Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γλώσσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γλώσσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 26 Νοεμβρίου 2021

Η εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας

Εισαγωγή

Σύμφωνα με τους νομπελίστες ποιητές Σεφέρη και Ελύτη ο συνδετικός κρίκος όλων των ιστορικών περιόδων του ελληνικού πολιτισμού από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα είναι η ελληνική γλώσσα. Ετυμολογικά  η λέξη γλώσσα ετυμολογικά προέρχεται από τις αρχαιοελληνικές λέξεις γλωχίν και γλώξ που σημαίνουν κάτι μυτερό.[1] Η σημερινή της μορφή διαμορφώθηκε στο διάβα των αιώνων και γι’ αυτό πέρασε από πολλές εξελικτικές φάσεις. Οι  περίοδοι αυτές είναι: 

  • α) η Πρωτο-ελληνική (μέχρι τον 15ο αι. π.Χ.), 
  • β) η Αρχαία ελληνική (15ος αι.-300 π.Χ.), 
  • γ) η Ελληνιστική Κοινή (300 π.Χ. – 6ος αι. μ.Χ.), 
  • δ) η Μεσαιωνική (6ος αι. -15ος αι.) και 
  • ε) η Νεοελληνική (15ος  – σήμερα).[2]


Η ινδοευρωπαϊκή ρίζα

Η ελληνική γλώσσα ανήκει στη μεγάλη οικογένεια των Ινδοευρωπαϊκών γλωσσών και αποτελεί από μόνη της μια ξεχωριστή κατηγορία. Η ιστορία της ξεκινά με τους Προέλληνες (Πελασγούς, Λέλεκες, Κάρες) που συναντήθηκαν «γλωσσικά» με τα ελληνικά φύλλα των Ιώνων, Αχαιών και Δωριέων όταν αυτοί ήρθαν να εγκατασταθούν στον Ελλαδικό χώρο.[3] Ο επόμενος σταθμός στην εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας είναι η ανάπτυξη του ελληνικού αλφαβήτου με βάση το φοινικικό που είχε μόνο σύμφωνα. Σε αυτό οι Έλληνες προσθέτουν τα φωνήεντα και δημιουργούν την αρχαϊκή ελληνική γραφή (9ος αιώνας π. Χ.), η οποία χαρακτηρίζεται από τα κεφαλαία γράμματα, την απουσία διαστημάτων ανάμεσα στις λέξεις, αλλά και τις διαφορές τόσο στη γραφή όσο και στην ομιλία ανάλογα με τον γεωγραφικό τόπο διαμονής.

Οι τρεις αρχαιοελληνικές διάλεκτοι

Με αυτό τον τρόπο δημιουργούνται τρείς διάλεκτοι στον αιγιακό χώρο: η ιωνική (Αττική και ιωνικά παράλια Μικρασίας), η αιολική (Θεσσαλία και Αιολία, δηαλδή στην Μικρασία, απέναντι  από τη Λέσβο) και η δωρική (Πελοπόννησος και νότια Μικαρασιάτικα παράλια απέναντι από τη Ρόδο).

Η ιωνική χρησιμοποιείται για τη δημιουργία του έπους, της λυρικής ποίησης, της ιστοριογραφίας, του δράματος (τραγωδία, κωμωδία), της ρητορείας και της φιλοσοφίας και εξελίσσεται στην αττική διάλεκτο. Η αιολική βοηθάει στην καλλιέργεια της μελικής ποίησης, ενώ η δωρική στην χορική ποίηση και το ειδύλλιο.[4]

Η ελληνιστική κοινή. Η γλώσσα των Ευαγγελίων

Η αττική διάλεκτος με τις κατακτήσεις του μεγάλου Αλεξάνδρου έρχεται σε επαφή με πολλούς ξένους πολιτισμούς και γλώσσες, με αποτέλεσμα τη γέννηση της ελληνιστικής κοινής γλώσσας, την διεθνή γλώσσα της εποχής (όπως είναι τα αγγλικά σήμερα). Στην ελληνιστική κοινή, η γλώσσα απλοποιείται, καθώς πολλές λέξεις από την αττική διάλεκτο χάνονται, καινούργιες προστίθενται και εισάγονται ξένες, ενώ άλλες που προϋπήρχαν αλλάζουν σημασία.

Η αττικίζουσα διάλεκτος

Τον 1ο αι. π.Χ. Αλεξανδρινοί λόγιοι θέλοντας να επαναφέρουν την πολιτιστική ακμή του 5ου αιώνα π.Χ. αρχίζουν να διδάσκουν την αττική διάλεκτο σαν γλώσσα πνευματικής καλλιέργειας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το γλωσσικό διχασμό μεταξύ της λόγιας αττικίζουσας γλώσσας των μορφωμένων εκείνης της εποχής και της ελληνιστικής κοινής του λαού.[5]  Αξιοσημείωτο είναι ότι η αττικίζουσα διάλεκτος χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα στα διαγγέλματα από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως

Η Μεσαιωνική (πρώιμη και όψιμη)

Στη Μεσαιωνική περίοδο της ελληνικής γλώσσας και συγκεκριμένα τους δυο πρώτους αιώνες (4ος-6ος αιώνας) της πρώιμης μεσαιωνικής γλώσσας (4ος-11οςαιώνας) συνυπάρχουν τρεις γλωσσικές διάλεκτοι: η αττικίζουσα των λογίων, η δημώδης του λαού και η λατινική της διοίκησης. Αυτό ισχύει μέχρι και την περίοδο της βασιλείας του Ιουστινιανού (482-565 μ. Χ.), ενώ στη συνέχεια -από τον 7ο αιώνα μέχρι την πτώση της Κωνσταντινούπολης- συνυπάρχουν η δημώδης του λαού και η αττικίζουσα σε συνάρτηση με την αρχαΐζουσα των λογίων και της κρατικής γραφειοκρατίας.[6]

Αυτή που εξελίσσεται είναι η δημώδης γλώσσα, η οποία εμπλουτίζει το λεξιλόγιό της με νέες λέξεις από τη λατινική γλώσσα για τη διοίκηση, τα  τοπωνύμια, τις ονομασίες ημερολογιακών μηνών, καθώς και καταλήξεις, όπως: -άτος, -άριος, -πούλος, κ.ά.[7] Επίσης, γλωσσικά δάνεια υπάρχουν και από την επαφή με τους Σλάβους και τους Άραβες.

Τέλος, κατά την όψιμη περίοδο της μεσαιωνικής ελληνικής (12ος 15ος αι.)  σχηματίζονται νέες σύνθετες λέξεις και νέες καταλήξεις, όπως:  –ας, -σιμον, -ίκιον, -εα.[8] Οι τελευταίες αλλαγές οδηγούν στη δημιουργία των κύριων χαρακτηριστικών της νεοελληνικής γλώσσας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το έπος του Διγενή Ακρίτα (12ος αιώνας), το οποίο θεωρείται η απαρχή της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

Η Νεοελληνική

Η περίοδος της Τουρκοκρατίας χαρακτηρίζεται από τη χρήση μιας λαϊκής ελληνικής γλώσσας με τοπικούς ιδιωματισμούς (ο ιδιωματισμός έχει μικρές διαφοροποιήσεις από την κοινή γλώσσα και χρησιμοποιείται σε περιορισμένο τόπο, π.χ. το κρητικό ιδίωμα) και διαλέκτους, με πολλά γλωσσικά δάνεια από την τουρκική και τη βενετσιάνικη γλώσσα (ανάλογα με τους εκάστοτε κατακτητές της περιοχής). Από αυτές σήμερα θεωρούνται ως επίσημοι διάλεκτοι (διάλεκτος θεωρείται  η γλωσσική  μορφή που χρησιμοποιείται από τον πληθυσμό μιας μεγάλης γεωγραφική περιοχής και παρουσιάζει σημαντικές διαφορές σε φωνητικό, συντακτικό και λεξιλογικό επίπεδο από την επίσημη γλώσσα) τα ποντιακά, τα κατωϊταλικά και τα τσακώνικα.

Από τις αρχές του 19ου αιώνα δημιουργήθηκε το «γλωσσικό ζήτημα», καθώς διαμορφώθηκαν δυο γλωσσικές τάσειςˑ η πρώτη θεώρησε ότι τα αρχαία είναι η κατάλληλη γλώσσα του γένους, ενώ η δεύτερη την κοινή προφορική γλώσσα. Ο Αδαμάντιος Κοραής πρότεινε την «μέση οδό», με αποτέλεσμα την δημιουργία της καθαρεύουσας, την οποία υιοθετεί το επίσημο Ελληνικό Βασίλειο. Με τον τρόπο αυτό, στην πρωτεύουσα Αθήνα δημιουργείται από τους λόγιους Φαναριώτες η Ρομαντική Αθηναϊκή Λογοτεχνική Σχολή, η οποία μέχρι το 1880 εκφράζεται στην αρχαΐζουσα (ακραία μορφή καθαρεύουσας), ενώ στα Επτάνησα λόγω του Σολωμού επικρατεί η δημοτική.

Το 1888 ο Ιωάννης Ψυχάρης με το βιβλίο του Το Ταξίδι υπερασπίζεται την δημοτική γλώσσα του λαού (η γλώσσα των «μαλλιαρών», όπως ονομαζόταν), ενώ το 1901 και το 1903 με τα γνωστά «Ευαγγελικά» (μετάφραση των Ευαγγελίων στη δημοτική) και «Ορεστειακά» (μετάφραση της τραγωδίας του Αισχύλου στη δημοτική) αντίστοιχα, ένας άνθρωπος χάνει τη ζωή του. Ο γλωσσικός δυισμός συνεχίζεται και το 1911 όταν με την συνταγματική μεταρρύθμιση του Βενιζέλου η καθαρεύουσα ορίζεται επίσημη γλώσσα του κράτους. Μόλις το 1917 με την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και τη συνδρομή του Μανόλη Τριανταφυλλίδη αρχίζει να διδάσκεται η δημοτική στις τρεις πρώτες τάξεις του Δημοτικού. Το 1964 για πρώτη φορά καθιερώνεται (πρωθυπουργία Γ. Παπανδρέου) η ισοτιμία δημοτικής-καθαρεύουσας, ενώ το 1976 -μετά την πραξικοπηματική παρένθεση επαναφοράς της καθαρεύουσας- ο υπουργός Παιδείας Γ. Ράλλης λύνει οριστικά το «γλωσσικό ζήτημα» και η δημοτική γίνεται επίσημη γλώσσα του Ελληνικού κράτους.[9]

Αγησίλαος Κ. Αλιγιζάκης, ιατρός ορθοπεδικός και πολιτισμολόγος. Κατάγεται από τα Χανιά και εργάζεται στο ιατρείο του στο Ηράκλειο Κρήτης. Είναι συγγραφέας πέντε ερευνητικών βιβλίων για την μουσικοχορευτική παράδοση της Κρήτης και χορευτής ελληνικών παραδοσιακών χορών για 36 χρόνια.

Βιβλιογραφία

  1. Βούρτσης Ι., «Εξέλιξη και διάλεκτοι της ελληνικής γλώσσας», στο Βούρτσης Ι. Μανακίδου Ε., κ.ά., Εισαγωγή στον Ελληνικό πολιτισμό, τόμος Α, Η έννοια του πολιτισμού. Όψεις του Ελληνικού πολιτισμού, ΕΑΠ, Πάτρα 1999, σ. 247-305.
  2. Μπαμπινιώτης Γ., Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας, εκδ. Κέντρο Λεξικολογίας Ε.Π.Ε., Αθήνα3

[1]Γ. Μπαμπινιώτης, Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας, εκδ. Κέντρο Λεξικολογίας Ε.Π.Ε., Αθήνα, 32008.

[2]Ι. Βούρτσης, «Εξέλιξη και διάλεκτοι της ελληνικής γλώσσα», στο Βούρτσης Ι. Μανακίδου Ε. κ.ά., Εισαγωγή στον Ελληνικό πολιτισμό, τόμος Α, Η έννοια του πολιτισμού. Όψεις του Ελληνικού πολιτισμού, ΕΑΠ, Πάτρα 1999, σ. 257.

[3]Ό.π., σ. 258-259.

[4]Ό.π., σ. 266-280.

[5]Ό.π., σ. 281-293.

[6]Ό.π., σ. 290-294.

[7]Ό.π., σ. 292.

[8]Ό.π.,  σ. 293.

[9]Ό.π.,  σ. 299-301.


fractalart.gr

Κυριακή 23 Αυγούστου 2020

Η σχέση γλώσσας και σκέψης

Σήμερα θα μιλήσουμε για τη σχέση γλώσσας και σκέψης. Το θέμα, όπως αντιλαμβάνεστε, είναι ενδιαφέρον.

Όχι ότι θα δώσουμε απάντηση σ’ αυτό το μεγάλο πρόβλημα που τόσο έχει συζητηθεί και συζητιέται και θα συζητιέται ίσως «ες αεί». Δεν πρόκειται για την απάντηση. Αυτή έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει, αφού δεν έχει δοθεί από τους ειδικούς. Άλλο θα κάνουμε, που νομίζω ότι είναι κι αυτό αρκετά ενδιαφέρον.
Θα αναφερθούμε σ’ εκείνους που ασχολήθηκαν μ’ αυτό το πρόβλημα και θα παρακολουθήσουμε τις απόψεις τους. Θα πάρουμε, έτσι, μιαν ιδέα αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο είδαν τη σχέση γλώσσας και σκέψης φιλόσοφοι, επιστήμονες (γλωσσολόγοι, νευροεπιστήμονες, παιδαγωγοί, ψυχολόγοι, γιατροί) και άλλοι που έσκυψαν πάνω σ’ αυτό το θέμα το τόσο καίριο, τόσο σημαντικό για τη ζωή μας αλλά και τόσο άγνωστο.

Αρχίζουμε, λοιπόν, από τους αρχαίους Έλληνες, διότι, όσο ξέρω, είναι οι πρώτοι στον κόσμο που αντίκρισαν αυτό το θέμα ερευνητικά. Και μάλιστα αρχίζουμε με τον Πλάτωνα. Στο έργο του που φέρει τον τίτλο Σοφιστής, ο Ξένος και ο σοφιστής Θεαίτητος συζητούν ανάμεσα στα άλλα και τη σχέση γλώσσας και σκέψης. Ύστερα μάλιστα από διεξοδική συζήτηση κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η γλώσσα ταυτίζεται με τη σκέψη. Ακούστε τους:
Ξένος: Ούκοΰν, Θεαίτητε, λέει ο Ξένος, διάνοια και λόγος ταύτόν πλήν ό μέν εντός τής ψυχής πρός αυτήν .διάλογος ανευ φωνής γιγνόμενος τούτ’ αυτό ήμΐν έπωνομάσθη διάνοια;
Θεαίτητος: Πάνυ μέν ούν.
Ξένος: Τό δέ γ’ απ’ εκείνης ρεύμα διά τού στόματος ιόν μετά φθόγγου κέκληται λόγος;
Θεαίτητος: ’Αληθή.
Το μεταφέρω στα Νέα Ελληνικά:
Ξένος: Λοιπόν, Θεαίτητε, από όσα συζητήσαμε έως τώρα, συνάγεται ότι η σκέψη και ο λόγος είναι το ίδιο πράγμα. Με μόνη τη διαφορά ότι ονομάστηκε από μας σκέψη ο διάλογος που κάνει μέσα της η ψυχή με τον εαυτό της χωρίς να μετέχει η φωνή;
Θεαίτητος: Βεβαιότατα.
Ξένος: Και από την άλλη μεριά το ρεύμα που βγαίνει απ’ εκείνην και περνάει από το στόμα ενωμένο με τη φωνή, αυτό δεν έχει ονομαστεί λόγος;
Θεαίτητος: Βεβαιότατα,
Επομένως, για τον Πλάτωνα, η σκέψη είναι εσωτερικευμένη γλώσσα, ενώ η γλώσσα είναι εξωτερικευμένη σκέψη. Άλλωστε οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν την ίδια λέξη «λόγος», για να δηλώσουν τόσο τη γλώσσα όσο και τη λογική. Σήμερα μιλούμε για ενδόμυχο λόγο και για φωνούμενο λόγο. Είναι αξιοσημείωτο ότι και στις δύο περιπτώσεις μιλούμε για λόγο. Δεν είναι φρόνιμο αυτά να θεωρηθούν τυχαία ή συμπτωματικά.
Λανθάνει η αντίληψη που έχει ο Έλληνας ότι υπάρχει στενός δεσμός ανάμεσα στη γλώσσα και στη σκέψη. Λόγος είναι και η γλώσσα, όπως λόγος είναι και η σκέψη. Μήπως και το ρήμα «συλλογίζομαι» (συνλογίζομαι: σκέφτομαι και κατά τη σκέψη μου χρησιμοποιώ τον λόγο, σκέφτομαι με τον λόγο) δεν σημασιοδοτεί ανάλογη αντίληψη; αντίληψη που δένει άρρηκτα τη γλώσσα με τη σκέψη;
Ανάλογη αντίληψη υποκρύπτουν και τα ρήματα φράζω και φράζομαι στον Όμηρο: φράζω σημαίνει λέγω.
Αυτοί δ’ αΰτε παρά ρόον Ώκεανοΐο ποταμοιο ήομεν οφρα ές τόπον άφικόμεθ’ αν φράσε Κίρκη.
Κι εμείς πάλι πλέαμε στα ρεύματα του Ωκεανού ώσπου φτάσαμε στον τόπο για τον οποίο μας είχε μιλήσει η Κίρκη.
Μιλάει ο Οδυσσέας στο παλάτι του Αλκίνοου, όπου διηγείται στον βασιλιά και στους άλλους άρχοντες τις ατελείωτες περιπέτειές του. Είναι φανερό ότι το ρήμα φράζω σημαίνει εδώ λέγω/μιλώ. Θυμηθείτε και τα νεοελληνικά εκφράζω, παραφράζω, συμφράζω (συμφραζόμενα), φράση, έκφραση, εκφραστικός, εκφραστικότητα κλπ.

Στον Όμηρο, πάλι, συναντούμε το βήμα φράζομαι με τη σημασία του σκέπτομαι:
φράζεο, Τυδεΐδη, και χάξεο μηδέ θεοισιν ισα έθελε φρονέειν.
Σκέψου, γιε του Τυδέα, και σχάσου και μη θέλεις να γίνεις ίδιος με τους θεούς.
Είναι φανερό ότι το φράζομαι στο χωρίο αυτό του Ομήρου έχει ανάλογη χρήση με τη χρήση του ρήματος συλλογίζομαι. Μέσα στο φράζομαι άνετα μπορεί κανείς να αναγνώσει τη φράση (φράζω), λέξη ανάλογη στη σημασία με τη λέξη λόγος. Δηλαδή <φράζομαι=σκέπτομαι χρησιμοποιώντας τη φράση (το λόγο).
Στον λόγο, λοιπόν, του ελληνικού λαού από τα χρόνια του Ομήρου (και ποιος μπορεί να ξέρει και πόσους αιώνες πριν) έως σήμερα λανθάνει η αντίληψη ότι η σκέψη γίνεται με τον λόγο. Για την επαλήθευση αυτής της αντίληψης, θα μπορούσε κανείς να επικαλεστεί και άλλα χωρία του Ομήρου καθώς και άλλους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς. Δεν θα το κάμω, όμως. Αν και θα άξιζε τον κόπο. Έχει γοητεία αυτή η έρευνα. Ο χρόνος δεν μας παίρνει.

Θα αναφερθώ, ωστόσο, στον προσωκρατικό φιλόσοφο Ηράκλειτο (6ος αιώνας π.Χ.), σ’ αυτόν τον μεγάλο και σκοτεινό, όπως τον είπαν, εφέσιο φιλόσοφο, από το έργο του οποίου μόνον αποσπάσματα σώζονται στα Fragmenta philosophorum Graecoruin. Γράφει, λοιπόν, σ’ ένα από αυτά τα αποσπάσματα σχετικά με την ψυχή: Πείρατα ψυχής ούκ άν έξεύροιο πάσαν έπιπορευόμενος οδόν οΰτω βαθύν λόγον έχει· έστι ψυχής λόγος έωυτόν αύξων.
Την άκρη της ψυχής δεν μπορεί κανείς να τη βρει όποιον δρόμο και να πάρει- τόσο βαθύς είναι ο λόγος της· υπάρχει λόγος στην ψυχή που αυξάνει τον εαυτό του.

Δεν θα με απασχολήσει εδώ η σημασία της λέξης λόγος. Πολλά έχουν γραφεί και θα γραφούν ακόμη από τους φιλοσόφους και τους φιλολόγους που ερμηνεύουν τον Ηράκλειτο. Θα πω μόνον ότι ο Ηράκλειτος, για να δηλώσει την απεραντοσύνη της ψυχής επέλεξε τη λέξη λόγος, η οποία, βεβαίως, παραπέμπει στη γλώσσα. Βαθύς ο λόγος της ψυχής. Που θα μπορούσε να σημαίνει ότι η ψυχή είναι τρίσβαθη και απέραντη και ανεξερεύνητη, όπως ο λόγος. Μόνον αυτή η λέξη έχει τη δύναμη να αποδώσει την έκταση και το βάθος της ψυχής, η λέξη λόγος.

Βλέπω, δηλαδή, στο απόσπασμα αυτό του Ηράκλειτου να παραλληλίζεται το βάθος και η απεραντοσύνη της ψυχής με το βάθος και την απεραντοσύνη του λόγου. Θα μπορούσα, φυσικά, να τα παρουσιάσω αυτά πιο απλά, χωρίς να αδικήσω τον Ηράκλειτο και χωρίς να βάλω κανέναν σε πειρασμό: τρίσβαθη και απέραντη η ψυχή όπως ο λόγος, που διαρκώς πολλαπλασιάζει τον εαυτό του. Και αντιστρόφως, τρίσβαθη και απέραντη η γλώσσα (λόγος) όπως η ψυχή. Σημασία για την περίπτωσή μας έχει το γεγονός ότι ο φιλόσοφος επιλέγει και χρησιμοποιεί τη λέξη λόγος προκειμένου να μιλήσει για γνωρίσματα/ιδιότητες που σχετίζονται με το βάθος και την απεραντοσύνη της ψυχής.

Με την ίδια λέξη λόγος θ’ αρχίσει αργότερα, έξι αιώνες μετά τον Ηράκλειτο, το ευαγγέλιό του ο ευαγγελιστής Ιωάννης:
Έν αρχή ήν ό λόγος, θα πει,καί ό λόγος ήν πρός τόν θεόν καί θεός ήν ό λόγος.
Που σημαίνει ότι κι αυτός, όπως ο Ηράκλειτος, επέλεξε τη λέξη λόγος προκειμένου να τη συσχετίσει με τον Θεό, προκειμένου δηλαδή να μιλήσει για κάτι πολύ πολύ σημαντικό, ό,τι πιο σημαντικό θα μπορούσε να υπάρξει. Και μάλιστα για έναν ευαγγελιστή, τον πιο αξιόλογο ευαγγελιστή από τους μαθητές του Χριστού. Έκρινε, με άλλα λόγια, ο Ιωάννης, ότι αυτή είναι η λέξη που θα μπορούσε να παραπέμψει καλύτερα από κάθε άλλην στη μεγαλοσύνη και την απεραντοσύνη και την παντοδυναμία κλπ. του Θεού.

Στα νεότερα χρόνια, στις αρχές του αιώνα μας, μιλάει με ανάλογο τρόπο για τη σχέση γλώσσας και σκέψης ο Ferdinand de Saussure, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης και πατέρας της νεότερης γλωσσολογίας με τεράστιο έργο και μεγάλη προσφορά στην έρευνα και τη μελέτη της γλώσσας. Το έργο του αποτελεί σταθμό στην επιστήμη της γλωσσολογίας. Αρχίζει μαζί του μια καινούρια περίοδος στη μελέτη των γλωσσών.
Η γλώσσα, λέει ο Saussure, και η σκέψη δένονται μεταξύ τους όπως δένονται οι δύο πλευρές μιας κόλλας χαρτιού. Όπως, παρατηρεί, δεν μπορούμε να εννοήσουμε μια κόλλα χαρτιού με μια μονάχα πλευρά, έτσι δεν μπορούμε να εννοήσουμε γλώσσα χωρίς σκέψη και σκέψη χωρίς γλώσσα. Και όχι μόνον αυτό· προχωρεί και πιο κει: αν, παρατηρεί, τραυματίσουμε τη μια πλευρά του χαρτιού, θα δεχθεί το τραύμα και η άλλη. Έτσι και με τη γλώσσα και τη σκέψη: αν τραυματίσουμε τη σκέψη, θα τραυματίσουμε τη γλώσσα και, αντιστρόφως, αν τραυματίσουμε τη γλώσσα, θα τραυματίσουμε τη σκέψη. Παρένθεση.

Αυτά που είχε συλλάβει και είχε διατυπώσει ο Saussure για τη σχέση γλώσσας και σκέψης χωρίς εμπειρική έρευνα, φαίνεται να τα επαληθεύουν οι σημερινές επιστήμες με την έρευνά τους την εμπειρική. Έχει εντοπιστεί π.χ. στον εγκέφαλο το «τετράπλευρο της γλώσσας», το οποίο αποτελείται από τέσσερα κέντρα, δύο κινητικά και δύο αισθητικά. Κινητικά είναι το κέντρο του Broca και το κέντρο του Exner· αισθητικά είναι τα κέντρα του Wernicke και του Kunsmal. Ονομάστηκαν όλα, όπως συνηθίζεται σ’ αυτές τις περιπτώσεις, από τα ονόματα των επιστημόνων οι οποίοι τα διαπίστωσαν και τα προσδιόρισαν.
Κλινικές παθήσεις έδειξαν ότι, όταν βλάπτονται τα κέντρα αυτά, βλάπτεται η ανθρώπινη γλώσσα και διαταράσσεται η ανθρώπινη επικοινωνία. Έτσι, βλάβες στα κέντρα του Broca και του Εxner συνεπάγονται αντίστοιχα την αφασία και την αγραφία, ενώ βλάβες στα κέντρα του Wernicke και του Kunsmal επιφέρουν αντίστοιχα τη λεξική κώφωση, κατά την οποία ο άνθρωπος δεν αντιλαμβάνεται τις λέξεις δια της ακοής, και τη λεξική τύφλωση, κατά την οποία παρουσιάζεται αδυναμία ή δυσκολία να αντιληφθεί κανείς με την όραση τις λέξεις.

Γενικά οι επιστήμες που ασχολούνται σήμερα με τα προβλήματα αυτά (νευροεπιστήμες, ψυχογλωσσολογία, παθογλωσσολογία, νευρογλωσσολογία κλπ.) διαπιστώνουν ότι υπάρχει πολύ στενή σχέση ανάμεσα στη γλώσσα και τη σκέψη. Κλείνει η παρένθεση.
Πάντως, για τον F. de Saussure, η γλώσσα δεν είναι υπόθεση ονοματοθεσίας· η λέξη (στη γλωσσολογία την ονομάζουμε με τον γλωσσολογικό όρο σημείο) δεν συνδέει, όπως αφελώς μπορεί να νομίσει κάποιος, ένα όνομα με ένα πράγμα. Η λέξη (το σημείο) έχει εσωτερικότητα, είναι μια ψυχική οντότητα: ενώνει μιαν έννοια με μιαν ακουστική εικόνα.

Ακούστε, όμως, και άλλες σκέψεις του Saussure για τη σχέση γλώσσας και σκέψης —και κλείνω μ’ αυτές. Γράφει:
«Η σκέψη, χαώδης από τη φύση της, υποχρεώνεται να αυτοκαθορίζεται αναλυόμενη. Δεν υπάρχει, λοιπόν, ούτε εξυλοποίηση των σκέψεων, ούτε εκπνευματοποίηση των ήχων, αλλά πρόκειται για το γεγονός, μυστηριακό κατά κάποιον τρόπο, ότι η “σκέψη-ήχος” υπονοεί διαιρέσεις και ότι η γλώσσα επεξεργάζεται τις μονάδες της τοποθετούμενη ανάμεσα σε δύο άμορφες μάζες. Ας φανταστούμε τον αέρα σ’ επαφή με μια μεγάλη έκταση ήρεμου νερού- αν η ατμοσφαιρική πίεση αλλάξει, η επιφάνεια του νερού αναλύεται σε μια σειρά διαιρέσεις, δηλαδή σε κύματα· οι κυματισμοί αυτοί θα δώσουν μιαν ιδέα της ένωσης και, για να το πούμε έτσι, της σύζευξης της σκέψης με τη φωνητική ύλη».
***
Χρίστος Τσολάκης – Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική – Εκδότης: Νησίδες
antikleidi.com

Κυριακή 3 Μαΐου 2020

«ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΚΟΣΜΟΣ»

«Τα όρια της γλώσσας μου είναι τα όρια του κόσμου μου» (Wittgenstein)

Ο άνθρωπος από τη στιγμή που έρχεται στον κόσμο βρίσκεται σε ένα δοσμένο περιβάλλον φυσικό, κοινωνικό, πολιτιστικό, οικονομικό. Τα διάφορα είδη περιβάλλοντος διαμορφώνουν καταλυτικά την προσωπικότητα του ανθρώπου και εν μέρει προκαθορίζουν τη μελλοντική του πορεία. Η ύπαρξη ή μη της οικολογικής ισορροπίας, οι θεσμοί, οι νόμοι, οι αξίες, τα πρότυπα, τα ιδανικά, η τέχνη, οι αναζητήσεις, τα ερωτήματα, η εργασία, ο πλούτος και μια σειρά άλλων επί μέρους στοιχείων συνθέτουν ένα πλέγμα μέσα στο οποίο ο κάθε άνθρωπος ζει και αναπτύσσεται. Σε όλα τα παραπάνω επιβάλλεται να προστεθεί κι ένα άλλο περιβάλλον που, σύμφωνα με τις απόψεις νεότερων μελετητών της ανθρώπινης συμπεριφοράς, επηρεάζει αποφασιστικά τη διαμόρφωση της προσωπικότητας του ατόμου. Είναι το ΓΛΩΣΣΙΚΟ περιβάλλον.
Έχει αποδειχτεί πως ο άνθρωπος διαμορφώνεται μέσα από τη γλώσσα, γιατί με τη βοήθεια των λέξεων κατανοεί τον κόσμο αλλά ταυτόχρονα και με τη βοήθεια των λέξεων εξωτερικεύει τα διανοήματα και τις επιθυμίες ή τα συναισθήματά του. Έτσι, λοιπόν, ο εξωτερικός κόσμος και ο αντίστοιχος εσωτερικός αισθητοποιούνται μόνο με τη βοήθεια των λέξεων. Το άτομο γνωρίζει και σκέπτεται για τον κόσμο μόνο μέσα από τις λέξεις αλλά και εκφράζει τη σκέψη του με τις λέξεις δικαιώνοντας τη θέση: «Σκεπτόμαστε με λέξεις και εκφράζουμε τη σκέψη μας με λέξεις».

Λέξη και Σκέψη
Από τα παραπάνω, λοιπόν, γίνεται αντιληπτό πως ο λεκτικός πλούτος καθορίζει και τον πλούτο της σκέψης και το αντίθετο. ΣΚΕΨΗ > ΛΕΞΗ. Ένα άλλο επίσης στοιχείο που απορρέει από τα παραπάνω είναι η σχέση της γλώσσας και του «κόσμου» του ανθρώπου. Τα όρια του κόσμου κάθε ανθρώπου χωριστά προσδιορίζονται απόλυτα από το πλήθος των λέξεων που κατέχει και γενικότερα από τη γλώσσα του. Ο Wittgenstein κάπως αποφθεγματικά τόνισε τη σχέση ΓΛΩΣΣΑΣ και ΚΟΣΜΟΥ: «Τα όρια της γλώσσας μου σημαίνουν τα όρια του κόσμου μου».

Η γλώσσα ως σύστημα σημείων διαμορφώνεται από μια σειρά παραγόντων και ο καθένας χωριστά απ’ αυτούς καλλιεργεί τη δυνατότητα που δόθηκε στον άνθρωπο από τη φύση να εκφράζεται με λέξεις. Αυτοί οι παράγοντες, λοιπόν, είναι που ορίζουν, άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο, τα όρια της γλώσσας.

Παράγοντες που διαμορφώνουν τη Γλώσσα
Πρωταρχικά είναι τα «ακούσματα» κάθε ατόμου που ποικίλλουν από χώρο σε χώρο και αποτελούν την πρώτη εικόνα του κόσμου. Ένας άνθρωπος που μεγαλώνει σ’ ένα περιβάλλον με πλούσια και ποιοτικά ακούσματα έχει περισσότερες πιθανότητες από κάποιον άλλο να διευρύνει τους γλωσσικούς του ορίζοντες σε περιοχές γλωσσικά δύσβατες. Η εξοικείωση με ποιοτικά ακούσματα συμβάλλει θετικά στη γλωσσική καλλιέργεια, γιατί αυτά είναι με τα οποία το άτομο έρχεται σε επαφή από την πρώτη μέρα της ζωής του και στο μεγαλύτερο χρονικό διάστημα της ημέρας. Ας μη ξεχνάμε πως, πριν βρεθεί η γραφή, η επικοινωνία ήταν γλωσσική – ηχητική.
Από την εποχή, όμως, που βρέθηκε η γραφή τα «διαβάσματα» συμβάλλουν αποφασιστικά στον προσδιορισμό των ορίων της γλώσσας. Οι έννοιες έλαβαν πλέον και οπτική μορφή και έπαυσαν να είναι μόνο ηχητικά σύμβολα. Ο μετασχηματισμός των εννοιών σε λέξεις σήμανε την επανάσταση στη γνώση και την κατανόηση του κόσμου. Ο πλούτος της σοφίας είναι στη διάθεση κάθε ανθρώπου που γνωρίζει στοιχειωδώς ανάγνωση. Μπορεί ο καθείς να επικοινωνήσει με τη βοήθεια των κειμένων με το παρελθόν αλλά και με το μέλλον. Η οπτική παράσταση των σκέψεων – εικονική αποτύπωση – διευκολύνει την επικοινωνία του ανθρώπου με τις σκέψεις και τους προβληματισμούς ανθρώπων που έζησαν πριν απ’ αυτόν ή ζουν τα ίδια γεγονότα αλλά με διαφορετικές εμπειρίες. Μέσα από ένα κείμενο κάποιος μπορεί να βιώσει τους συναισθηματικούς κραδασμούς κάποιου άλλου και να θελήσει με παραπλήσιες λέξεις να εξωτερικεύσει τα δικά του συναισθήματα.

Επιπρόσθετα οι «διαπροσωπικές και κοινωνικές σχέσεις» του ατόμου διαμορφώνουν τα όρια της γλώσσας του. Κάθε άνθρωπος είναι φορέας μηνυμάτων και σκέψεων. Στο βαθμό που το άτομο δεν επιλέγει τη «μοναξιά» αλλά τη «συνύπαρξη» ως κοινωνικό ον είναι αναγκασμένο να συνάψει σχέσεις με άτομα του στενού του ή ευρύτερου περιβάλλοντος. Αυτές οι σχέσεις επηρεάζουν διττώς τα όρια της γλώσσας. Από τη μια πλευρά οι σχέσεις προϋποθέτουν και συνεπάγονται επικοινωνία και αυτή με τη σειρά της τη χρήση του λόγου. Προφορική ή γραπτή η επικοινωνία αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο τόσο των διαπροσωπικών όσο και των κοινωνικών σχέσεων. Από την άλλη πλευρά πάλι η επικοινωνία φέρνει το άτομο στη θέση του δέκτη και του πομπού μηνυμάτων. Αυτό με τη σειρά του εμπλουτίζει τόσο τη σκέψη όσο βέβαια και το γλωσσικό όργανο. Από τις λεκτικές νουθεσίες των γονέων μέχρι τη «χυδαιότητα» και τη «γλωσσική βαρβαρότητα» κάποιων ομάδων ανθρώπων το άτομο εσωτερικεύει όλο αυτό το μωσαϊκό λέξεων και ανάλογα εκφράζεται.

Από τους παράγοντες βέβαια που διαμορφώνουν τα όρια της γλώσσας δεν μπορεί να λείπει το «επάγγελμα» και ο «χώρος εργασίας» . Πολλοί γλωσσολόγοι πιστεύουν πως η γλώσσα είναι κοινωνικό προϊόν και κατεξοχήν δημιούργημα της ανάγκης του ανθρώπου για εργασία. Η εργασία ιστορικά δεν αποτέλεσε μόνο παράγοντα οικονομικής ανάπτυξης και απελευθέρωσης αλλά και αφετηρία για μια διαφορετική σχέση με την εσωτερική και εξωτερική πραγματικότητα. Μέσα από την εργασία ο άνθρωπος νιώθει τη χαρά της δημιουργίας και της κυριαρχίας πάνω στα πράγματα κι ακόμη πάνω στη λειτουργία των φυσικών νόμων. Συνυπάρχει με άλλους και μέσα από τη συνεργασία φέρει σε πέρας κάποιο έργο καλλιεργώντας έτσι το ομαδικό πνεύμα. Όλα αυτά μεταφράζονται σε βιώματα και σκέψεις κι αυτά με τη σειρά τους σε έννοιες και λέξεις. Στην εποχή μας δε η εξειδίκευση επιβάλλει και τη χρήση ειδικού λεξιλογίου ορίζοντας έτσι σε σημαντικό βαθμό τα όρια της γλώσσας του ανθρώπου. Αν ισχύει το «είσαι με ό,τι ασχολείσαι» τότε εύκολα αυτό παραπέμπει στο «σκέπτεσαι και εκφράζεις αυτό που είσαι» . Συμπερασματικά το επάγγελμα και η εργασία γενικότερα καλλιεργούν με τον τρόπο τους το γλωσσικό όργανο και ανάλογα εμπλουτίζουν τον «κόσμο» του ατόμου.
Οι μεταφυσικές αναζητήσεις
Είναι όμως απαραίτητο να τονιστεί και ο ρόλος των «μεταφυσικών αναζητήσεων» και των «υπαρξιακών ερωτημάτων» στον εμπλουτισμό της γλώσσας. Ο άνθρωπος δεν ορίζεται μόνο ως βιολογικό ή κοινωνικό ον αλλά και ως ον που μπορεί και ρωτά για τον εαυτό του, τους άλλους, το θεό, την τύχη, τον κόσμο, τη ζωή… Όλα αυτά συνθέτουν το πλαίσιο μέσα από το οποίο ο καθένας αντλεί νοήματα και σημασίες και ανάλογα πράττει. Υπάρχουν ερωτήματα και αναζητήσεις που αιωρούνται στο χώρο του «φαντασιακού» και μόνο η διατύπωσή τους προϋποθέτει αλλά και συνεπάγεται πλούσιο λεξιλόγιο. Η προσπάθεια να συλλάβει το «άγνωστο» και το «άρρητο» αποτελεί μια εκγύμναση του νου και της γλώσσας. Η διατύπωση ερωτημάτων για την ύπαρξή μας και οι αναζητήσεις που υπερβαίνουν τα όρια της ανθρώπινης φύσης ενεργοποιούν τη λειτουργία της γλώσσας που είναι αναγκασμένη να δώσει μορφή – να κάνει δηλαδή λέξη – αυτό που ακόμη είναι άυλο ως έννοια. Κάθε προσπάθεια όμως να δοθεί μια απάντηση στα ερωτήματα και τις αναζητήσεις ενεργοποιεί ένα νέο κύκλο γλωσσικών ενεργειών, στοιχείο που δρα αποφασιστικά στη διεύρυνση των ορίων της γλώσσας του ατόμου.

Τέλος, σημαντική είναι και η συμβολή της ύπαρξης πλούσιων «συναισθημάτων» και «εσωτερικού κόσμου» στον εμπλουτισμό της γλώσσας. Ο άνθρωπος αυτό που νιώθει για τους άλλους και τον εαυτό του θέλει να το μεταδώσει και ταυτόχρονα ο ίδιος να γίνει δέκτης αντίστοιχων καταστάσεων από τους άλλους. Γινόμαστε «κοινωνοί» των αισθημάτων των συνανθρώπων μας μέσα από τις λέξεις και ταυτόχρονα πομποί των δικών μας βιωμάτων και αισθημάτων. Η χαρά, η λύπη, η απογοήτευση, το άγχος, ο ενθουσιασμός, η αγάπη, η πίκρα, ο φόβος, η αγωνία και μια σειρά άλλων συναισθημάτων απαιτούν τις κατάλληλες λέξεις για να εξωτερικευθούν και έτσι συμβάλλουν κατά θετικό τρόπο στον καθορισμό των ορίων της γλώσσας. Ένας άνθρωπος με φτωχό εσωτερικό κόσμο και ατροφικά συναισθήματα σίγουρα θα χρειαστεί λιγότερες λέξεις να τα εκφράσει περιορίζοντας έτσι τα γλωσσικά του όρια. Οι συναισθηματικές μεταπτώσεις και οι ψυχολογικοί κλυδωνισμοί αισθητοποιούνται κάθε φορά όχι μόνο από το ύφος του ανθρώπου αλλά και από τα λόγια – λέξεις του φορέα τους.
Γίνεται λοιπόν αντιληπτό πως τα όρια της γλώσσας του ανθρώπου τα συνυφαίνουν τα ακούσματα, τα διαβάσματα, οι διαπροσωπικές και κοινωνικές σχέσεις, το επάγγελμα, ο χώρος εργασίας, οι μεταφυσικές αναζητήσεις, τα υπαρξιακά ερωτήματα και τέλος ο πλούτος των συναισθημάτων και η ποιότητα του εσωτερικού του κόσμου.

Γλώσσα και Κόσμος
Όλα τα παραπάνω, όμως, δεν καθορίζουν μόνο τα όρια της γλώσσας αλλά συνθέτουν και τον «κόσμο» του ανθρώπου. Η πραγματικότητα – υποκειμενική και αντικειμενική – κάθε ανθρώπου οριοθετείται από τα ακούσματα (προφορική επικοινωνία, φυσικοί ήχοι), από τα διαβάσματα (έντυπος λόγος, βιβλία), από τις εμπειρίες και δημιουργίες στο χώρο του επαγγέλματος και της εργασίας γενικότερα (χώρος – προϋπόθεση για την υλική επιβίωση και κοινωνική αναγνώριση), από τις αναζητήσεις και τα ερωτήματά του που αφορούν το χώρο της μεταφυσικής και της ύπαρξής του (θεός, θάνατος, τύχη, αβεβαιότητα ζωής, ελευθερία) αλλά και από τα συναισθήματα και τον εσωτερικό του κόσμο. Ο άνθρωπος ζει σε μια πραγματικότητα που ορίζεται από τα παραπάνω και σε γενικές γραμμές είναι η ίδια σε όλους, άσχετα από τον τρόπο που ο καθένας την αντιλαμβάνεται. Οι διάφορες αποχρώσεις της πραγματικότητας σχετίζονται με τον ψυχικό κόσμο που μαζί συνθέτουν τον «κόσμο» του ανθρώπου.

Ο άνθρωπος είναι ταυτόχρονα δημιουργός και δημιούργημα της ιστορίας, της κοινωνίας και του κόσμου του. Γενικότερα τα όρια του «κόσμου» του ανθρώπου ταυτίζονται με το βαθμό καλλιέργειας των διαφόρων υποστάσεών του (υλική, κοινωνική, πνευματική, ηθική). Οι ορίζοντες του κόσμου του διευρύνονται τόσο όσο ο άνθρωπος πλησιάζει προς την αυτοπραγμάτωσή του. Σύμφωνα δε και με το ανθρωπιστικό πρότυπο του Μάσλοου, το άτομο έχει απεριόριστες δυνατότητες για αυτο-ανάπτυξη. Αυτό που χρειάζεται είναι μόνο ένα περιβάλλον που να διευκολύνει την αυτορρύθμιση και τον αυτοπροσδιορισμό.

Παρμενίδης και Γλώσσα
Σύμφωνα, όμως, με τις απόψεις του Παρμενίδη – που διασώθηκαν κι από νεότερους μελετητές – η πραγματικότητα και ο κόσμος τους ανθρώπου υπάρχει στο βαθμό που μπορεί αυτός να σκεφτεί γι’ αυτόν. Κάτι που δεν ορίζεται από τη σκέψη δεν έχει για τον άνθρωπο υπόσταση. «Το γαρ αυτό νοείν εστίν και είναι» (Εκείνο που σκεφτόμαστε και εκείνο που υπάρχει είναι ένα και το αυτό). Η αντικειμενική λοιπόν πραγματικότητα (ΕΙΝΑΙ) μετασχηματίζεται στο νου του ανθρώπου σε έννοιες (ΝΟΕΙΝ) και με τη βοήθεια των λέξεων εκφράζεται και περιγράφεται (ΛΕΓΕΙΝ).

Βέβαια στην περίπτωση αυτή ο ρόλος της γλώσσας – λέξης είναι σημαντικός, γιατί οτιδήποτε μπορεί να εκφραστεί με τη λέξει υπάρχει ως έννοια – σκέψη και κατ’ ακολουθία υφίσταται αντικειμενικά. Ισχύει όμως και το αντίθετο. Ο άνθρωπος σκέπτεται με τη βοήθεια των λέξεων και με τις λέξεις οριοθετεί την πραγματικότητα. Άρα η λέξη δεν είναι μόνο «το όχημα» ή «το ένδυμα» της σκέψης αλλά κάτι παραπάνω. «χρη το λέγειν τε νοείν τ’ εόν έμμεναι…» (Αυτό για το οποίο μπορεί κανείς να μιλάει και να σκέφτεται πρέπει να υπάρχει…). [ΕΙΝΑΙ ® ΝΟΕΙΝ ® ΛΕΓΕΙΝ] .

Η Γλώσσα για τον Wittgenstein
Η παράλληλη, λοιπόν, συνύπαρξη της ΛΕΞΗΣ, της ΣΚΕΨΗΣ και της ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ αναδεικνύει το ρόλο της γλώσσας στην κατανόηση και περιγραφή της πραγματικότητας στο σημείο που να μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει αυτό για το οποίο μπορούμε να μιλήσουμε. Ο γλωσσικός πλούτος προσδιορίζει και τα όρια του «κόσμου» του ανθρώπου επικυρώνοντας έτσι με τον πιο πανηγυρικό τρόπο την αλήθεια της θέσης του Wittgenstein «ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΜΑΣ».
Ο άνθρωπος λοιπόν και ο κόσμος του, η κοινωνία και η γλώσσα ιστορικά και λειτουργικά συνυφαίνονται και βρίσκονται σε μια συνεχή αλληλεπίδραση. Οι σχεδιασμοί, οι προσδοκίες και τα «συλλογικά οράματα» μιας κοινωνίας εκφράζονται και αισθητοποιούνται μέσα από αντίστοιχες έννοιες – λέξεις, ικανές να δώσουν νόημα και περιεχόμενο στις νέες ανάγκες και στα μελλοντικά «ζητούμενα» του κοινωνικού σώματος. Οι λέξεις, όμως, ενώ παράγονται και εφευρίσκονται κάτω από την πίεση να εκφραστεί το καινούριο ταυτόχρονα γεννούν στη σκέψη και στον ψυχισμό του ανθρώπου νέες πραγματικότητες και ανάγκες.

Τον άνθρωπο, λοιπόν, και τον κόσμο του δεν μπορούμε να τον εξετάσουμε – ερευνήσουμε χώρια από τη γλώσσα του και αντίθετα. Η ιστορία του ανθρώπου είναι η ιστορία της γλώσσας του και το αντίθετο. Η γλώσσα επηρεάζει τον τρόπο που ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται τον κόσμο, δημιουργεί την εικόνα του κόσμου και μια αλλαγή στη γλώσσα προκαλεί αλλαγή στην εικόνα που έχουμε για τον κόσμο μας. Γενικότερα η πραγματικότητα (φυσική και κοινωνική) απεικονίζεται και ερμηνεύεται από γλωσσικά σχήματα αλλά και η γλώσσα σημασιοδοτεί και κατασκευάζει πραγματικότητες.

Η δύναμη της Γλώσσας
Τη δύναμη, λοιπόν, της γλώσσας την αντιλήφθηκαν και οι παλιότεροι και η πορεία του ανθρώπου μέσα στο χρόνο επιβεβαίωσε αυτή. «Ουκ εώμεν άρχειν άνθρωπον αλλά τον λόγον, ότι εαυτώ τούτο ποιεί και γίνεται τύραννος» (Δε δίνουμε την εξουσία στον άνθρωπο αλλά στο λόγο (λογική, ομιλία), γιατί οι άνθρωποι ασκούν την εξουσία για τον εαυτό τους και γίνονται τύραννοι) (Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια). Τη σχέση όμως ΓΛΩΣΣΑΣ και ΚΟΣΜΟΥ δίνει με ένα αποκαλυπτικό τρόπο ένα τσιγγάνικο τραγούδι:
«Πες μου, άνθρωπε, πού είναι η γη μας,
τα βουνά, τα ποτάμια, οι κοιλάδες,
και τα δάση μας;
Πού είναι η χώρα μας; Πού είναι οι τάφοι μας;
Είναι στις λέξεις, στις λέξεις της γλώσσας μας»
.

Ηλίας Γιαννακόπουλος
ΙΔΕΟπολις

Δευτέρα 20 Απριλίου 2020

Η Ελληνική Γλώσσα - Γλώσσα και Ιστορία

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Από το 18ο αι. οι εντυπωσιακές ομοιότητες μεταξύ διαφόρων γλωσσών οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι οι ομοιότητες αυτές δε μπορεί να είναι τυχαίες, αλλά ενδεικτικές μιας απώτερης κοινής καταγωγής. Έτσι, η αρχαία ελληνική, η αρχαία ινδική, η λατινική κ.α. γλώσσες εντάχθηκαν σε μια γλωσσική οικογένεια, την ινδοευρωπαϊκή.
Όσον αφορά την κοιτίδα αυτής της υποθετικής κοινής «πρωτογλώσσας» προτάθηκαν διάφορες περιοχές, λαμβάνοντας υπόψη είτε την κοινή λεξιλογική κληρονομιά των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών, είτε τις αρχαιολογικές μαρτυρίες. Όμως, μέχρι σήμερα δεν έχει προκύψει κάποια καθολικά αποδεχτή λύση, αφού όλες όσες προτάθηκαν παρέμειναν στο χώρο των υποθέσεων.
Όσον αφορά το πότε και το πως διαμορφώνεται η ελληνική γλώσσα ως ξεχωριστή ινδοευρωπαϊκή γλώσσα, ήδη τον 14ο αι. π.Χ. η ελληνική υφίσταται ως ιδιαίτερη γλωσσική οντότητα. Επομένως, η γένεση της θα πρέπει να είναι κατά πολύ αρχαιότερο γεγονός.
Σύμφωνα με πολλούς ερευνητές, η ελληνική γλώσσα φαίνεται να διαμορφώνεται μέσα στον ελλαδικό χώρο γύρω στις αρχές της 2ης χιλιετίας π.Χ. Με το ζήτημα βέβαια της διαμόρφωσης της ελληνικής γλώσσας συνδέεται άμεσα και το ζήτημα των προελληνικών γλωσσών, αφού ως γνωστόν ο ελλαδικός χώρος φιλοξένησε παλαιότερους λαούς, που μιλούσαν τις δικές τους γλώσσες κι έτσι οι γλωσσικές επιμειξίες επηρέασαν ολόκληρο το σώμα της γλώσσας.
Μετά τη διαμόρφωση της ελληνικής γλώσσας, η συνάντηση με τη γραφή αποτελεί το δεύτερο σημαντικό επεισόδιο. Η ελληνική γλώσσα συναντήθηκε με τη γραφή μέσω δύο γραφικών συστημάτων: το αρχαιότερο συλλαβικό και το νεότερο αλφαβητικό. Και τα δύο ήταν δάνεια από την Ανατολή.
Έτσι, το 14ο αι. π.Χ. εισάγεται η συλλαβική γραφή στον ελληνόφωνο μυκηναϊκό κόσμο (γραμμική Β), ενώ η ίδια γραφή επιλέγεται για να γραφεί και η κυπριακή διάλεκτος. Στη μινωική Κρήτη η γραφή εμφανίζεται πιο νωρίς για να καταγράψει την άγνωστη γλώσσα ή γλώσσες της περιοχής, ιερογλυφική αρχικά (2η χιλιετία π.Χ.), και συλλαβική κατόπιν, την γραμμική Α (μέσα 19ου – μέσα 15ου αι.). Τέλος, στην Κύπρο εμφανίζονται οι πρώιμες (από 15ο αι. π.Χ.) κυπριομινωικές επιγραφές, που καταγράφουν άγνωστες γλώσσες, ενώ το κυπριακό συλλαβάριο χρησιμοποιείται για να καταγράψει και την ετεοκυρπιακή, μια άγνωστη, μη ελληνική γλώσσα.
Η περίοδος από τον 11ο - 18ο αι. π.Χ., οι λεγόμενοι Σκοτεινοί Αιώνες, χαρακτηρίζεται από αυτάρκεις κοινότητες μικρής συνθετότητας, οι οποίες, κατά τα φαινόμενα, δεν έχουν την ανάγκη της γραφής. Όμως, κατά τον 8ο αι. π.Χ. εμφανίζονται οι πρώτες αλφαβητικές επιγραφές, που βασίζονται στην προσαρμογή ενός φοινικικού προτύπου στις ανάγκες της ελληνικής γλώσσας. Μέχρι τον 5ο αι. π.Χ. παρατηρεί κανείς μια αυξανόμενη διεύρυνση της χρήσης της γραφής, ενώ σύντομα, ιδίως στην κλασική Αθήνα, μπήκε στην υπηρεσία της δημοκρατίας.
Μέχρι τα ελληνιστικά χρόνια η ελληνική γλώσσα είναι ένα μωσαϊκό διαλέκτων. Μέσα από αυτό το μωσαϊκό σύντομα θα ξεχωρίσει η ιωνική διάλεκτος και αργότερα η αττική διάλεκτος, επηρεασμένη από την ιωνική. Η τελευταία θα αποτελέσει τη βάση της ελληνιστικής κοινής, που θα μεταφερθεί με τις κατακτήσεις του Αλεξάνδρου σε ολόκληρη την οικουμένη και, μέσω αυτής, η ελληνική θα συναντηθεί με το χριστιανισμό και θα συνυπάρξει με τη λατινική.

ΟΙ ΚΥΡΙΟΙ ΚΛΑΔΟΙ ΤΗΣ ΙΝΔΟΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ:
Οι δέκα κύριοι κλάδοι της ινδοευρωπαϊκής οικογένειας είναι οι εξής:
  • Τοχαρικός: Απαρτίζεται από δύο στενά συγγενείς γλώσσες, που γενικά αναφέρονται απλά ως τοχαρική Α και τοχαρική Β. Οι γλώσσες αυτές εξαφανίστηκαν τον 10ο αι. μ.Χ.
  • Ινδοϊρανικός: Αντιπροσωπεύεται από δύο μεγάλες υποομάδες: την ιρανική και την ινδική. Οι παλαιότερες μαρτυρημένες ιρανικές γλώσσες είναι η αρχαία περσική και η ασβεστική (η ιερή γλώσσα του Ζωροαστρισμού). Όσον αφορά την ινδική ομάδα, βασικός εκπρόσωπος της είναι η σανσκριτική. Η αρχαιότερη μορφή της, γνωστή ως βεδική, είναι η γλώσσα στην οποία παραδόθηκαν προφορικά οι Βέδες.
  • Αρμενικός: Αντιπροσωπεύεται ουσιαστικά από μία και μόνη γλώσσα, την αρμενική.
  • Κλάδος της Ανατολίας: Η αρχαιότερη είναι η παλαϊκή, μια γλώσσα που χάθηκε ήδη από το 18ο αι. π.Χ. Η γλώσσα, όμως, με τη μεγαλύτερη εκπροσώπηση είναι η χεττιτική, ενώ σημαντική είναι η λουβική, σύγχρονη της χεττιτικής, καθώς και η λυκική. Όλες οι ινδοευρωπαϊκές γλώσσες της Ανατολίας είχαν χαθεί στα τέλη της ελληνιστικής εποχής.
  • Ελληνικός: Παρόλο που παρουσίασε σημαντική ποικιλία διαλέκτων σε όλες τις φάσεις της μακράς ιστορίας της, παρέμεινε ουσιαστικά μία και μόνη γλώσσα.
  • Αλβανικός: Η αλβανική, με τις δύο σημαντικότερες διαλέκτους της αποτελεί μόνη της ένα ξεχωριστό κλάδο. Συχνά θεωρείται ότι έχει σχέση με κάποια αρχαία βαλκανική γλώσσα, πιθανώς την ιλλυρική.
  • Βαλτοσλαβικός: Αποτελείται από δύο υποομάδες: τη βαλτική και τη σλαβική. Ο αρχαιότερος εκπρόσωπος της βαλτικής είναι η αρχαία πρωσική, αλλά και η λιθουανική και η λεττονική. Για τη σλαβική, έχουμε τη γνωστή σήμερα ως αρχαία εκκλησιαστική σλαβική (μετάφραση της Βίβλου από τους Κύριλλο και Μεθόδιο).
  • Τευτονικός: Αποτελείται από τρεις υποομάδες: Η ανατολική τευτονική, με μοναδική εκπρόσωπο τη γοτθική. Η δυτική τευτονική, που εκπροσωπείται από την αρχαία αγγλική και την αρχαία άνω γερμανική. Και η βόρεια τευτονική, που εκπροσωπείται από την αρχαία ισλανδική.
  • Ιταλικός: Κύριος εκπρόσωπος του κλάδου αυτού είναι η λατινική. Στις ιταλικές γλώσσες περιλαμβάνονται και η φαλισκική, η οσμική, και η ουμβρική, οι οποίες εξαφανίστηκαν κατά την αρχαιότητα με την εξάπλωση της λατινικής.
  • Κελτικός: Κύριοι εκπρόσωποι του κλάδου αυτού συναντώνται στα βρετανικά νησιά. Σημαντικότερες γλώσσες του, η αρχαία ιρλανδική και η ουαλική.
Εκτός από τις γλώσσες που αναφέρθηκαν υπάρχουν και μερικές άλλες, οι οποίες, αν και ανήκουν στην ινδοευρωπαϊκή οικογένεια, η θέση τους σε αυτή δεν είναι σαφής. Στις «υπολειμματικές γλώσσες» περιλαμβάνονται η θρακική, η ιλλυρική, η φρυγική, η μεσσαπική και η μακεδονική.

ΚΟΙΤΙΔΑ ΚΑΙ ΔΙΑΣΠΟΡΑ ΤΩΝ ΙΝΔΟΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΓΛΩΣΣΩΝ:
Δε μπορεί να συζητήσει κανείς για το που μιλιόταν μια προϊστορική γλώσσα αν δε γνωρίζει και το πότε μιλιόταν. Οι γλωσσολόγοι συμφωνούν γενικά ότι η διασπορά και η γλωσσική διαίρεση βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη γύρω στο 2500 π.Χ. ή και λίγο νωρίτερα. Δε μπορεί όμως να τεθεί ζήτημα ακριβούς χρονολόγησης, δεδομένου ότι η γλωσσική αλλαγή είναι δυναμική διεργασία, η οποία κατά πάσα πιθανότητα διήρκεσε πολλούς αιώνες. Και βέβαια ο βαθμός διαφοροποίησης θα πρέπει να διέφερε από περιοχή σε περιοχή.
Το ινδοευρωπαϊκό λεξιλόγιο, όπως το αποκαθιστά η ιστορικοσυγκριτική μέθοδος, εναρμονίζεται με το πολιτισμικό επίπεδο της ύστερης νεολιθικής ή της πρώιμης εποχής του χαλκού. Πάντως, είναι σχεδόν αδύνατο να τοποθετήσει κανείς την έναρξη της εξάπλωσης της ινδοευρωπαϊκής στην ύστερη εποχή του χαλκού, γιατί έτσι δε θα υπήρχαν χρονικά περιθώρια για τη διαφοροποίηση τους.
Σχετικά τώρα με την κοιτίδα της ινδοευρωπαϊκής γλώσσας, έχουν προταθεί τα εξής:
    • Η πρωιμότερη προσέγγιση τοποθετεί τους πρωτοϊνδοευρωπαΐους σε μια ευρεία περιοχή της Ευρώπης, που εκτείνεται από τις νότιες ακτές της Βαλτικής μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα και την Κασπία κατά τη μεσολιθική εποχή (πριν το 6000 π.Χ. περίπου). Συνεπώς, οι ευρωπαϊκές γλώσσες πρέπει να εξαπλώθηκαν προς τα νότια από τη βορειοκεντρική Ευρώπη, ενώ τα γλωσσικά ξαδέλφια τους εξαπλώθηκαν προς τα ανατολικά από τις στέπες, μεταφέροντας τις γλώσσες τους στην Ασία.
    • Η επόμενη προσέγγιση συσχετίζει την εξάπλωση των Ινδοευρωπαίων με τη διασπορά της γεωργίας από την Ανατολία στην Ευρώπη, με έναρξη το 7000 π.Χ. περίπου. Επομένως, οι ινδοευρωπαϊκές γλώσσες πρέπει να μεταφέρθηκαν από την Ανατολία στα δυτικά, πρώτα στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια, από την Ελλάδα στην Ιταλία και από τα Βαλκάνια προς το βορρά, κατά μήκος του Δούναβη, στη δυτική και νότια Ευρώπη. Οι ασιατικές γλώσσες ερμηνεύονται μέσω μιας μετακίνησης γεωργικών πληθυσμών προς τις περιοχές της δυτικής στέπας, όπου αυτοί μετατράπηκαν σε κτηνοτρόφους, για να μετακινηθούν μετά προς τα ανατολικά, στην ασιατική στέπα και να καταλήξουν κατά την εποχή του χαλκού και του σιδήρου στο Ιράν και την Ινδία.
    • Η Τρίτη θεωρία τοποθετεί την κοιτίδα στην Κεντρική Ευρώπη, στην περιοχή του Δούναβη γενικά και ίσως στα Βαλκάνια (όχι όμως στην Ελλάδα), απ’όπου υποτίθεται ότι γίνεται η διασπορά κατά την ύστερη νεολιθική εποχή. Μια από τις μεγαλύτερες αδυναμίες αυτής της θεωρίας είναι ότι δε μπορεί να αιτιολογήσει τους Ινδοευρωπαίους της Ασίας, αφού δεν υπάρχει καμιά ένδειξη για μετακίνηση ντόπιων νεολιθικών πληθυσμών της Ευρώπης ανατολικά, προς τις στέπες.
    • Η τελευταία θεωρία, η αποκαλούμενη λύση του Κουργκάν, θεωρεί ότι οι Ινδοευρωπαίοι εξαπλώθηκαν στα τέλη της νεολιθικής ή στην εποχή του χαλκού (4500-3000 π.Χ.) από κάποια κοιτίδα στις περιοχές των στεπών της Ευρώπης, δηλαδή την Ουκρανία και τη νότια Ρωσία. Η πορεία της εξάπλωσης μπορεί να ανιχνευτεί μέσα από τα ευρήματα ταφών κάτω από τύμβους (Κουργκάν), οι οποίες συναντώνται αργότερα στα Βαλκάνια, αντιπροσωπεύοντας την αρχική διασπορά των Ινδοευρωπαίων, προς την υπόλοιπη Ευρώπη, αλλά και ανατολικά, προς το Καζακστάν, το οποίο αποτέλεσε τη βάση για την εξάπλωση των ινδοϊρανικών γλωσσών.
    ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΙΝΔΟΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ:
    Η αποκατάσταση της ινδοευρωπαϊκής γλώσσας θεωρείται συνήθως ότι προϋποθέτει την ύπαρξη, σε κάποια εποχή, μιας κοινότητας που μιλούσε την ινδοευρωπαϊκή και η οποία είχε ένα ομοιογενή πνευματικό και υλικό πολιτισμό.
    Το λεξιλόγιο της ινδοευρωπαϊκής, όπως αποκαθίσταται με βάση την ιστορικοσυγκριτική μέθοδο, προσφέρεται ως κατάλληλη αφετηρία για την έρευνα του ινδοευρωπαϊκού πολιτισμού. Η αποκατάσταση του λεξιλογίου είναι περισσότερο ασφαλής, όταν ένας όρος έχει διατηρηθεί σε τρεις ή περισσότερους κλάδους της ινδοευρωπαϊκής, που βρίσκονται σε διαφορετικούς γεωγραφικούς χώρους. Πολλοί ερευνητές στέκονται επιφυλακτικοί απέναντι σε αυτή τη λεξιλογική μέθοδο, αφού σε πολλές γλώσσες οι λέξεις αλλάζουν νόημα στην πορεία του χρόνου ή και χάνονται εντελώς.
    Ένας αριθμός ερευνητών θεωρούν ότι θα μπόρεσαν να αποκατασταθούν αποσπάσματα της προφορικής ινδοευρωπαϊκής ποίησης, τα οποία μεταδόθηκαν ουσιαστικά αναλλοίωτα στο πέρασμα των αιώνων και διασώθηκαν στην πρώιμη ποιητική παράδοση των θυγατρικών γλωσσών. Από τη μελέτη αυτής της ποιητικής γλώσσας θα γινόταν ίσως δυνατό να συγκροτηθεί μια εικόνα των πεποιθήσεων των Ινδοευρωπαίων. Ωστόσο, κατά την ποιητική αποκατάσταση υπάρχει ο κίνδυνος να αποκατασταθούν περισσότερα από όσα πρέπει, αν κάνουμε το λάθος να θεωρήσουμε δύο παράλληλα, αλλά ξεχωριστά, ποιητικά θέματα (π.χ. Εγκωμιασμός) ως κοινή κληρονομιά από τη μητέρα-γλώσσα. Επιπλέον, πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι οι ποιητικές παραδόσεις είναι ανοικτές στις επιρροές πολλών και διαφορετικών πολιτισμών.
    Τέλος, αρκετοί μελετητές επιχείρησαν να αποκαταστήσουν τον ινδοευρωπαϊκό πολιτισμό μέσα από τη σύγκριση των μύθων και των κοινωνικών θεσμών των ινδοευρωπαϊκών λαών. Ωστόσο, πολλοί έχουν αμφισβητήσει τη μέθοδο αυτή.
    Συνοψίζοντας όλες τις παραπάνω προσεγγίσεις στο ζήτημα της αποκατάστασης του ινδοευρωπαϊκού πολιτισμού, συμπεραίνουμε ότι καμιά δεν είναι ασφαλής ή βέβαιη.

    Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΚΑΙ ΓΡΑΦΗΣ:
    Η ελληνική γλώσσα προέκυψε από την κοινή ινδοευρωπαϊκή γλώσσα (πρωτοϊνδοευρωπαϊκή) μέσω μιας συνεχούς διαδικασίας αλλαγών στη διάρκεια μιας μακράς χρονικής περιόδου. Είναι το τελικό αποτέλεσμα μιας σειράς μεταβολών στη φωνητική, τις κλιτικές και παραγωγικές καταλήξεις, το λεξιλόγιο και τη σύνταξη, που έγιναν από τους ομιλητές στη διάρκεια των αιώνων.
    Ο όρος «ελληνική γλώσσα» αποτελεί αφαίρεση, η οποία βασίζεται σε ένα σύνολο διαλέκτων. Κατά την κλασική εποχή οι κύριες διαλεκτικές ομάδες ήταν η δυτική ελληνική (δωρική και διάλεκτοι βορειοδυτικής Ελλάδας), η αιολική, η αττικοϊωνική και η αρκαδοκυπριακή. Ήδη όμως κατά τη 2η χιλιετία π.Χ. η ελληνική έχει διαχωριστεί σε διαλέκτους. Δε μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα αν υπήρξε ποτέ μια εντελώς ομοιογενής γλώσσα που θα μπορούσε να ονομαστεί «ελληνική», αλλά μπορεί να αποδειχτεί ότι πολλά από τα χαρακτηριστικά που διακρίνουν μεταξύ τους τις διαφορετικές ελληνικές διαλέκτους είναι νεότερες γλωσσικές εξελίξεις. Είναι ενδεχόμενο ότι σε πρωιμότερα στάδια της γλώσσας διακρίνονταν όλο και λιγότερες διάλεκτοι.
    Σχετικά με τα συστήματα γραφής, στον ελληνικό χώρο εμφανίστηκαν αρχικά δύο συλλαβικά συστήματα: η γραμμική Β για τη μυκηναϊκή ελληνική και το κυπριακό συλλαβάριο αποκλειστικά για την κυπριακή διάλεκτο. Στα συστήματα αυτά, τα γραφήματα αποδίδουν τις συλλαβές της γλώσσας, ενώ ο αριθμός των συμβόλων (των συλλαβογραμμάτων) είναι περίπου εκατό.
    Ένα άλλο σύστημα γραφής αποτελεί το adjad, κατά το οποίο τα γραφήματα αποδίδουν μόνο τα σύμφωνα μιας γλώσσας, ενώ τα φωνήεντα δε δηλώνονται. Με αυτό το σύστημα γραφής καταγράφονταν οι σημιτικές γλώσσες και γνώρισε μεγάλη διάδοση εξαιτίας της έντονης εμπορικής δραστηριότητας των Φοινίκων, ενώ αποτελεί τον πρόδρομο του ελληνικού αλφαβήτου.
    Τέλος, αλφαβητικά ονομάζονται τα συστήματα, τα οποία αποδίδουν τα φωνήματα μιας γλώσσας. Ο αριθμός των γραφημάτων τους είναι μικρός, συνήθως τριάντα, η εκμάθηση τους εύκολη και στη σύγχρονη εποχή είναι πολύ διαδεδομένα. Ο στόχος των αλφαβητικών συστημάτων είναι να υπάρχει μια μονοσήμαντη αντιστοιχία μεταξύ γραφημάτων και φωνημάτων.
    Πέρα των προαναφερθέντων συστημάτων γραφής υπάρχουν και άλλα, πρωιμότερα αυτών, όπως τα εικονικά, τα λογοσυλλαβικά, τα οποία δεν αναλύονται στην παρούσα εργασία.

    ΠΡΟΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΓΛΩΣΣΕΣ:
    Η αρχαιολογία και η παλαιοντολογία αποκάλυψαν ότι η Βαλκανική χερσόνησος είχε κατοικηθεί πολλές δεκάδες χιλιετιών πριν από την εμφάνιση της ελληνικής. Οι λαοί που συνέθεσαν το τοπικό γλωσσικό υπόστρωμα μιλούσαν πιθανότατα όχι μία, αλλά πολλές γλώσσες, τις οποίες, για τον ελληνικό χώρο, τις χαρακτηρίζουμε ως προελληνικές.
    Οι γλώσσες, των οποίων η ύπαρξη επιβεβαιώνεται από μαρτυρίες είναι η ετεοκρητική και η γραμμική Α. Υπάρχουν βέβαια κι άλλες υποθετικές προελληνικές γλώσσες, για τις οποίες υπάρχουν έμμεσες μαρτυρίες, όπως οι αποκαλούμενες μεσογειακές, η πελασγική κ.α. Όμως, καμιά απ’ όλες τις υποθετικές γλώσσες που προτάθηκαν από συγγραφείς δεν κατάφερε να πείσει το σύνολο του επιστημονικού κόσμου.

    § Γραμμική Α: Τα χρονολογημένα κείμενα σε γραμμική Α της Κρήτης, της Πελοποννήσου και άλλων περιοχών ανήκουν, κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, στην περίοδο απ’ο τα μέσα του 18ου αι. π.Χ. μέχρι τα μέσα του 15ου αι. π.Χ. Η γραμμική Α συγκροτείται από δύο συστατικά: τα ιδεογράμματα (αριθμοί, κλάσματα, σημεία στίξης, παραστάσεις αντικειμένων ή όντων) και τους χαρακτήρες, που συνδυάζονται συνήθως για να σχηματίσουν ομάδες, διαχωρισμένες κατά κανόνα με κενά ή με διαχωριστικά σημάδια. Οι χαρακτήρες αυτοί είναι περίπου εκατό και, επομένως, είναι πολύ πιθανό να απαρτίζουν συλλαβάριο.
    Μέχρι σήμερα καμιά από τις αποκρυπτογραφικές προσπάθειες δεν κατάφερε να πείσει την επιστημονική κοινότητα, αφού η γραμμική Α δεν παρουσιάζει εμφανή ομοιότητα με καμιά γνωστή γλώσσα, αν και μπορεί κανείς βέβαια να βρει αρκετά κοινά σημεία με πολλές γλώσσες, τα οποία, όμως, δεν αρκούν.

    § Κυπρομινωικές γραφές: Ήδη από το 15ο αι. π.Χ. άρχισε να χρησιμοποιείται στην Κύπρο μια γραφή με την πλήρη σημασία της λέξης, που πολύ σύντομα χώρισε σημαντική ανάπτυξη. Το πρώτο κυπριακό συλλαβάριο, δάνειο ανατολικής προέλευσης, φαίνεται πως αποτελεί παρακλάδι των γραμμικών γραφών του Αιγαίου και γι’ αυτό ο Arthur Evans το χαρακτήρισε «κυπριομινωικό». Δεν άργησε, όμως, να ακολουθήσει μια καθαρά δική του εξέλιξη.
    Μέσα από την ποικιλία των επιγραφών ξεχωρίζουν τρεις διαφορετικές κατηγορίες γραφής:
    • Το βασικό συλλαβάριο της κυπρομινωικής Ι, κυρίαρχο σε 16ο και 15ο αι. π.Χ.
    • Η κυπρομινωική ΙΙ, επακόλουθο της εγκατάστασης μιας νέας εθνοτικής ομάδας στην ανατολική ακτή του νησιού, οποία υιοθέτησε, όμως φαίνεται την υπάρχουσα γραφή, προσαρμόζοντας την στη δική της γλώσσα.
    • Η κυπρομινωική ΙΙΙ εμφανίζεται ως ένα παρακλάδι, που μιλιέται έξω από το νησί, στην απέναντι συριακή ακτή και που φανερώνει καθαρά τις στενές σχέσεις του νησιού με τους άμεσους γείτονες του της Εγγύς Ανατολής.
    Πάντως, δεν υπήρξε καμιά ένδειξη για το ιδίωμα που μιλούσαν οι κάτοικοι του νησιού και το οποίο ήταν καταγραμμένο στο κύριο συλλαβάριο.

    § Κυπριακό συλλαβάριο: Το κυρίαρχο ωστόσο σύστημα γραφής της Κύπρου είναι το κυπριακό συλλαβάριο, που εμφανίζεται την 1η χιλιετία π.Χ. Χρησιμοποιήθηκε για να καταγραφεί η κυπριακή διάλεκτος, αλλά και μια γλώσσα, που μας είναι άγνωστη και η οποία συμβατικά αποκαλείται ετεοκυπριακή.
    Το κυπριακό σύστημα γραφής είναι συλλαβικό. Χρησιμοποιείται σε ολόκληρο το νησί με πολυάριθμες τοπικές και χρονολογικές παραλλαγές. Περιέχει πενήντα πέντε συλλαβογράμματα, ενώ ως προς το σχήμα τους είναι απλοί γραμμικοί χαρακτήρες, χωρίς εικονικό περιεχόμενο.
    Το κυπριακό συλλαβάριο επιβιώνει ως τις αρχές της ελληνιστικής εποχής σε ορισμένα απομονωμένα σημεία στο εσωτερικό του νησιού. Γενικά παύει να χρησιμοποιείται στις αρχές του 3ου αι. π.Χ. και αντικαθίσταται από το ελληνικό αλφάβητο.

    § Ετεοκυπριακή: Ο όρος «ετεοκυπριακή γλώσσα» είναι ένα βολικό όνομα, που κατασκευάστηκε από τους νεότερους επιστήμονες (με βάση τον όρο ετεοκρητική) για να δηλωθεί η συγκεκριμένη τοπική γλώσσα, που εντοπίζεται στις νότιες ακτές και που είμαστε σε θέση να τη διαβάσουμε, αλλά όχι και να την κατανοήσουμε. Για τη γραφική απόδοση της χρησιμοποιείται η κυπριακή συλλαβική γραφή, στην πιο διαδεδομένη της παραλλαγή και η οποία είναι γνωστή ως «κοινό συλλαβάριο».
    Οι υποθέσεις για τη γλωσσική ένταξη της ετεοκυπριακής είναι πολύ επισφαλείς. ‘Όσον αφορά το ζήτημα της καταγωγής, είναι πιθανό το ιδίωμα αυτό να συνδέεται, μέσα από τη Σκοτεινή Περίοδο, που ακολούθησε την εποχή του χαλκού, με μια γλώσσα (ή με μια από τις γλώσσες), που μιλούσαν στο νησί την εποχή του χαλκού.

    § Ετεοκρητική: Το 19ο αι. ο αρχαιολόγος F. Halbherr ανακαλύπτει στις αρχαιολογικές ανασκαφές της αρχαίας Πραισού μια επιγραφή επάνω σε λίθο, γραμμένη σε ελληνικό αλφάβητο, αλλά όχι και σε ελληνική γλώσσα. Η γλώσσα του κειμένου αυτού βαφτίζεται σχεδόν αμέσως ετεοκρητική, αφού επιβεβαιώνει όλα τα στοιχεία της αρχαίας παράδοσης, που ήθελε τους Ετεόκρητες ως τους αρχαιότερους κατοίκους της μεγαλονήσου, οι οποίοι δε μιλούσαν ελληνικά, αλλά κάποια βαρβαρική γλώσσα. Η αρχαία αυτή παράδοση συνδέει ρητά την ετεοκρητική με την εποχή του βασιλιά Μίνωα, συνεπώς με μια περίοδο προγενέστερη του πρώτου γνωστού σε εμάς ελληνικού πολιτισμού, δηλαδή του μυκηναϊκού.
    Όπως προαναφέρθηκε, η γραφή που χρησιμοποιούν οι Ετεόκρητες είναι το ελληνικό αλφάβητο (υπάρχουν μόνο δύο χαρακτήρες άγνωστοι στα ελληνικά αλφάβητα), ενώ διάφορες ενδείξεις οδηγούν στη σκέψη πως οι φωνητικές αξίες του ετεοκρητικού αλφαβήτου ενδέχεται να είναι παραπλήσιες με τις φωνητικές αξίες του ελληνικού αλφαβήτου.
    Μέχρι σήμερα, οι επιστήμονες δεν έχουν καταφέρει να διακρίνουν αν η ετεοκρητική συγγενεύει με την ινδοευρωπαϊκή ή τη σημιτική οικογένεια ή αν αποτελεί μια απομονωμένη γλώσσα, χωρίς κάποια εμφανή συγγένεια.

    § Γραμμική Β: Πολύ πριν την επινόηση του αλφάβητου, η ελληνική γλώσσα γραφόταν σε μια γραφή συλλαβική, στην οποία κάθε σύμβολο αντιπροσωπεύει μια προφερόμενη συλλαβή. Αυτό το σύστημα βασίστηκε σε μια παλιότερη γραφή, γνωστή ως γραμμική Α, που τη χρησιμοποιούσαν στη μινωική Κρήτη για την απόδοση κάποιας άλλης γλώσσας. Η νεότερη μορφή της, που είναι γνωστή ως γραμμική Β, χρησιμοποιόταν κατά το 13ο αι. π.Χ. στα μυκηναϊκά ανάκτορα της Πύλου, των Μυκηνών, της Τίρυνθας και των Θηβών, καθώς επίσης και στα Χανιά της Κρήτης.
    Η γραμμική Β αποκρυπτογραφήθηκε το 1952 από τον Άγγλο αρχιτέκτονα Michael Ventris και αποδείχθηκε ότι αποδίδει μια αχαϊκή μορφή της ελληνικής. Η γραφή αυτή αποτελείται από ενενήντα περίπου συλλαβογράμματα και συμπληρώνεται από ένα απλό αριθμητικό σύστημα και εκατό περίπου σύμβολα αγαθών, που χρησιμοποιούνται μαζί με τα αριθμητικά για να δηλώνουν τι είναι αυτό που μετριέται. Συχνά είναι εικαστικά και το νόημα τους είναι προφανές.
    Μετά πάντως την κατάρρευση των μυκηναϊκών ανακτόρων, η γραμμική Β χάνεται εντελώς, αφού ήταν άμεσα συνδεδεμένη με τη διοικητική και οικονομική οργάνωση αυτών. Μέχρι και τον 8ο αι. π.Χ. ο ελλαδικός χώρος διακρίνεται για την απώλεια της γραφής, ενώ από τον 8ο αι. και έπειτα η υιοθέτηση του φοινικικού αλφαβήτου πραγματοποιείται στο πλαίσιο των έντονων επαφών με την ανατολική Μεσόγειο.

    Η ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΑΛΦΑΒΗΤΟΥ:
    Τα ονόματα και η μορφή των γραμμάτων, καθώς και η αριστερόστροφη γραφή των πρώτων αλφαβητικών γραφών δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία ότι το ελληνικό αλφάβητο συνδέεται στενά με τις βορειοσημιτικές γραφές του τέλους της 2ης και των αρχών της 1ης χιλιετίας π.Χ., στις οποίες αναφερόμαστε συνήθως με το γενικό όνομα «φοινικική γραφή».
    Ο χρόνος εισαγωγής της αλφαβητικής μορφής στην Ελλάδα είναι δύσκολο να προσδιοριστεί με ακρίβεια. Σύμφωνα με τις υπάρχουσες ενδείξεις, το σημαντικό αυτό γεγονός πρέπει να συνέβη στο τέλος του 9ου ή στο πρώτο μισό του 8ου αι. π.Χ. Παρ’ όλα αυτά, οι Έλληνες δεν παρέλαβαν αυτούσια καμιά από τις γνωστές βορειοσημιτικές γραφές, αλλά εισήγαγαν στο αλφάβητο τους τροποποιήσεις που καθιστούσαν ευχερέστερη την καταγραφή της δικής τους γλώσσας. Η σημαντικότερη αλλαγή ήταν η εισαγωγή των φωνηέντων.
    Η προσαρμογή του φοινικικού αλφάβητου στις ανάγκες της ελληνικής γλώσσας πρέπει να έγινε από κάποιον ή κάποιους, που μιλούσαν και τις δύο γλώσσες. Δεν αποκλείεται, επομένως, η παραλαβή και η προσαρμογή του να έγινε στις ακτές της Συρίας και της Φοινίκης, όπου υπήρχαν εγκαταστάσεις Ελλήνων κατά τον 9ο και 8ο αι. π.Χ. Είναι,όμως, εξίσου πιθανό ο τόπος παραλαβής να βρίσκεται στην περιοχή του Αιγαίου, όπου μαρτυρείται η παρουσία Φοινίκων κατά την ίδια περίοδο.
    Όπως αναφέρθηκε στην αρχή, οι παλαιότερες αλφαβητικές γραφές είναι αριστερόστροφες, ακολουθούν δηλαδή τα σημιτικά τους πρότυπα. Ήδη, όμως, από τις αρχές του 7ου αι. οι Έλληνες άρχισαν να γράφουν βουστροφηδόν (προς τα δεξιά, αλλά και παλινδρομικά, αλλάζοντας δηλαδή φορά όταν έφταναν στο τέλος ενός στίχου). Αυτός ο τρόπος γραφής εγκαταλείφθηκε στο τέλος της αρχαϊκής εποχής. Δεν πρέπει πάντως να ξεχνάμε ότι η ανάγνωση ήταν στην αρχαιότητα δυσκολότερη απ’ ότι σήμερα, καθώς έλειπαν βοηθήματα, όπως ο χωρισμός των λέξεων και τα σημεία της στίξης.
    Καταλήγοντας, πρέπει να επισημάνουμε ότι δεν είναι εύκολο να προσδιορίσουμε με ασφάλεια του λόγους που οδήγησαν τους Έλληνες, τέσσερις περίπου αιώνες μετά την εγκατάλειψη της συλλαβικής γραμμικής Β, στη δημιουργία ενός νέου αλφαβήτου με βάση τη φοινικική γραφή.

    ΑΡΧΑΪΚΗ ΕΠΟΧΗ:
    Το χρονικό διάστημα από την έναρξη του δευτέρου αποικισμού έως την έναρξη των αντιπαραθέσεων με τους Πέρσες (περίπου 750-500 π.Χ.) χαρακτηρίζεται από τη διεύρυνση του χώρου, μέσα στον οποίο αναπτύχθηκε ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός, αλλά και από τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις στις ελληνικές πόλεις.
    Η πρωτοβουλία για την ίδρυση των αποικιών προήλθε από πόλεις, των οποίων ο πληθυσμός ανήκε σε διαφορετικά ελληνικά φύλα (Ίωνες, Αιολείς, Δωριείς). Καθώς όμως κάθε αποικία παραλάμβανε από τη μητρόπολη το αλφάβητο και τη γλώσσα, μεταφέρθηκαν στις αποικίες τα τοπικά αλφάβητα και οι τοπικές διάλεκτοι. Από την άλλη μεριά, η διασπορά των τοπικών διαλέκτων στις αποικίες, οδήγησε σε μερική διαφοροποίηση των διαλέκτων των αποικιών, λόγω απόστασης ‘η λόγω της ανεξαρτησίας των αποικιών.
    Οι Έλληνες των αποικιών διαμεσολαβούσαν στο εμπόριο μεταξύ της ενδοχώρας και του λοιπού ελληνικού κόσμου και η επικοινωνία αυτή προϋπέθετε, στοιχειωδώς έστω, αμοιβαία γνώση της γλώσσας. Επιπλέον επιδράσεις στη γλώσσα άσκησαν και οι μετακινήσεις μεμονωμένων ατόμων ή μικρότερων ομάδων. Τέλος, με τη διεύρυνση του ελληνικού χώρου και την ανάπτυξη των πόλεων, άρχισαν να αυξάνονται και οι διακρατικές σχέσεις. Μια ιδιαίτερη μορφή διακρατικών σχέσεων ήταν οι σχέσεις μεταξύ μητροπόλεων και αποικιών, μεταξύ των οποίων, όπως είναι ευνόητο, υπήρχαν ιδιαίτεροι δεσμοί.
    Έτσι λοιπόν, ο γραπτός λόγος συνδέεται άμεσα με τις ιστορικές εξελίξεις αυτού του χρονικού διαστήματος. Καταρχήν, η καθιέρωση της αλφαβητικής γραφής διευκόλυνε τη χρήση του γραπτού λόγου σε διάφορους τομείς. Αλλά και αντίστροφα, οι συνθήκες της εποχής συνέβαλαν στην αυξανόμενη χρήση του γραπτού λόγου και προσδιόρισαν τον ιστορικό του χαρακτήρα.


    ΚΛΑΣΙΚΗ ΕΠΟΧΗ:
    Σε σχέση με τις ιστορικές συνθήκες της εποχής, δύο φαινόμενα κυρίως επέδρασαν στη γλώσσα και στην ευρεία χρήση του γραπτού λόγου: η εδραίωση και η διεύρυνση του δημοκρατικού πολιτεύματος στην Αθήνα αφενός, οι πολυμερείς διακρατικές σχέσεις αφετέρου. Έτσι, κατά τους κλασικούς χρόνους, σε πολλές πόλεις-κράτη έχουν ήδη επικρατήσει τα γραπτά κείμενα, ιδίως για τους νόμους.
    Είναι βέβαια δύσκολο να διακρίνουμε σε ποιο βαθμό είχε πραγματικά διεισδύσει η γραφή στις διάφορες όψεις του ελληνικού πολιτισμού, σε ποιο ποσοστό εξαφάνιζε τα προφορικά στοιχεία του ελληνικού βίου και σε ποια έκταση επέφερε βαθιά αλλαγή. Κι αυτό γιατί είναι πραγματικά εκπληκτικό το πόσο πολλοί Έλληνες συγγραφείς κρατούν αμφιθυμική – αν όχι εχθρική – στάση απέναντι στο γραπτό λόγο. Ο Πλάτων για παράδειγμα αντιμετώπισε επικριτικά την αξία της γραφής.
    Ταυτόχρονα, όμως, η κριτική του υπονοεί ότι πολλοί άλλοι Έλληνες του 4ου αι. π.Χ. αρχίζουν πράγματι να αναζητούν τη γνώση σε γραπτά κείμενα. Οι ανησυχίες του για την αδυναμία της γραφής να οδηγήσει στην αληθινή μόρφωση είναι μέρος μιας προσπάθειας να αναχαιτιστεί η πλημμυρίδα του γραπτού λόγου, ο οποίος εκείνη την εποχή είχε αρχίσει να εισβάλει στο χώρο της λογοτεχνίας και της φιλοσοφίας.
    Παρ’ όλα αυτά, όμως, πρέπει να παραδεχτούμε ότι η κλασική Ελλάδα παρέμενε ένας πολιτισμός δημόσιας παρουσίασης, δηλαδή οι δραστηριότητες του ελληνικού πολιτισμού – από τις θρησκευτικές μέχρι τις πολιτικές – παρέμεναν βασικά εστιασμένες στο οπτικό και στο προφορικό. Ίσως μάλιστα ο πολιτισμός της Αθήνας να ήταν ευρύτερα προσιτός, ακριβώς επειδή ήταν προφορικός. Και σε ένα τέτοιο πολιτισμό ακόμη και οι αγράμματοι, μέχρι ενός σημείου, μπορούσαν να συμμετέχουν ενεργά στην πολιτική ζωή.

    Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ:
    Στην αρχαία Ελλάδα, το αποφασιστικό γεγονός ήταν η διαμόρφωση ευρύτερων πολιτικών συνασπισμών και η ίδρυση της Ιωνικής Συμπολιτείας πριν από τους Περσικούς πολέμους και, στη συνέχεια, της Α΄ Αθηναϊκής Ναυτικής Συμμαχίας. Αυτά τα πολιτικά γεγονότα, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη πολιτιστικών επαφών, διευκόλυναν τη δημιουργία ευρύτερων γλωσσικών κοινοτήτων.
    Η διαλεκτική μείξη στις ιωνικές περιοχές, υπό την επιρροή της Α΄ Ναυτικής Συμμαχίας, είχε θεμελιώδη σημασία για τις εξελίξεις που ακολούθησαν. Η αττικοϊωνική κοινή, που προέκυψε τον 4ο αιώνα, είναι το αποτέλεσμα φωνολογικής και μορφολογικής ομαλοποίησης. Την κοινή αυτή μπορούμε να την περιγράψουμε ως σταθεροποιημένη κοινή.
    Το επόμενο στάδιο – της διευρυμένης κοινής – προέκυψε με την μεταφορά της αττικοϊωνικής κοινής πέρα από τη θάλασσα – στην Αίγυπτο, τη Συρία, την Παλαιστίνη, τη Μεσοποταμία, τη Μικρά Ασία και σε άλλες πιο μακρινές περιοχές του γνωστού κόσμου – με τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου και τον αποικισμό που επακολούθησε.
    Το τελευταίο στάδιο στην εξέλιξη της κοινής, το στάδιο της αφομοιωμένης κοινής, χαρακτηρίζεται από επιπρόσθετη γλωσσική διεύρυνση και, ιδιαίτερα, από τη χρήση της για λογοτεχνικούς σκοπούς.
    Πρέπει να αναφερθεί ότι κατά την ελληνιστική εποχή, η ελληνιστική κοινή, παρά την εξάπλωση της, αρχικά συνάντησε αντίσταση στις αλλόγλωσσες περιοχές. Παρ’ όλα αυτά, η σταδιακή επικράτηση της ήταν τελικά ολοκληρωτική, με αποτέλεσμα είτε να εξαφανιστεί τελείως η γλώσσα του αυτόχθονος πληθυσμού, είτε να καθιερωθεί η διγλωσσία.
    Η ολοκληρωτική επικράτηση της ελληνιστικής κοινής παρατηρείται σε παραλιακές περιοχές της Ασίας με πολλές ελληνιστικές πόλεις, οι οποίες δέχτηκαν μεγάλο κύμα Ελλήνων μεταναστών από τη Μακεδονία και τη λοιπή Ελλάδα και εξελίχθηκαν σε σημαντικά πολιτισμικά και εμπορικά κέντρα αυτής της περιόδου. Έτσι, η σημιτική ντόπια γλώσσα φαίνεται ότι είχε εξαφανιστεί από τις φοινικικές πόλεις της Τύρου και της Σιδώνας.
    Αντίθετα, σε περιοχές όπου ο πληθυσμός των ελευθέρων μισθωτών αγροτών στο μεγαλύτερο ποσοστό τους δεν ήταν οργανωμένος σε πόλεις, η ντόπια γλώσσα εξακολούθησε να είναι το μοναδικό όργανο επικοινωνίας για τους αυτόχθονες των κατώτερων κοινωνικών τάξεων, που εξακολουθούσαν να ζουν με τον πατροπαράδοτο τρόπο σε χωριά στην ύπαιθρο.
    Διγλωσσία χαρακτηρίζει τα μέλη της ντόπιας ανώτερης τάξης, που, εκτός από τη γλώσσα του τόπου τους, γρήγορα μάθαιναν να χειρίζονται την ελληνιστική κοινή, το γλωσσικό όργανο, με το οποίο ήταν δυνατή η επικοινωνία με τους μονάρχες των ελληνιστικών βασιλείων και η διεκπεραίωση των οικονομικών δραστηριοτήτων.
    Έτσι, ο ελληνισμός έδωσε σε πολλούς λαούς της Ανατολής τη δυνατότητα να επικοινωνήσουν μεταξύ τους, καθώς και με τον υπόλοιπο κόσμο, αλλά δεν εξουδετέρωσε τις ιδιομορφίες τους. Απεναντίας, εμπλουτίστηκε από αυτές και μετασχηματίστηκε ο ίδιος.

    ΕΠΙΛΟΓΟΣ:
    Της περίοδο της Ρωμαϊκής κυριαρχίας, στο ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας, η ελληνική γλώσσα στην κοινή της διάλεκτο και, μαζί με αυτήν, κάποιες μορφές ελληνικής παιδείας, ήταν πια κτήμα ευρύτατων μαζών.
    Κορυφαίο γεγονός στο θρησκευτικό και πνευματικό τομέα υπήρξε η διάδοση του χριστιανισμού και η τελική του επιβολή με αυτοκρατορικά διατάγματα. Η χριστιανική Εκκλησία της Ρώμης και, κατ’ επέκταση, όλης της Δύσης κράτησε τα ελληνικά ως λειτουργική της γλώσσα μέχρι το τέλος του 2ου αι. Ύστερα πέρασε στα λατινικά.
    Στο ανατολικό, όμως, τμήμα οι ελληνόφωνες Εκκλησίες πρωτοστάτησαν στη μετάφραση των βιβλικών κειμένων στις παραδοσιακές γλώσσες της Ανατολής, γεγονός που υπήρξε καταλύτης στην ενίσχυση τους. Μαζί με τις ανώτερες τάξεις, ο ανώτερος κλήρος άρχισε κι αυτός να εγκαταλείπει την ελληνιστική κοινή, ενώ οι Μεγάλοι Πατέρες των Ανατολικών Εκκλησιών του ύστερου 4ου αι. έγραφαν πια σε αττικίζοντα ελληνικά, που ήταν αρεστά σε όσους διέθεταν υψηλή μόρφωση.
    Στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, τα ελληνικά ήταν η κυρίαρχη γλώσσα. Στο εσωτερικό της, όμως, επιβίωναν και δεκάδες παραδοσιακές γλώσσες. Τα ελληνικά της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας εξακολούθησαν τη διπλή τους ιστορία ως αττικίζοντα και ως εξελιγμένη μορφή της κοινής. Η διπλή αυτή παράδοση αποτυπώθηκε και στον βυζαντινό χριστιανισμό.

    Της Ειρήνης Γ. Χριστάκη


    * « Η ελληνική γλώσσα. Γλώσσα και ιστορία», στο: Α.-Φ. Χριστίδης (εκδ.), Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας. Από τις αρχές έως την ύστερη αρχαιότητα, Αθήνα: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Εμμανουήλ Τριανταφυλλίδη), 2001, σελ. 121-268