»(= συνήθεια). Το συμπέρασμα που προκύπτει αβίαστα στην 1η ενότητα, είναι πως, ό,τι υπόκειται σε συνήθεια, μπορεί να τροποποιηθεί και επομένως κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί και με την προσωπικότητα (το ανθρώπινο ήθος).
Το ίδιο υποστηρίζεται σε γενικές γραμμές και στη 2η διδακτική ενότητα× οι φυσικές ιδιότητες, όπως οι αισθήσεις, υπάρχουν στην πλήρη τους μορφή -με τη γέννηση ενός ατόμου- και λειτουργούν αυτόματα (ύπαρξις - ενέργεια). Η ηθική αρετή που λαξεύει τον άνθρωπο στο αγαθό προσιδιάζει στις τέχνες κι όχι στις αισθήσεις. Κανείς δε γεννιέται τεχνίτης, πρέπει να μοχθήσει, να κοπιάσει, να εξασκήσει την τέχνη που επέλεξε να υπηρετήσει, για να φέρει και την ιδιότητα ενός συγκεκριμένου τεχνίτη (ενέργεια - ύπαρξις). Εδώ όμως ανακύπτει ένα εύλογο ερώτημα: πώς να εξασκήσει κανείς μια τέχνη ή πώς να ασκηθεί κανείς στην ηθική αρετή, αφού, στην αρχή τουλάχιστον της προσπάθειάς του, δε γνωρίζει τους κανόνες της τέχνης του ή ποιες πράξεις είναι ηθικές κι όχι αντίστοιχα; στην περίπτωση των τεχνών προϋποτίθεται η ύπαρξη κάποιων ειδικών γνώσεων και ακολουθεί η κατά γράμμα εκτέλεσή τους. Η περίπτωση όμως των ηθικών αρετών είναι διαφορετική, αν και ο αγώνας για την κατάκτησή τους είναι μοναχικός και ατομικός, στην αφετηρία του τουλάχιστον, ο άνθρωπος δεν είναι εντελώς ανερμάτιστος. Η προσπάθεια που ξεκινάει πρέπει να είναι αποτέλεσμα συνειδητοποίησης (να είναι δηλαδή ειδώς), επιλογής και προτίμησης (προαιρέσεως) και απαιτεί από το υποκείμενο του έργου να είναι σταθερός και αμετάβλητος (να προχωρά δηλαδή βεβαίως και αμετακινήτως). Σημειώνεται βέβαια σ’ αυτό το σημείο ότι, όσο αυτόνομα κι αν κινείται το άτομο, πάντα υπάρχει η περίπτωση εκτροπής από την πορεία του. Ο Αριστοτέλης θα προσφέρει, για να εκμηδενιστεί κι αυτή η πιθανότητα, σε επόμενη ενότητα, μια ευαίσθητη πυξίδα ασφαλούς προσανατολισμού…
Το γεγονός ότι «ουδεμία των ηθικών αρετών φύσει ημίν εγγίνεται» κι ότι αυτές είναι αποτέλεσμα σκληρής προσπάθειας και εθισμού, καταδεικνύεται και στην 3η ενότητα, η οποία δε θα ήταν παρακινδυνευμένο να πούμε μας προετοιμάζει και για τις απόψεις που θα διατυπωθούν στα «Πολιτικά» του Αριστοτέλη, αφού εδώ, όπως κι εκεί, εξετάζει την ηθική αρετή στα πλαίσια της πόλης. Στο συγκεκριμένο τώρα απόσπασμα των «Ηθικών Νικομαχείων» τον εθισμό αναλαμβάνουν οι νομοθέτες που επιδιώκουν να οδηγήσουν τα άτομα, ως πολίτες πια, στην ηθική αρετή, με τη σκέψη ότι άνθρωποι που δράττουν την προσωπική τους ευδαιμονία, συμβάλλουν αποφασιστικά και στην ευδαιμονία του κοινωνικού οργανισμού μέσα στον οποίο ζουν. Μολονότι όμως οι προθέσεις των εκάστοτε νομοθετών είναι αγαθές και οι νόμοι τους αποβλέπουν στην κοινωνική ευρυθμία, δεν επιτυγχάνουν όλοι στις επιδιώξεις τους. Δε φτάνει, λέει ο συγγραφέας του έργου, η ποιότητα των προθέσεων, αλλά η ποιότητα του εθισμού, που, αν είναι καλός, οι πολίτες θα γίνουν ηθικά ενάρετοι και η πολιτεία ευημερούσα, αν όχι, τα πολιτικά και πολιτειακά δεδομένα θα εμφανίζουν τρωτά σημεία, άλλα λιγότερα κι άλλα περισσότερα, πάντως θα είναι φαύλα, όχι καλά. Αξίζει να προσέξουμε σ’ αυτό το σημείο ότι η ηθική αρετή μπορεί να είναι ο απότοκος ενός προσωπικού αγωνίσματος, η πορεία όμως της προσπάθειας χρειάζεται κι έναν δάσκαλό – συνοδοιπόρο, που μέσα στην πόλη είναι ο νομοθέτης.
Με την ποιότητα του εθισμού καταπιάνεται ο Αριστοτέλης και στην 4η ενότητα, όπου, για να καταδείξει τη σπουδαιότητά της, αναφέρει συγκεκριμένα παραδείγματα ηθικών αρετών και αποκλίσεών τους. Το νέο στοιχείο που εισάγει είναι ότι ο καλός εθισμός θα οδηγήσει όχι μόνο στη διαμόρφωση ενός ενάρετου χαρακτήρα αλλά και στη σωστή στάση του ατόμου απέναντι στις συναισθηματικές διαθέσεις («πάθη»). Ας μην ξεχνάμε εξάλλου ότι η ηθική αρετή είναι για το φιλόσοφο από τα «γινόμενα εν τη ψυχή» και πιο συγκεκριμένα από αυτά που λαμβάνουν χώρα στο «επιθυμητικόν μέρος» που μετέχει και του αλόγου έχοντος και του λόγου. Ο ηθικά ενάρετος καταφέρνει να εξισορροπεί τα δύο παραπάνω τμήματα του επιθυμητικού και χωρίς να καταλήγει στην απάθεια και την περιστολή της εκδήλωσης των συναισθηματιών του διαθέσεων, που θα σήμαινε την κατάργηση της ανθρώπινης υπόστασής του, μαθαίνει να εκδηλώνεται συναισθηματικά με γνώμονα αυτό που κάθε φορά υπαγορεύει η συνείδηση του ηθικά ενάρετου (βλ. και ενότητα 9η). Όλα αυτά τα καταφέρνει κανείς με την καθημερινή του τριβή με τους άλλους ανθρώπους του περιβάλλοντός του. Όσο νωρίτερα στην ηλικία αρχίζει ο άνθρωπος τον καλό εθισμό τόσο πιο θεαματικά θα είναι τα αποτελέσματα. Κορωνίδα της όλης προσπάθειας θα είναι η διαμόρφωση των έξεων (των μόνιμων ιδιοτήτων του χαρακτήρα) που, αν έχουν σφυρηλατηθεί πάνω σε καλές ενέργειες, θα έχουν κι αυτές την ανάλογη ιδιότητα.
Καλές ενέργειες οδηγούν σε καλές έξεις, που άπαξ και τις κατακτήσει ο άνθρωπος παύει τον επίπονο αγώνα του και δρέπει τους καρπούς της προσπάθειάς του, αισθάνεται μόνιμα την ανάγκη να λειτουργεί στα πλαίσια του ενάρετου και βιώνει ένα αίσθημα εσωτερικής πληρότητας και χαράς. Χαρά και ευχαρίστηση μπορεί όμως να αισθάνεται και κάποιος που παραδίδεται άνευ όρων στα πάθη του. Σε καμιά περίπτωση όμως δε μιλάμε για το ίδιο πράγμα× ο Αριστοτέλης διαχωρίζει τις ηδονές σε καλές και κακές. Οι πρώτες είναι αποτέλεσμα μιας προσπάθειας που βασίστηκε σε πράξεις που εκτελούνται με ηθικά κριτήρια και δεσμεύσεις, ενώ οι δεύτερες προέρχονται από την υποταγή του ανθρώπου στα πάθη του και στο άλογον μέρος της ψυχής. Οι πρώτες, οι καλές ηδονές δίνουν το διαβατήριο στον άνθρωπο να συναντήσει αυτό για το οποίο τον προόριζε η φύση, όταν τον εφοδίαζε με τη λογική, ενώ οι δεύτερες, οι κακές ηδονές, οδηγούν σε μια παθητική στασιμότητα, εξαχρειώνουν την έννοια του ανθρώπου και τον αποτελματώνουν σε μία κατάσταση που είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς σε τι αυτός διαφοροποιείται από τα υπόλοιπα μέλη του προσεχούς γένους του (ζώα) (Ενότητα 5η).
Η ειδοποιός διαφορά του ανθρώπου από τα ζώα γίνεται αντιληπτή μόνο με την κατάκτηση της ηθικής αρετής× αυτή δικαιώνει στην ουσία της την έννοια του ανθρώπου και τον οδηγεί στην άρτια εκτέλεση του φυσικού του προορισμού. Κάθε φυσικό ον έχει εξάλλου κι έναν προορισμό και μόνο με την κατάκτηση της αρετής, που αναλογεί σ’ αυτό, μπορεί και τον εκπληρώνει, διαφορετικά αποτυγχάνει στη φυσική του αποστολή, φέρει φαινομενικά ένα όνομα, αφού στην ουσία του, μένοντας μακριά από το έργο που όφειλε να εκπληρώσει, απαξιώνει την ίδια του την ύπαρξη. Τα παραδείγματα της 6η ενότητας είναι πολύ εύγλωττα στην υποστήριξη των παραπάνω θέσεων.
 Ήδη από την 5η ενότητα ο Αριστοτέλης ξεκίνησε να προσδίδει τα επιμέρους χαρακτηριστικά της ηθικής αρετής επιμένοντας σ’ αυτό της έξεως. Με την 7η ενότητα η αρετή χαρακτηρίζεται μεσότητα και διευκρινίζεται ότι αυτή είναι υποκειμενική (προς ημάς) κι όχι αντικειμενική (κατά το πράγμα), ποιοτική κι όχι ποσοτική. Διαφέρει λοιπόν από άνθρωπο σε άνθρωπο, καθώς δεν εντοπίζεται με μαθηματικά κριτήρια αλλά η ανεύρεσή της εξαρτάται από τις φυσικές ροπές του ατόμου, από τις περιστάσεις και συγκυρίες της ζωής του (καιρός και χρόνος), από τα κοινωνικά δεδομένα στα οποία ζει κ.λ.π. Πολλοί έσπευσαν να χαρακτηρίσουν σ’ αυτό το σημείο τον Αριστοτέλη σχετικοκράτη, αφού, όπως και οι σοφιστές, φαίνεται να διατείνεται ότι κάθε άνθρωπος, αρκεί να συνεκτιμήσει τα προσωπικά του δεδομένα και να ριχτεί στην προσπάθεια κατάκτησής της, αφού πρόκειται για μια έννοια ρευστή και γι’ αυτό δεν μπορεί να είναι μία και μοναδική. Οι υποστηρικτές αυτής της άποψης όμως παρέλειψαν να προσέξουν ότι ο άνθρωπος που θέλει να την κάνει κτήμα του πρέπει να έχει ως βοηθό ένα κριτήριο που διασφαλίζει την αντικειμενικότητα αυτής της μεσότητας. Πρόκειται για τον «ορθόν λόγον» ή, με άλλα λόγια, για τη λογική του φρόνιμου ανθρώπου, βάσει της οποίας πορεύεται κανείς τον κακοτράχαλο δρόμο προς την αρετή. Στα πρώτα τουλάχιστον βήματα βοηθός του μπορεί να είναι κάποιος που είναι ο ίδιος φορέας αυτής της λογικής και, όπως ο προπονητής σ’ ένα γυμναστήριο καθορίζει την προσωπική μεσότητα του κάθε αθλητή του, στην ποσότητα του φαγητού που πρέπει να καταναλώνει, έτσι κι ο φρόνιμος μπορεί να δίνει τον προσανατολισμό στον επίδοξο θηρευτή της ηθικής αρετής.
Την έννοια της υποκειμενικής μεσότητας την ξανασυναντάμε στην 8η ενότητα. Σε μια απόπειρα να αποδειχθεί ότι αυτή είναι ταυτόχρονα και μία άρτια κατάσταση, μια τελειότητα, συγκρίνεται η τέχνη τόσο με τη φύση όσο και με την ηθική αρετή. Κοινός παρονομαστής και των τριών είναι ότι μορφοποιούν ένα υλικό. Η τέχνη μιμούμενη τη φύση επιδιώκει να αποδώσει την τελειότητα που υπάρχει σ’  αυτή. Όταν το καταφέρνει φτάνει στο μέσον, το «μέτρον άριστον», το «μηδέν άγαν» των αρχαίων. Το γεγονός όμως ότι το αποτέλεσμα είναι «απείκασμα», «είδωλο» της τελειότητας που υπάρχει στη φύση, θέτει το καλλιτεχνικό ή τεχνητό έργο σε δεύτερη μοίρα σε σχέση με το φυσικό. Εξάλλου η φύση αντιγράφει στιγμές του φυσικού κόσμου, ο οποίος όμως ποτέ δε σταματά να αποκαλύπτει τέλειες μορφές. Στη σύγκριση τέχνης και ηθικής αρετής, η δεύτερη πάλι ξεπερνά την πρώτη - το υλικό στο οποίο επεμβαίνει ένας τεχνίτης είναι άψυχο, σε αντίθεση με την επέμβαση στο ήθος του ανθρώπου που ως κάτι έμψυχο χρειάζεται λεπτούς χειρισμούς. Ας τολμήσουμε σ’ αυτό το σημείο να τονίσουμε ότι η μορφοποίηση και η εναρμόνιση των αντιμαχόμενων τάσεων της ψυχής του ανθρώπου είναι κι αυτές ένα ξεδίπλωμα μιας φυσικής μορφής προς την τελειότητα. Ενώ όμως η φύση αενάως μεταπίπτει από τη μια τέλεια κατάσταση στην άλλη, η ηθική αρετή είναι μια «τελειότης φύσεως» και μια «κατορθωμένη φύσις», για να θυμηθούμε τον αριστοτελικό σχολιαστή Ασπάσιο, μια στιγμή δηλαδή που τίποτα δεν έχει να της προσθέσει ή να της αφαιρέσει κανείς. Ο φορέας της μπορεί στο εξής ακονιτί και αβίαστα να την εξασκεί αντλώντας ένα μόνιμο αίσθημα ευχαρίστησης. Ένας τέτοιος άνθρωπος μπορεί να βοηθήσει ακόμη και τη φύση στην ολοκλήρωση του έργου της, μέσω των «τεχνών», της τεχνικής δεξιότητας που από έναν «καλό» άνθρωπο τίθενται στην υπηρεσία του αγαθού.
Προείπαμε ήδη ότι μεσότητα στην ηθική αρετή είναι τελικά η σωστή στάση που τηρεί κανείς απέναντι στα πάθη, το «άλογον» μέρος της ψυχής. Όταν κανείς σταθμίζει τις αντιδράσεις του σύμφωνα με τη δεοντολογία των καταστάσεων και των συγκυριών, δρα σωστά («κατορθούται») και συγκεντρώνει τον έπαινο («επαινείται») του περιβάλλοντος του. Ηπιότερη (έλλειψη) η εντονότερη (υπερβολή) συναισθηματική έκφραση οδηγεί στο λάθος («αμαρτάνεται») και επιφέρει την κοινωνική κατακραυγή («ψέγεται») [Ενότητα 9η].
 Για να ανακεφαλαιώσει ο Αριστοτέλης (Ενότητα 10η), αναθυμάται τη διδασκαλία των Πυθαγορείων, που υποστήριζαν ότι η αρχή πάντων είναι τα εναντία, δέκα αντιθετικά ζεύγη εννοιών που τοποθετούνται σε δύο στοίχους με προεξάρχοντα στον πρώτο το «αγαθόν» και στο δεύτερο το «κακόν». Οι σύστοιχες του αγαθού έννοιες είναι φυσικά οι θετικές. Παρατηρώντας ο Αριστοτέλης ότι το «αγαθόν» τοποθετείται μαζί με το «άπειρον» δε δυσκολεύεται να παρατηρήσει πόσο εύκολα μπορεί κανείς να εξοκείλει της πορείας και να βρεθεί είτε στην τροχιά της υπερβολής ή της έλλειψης, πόσο δύσκολη είναι η ανεύρεση της ηθικής αρετής και πόση αυταπάρνηση και αφοσίωση απαιτεί ο αγώνας για την ανίχνευσή της. Μια μικρή παράκαμψη στο δρόμο προς το αγαθό και βρίσκεται κανείς είτε στην υπερβολική είτε στην ελλειμματική κατάσταση.
 Ώρα όμως για τον ορισμό. Τελικά η ηθική αρετή είναι μια μεσότητα που ο καθορισμός της βασίζεται σε υποκειμενικά δεδομένα, την επιλέγει ελεύθερα ο άνθρωπος, αφού κανείς δεν πρόκειται να τη συναντήσει, αν το έργο αυτό του ανατεθεί καταναγκαστικά. Μπούσουλα στην πορεία του προς αυτήν δεν έχει μόνο τα στοιχεία της ιδιοσυγκρασίας του και της ζωής του αλλά τη λογική του φρόνιμου ανθρώπου. Όποιος κατορθώνει να εκδηλώνει, με βοηθό αυτήν τα συναισθήματα και τις πράξεις του, φτάνει στο τέλος του, στη μεσότητα της ηθικής αρετής.

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2009

Κωστής Παλαμάς

Ὢ λιγοστοί, Ὢ διαλεχτοί!
Ὢ λιγοστοὶ κι ὢ διαλεχτοὶ κι ἀρίφνητοι αὔριο ἴσως!
Εἶναι μία ἀλήθεια κάτου ἐδῶ ποὺ τὴ χτυπάει τὸ μίσος,
εἶν᾿ ἐδῶ πέρα μία Ὀμορφιὰ ποὺ ἡ καταφρόνια δένει,
κι εἶν᾿ ἐδῶ πέρα μία Ἀρετὴ δειλὴ καὶ ντροπιασμένη.
Ὢ νέοι, ὢ πρωτοξύπνητοι στὸ φῶς, χαρὲς τ᾿ Ἀπρίλη,
ἀπὸ τοὺς πράσινους κορμοὺς γινοντ᾿ οἱ ἄσπροι στύλοι!
Στὴ χώρα ἐσεῖς οἱ λειτουργοὶ κι οἱ λατρευτάδες εἶστε·
δὲ φτάνει· ἐμπρὸς! γιὰ τοὺς Θεούς, ὢ νέοι, πολεμεῖστε.
Κωστής Παλαμάς

 
27 Φεβρουαρίου 1943

Ο εθνικός ποιητής Κωστής Παλαμάς αφήνει την τελευταία του πνοή. Η κηδεία του έγινε την επομένη στο Α' Νεκροταφείο της Αθήνας και μετατράπηκε σε γιγαντιαία εκδήλωση εθνικής αντίστασης. Ο Άγγελος Σικελιανός απήγγειλε το «Ηχήστε οι σάλπιγγες». Ένα πλήθος λαού συνόδευσε τον ποιητή στην τελευταία του κατοικία ψάλλοντας τον Εθνικό Ύμνο.

«Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα!»
Άγγελος Σικελιανός

ΣΕΒΑΣΜΟΣ ΜΗΔΕΝ…
«Εδώ πέθανε ο Κωστής Παλαμάς τον Φεβρουάριο του 1943».
Μόνο αυτή η σκουριασμένη πλάκα έχει μείνει για να μας θυμίζει ότι σε αυτό το ερειπωμένο κτίριο της οδού Περιάνδρου 5 στην Πλάκα έζησε ο εθνικός μας ποιητής. Στο νεοκλασικό αυτό σπίτι πέρασε τις τελευταίες στιγμές της ζωής του ο ποιητής που με τα έργα του συνδέθηκε με όλους τους μεγάλους σταθμούς της ελληνικής ιστορίας, τη Μικρασιατική εκστρατείας, το Έπος του 40 και την Κατοχή.
Οι σοβάδες που πέφτουν τα σπασμένα παραθυρόφυλλα και η στέγη που καταρρέει γεμίζουν θλίψη τους περαστικούς που έκπληκτοι κοντοστέκονται μπροστά από το εγκαταλελειμμένο σπίτι .
Κανείς τους δεν γνώριζε ότι εκεί έζησε ο μεγάλος έλληνας ποιητής γιατί κανείς δεν έχει φροντίσει μέχρι σήμερα να το αποκαταστήσει όπως αρμόζει στη μνήμη και το έργο που μας κληροδότησε, αφήνοντας μας μόνο το χρέος να τα αξιοποιήσουμε.
Αυτά τα χάλια κληροδοτούμε στα παιδιά μας

Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2008

Αριστοτέλους «Ηθικά Νικομάχεια» - Ενότητα 5

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΗΘΙΚΑ ΝΙΚΟΜΑΧΕΙΑ

Ενότητα 5η

Ως αποδεικτικό σημάδι ότι έχουν διαμορφωθεί τα μόνιμα στοιχεία του χαρακτήρα
Σημεῖον δὲ τῶν ἕξεων

μας πρέπει να θεωρούμε το ευχάριστο ή το δυσάρεστο συναίσθημα
δεῖ ποιεῖσθαι τὴν ἐπιγινομένην ἡδονὴν ἢ λύπην

που συνοδεύει τις πράξεις μας
τοῖς ἔργοις·

γιατί αυτός που μένει μακριά από τις σωματικές ηδονές
ὁ μὲν γὰρ ἀπεχόμενος τῶν σωματικῶν ἡδονῶν

και γι αυτό ακριβώς νιώθει ευχάριστα, είναι σώφρονας,
καὶ αὐτῷ τούτῳ χαίρων σώφρων,

ενώ αυτός που δυσανασχετεί, ακόλαστος
ὁ δ᾽ ἀχθόμενος ἀκόλαστος,

επίσης αυτός που αντιμετωπίζει όσα έχουν μέσα τους το στοιχείο του φόβου
καὶ ὁ μὲν ὑπομένων τὰ δεινὰ

και νιώθει ευχάριστα ή τουλάχιστον δε νιώθει δυσάρεστα, είναι ανδρείος,
καὶ χαίρων ἢ μὴ λυπούμενός γε ἀνδρεῖος,

ενώ εκείνος που δοκιμάζει δυσάρεστο συναίσθημα, δειλός.
ὁ δὲ λυπούμενος δειλός.

Και αυτά, επειδή η ηθική αρετή συνδέεται
ἡ γὰρ ἠθικὴ ἀρετή ἐστὶν

με τα ευχάριστα και τα δυσάρεστα συναισθήματα
περὶ ἡδονὰς καὶ λύπας ·

δηλαδή κάνουμε τις τιποτένιες πράξεις για την ευχαρίστηση,
πράττομεν γὰρ τὰ φαῦλα διὰ μὲν τὴν ἡδονὴν,


ενώ μένουμε μακριά από τα αισθητικά ωραία πράγματα
ἀπεχόμεθα δὲ τῶν καλῶν

εξαιτίας του δυσάρεστου συναισθήματος.
διὰ τὴν λύπην.

Γι αυτό πρέπει να έχουμε διαπαιδαγωγηθεί από την πιο μικρή ηλικία,
διὸ δεῖ ἦχθαί πως εὐθὺς ἐκ νέων,

όπως λέει ο Πλάτωνας, με τέτοιον τρόπο, ώστε να δοκιμάζουμε ευχάριστα
ὡς ὁ Πλάτων φησίν, ὥστε χαίρειν τε

και δυσάρεστα συναισθήματα
καὶ λυπεῖσθαι

με αυτά που πρέπει
οἷς δεῖ·

γιατί αυτή είναι η ορθή παιδεία.
αὕτη ἐστίν γὰρ ἡ ὀρθὴ παιδεία.


ΣΧΟΛΙΑ

Ερμηνευτικά καίριων λέξεων του κειμένου.

Έξεις: τα μόνιμα στοιχεία του χαρακτήρα μας, οι σταθεροί τρόποι συμπεριφοράς που μπορεί να είναι καλοί ή κακοί, αρετές ή κακίες.
ηδονή: στο κείμενο είναι το ευχάριστο συναίσθημα το οποίο δε δημιουργείται από σωματικό ερέθισμα. Οι ηδονές του σώματος καλούνται σωματικά ηδοναί. Αντίστοιχο της ηδονής ρήμα είναι το χαίρω.
Λύπη: το αντίθετο της ηδονής, το δυσάρεστο δηλαδή συναίσθημα. Αντίστοιχα ρήματα είναι τα λυπούμαι και άχθομαι.
Σώφρων: αυτός που απέχει από τις υλικές απολαύσεις με την έννοια ότι μπορεί και επιβάλλεται σ΄ αυτές και τις ελέγχει, δοκιμάζοντας όμως παράλληλη ευχαρίστηση γι αυτό. Στην νέα ελληνική: συνετός μυαλωμένος
Ακόλαστος: στην αριστοτελική ορολογία είναι όχι πολύ ακρατής, ο έκδοτος στις ηδονές, αλλά ατός που απέχει από τις υλικές απολαύσεις, όμως δεν δοκιμάζει παράλληλα ευχαρίστηση γι αυτό, αλλά νιώθει δυσάρεστα.

Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2008

Αριστοτέλους «Ηθικά Νικομάχεια» - Ενότητα 1-3

ΕΝΟΤΗΤΑ 1Η

ΚΕΙΜΕΝΟ - ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ


Επειδή, λοιπόν, η αρετή είναι δυο ειδών, διανοητική
Οὔσης δὴ τῆς ἀρετῆς διττῆς, τῆς μὲν διανοητικῆς

και ηθική, η μεν διανοητική στο μεγαλύτερο μέρος
τῆς δὲ ἠθικῆς, ἡ μὲν διανοητικὴ τὸ πλεῖον

και την προέλευση και την αύξησή της τη στηρίζει στη διδασκαλία,
καὶ τὴν γένεσιν καὶ τὴν αὔξησιν ἔχει ἐκ διδασκαλίας,

γι αυτό έχει ανάγκη από την εμπειρία και το χρόνο· η δε ηθική
διόπερ δεῖται ἐμπειρίας καὶ χρόνου, ἡ δ᾽ ἠθικὴ

έχει την προέλευσή της στον εθισμό, από τον οποίο πήρε
περιγίνεται ἐξ ἔθους, ὅθεν ἔσχηκε

και το όνομά της που λίγο διαφέρει από το έθος.
καὶ τοὔνομα μικρὸν παρεκκλῖνον ἀπὸ τοῦ ἔθους.

Από αυτό γίνεται φανερό ότι καμιά από τις ηθικές αρετές
ἐξ οὗ καὶ δῆλον ὅτι οὐδεμία τῶν ἠθικῶν ἀρετῶν

δεν είναι έμφυτη σ’ εμάς· διότι τίποτα απ’ όσα είναι έτσι από τη φύση
φύσει ἡμῖν ἐγγίνεται· οὐθὲν γὰρ τῶν φύσει ὄντων

δεν μπορεί να αποκτήσει διαφορετικές συνήθειες, όπως για παράδειγμα
ἄλλως ἐθίζεται, οἷον

η πέτρα που από τη φύση της πέφτει προς τα κάτω
ὁ λίθος φύσει φερόμενος κάτω

δεν μπορεί να συνηθίσει να κινείται προς τα πάνω,
οὐκ ἂν ἐθισθείη φέρεσθαι ἄνω,


ακόμα κι αν ρίχνοντάς την κάποιος προς τα πάνω αμέτρητες φορές
οὐδ᾽ ἂν ῥιπτῶν τις αὐτὸν ἄνω μυριάκις

προσπαθεί να τη συνηθίσει σ’ αυτό· ούτε η φλόγα προς τα κάτω
ἐθίζῃ, οὐδὲ τὸ πῦρ κάτω,
(μπορεί να αποκτήσει τη συνήθεια να κινείται)

ούτε τίποτα άλλο που από τη φύση του συμπεριφέρεται με άλλο τρόπο
οὐδ᾽ ἄλλο οὐδὲν τῶν πεφυκότων ἄλλως

είναι δυνατόν να αποκτήσει διαφορετικές συνήθειες.
ἂν ἐθισθείη ἄλλως.

Οι αρετές, λοιπόν, δε γεννιούνται μέσα μας, ούτε σύμφωνα με τη φύση
οὔτ᾽ αἱ ἀρεταί ἄρα ἐγγίνονται, φύσει

ούτε αντίθετα σ’ αυτή, αλλά εμείς είμαστε γεννημένοι
οὔτε παρὰ φύσιν ἀλλὰ πεφυκόσι μὲν ἡμῖν

με την ικανότητα να δεχόμαστε αυτές και να τελειοποιούμαστε σ’ αυτές
δέξασθαι αὐτάς, τελειουμένοις δὲ

με τον εθισμό.
διὰ τοῦ ἔθους.



ΕΝΟΤΗΤΑ 2Η

ΚΕΙΜΕΝΟ - ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ


Ακόμα δε όσες ιδιότητες έχουμε από τη φύση
Ἔτι ὅσα μὲν ἡμῖν παραγίνεται φύσει,

πρώτα τις παίρνουμε ως δυνατότητες
πρότερον κομιζόμεθα τὰς δυνάμεις τούτων,

και ύστερα τις καθιστούμε ενέργειες
ὕστερον δὲ τὰς ἐνεργείας ἀποδίδομεν

(πράγμα το οποίο είναι φανερό στην περίπτωση των αισθήσεων)·
(ὅπερ δῆλον ἐπὶ τῶν αἰσθήσεων ·

διότι δεν αποκτήσαμε τις αντίστοιχες αισθήσεις επειδή είδαμε πολλές φορές
οὐ γὰρ ἐλάβομεν τὰς αἰσθήσεις, ἐκ τοῦ πολλάκις ἰδεῖν

ή ακούσαμε πολλές φορές, αλλά αντιστρόφως, πρώτα είχαμε τις αισθήσεις
ἢ ἀκοῦσαι πολλάκις ἀλλ᾽ ἀνάπαλιν ἔχοντες

και μετά τις χρησιμοποιήσαμε.
ἐχρησάμεθα, οὐ χρησάμενοι ἔσχομεν)·


Τις αρετές όμως τις αποκτούμε αφού πρώτα τις ασκήσουμε,
τὰς δ᾽ ἀρετὰς λαμβάνομεν πρότερον ἐνεργήσαντες,

όπως βέβαια συμβαίνει και στις άλλες τέχνες· διότι όσα πρέπει να μάθουμε να κάνουμε
ὥσπερ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων τεχνῶν· ἃ γὰρ δεῖ μαθόντας ποιεῖν,

τα μαθαίνουμε κάνοντάς τα,
ταῦτα ποιοῦντες μανθάνομεν,

όπως για παράδειγμα γίνεται κανείς οικοδόμος με το να οικοδομεί
οἷον γίνονται οἰκοδόμοι οἰκοδομοῦντες

και κιθαριστής με το να παίζει κιθάρα.
καὶ κιθαρισταί κιθαρίζοντες·

Με τον ίδιο τρόπο γινόμαστε δίκαιοι κάνοντας δίκαιες πράξεις,
οὕτω δὴ δίκαιοι γινόμεθα καὶ τὰ μὲν δίκαια πράττοντες,

σώφρονες με το να επιτελούμε σώφρονα έργα
σώφρονες δὲ τὰ σώφρονα,

και ανδρείοι με το να κάνουμε ανδραγαθήματα.
ἀνδρεῖοι δ᾽ τὰ ἀνδρεῖα.


ΕΝΟΤΗΤΑ 3Η

ΚΕΙΜΕΝΟ - ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Τα παραπάνω τα επιβεβαιώνει και αυτό που συμβαίνει στα κράτη•
Μαρτυρεῖ δὲ καὶ τὸ γινόμενον ἐν ταῖς πόλεσιν·

οι νομοθέτες δηλαδή να κάνουν τους πολίτες καλούς με τον εθισμό,
οἱ γὰρ νομοθέται ποιοῦσιν τοὺς πολίτας ἀγαθούς ἐθίζοντες,

και αυτή είναι η επιτυχία κάθε νομοθέτη,
καὶ τοῦτ᾽ ἐστίν τὸ μὲν βούλημα παντὸς νομοθέτου ,

ενώ όσοι δεν το κάνουν αυτό σωστά δεν πετυχαίνουν αυτό που επιδιώκουν•
ὅσοι δὲ μὴ ποιοῦσιν αὐτὸ εὖ ἁμαρτάνουσιν,

σ’ αυτό εξάλλου διαφέρει και το ένα πολίτευμα από το άλλο, το καλό πολίτευμα
τούτῳ καὶ διαφέρει πολιτεία πολιτείας ἀγαθὴ

από το λιγότερο καλό πολίτευμα.
φαύλης.

Ακόμα κάθε αρετή και γεννιέται και φθείρεται για τους ίδιους λόγους
Ἔτι πᾶσα ἀρετὴ καὶ γίνεται καὶ φθείρεται ἐκ τῶν αὐτῶν

και με τα ίδια μέσα – το ίδιο και κάθε τέχνη•
καὶ διὰ τῶν αὐτῶν, ὁμοίως δὲ καὶ τέχνη·

γιατί παίζοντας κιθάρα γίνονται και οι καλοί και κακοί κιθαριστές•
ἐκ γὰρ τοῦ κιθαρίζειν γίνονται καὶ οἱ ἀγαθοὶ καὶ κακοὶ κιθαρισταί.

και με τον ανάλογο τρόπο και οι οικοδόμοι και όλοι οι άλλοι τεχνίτες.
ἀνάλογον δὲ καὶ οἰκοδόμοι καὶ οἱ λοιποὶ πάντες·

Δηλαδή χτίζοντας με καλό τρόπο σπίτια θα γίνουν καλοί οικοδόμοι,
ἐκ τοῦ εὖ οἰκοδομεῖν μὲν γὰρ ἔσονται ἀγαθοὶ οἰκοδόμοι,

όμως χτίζοντας με κακό τρόπο, κακοί. Γιατί, αν δε συνέβαιναν έτσι τα πράγματα
ἐκ δὲ τοῦ κακῶς κακοί. εἰ γὰρ μὴ οὕτως εἶχεν,

καθόλου δε θα χρειαζόταν ο άνθρωπος που θα δίδασκε, αλλά όλοι οι τεχνίτες
οὐδὲν ἂν ἔδει τοῦ διδάξοντος, αλλά πάντες

θα ήταν από τη γέννησή τους καλοί η κακοί.
αν εγίγνοντο αγαθοί ή κακοί.

Σάββατο 9 Ιουνίου 2007

Παλαμάς - ΠΑΤΡΙΔΕΣ

ΠΑΤΡΙΔΕΣ

...
Εδώ ουρανός παντού κι ολούθε ήλιου αχτίνα,
και κάτι ολόγυρα σαν του Υμηττού το μέλι,
βγαίνουν αμάραντ’ από μάρμαρο τα κρίνα,
λάμπει γεννήτρα ενός Ολύμπου η θεία Πεντέλη.

Στην ομορφιά σκοντάβει σκάφτοντας η αξίνα,
στα σπλάχνα αντί θνητούς θεούς κρατά η Κυβέλη,
μενεξεδένιο αίμα γοργοστάζ’ η Αθήνα
κάθε που τη χτυπάν του Δειλινού τα βέλη.

Της ιερής ελιάς εδώ ναοί και οι κάμποι
ανάμεσα στον όχλο εδώ που αργοσαλεύει
καθώς απάνου σ’ ασπρολούλουδο μια κάμπη,

ο λαός των λειψάνων ζη και βασιλεύει
χιλιόψυχος, το πνεύμα και στο χώμα λάμπει,
το νιώθω, με σκοτάδια μέσα μου παλεύει

Εκεί που ακόμα ζουν οι Φαίακες του Ομήρου
και σμίγ’ η Ανατολή μ’ ένα φιλί τη Δύση,
κι ανθεί παντού με την ελιά το κυπαρίσσι,
βαθύχρωμη στολή στο γαλανό του Απείρου

Πατρίδες! Αέρας, γη, νερό, φωτιά! Στοιχεία,
αχάλαστα και αρχή και τέλος των πλασμάτων,
σα θα περάσω στη γαλήνη των μνημάτων,
θα σας ξανάβρω, πρώτη και στερνή ευτυχία!

...1895

Κυριακή 21 Ιανουαρίου 2007

Βίκτωρ Ουγκώ: Το Ελληνόπουλο - L'enfant

Απόδοση στα ελληνικά: Κωστής Παλαμάς

Τούρκοι διαβήκαν, χαλασμός, θάνατος πέρα ως πέρα.
Η Χίο, τ'όμορφο νησί, μαύρη απομένει ξέρα,
με τα κρασιά, με τα δεντρά
τ'αρχοντονήσι, που βουνά και σπίτια και λαγκάδια
και στο χορό τις λυγερές καμιά φορά τα βράδια
καθρέφτιζε μεσ' τα νερά.

Ερμιά παντού. Μα κοίταξε κι απάνου εκεί στο βράχο,
στου κάστρου τα χαλάσματα κάποιο παιδί μονάχο
κάθεται, σκύβει θλιβερά
το κεφαλάκι, στήριγμα και σκέπη του απομένει
μόνο μιαν άσπρη αγράμπελη σαν αυτό ξεχασμένη
μεσ'την αφάνταστη φθορά.

Φτωχό παιδί, που κάθεσαι ξυπόλυτο στις ράχες
για να μην κλαις λυπητερά, τι ΄θελες τάχα να 'χες
για να τα ιδώ τα θαλασσά
ματάκια σου ν'αστράψουνε, να ξαστερώσουν πάλι
και να σηκώσεις χαρωπά σαν πρώτα το κεφάλι
με τα μαλλάκια τα χρυσά;

Τι θέλεις άτυχο παιδί, τι θέλεις να σου δώσω
για να τα πλέξεις ξέγνοιαστα, για να τα καμαρώσω
ριχτά στους ώμους σου πλατιά
μαλλάκια που του ψαλιδιού δεν τάχει αγγίξει η κόψη
και σκόρπια στη δροσάτη σου τριγύρω γέρνουν όψη
και σαν την κλαίουσα την ιτιά;

Σαν τι μπορούσε να σου διώξει τάχα το μαράζι;
Μήπως το κρίνο απ' το Ιράν που του ματιού σου μοιάζει;
Μην ο καρπός απ'το δεντρί
που μεσ' στη μουσουλμανική παράδεισο φυτρώνει,
κι έν' άλογο χρόνια εκατό κι αν πιλαλάει, δε σώνει
μεσ'απ' τον ίσκιο του να βγει;

Μην το πουλί που κελαηδάει στο δάσος νύχτα μέρα
και με τη γλύκα του περνάει και ντέφι και φλογέρα;
Τι θες κι απ΄όλα τούτα τ' αγαθά;
Πες. Τ' άνθος, τον καρπό; Θες το πουλί;
Διαβάτη,
μου κράζει το Ελληνόπουλο με το γαλάζιο μάτι:
Βόλια, μπαρούτι θέλω. Να.