Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λεξιλόγιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λεξιλόγιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2024

Περί Ειρήνης και πολέμου

ΕΙΡΗΝΗ – ΠΟΛΕΜΟΣ

Ειρήνη
  • Διαπροσωπική, Διακρατική = ομαλή συνύπαρξη ατόμων και λαών
  • Κατάκτηση ησυχίας, γαλήνης, τάξης & ασφάλειας από κάθε εσωτερικό & εξωτερικό εχθρό.
  • Η κατάσταση που εγγυάται ποιότητα ζωής, και όχι απλά η απουσία πολέμου.

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ


Α) ΛΑΤΡΕΥΟΤΑΝ ΩΣ ΘΕΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ
  • Kόρη του Δία & της Θέμιδας, αδερφή της Ευνομίας & της Δίκης
  • Γλυπτό: η Ειρήνη με τον πλούτο και το κέρας της Αμάλθειας
  • «Περί Ειρήνης»: Αριστοφάνης, Δημοσθένης, Ισοκράτης
Β) ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΓΙΑ ΕΔΡΑΙΩΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ ΑΠΟ ΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΧΡΟΝΙΑ
  • Αμφικτυονίες
  • Χρυσός αιώνας
  • Pax Romana
Γ) ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ ΔΙΕΘΝΩΣ ΑΠΟ ΤΑ ΤΕΛΗ ΤΟΥ 19ου ΑΙΩΝΑ
  • Σύσταση Κ.Τ.Ε.
  • Σύσταση Ο.Η.Ε
  • ΝΑΤΟ – Σύμφωνο Βαρσοβίας

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΕΙΡΗΝΙΚΗΣ ΣΥΝΥΠΑΡΞΗΣ

Α. ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ
1. πνευματική καλλιέργεια
2. σεβασμός στην αξία του ανθρώπου
3. ελευθερία
4. δημιουργικότητα
5. διατήρηση παράδοσης
6. ανταλλαγή γνώσεων και πολιτιστικών πληροφοριών διεθνώς
7. πρόοδος επιστημών –τεχνών – γραμμάτων
8. ολόπλευρη ανάπτυξη του πολιτισμού
9. δυνατότητα βελτίωσης του ανθρώπου


Β. ΗΘΙΚΟΣ ΒΙΟΣ
1. ικανοποίηση ηθικών αναγκών
2. γόνιμο έδαφος για την καλλιέργεια υψηλών ιδανικών
3. αισθητική καλλιέργεια
4. εμπιστοσύνη – αλληλοκατανόηση – συνεργασία
5. αγάπη – ευτυχία
6. αίσθημα ασφάλειας


Γ. ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ
1. ομαλή λειτουργία κοινωνικων θεσμων
2. δημοκρατικοι θεσμοι
3. ανεξαρτησια – αυτονομια κρατων
4. αγωνας για επιτευξη κοινων στοχων
5. δημιουργια συνεκτικων δεσμων
6. αναπτυξη διαπροσωπικων σχεσεων
7. εργασια


Δ. ΥΛΙΚΟΣ ΒΙΟΣ
1. επιστημονικα επιτευγματα
2. παραγωγικοτητα – δημιουργικοτητα
3. αναπτυξη γεωργιας – εμποριου…
4. υγεια – μακροζωία
5. εποικοδομητικα – πολιτιστικα εργα
6. ανοδος βιοτικου επιπεδου


Πόλεμος
  • Η ένοπλη σύγκρουση κάποιων ομάδων (εθνών, κρατών, φατριών, πολιτών μιας χώρας…) κατά την οποία λαμβάνουν χώρα εχθροπραξίες, συνήθως μεγάλης έκτασης, διάρκειας και σημασίας.
  • Κάθε μορφή οξείας διαφωνίας με βίαια μέσα, ακόμη και στον πνευματικό ή ψυχολογικό τομέα.

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ

Όλη η ιστορία της ανθρωπότητας είναι γεμάτη από πολέμους και αιματοχυσίες.

ΜΟΡΦΕΣ ΚΑΙ ΣΚΟΠΟΙ ΠΟΛΕΜΟΥ
1. επιθετικός (κατακτητικός – αποικιακός)
2. αμυντικός – εθνικοαπελευθερωτικός
3. εμφύλιος


ΑΙΤΙΑ – ΚΙΝΗΤΡΑ
1. οικονομικά (δια την των χρημάτων κτήσιν, δια πλεονεξίαν δια φιλότιμον)
2. απληστία
3. επιθυμία για απόκτηση δύναμης, θέσης, γοήτρου
4. εθνικισμός – ρατσισμός
5. ιδεολογικοί φανατισμοί
6. θρησκευτικά
7. πολιτιστική κρίση – κρίση αξιών, επικράτηση υλισμού
8. μίσος (HOMO HOMINI LUPUS)

ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΣΗ ΠΟΛΕΜΟΥ:
  • Οι μόνοι πόλεμοι που δικαιολογούνται ηθικά είναι οι αμυντικοί και οι εθνικοαπελευθερωτικοί:
  • Υπεράσπιση Εθνικής ανεξαρτησίας – Εθνικής ταυτότητας
  • Υπεράσπιση της ζωής, τιμής και περιουσίας.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΠΟΛΕΜΟΥ


Α. ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ
1. πνευματική κατάπτωση
2. πολιτιστική κρίση
3. καθυστέρηση τεχνών – γραμμάτων
4. επιστημονική μονομέρεια
5. καλλιέργεια φόβου, απανθρωπιάς, κτηνωδίας
6. έλλειψη σεβασμού για την ανθρώπινη ζωή και τις πνευματικές κατακτήσεις της ανθρωπότητας


Β. ΗΘΙΚΟΣ ΒΙΟΣ
  1. έλλειψη ηθικής ισορροπίας
  2. έλλειψη στόχων και ιδανικών
  3. παθητικότητα
  4. επικράτηση συμφερόντων
  5. κλίμα διχόνοιας, μίσους
  6. ανθρώπινη δυστυχία, απογοήτευση, αγωνία, ανασφάλεια
  7. αδιαφορία για εσωτερική καλλιέργεια
  8. παραβίαση ηθικών αρχών
  9. φθορά συνείδησης
  10. ενστικτώδης ζωή – κυνισμός
  11. φθορά λέξεων , ιδεών: επένδυση καταστάσεων αρνητικών με λέξεις υψηλού περιεχομένου – καπηλεία εννοιών

Γ. ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΒΙΟΣ
1. δυσλειτουργία κοινωνικών θεσμών
2. παραμέληση παιδείας
3. οπισθοδρόμηση πολιτισμού
4. συντελούνται δημογραφικές, γεωγραφικές ανακατατάξεις με βίαιο τρόπο
5. επικράτηση βίας
6. κρίση στις διαπροσωπικές σχέσεις
7. οικολογική καταστροφή
8. αλλοίωση κοινωνικής συνείδησης
9. παρεμπόδιση δημιουργικότητας, άρση συνεργασίας, κατάργηση επικοινωνίας, κερδοσκοπία


Δ. ΥΛΙΚΟΣ ΒΙΟΣ
1. κατάρρευση οικονομίας
2. άθλιο βιοτικό επίπεδο
3. καταστροφή έργων – μνημείων
4. δραματική μείωση πληθυσμού
5. τεράστιες υλικές ζημιές


ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΕΔΡΑΙΩΣΗ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ


ΟΙ ΗΓΕΤΕΣ
1. καλλιέργεια συνεργασίας των λαών
2. ανάληψη πρωτοβουλιών σχετικών με την ειρήνη
3. ειλικρινής διάλογος
4. διαλλακτικότητα
5. περιορισμός ιμπεριαλιστικών διαθέσεων
6. μείωση εξοπλισμών – αφοπλισμός
7. εγκατάλειψη των πολεμικών βιομηχανιών
8. φιλειρηνική εκπαίδευση:
  • γνώση
  • παράδειγμα
  • αντίκρουση ατομικισμού
  • απόδειξη του παραλογισμού του πολέμου
  • διαπαιδαγώγηση με τα ιδανικά του Δικαίου και της Ειρήνη
ΟΙ ΑΠΛΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ
1. ευαισθητοποίηση και άσκηση πίεσης προς τους ρυθμιστές της τύχης των λαών
2. άμεση δραστηριοποίηση όλων
3. συμμετοχή σε ειρηνιστικά κινήματα
4. διαφώτιση – διαπαιδαγώγηση
5. καταπολέμηση προκαταλήψεων και φανατισμού
6. κατάκτηση εσωτερικής ειρήνης

Σάββατο 18 Μαΐου 2019

Ποια Ελληνική Λέξη είναι Αρχαία και ποια Νέα;

«Από την εποχή που μίλησε ο Όμηρος ως τα σήμερα, 
μιλούμε, ανασαίνουμε και τραγουδούμε με την ίδια γλώσσα».
Γιώργος Σεφέρης

Γιατί μια Ομηρική λέξη μας φαίνεται δύσκολη και ακαταλαβίστικη;
Οι Έλληνες σήμερα, ασχέτως μορφώσεως, μιλάμε ομηρικά, 

αλλά δεν το ξέρουμε επειδή αγνοούμε την έννοια των λέξεων που χρησιμοποιούμε.
Για του λόγου το αληθές θα αναφέρουμε μερικά παραδείγματα για να δούμε ότι 

η Ομηρική γλώσσα όχι μόνο δεν είναι νεκρή, αλλά είναι ολοζώντανη.
  • αὐδή είναι η φωνή. Σήμερα χρησιμοποιούμε το επίθετο άναυδος
  • ἀπαυδῶ < ἀπό + αὐδή >--> απηύδησα αδυνατώ να μιλήσω πλέον.
  • ἀλέξω στην εποχή του Ομήρου σημαίνει εμποδίζω, αποτρέπω.
    Τώρα χρησιμοποιούμε τις λέξεις αλεξίπτωτο, αλεξίσφαιρο, αλεξικέραυνο, αλεξήλιο, Αλέξανδρος (αυτός που αποκρούει τους άνδρες) κ.τ.λ. 
  • Με το επίρρημα «τήλε» στον Όμηρο εννοούσαν μακριά,
    εμείς χρησιμοποιούμε τις λέξεις τηλέφωνο, τηλεόραση, τηλεπικοινωνία, τηλεβόλο, τηλεπάθεια κ.τ.λ. 
  • λάας ή λᾶς έλεγαν την πέτρα. Εμείς λέμε λατομείο, λαξεύω. 
  • πέδον στον Όμηρο σημαίνει έδαφος,
    τώρα λέμε στρατόπεδο, πεδινός. 
  • Το κρεβάτι λέγεται λέχος,
    εμείς αποκαλούμε λεχώνα (λεχώτη γυναίκα που μόλις γέννησε και μένει στο κρεβάτι. 
  • πόρο έλεγαν τη διάβαση, το πέρασμα, σήμερα χρησιμοποιούμε τη λέξη πορεία. Επίσης αποκαλούμε εύπορο κάποιον που έχει χρήματα, γιατί έχει εύκολες διαβάσεις, μπορεί δηλαδή να περάσει όπου θέλει, και άπορο αυτόν που δεν έχει πόρους, το φτωχό. 
  • φρήν είναι η λογική. Έχει σώας τας φρένας.
    Από αυτή τη λέξη προέρχονται το φρενοκομείο, ο φρενοβλαβής, ο εξωφρενικός, ο άφρων κ.τ.λ. 
  • δόρπος, λεγόταν το δείπνο, σήμερα η λέξη είναι επιδόρπιο
  • λῶπος ή λώπη είναι στον Όμηρο το ένδυμα.
    Τώρα αυτόν που μας έκλεψε (μας έγδυσε το σπίτι) τον αποκαλούμε λωποδύτη
  • ὕλη ονόμαζαν ένα τόπο με δένδρα,
    εμείς λέμε υλοτόμος
  • ἄρουρα έλεγαν την καλλιεργήσιμη γη (γενικότερα) τη γη, το χώμα, το έδαφος, όλοι ξέρουμε τον αρουραίο
  • Τον θυμό τον αποκαλούσαν χόλο.
    Από τη λέξη αυτή πήρε το όνομα της η χολή, με την έννοια της πίκρας. Λέμε επίσης αυτός είναι χολωμένος
  • νόστος σημαίνει επιστροφή στην πατρίδα.
    Η λέξη παρέμεινε ως παλινόστηση, ή νοσταλγία
  • ἄλγος στον Όμηρο είναι ο σωματικός πόνος,
    από αυτό προέρχεται το αναλγητικό
  • Το βάρος το αποκαλούσαν ἄχθος,
    σήμερα λέμε αχθοφόρος
  • Ο ρῦπος, δηλαδή η ακαθαρσία, εξακολουθεί και λέγεται έτσι – ρύπανση
  • Από τη λέξη αἰδώς (ντροπή)
    προήλθε ο αναιδής
  • πέδη, σημαίνει δέσιμο και τώρα λέμε πέδιλο, τροχοπέδη, χειροπέδες. 
  • Από το φάος (το φως), προέρχεται η φράση φαεινές ιδέες. 
  • ἄγχω, σημαίνει σφίγγω το λαιμό, σήμερα λέμε αγχόνη. Επίσης άγχος είναι η αγωνία από κάποιο σφίξιμο, ή από πίεση. 
  • βρύχια στον Όμηρο είναι τα βαθιά νερά,
    εξ ου και τo υποβρύχιο
  • φερνή έλεγαν την προίκα.
    Από εκεί επικράτησε την καλά προικισμένη να τη λέμε «πολύφερνη νύφη». 
  • Το γεύμα στο οποίο ο κάθε παρευρισκόμενος έφερνε μαζί του το φαγητό του λεγόταν ἔρανος. Η λέξη παρέμεινε, με τη διαφορά ότι σήμερα δεν συνεισφέρουμε φαγητό, αλλά χρήματα.

Υπάρχουν λέξεις, από τα χρόνια του Ομήρου, που ενώ η πρώτη τους μορφή μεταβλήθηκε – η χείρ έγινε χέρι, το ὕδωρ νερό (νεαρόν ύδωρ = φρέσκο νερό), η ναῦς έγινε πλοίο, το ἄστυ έγινε πόλη 
 – στη σύνθεση διατηρήθηκε η πρώτη μορφή της λέξεως.
  • Από τη λέξη χείρ έχουμε: χειρουργός, χειριστής, χειροτονία, χειραφέτηση, χειρονομία, χειροδικώ κ.τ.λ.
  • Από το ὕδωρ έχουμε τις λέξεις: ύδρευση υδραγωγείο, υδραυλικός, υδροφόρος, υδρογόνο, υδροκέφαλος, αφυδάτωση, ενυδρείο, κ.τ.λ.
  • Από τη λέξη ναῦς έχουμε: ναυπηγός, ναύαρχος, ναυμαχία, ναυτικός, ναυαγός, ναυτιλία, ναύσταθμος, ναυτοδικείο, ναυαγοσώστης, ναυτία, κ.τ.λ.
  • Από τη λέξη ἄστυ έχουμε: αστυνομία, αστυνομικός, αστυφιλία, κ.τ.λ.
Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα παραδείγματα προκύπτει ότι:
Δεν υπάρχουν αρχαίες και νέες Ελληνικές λέξεις, αλλά μόνο Ελληνικές.Η Ελληνική γλώσσα είναι ενιαία και ουσιαστικά αδιαίρετη χρονικά.

Από την εποχή του Ομήρου μέχρι σήμερα προστέθηκαν στην Ελληνική γλώσσα μόνο ελάχιστες λέξεις.
Η γνώση των εννοιών των λέξεων θα μας βοηθήσει να καταλάβουμε ότι μιλάμε τη γλώσσα της ομηρικής ποίησης, μια γλώσσα που δεν ανακάλυψε ο Όμηρος αλλά προϋπήρχε πολλές χιλιετίες πριν από αυτόν.
Προσθέστε και εσείς τις δικές σας γνώσεις που να σχετίζονται με το θέμα.
Σκοπός μας είναι να ανακαλύψουμε τις έννοιες των λέξεων για να μπορέσουμε να επικοινωνήσουμε καλύτερα.
Παλαιότερα όταν έλεγαν μια λέξη καταλάβαιναν όλοι το ίδιο. π.χ για τη λέξη αρετή ήξεραν ότι είναι η μεσότητα ανάμεσα σε δύο υπερβολές.
Σήμερα ο καθένας για την ίδια λέξη εννοεί και κάτι διαφορετικό.

Πηγές: Απολλώνιου Σοφιστού Λεξικόν κατά στοιχείον Ιλιάδος και Οδύσσειας - Εκδόσεις Ηλιοδρόμιο. k-mag

Παρασκευή 17 Μαΐου 2019

Άγνωστες λέξεις της γλώσσας μας

Η ελληνική γλώσσα είναι μία ανεξάντλητη πηγή γνώσης.
Αξίζει να ασχοληθούμε μαζί της λίγο παραπάνω.
Όλες οι λέξεις που ακολουθούν είναι από το Λεξικό Μπαμπινιώτη

ἀμετροέπεια – έλλειψη μέτρου στα λεγόμενα, πολυλογία
ἀρχολίπαρος – αυτός που επιδιώκει αρχές και αξιώματα, φίλαρχος
γεραρός – αυτός που αξίζει τον σεβασμό
γλίσχρος – ανεπαρκής, πενιχρός
ἐνεός – άφωνος, άναυδος, σαν χαμένος (από κατάπληξη)
θρυαλλίδα – φιτίλι – αφορμή
ἰταμός – προκλητικός, αυθάδης, αναιδής
κοπετός – θρήνος, οδυρμός, γοερό κλάμα με χτυπήματα στο στήθος
μεμψιμοιρία – γκρίνια, παράπονα
νωδός – χωρίς δόντια, φαφούτης
ξενηλασία – απέλαση ξένων, εκδίωξη ή καταδίωξη τού ξενικού ως επικίνδυνου
οἴηση – μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μου, έπαρση
ὄνειδος – ό,τι ντροπιάζει τον άνθρωπο δημόσια και σε μεγάλο βαθμό
ὀρρωδώ – πτοούμαι, υποχωρώ από φόβο, τρομάζω
παρέλκει – περιττεύει, δεν χρειάζεται, δεν ενδείκνυται
πομφόλυγες – αερολογίες, ανοησίες
προσφυής – κατάλληλος, αρμόζων, εύστοχος, επιτυχής
ῥᾳστώνη – νωθρότητα, αμεριμνησία, αποφυγή φόρτου
σεμνύνομαι – υπερηφανεύομαι, καυχιέμαι
σχοινοτενής – μακροσκελής, υπερβολικής εκτάσεως
τύρβη – θόρυβος, ταραχή, βαβούρα
ὑφαρπάζω – αρπάζω με δόλιο τρόπο, υποκλέπτω, οικειοποιούμαι
φίλερις – καβγατζής, εριστικός
φληναφήματα – ανοησίες, σαχλαμάρες
χαλκεύματα – ψευδείς κατηγορίες, προϊόντα σκευωρίας, 
ψιμυθίωση – μακιγιάζ, στολισμός προσώπου
ὤσμωση – η διάχυση στοιχείων μέσα σε άλλα, αλληλεπίδραση

Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2011

Λεξιλόγιο Δικανικών Όρων

  • ἂγω εἰς δίκην ή δικαστήριον ή ἐπί τούς δικαστάς = καταγγέλλω κάποιον στο δικαστήριο
  • ἀγών = δίκη δημόσια ή ιδιωτική, δικαστικός αγώνας
  • ἀγωνίζομαι γραφήν ή δίκην = υποστηρίζω μέχρι το τέλος κάποια υπόθεση
  • αἰτία = κατηγορία
  • αἰτίαν ἒχω, ν αἰτία εἰμί, αἰτίαν λαμβάνω = κατηγορούμαι
  • ἀειφυγία = εξορία, ισόβια
  • αἱρῶ = αποδεικνύω κάποιον ένοχο για έγκλημα
  • αἱρῶ γραφήν ή δίκην = κερδίζω δίκη
  • ἁλίσκομαι = καταδικάζομαι για κάτι
  • ἃλωσις = καταδίκη
  • ἀνατίθημι = ρίχνω επάνω, αποδίδω
  • ἀντιδικῶ = είμαι αντίδικος, προτείνω δίκη εναντίον κάποιου
  • ἀντίδικος = ο κατήγορος ή ο κατηγορούμενος ανάλογα
  • οἱ ἀντίδικοι = τα πρόσωπα που έχουν τη διαφορά
  • ἀντίδοσις = ανταλλαγή περιουσίας (στην αρχαία Ελλάδα)
  • ἀπαγωγή = παρουσίαση μπροστά στις αρχές και καταγγελία
  • ἀπογιγνώσκω = αθωώνω κάποιον
  • ἀπογράφω = καταγγέλλω κάποιον
  • ἀπογραφή = αντίγραφο μηνύσεως, κατάθεση, καταγραφή
  • ἀποκτείνω= καταδικάζω σε θάνατο
  • ἀποκτείνω εμαυτόν = αυτοκτονώ
  • ἀποφεύγω = απαλλάσσομαι από την κατηγορία
  • ἀποψηφίζομαί τινός = αθωώνω κάποιον
  • ἂτιμος= όποιος στερήθηκε τα πολιτικά του δικαιώματα
  • ἀτιμῶ = στερώ από κάποιον τα πολιτικά του δικαιώματα
  • ἀφίημι = απαλλάσσω από την κατηγορία
  • βούλευσις= επιβουλή για τη ζωή κάποιου, αγωγή για φόνο «εκ προμελέτης»
  • γραφή = καταγγελία, μήνυση για δημόσιο αδίκημα
  • γραφή ξενίας = μήνυση εναντίον κάποιου που παράνομα απέκτησε πολιτικά δικαιώματα
  • γραφή παρανόμων = καταγγελία για παράνομες προτάσεις
  • γράφομαι = μηνύω, καταγγέλλω κάποιον
  • τό γεγραμμένον = η ποινή
  • τά γεγραμμένα = τα άρθρα της μηνύσεως
  • γράφω ψήφισμα = υποβάλλω σχέδιο νόμου
  • διαγιγνώσκω = αποφασίζω σε κάποια δίκη
  • δέομαι καί ἱκετεύω και ἀντιβολῶ = συνήθως μαζί αυτά τα τρία ρήματα φανερώνουν πολύ θερμή ικεσία
  • διαγράφω δίκην = ξεγράφω από τον κατάλογο κάποια δίκη
  • διαγράφομαι δίκην = αποσύρω τη δίκη
  • διαμαρτύρομαι= κάνω ένσταση, παρουσιάζω μάρτυρες
  • δίδωμι δίκην = τιμωρούμαι
  • Δίκη = η θεά της δικαιοσύνης
  • διώκω = κάνω μήνυση εναντίον κάποιου
  • διώκων = ο κατήγορος
  • δοκιμάζω = εξετάζω και κρίνω κάποιον για δημόσιο λειτούργημα
  • ἐγκαλῶ = μηνύω κάποιον στο δικαστήριο
  • ἒγκλημα = κατηγορία, παράπονο
  • εἰσαγγέλλω= μηνύω κάποιον για δημόσιο αδίκημα
  • εἰσάγω γραφήν ή δίκην = εισάγω στο δικαστήριο κάποια υπόθεση.
  • ἐνδείκνυμι = μηνύω, καταγγέλλω.
  • ἐξελέγχω = καταδικάζω , αποδεικνύω ένοχο
  • πέξειμί τινος = καταδιώκω κάποιον δικαστικώς
  • πιδικάζω= επικυρώνω με δικαστική απόφαση κάτι σε κάποιον
  • ἐπικαλῶ = εγκαλώ = κατηγορώ
  • πικηρύσσω = ορίζω ποινή
  • πιμαρτύρομαι = παρουσιάζω κάποιον ως μάρτυρα.
  • πισκήπτω = μηνύω κάποιον
  • πιστάτης = ο πρόεδρος της συνελεύσεως, ο επιθεωρητής
  • πιτίθημι = βάζω πρόσθετη ποινή
  • ἐπιτιμῶ = βάζω ποινή σε κάποιον
  • πίτιμος= αυτός που έχει όλα τα δικαιώματα του πολίτη
  • εύθυνα = τιμωρία
  • εὐθύνας δίδωμι = λογοδοτώ
  • εὒνοια = δωροδοκία
  • ζημία = εθυνα = τιμωρία, πρόστιμο
  • ζημίωμα = πρόστιμο, ποινή
  • ζητέω- = ερευνώ, αναζητώ.
  • ζήτησις = δικαστική έρευνα.
  • ἡττάομαι-ῶμαι= χάνω τη δίκη, καταδικάζομαι
  • θάνατος = θανατική καταδίκη με νόμο
  • καθαιρέω-= καταδικάζω
  • καθαίρουσα ψῆφος = καταδικαστική ψήφος
  • καθίσταμαί τινά εἰς ἀγῶνα = φέρνω κάποιον σε δίκη
  • καλοῦμαί τινά = μηνύω κάποιον
  • καταγιγνώσκω τινός τι = καταλογίζω σε κάποιον κάτι
  • καταγιγνώσκω τινός θάνατον = καταδικάζω κάποιον σε θάνατο
  • κατακρίνω = καταδικάζω
  • καταχειροτονῶ = ψηφίζω εναντίον κάποιου με ανάταση του χεριού
  • καταχειροτονῶ θάνατόν τινός = ψηφίζω το θάνατο κάποιου
  • καταψηφίζομαί τινός = καταδικάζω κάποιον με την ψήφο μου
  • καταψήφισις = καταδίκη.
  • κρίνω = κατηγορώ, καταδικάζω
  • κρίσις = απόφαση, δίκη
  • λέγω λόγον = (για τον κατήγορο) = απαγγέλλω κατηγορία
  • λέγω λόγον = (για τον κατηγορούμενο) = απολογούμαι
  • μαρτύρομαι = επικαλούμαι μάρτυρα , διαμαρτύρομαι
  • μετοίκιον = ο φόρος των ξένων που έμεναν στην Αθήνα
  • νικῶ την δίκην = κερδίζω τη δίκη.
  • ξενικόν = ο φόρος των ξένων εμπόρων στην Αθήνα.
  • ὀφλισκάνω δίκην = χάνω τη δίκη
  • ὀφλισκάνω + γεν . της αιτίας = καταδικάζομαι για…
  • ὀφλισκάνω δίκην θανάτου = καταδικάζομαι σε θάνατο
  • ὀφλισκάνω ζημίαν = καταδικάζομαι να πληρώσω πρόστιμο
  • παράνομα γράφω = προτείνω πράγματα παράνομα
  • παρανόμων γραφή = μήνυση για παράνομες προτάσεις
  • παρανόμων φεύγω = καταγγέλλομαι για παράνομες προτάσεις
  • προβούλευμα = προκαταρκτικό ψήφισμα
  • προκαταγιγνώσκω= καταδικάζω κάποιον πριν απολογηθεί
  • προσκαλῶ (για κατήγορο) = καταθέτω μήνυση
  • προχειρίζομαι = ορίζω, εκλέγω, εγκαθιστώ
  • σείω = συκοφαντώ
  • τάττω ζημίαν = επιβάλλω ποινή
  • τιμῶ = επιβάλλω ποινή, καταδικάζω…
  • τίμησις = υπολογισμός ζημίας ή βλάβης
  • τίμημα = τιμωρία, πρόστιμο
  • βρίζω = κακοποιώ, βιάζω, ατιμάζω, γίνομαι υπερήφανος
  • ὕβρις = σοβαρή σωματική κακοποίηση, προσβολή, αλαζονεία
  • πάγω τινά υπό το δικαστήριον = καταγγέλλω κάποιον
  • πέχω δίκην τινός = έχω να δώσω λόγο για κάτι
  • ὑποτιμῶμαι = προτείνω για τον εαυτό μου κατώτερη ποινή από εκείνη που πρότεινε ο κατήγορος

Τετάρτη 1 Ιουνίου 2011

Ο Πυθαγόρας για την Παιδεία

Κείμενο 
(Ιάμβλιχος «Περί του Πυθαγορικού Βίου» 8,43)

Ο Πυθαγόρας για την Παιδεία

«Οὕτω δ’ στί τ φύσει σπουδαον τοτο (η Παιδεία), στε τν μέν λλων τν παινουμένων τά μέν οχ οόν τε εναι παρ’ τέρου μεταλαβεν, οον τήν ῥώμην, τό κάλλος, τήν ὑγείαν, τήν ἀνδρείαν, τά δέ τόν προέμενον οκ ἔχειν ατόν, οον τόν πλοτον, τάς ἀρχάς, ἕτερα πολλά τν παραλειπομένων, τήν δέ δυνατόν εναι καί παρ’ τέρου μεταλαβεν καί τόν δόντα μηδέν ἧττον ατόν ἔχειν.»
Pythagoras
Μετάφραση 
Από τη φύση της λοιπόν τόσο σπουδαία είναι η παιδεία, ώστε απ’ όλα όσα επαινούμε, κάποια είναι αδύνατον να τα πάρουμε από τους άλλους, όπως τη δύναμη, την ομορφιά, την υγεία και την ανδρεία, ενώ κάποια άλλα, αυτός που τα δίνει στους άλλους, δεν τα κατέχει πια. Αυτά είναι ο πλούτος, η εξουσία και πολλά άλλα που εδώ τα παραλείπουμε. 
Την παιδεία όμως είναι δυνατόν να την παραλαμβάνει κάποιος από άλλον και αυτός που την παραδίδει ποτέ ο ίδιος να μην τη χάνει.

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2008

Σοφοκλής: Αντιγόνη - Περί αλαζονείας

 Από την Αντιγόνη του Σοφοκλή, στ. 473-476
 
«ἀλλ᾽ ἴσθι τοι τὰ σκλήρ᾽ ἄγαν φρονήματα
πίπτειν μάλιστα, καὶ τὸν ἐγκρατέστατον
σίδηρον ὀπτὸν ἐκ πυρὸς περισκελῆ
θραυσθέντα καὶ ῥαγέντα πλεῖστ᾽ ἂν εἰσίδοις·»

 
Ελεύθερη απόδοση
Και ο σκληρός ο άνθρωπος, να ξέρεις,
πως πέφτει και συντρίβεται βαριά.
Δες το σκληρό το σίδερο, που μπήκε στη φωτιά
κι έγινε ατσάλι,
πώς, άμα πέσει από ψηλά,
σε χίλια κομμάτια σπάζει και τσακίζεται

Εσύ που έφτασες ψηλά, πολύ ψηλά, με μέσα άνομα,
και αλαζονεία γέμισες
πρόσεχε...,
το πέσιμό σου θα σε σε συντρίψει
και τίποτα, μα τίποτα
από σένα δε θα μείνει

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2007

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ ΑΤΤΙΚΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ
λέξεις - φράσεις - δικανικοί όροι
Επιμέλεια: Β. Δ.
ἀβίωτος: αφόρητος.
ἀβίωτον ἐστί τινι: ο βίος είναι ανυπόφορος σε κάποιον.
ἀγαθός: ευγενής, καλός, ανδρείος.
ἄριστος: ευγενής.
τύχῃ ἀγαθῇ: με το καλό.
ἀγαθὰ φρονῶ: έχω καλά αισθήματα.
ἀγαθὰ πάσχω: ευεργετούμαι.
ἀγαθὰ ποιῶ: ευεργετώ.
ἀγαπητῶς: πρόθυμα, με κόπο, μόλις και με τα βίας.
ἀγγέλλω πόλεμον: κηρύττω πόλεμον.
ἀγνοοῦμαι: είμαι άγνωστος, δεν γίνομαι αντιληπτός.
ἀγνὼς εἰμὶ τινός: αγνοώ κάποιον.
ἀγοραίος: αυτός που περνάει την ώρα του στην αγορά.
ἀγοραία ἡμέρα: δικάσιμη.
ἀγορεύω: δημηγορώ.
ἄγχιστος: ο πάρα πολύ κοντινός.
ἄγω: οδηγώ, πορεύομαι, διοικώ.
ἄγω καὶ φέρω: λεηλατώ, μεταφέρω.
ἄγω ἑορτήν: εορτάζω.
ἄγω θυσίαν: θυσιάζω.
ἄγω εἰρήνην: ησυχάζω.
ἄγω τείχος: κατασκευάζω τείχος.
ἄδειαν ἄγω: είμαι σε ασφάλεια.
ἄγομαι φόνου: κατηγορούμαι για φόνο.
ἄγω τινὰ τιμιώτερον: αποδίδω σε κάποιον μεγαλύτερη αξία, υπερεκτιμώ.
ἀγὼν λόγων: καιρός για λόγους.
ἀγὼν μάχης: καιρός για μάχη.
καθίστημι τινά εἰς ἀγῶνα: μπλέκω κάποιον σε δίκη.
ἀγωνίζομαι: προσπαθώ, διεξάγω αγώνα.
ἀγωνίζομαι γραφὴν (ή δίκην): διεξάγω δικαστικό αγώνα.
ὁ ἀγωνιζόμενος: ο κατηγορούμενος.
οἱ ἀγωνιζόμενοι: οι διάδικοι.
ἀδεῶς: άφοβα.
ἄρχω χειρῶν ἀδίκων: αρχίζω πρώτος να αδικώ.
ἀδύνατος λέγειν: μέτριος ρήτορας.
ἀθυμέω-ῶ: είμαι απογοητευμένος, στεναχωριέμαι.
ἄθυμος: στεναχωρημένος, απογοητευμένος.
ἀθύμως ἔχω: χάνω το θάρρος μου.
αἰκίζομαι: βλάπτω, προσβάλλω.
αἴρεσις: άλωση, κατοχή, εκλογή.
αἴρεσιν δίδωμι: παρέχω το δικαίωμα της εκλογής.
αἴρεσιν λαμβάνω: έχω το δικαίωμα της εκλογής.
αἱρέω-ῶ: λαμβάνω, καταλαμβάνω, αιχμαλωτίζω.
αἱροῦμαι: λαμβάνω, εκλέγομαι, προτιμώ.
αἱροῦμαι γνώμην: αποδέχομαι γνώμη.
αἴρω: υψώνω, απομακρύνω, μεταφέρω.
αἴρομαι κίνδυνον: αναλαμβάνω τον κίνδυνο.
δίκην παρὰ τινός αἴρομαι: εκδικούμαι κάποιον.
αἴσθησιν ἔχω τινός: έχω αντίληψη κάποιου.
αἰτία: αίτιο, αφορμή, κατηγορία.
αἰτίαν ἔχω ἤ ὑπέχω: κατηγορούμαι.
ἐν αἰτίᾳ ἔχω τινά: κατηγορώ, θεωρώ κάποιον ένοχο.
ἀπολύω τινά τῆς αἰτίας: απαλλάσσω κάποιον από την κατηγορία.
αἰτιάομαι-ῶμαι: κατηγορώ, προφασίζομαι.
αἰωροῦμαι τὴν ψυχήν: αμφιταλαντεύομαι ψυχικά.
ἐν ἀκαρεῖ: σε μια στιγμή.
ἀκινδύνως ἔχω: δε διατρέχω κίνδυνο.
ἀκμάζω: είμαι ακμαίος, ισχυρός.
ἀκμάζει: είναι κατάλληλη στιγμή.
εὖ ἀκούω: επαινούμαι.
κακῶς ἀκούω: κακολογούμαι.
ἄκρᾳ: κορυφή, ύψωμα, ακρωτήριο.
κατ' ἄκρας: εξ’ ολοκλήρου.
ἄκριτος: συγκεχυμένος, αδίστακτος.
ἄκυρον ποιῶ τὸ ἀξίωμα: μειώνω την εξουσία.
οἱ ἀλήθειαν ἀσκοῦντες: οι φιλαλήθεις.
ἅλις: αρκετά.
ἁλίσκομαι: συλλαμβάνομαι, κυριεύομαι.
ἄλλῃ: κατ’ άλλο τρόπο, σε άλλα μέρη.
ὁ ἄλλος χρόνος: το παρελθόν.
ἀλλότριος: ξένος.
ἀλλοτρίως διάκειμαι ή ἔχω πρός τινά: έχω εχθρική διάθεση απέναντι σε κάποιον.
ἀμαθῶς ἔχω: έχω άγνοια.
ἁμαρτάνω: βλάπτω, διαπράττω αδίκημα.
ἁμαρτάνω τῆς γνώμης τινός: διαψεύδω τη γνώμη κάποιου.
ἐπ' ἀμφότερα ἔχω: ταλαντεύομαι.
ἁμῶς γέ πως: κατά κάποιον τρόπο.
ἁμῶς γέ που: σε κάποιο μέρος.
ἀναγκαῖος: αναπόφευκτος.
τὰ ἀναγκαῖα: τα προς το ζην.
ἐν ἀνάγκῃ ἔχομαι: πιέζομαι από ανάγκη.
ἀνάγω: μεταφέρω.
ἀνάγω (ή ἀνάγομαι) ναῦν: αποπλέω, ανοίγομαι στο πέλαγος.
ἀνακρούω: εμποδίζω.
καταγιγνώσκω τινός ἀνανδρία: θεωρώ κάποιον άνανδρο.
ἀνάστατος γίγνομαι: καταστρέφομαι, ερημώνομαι, αναστατώνομαι.
ἀνελπίστως ἔχω: είμαι απελπισμένος.
ἀνθάπτομαι: προσβάλλω, επιχειρώ.
ἀνίημι: αφήνω, εγκαταλείπω.
ἀνίημι τὴν φυλακήν: χαλαρώνω τον αποκλεισμό.
ἀντέχω περί τινος: επιμένω σε κάτι.
ἀντίος: αντιμέτωπος.
ἀντίπαλον δέος: ο φόβος των εχθρών.
ἀντιποιῶ: ανταποδίδω.
ἀντίπρωρος: αντιμέτωπος.
ἀντίρροπος: ισόρροπος, ισοβαρής.
ὡς ἀνυστόν: όσο το δυνατόν.
οἱ ἄνω χρόνοι: το παρελθόν.
οἱ ἄνωθεν: οι πρόγονοι.
πολλοῦ ἄξιος: αξιόλογος.
οὐδενὸς ἄξιος: ασήμαντος.
ἄξιός εἰμι: δικαιούμαι.
ἀπαθής: αβλαβής, αναίσθητος.
ἀπεῖπον: αρνήθηκα.
ἀπεῖπον + απρφτ: απαγόρευσα.
ἀπεῖπον + μτχ: κουράστηκα.
ἀπειρημένον: το απαγορευμένο.
ὡς ἁπλῶς εἰπεῖν: για να το πω γενικά.
τὸ ἀποβαῖνον: το αποτέλεσμα.
ἀποδείκνυμι νόμον: δημοσιεύω νόμον.
ἀποδίδωμι τὰ ὀνόματα: ανακοινώνω τα ονόματα.
ἀποκνέω-ῶ: από φόβο αποφεύγω.
ἀποκνῶ τὸν πλοῦν: αναβάλλω την εκστρατεία από φόβο.
ἀπόμισθος: απλήρωτος.
ποιῶ τινα ἀπόμισθον: απολύω κάποιον χωρίς καταβολή μισθού.
ἀπορία: δυσκολία, στεναχώρια, έλλειψη.
εἰς ἀπορίαν καθίσταμαι: περιέρχομαι σε δύσκολη θέση.
ἐν ἀπόροις εἰμί: βρίσκομαι εν μέσω δυσχερειών.
ἀποστερέω-ῶ: αφαιρώ, αρπάζω.
ἀποτρέπομαι: αποσύρομαι.
ἀποτρέπομαι ἄλλην ὁδόν: στρέφομαι σε άλλη οδό.
ἀποχρῶμαι τινα: φονεύω κάποιον.
ἅπτομαι: αγγίζω, εξετάζω.
ἅπτομαι τῶν πολιτικῶν πραγμάτων: αναμειγνύομαι στα πολιτικά.
ἀργύριον: χρήματα, τεμάχιο αργύρου.
σκοπῶ τὸ λυσιτελέστατον πρὸς ἀργύριον: αποβλέπω προς το οικονομικά ωφέλιμο.
ἄρνυμαι: κερδίζω, αποκομίζω.
ἄρχομαι: εξουσιάζομαι.
σφόδρα ἄρχομαι: καταπιέζομαι ως πολίτης.
ἀσύμφορον: ζημία.
ἄτιμος: ο στερηθείς των πολιτικών δικαιωμάτων.
ἄτιμον τινά ποιοῦμαι: τιμωρώ κάποιον στερώντας του τα πολιτικά δικαιώματα.
αὐτόματος θάνατος: φυσικός θάνατος.
ἐπὶ πᾶν ἀφικνοῦμαι: δοκιμάζω κάθε μέσο.
βαθύνω τὴν φάλαγγα: αυξάνω το βάθος της φάλαγγας.
βαρὺς εἰμί τινι: είμαι ενοχλητικός σε κάποιον.
βίᾳ πάσχω: ασκείται εναντίον μου βία.
πρὸς τὸ βίαιον: διά της βίας.
βλασφημία: κακολογία.
ἀπολύομαι τὰς βλασφημίας: διαλύω τις κατηγορίες.
βούλομαι τά τινος: έχω τα φρονήματα κάποιου.
τὸ βουλόμενον: η επιθυμία.
τὶ βούλεται ταῦτα;: τι σημαίνουν αυτά;
βραχύς: μικρός, σύντομος.
ὡς ἐν βραχεῖ εἰπεῖν: για ναμην πολυλογώ.
γείνομαι: γεννιέμαι.
οἱ γεινάμενοι: οι γονείς.
ὁ ἐγγύτατα γένους: ο στενός συγγενής.
γίγνομαι ἐπί τινι: περιέρχομαι στην εξουσία κάποιου.
γίγνομαι ὑπό τινι: υποτάσσομαι σε κάποιον.
γιγνόμενοι δασμοί: εισπραττόμενοι φόροι.
οὕτω γιγνώσκω: τέτοια γνώμη έχω σχηματίσει.
γιγνώσκω τὰ δίκαια: λαμβάνω δίκαιη απόφαση.
προσέχω τὴν γνώμην: στρέφω την προσοχή.
τοιαύταις γνώμαις χρῶμαι: έχω τέτοιες αντιλήψεις.
ἡττῶμαι τῇ γνώμῃ: χάνω το θάρρος μου.
γνωρίμως ἔχω: διάκειμαι φιλικά.
δαίμων: θεός, μοίρα.
σὺν δαίμονι: κατά τύχη.
δαμοσία σκηνή: σκηνή του βασιλιά της Σπάρτης.
οἱ περὶ τὴν δαμοσίαν: το συμβούλιο του βασιλιά.
τὰ δεινά: οι συμφορές.
ἐν δεινῷ εἰμι: βρίσκομαι σε δύσκολη θέση.
δεξιὰς δόντες καὶ λαβόντες: ανταλλάξαντες χειραψία μετά διαβεβαιώσεων
δεξιὰς φέρω: φέρω διαβεβαιώσεις.
δεῖ: είναι ανάγκη.
δεῖ τινος: υπάρχει έλλειψη κάποιου.
τὰ δέοντα: τα πρέποντα, το καθήκον.
δέομαι: παρακαλώ, στερούμαι.
δέομαι βίου: έχω ανάγκη να κερδίσω τη ζωή μου.
δημοσίᾳ: με δαπάνες του δημοσίου.
διαγιγνώσκω: ξεχωρίζω, διακρίνω, αποφασίζω.
διεγνωσμένη κρίσις: ειλημμένη απόφαση, αυτή που έχει παρθεί.
διάγνωσιν ποιοῦμαι: εκδίδω απόφαση.
δίαιτα: τρόπος ζωής.
διαιτῶμαι ἀφθόνως: ζω πλουσίως.
διακρούομαι τὸ δοῦναι δίκην: διαφεύγω την τιμωρία.
διαμένω ὤν: συνεχώς είμαι.
διάνοιαν: νους, πνεύμα, ιδέα.
ἀνθρώπινη διάνοια: ανθρώπινη λογική.
διαψήφισις: ψηφοφορία, απόφαση.
τὰ πρὸς ἀλλήλους δίκαια: οι αμοιβαίες υποχρεώσεις.
ἐπὶ πᾶσι τοῖς δικαίοις: με κάθε ειλικρίνεια.
τὰ δίκαια πράττω: ασκώ τη δικαιοσύνη.
δίκη: δικαιοσύνη.
ἐσχάτη δίκη: μέγιστη τιμωρία.
δίκην δίδωμι: τιμωρούμαι.
δίκην λαμβάνω: τιμωρώ.
δίκην ὀφλισκάνω: καταδικάζομαι.
δίκην ὑπέχω: υποβάλλομαι σε δίκη.
ἀγωνίζομαι δίκην: υπερασπίζω δικαστική υπόθεση.
δίδωμι δίκας ἴσας καὶ ὁμοίας: δικάζω με βάση την ισονομία.
ὁ διώκων: ο κατήγορος.
ὁ διωκόμενος: ο κατηγορούμενος.
εὖ ή κακῶς δρῶ τινα: ευεργετώ ή βλάπτω κάποιον.
εὖ δεδραγμένα: κατορθώματα.
δύναμις: επιρροή, ικανότητα.
εἰμὶ ἐν δυνάμει: έχω στα χέρια μου την εξουσία.
τὸ κατὰ δύναμιν εἶναι: όσο είναι δυνατό.
δυναστεία: κυριαρχία, εξουσία.
ἐκβάλλω τὴν δυναστείαν: καταλύω τη βασιλεία.
τὰ δύσφορα: οι θλίψεις, οι δυστυχίες.
ἐγκαλέω-ῶ: κατηγορώ.
ἴδια ἐγκλήματα: ιδιωτικά συμφέροντα.
ἔγωγε: εγώ τουλάχιστον.
τὸ κατ' ἐμέ: όσο εξαρτάται από μένα.
ἐθίζω: συνηθίζω κάποιον να…
ἐθίζομαι: συνηθίζω εγώ να…
εἰκάζω: απεικονίζω, συμπεραίνω, παρομοιάζω.
ὡς εἰκάσαι: όσο μπορεί κανείς να μαντεύσει.
τὸ νῦν εἶναι: τώρα.
τὸ σήμερον εἶναι: σήμερα.
ἐν τινί ἐστι: εξαρτάται από κάποιον.
ἔστιν ὅστις: κάποιος.
οὐκ ἔστιν ὅστις: κανείς.
ἔστιν ὅπως: κάπως.
οὐκ ἔστιν ὅπως: με κανέναν τρόπο.
ἐσόμενοι: μεταγενέστεροι.
εἰμὶ ἀπό τινος: είμαι μακριά από κάποιον.
εἰμὶ ἐπί τινα: είμαι εναντίον κάποιου.
εἰσαγγέλλω τινά: καταγγέλλω κάποιον.
εἰσαγγέλλω τινί τι: αναγγέλλω κάτι σε κάποιον.
εἰσέρχεται τινά: έρχεται στο νου κάποιου.
εἴωθα: συνηθίζω.
τὸ εἰωθός: η συνήθεια.
ἐγκαλοῦμαι τὴν ὀργήν: διεγείρω την οργή.
ἐκφαίνω πόλεμον: κηρύττω πόλεμον.
ἐκφεύγω δίκην: αθωώνομαι.
ἐλαύνω: οδηγώ, προχωρώ έφιππος.
εἰς τοσοῦτον ἐλαύνω: προχωρώ μέχρι σ’ αυτό το σημείο.
ἐμπίπτω: εισορμώ, προσβάλλω, επιτίθεμαι.
ἐναγώνιοι θεοί: οι επόπτες των αγώνων.
ἔννοια: σκέψη, σκόπος.
ἐντείνω: τεντώνω, επιμένω.
ἐξαγώγιμα: τα εξαγόμενα προϊόντα.
ἔξαρνός εἰμι: αρνούμαι.
ἐξηγέομαι-οῦμαι: είμαι αρχηγός, διοικώ.
ἐξηγοῦμαι ἀγαθόν τί τινα: ως οδηγός παρέχω ωφέλιμη υπηρεσία.
ἐπαναχωρέω-ῶ: επανέρχομαι, αποσύρομαι.
ἐπαναχωρέω-ῶ εἰς τοὔμπαλιν: επιστρέφω.
ἐπέκεινα: πέρα (επιρρηματική σημασία).
οἱ ἐπέκεινα: οι προγενέστεροι (σαν επιθετικός προσδιορισμός).
ἐπέχω: αναβάλλω, εμποδίζω, συγκρατώ.
ἐπέχω ὧν ὥρμηκα: αναβάλλω τα σχέδιά μου
ἐπιβολή: τοποθέτηση, πρόστιμο.
ἐπιβουλή: εχθρική ενέργεια, σχέδιο εναντίον κάποιου.
ἐπίκουρος: βοηθός, σύμμαχος.
ἐπιμέλειαν ποιοῦμαι: φροντίζω.
ἐπιτήδειος: κατάλληλος.
ἐπιτίμιος: αυτός που γίνεται προς τιμήν κάποιου.
ἐπίτιμος: ο έχων πολιτικά δικαιώματα.
ἐργάζομαι χρήματα: αποκτώ χρήματα.
ἔργῳ: εμπράκτως.
ἔρχομαι εἰς τὰ παραγγελλόμενα: υπακούω.
διὰ πάντων τῶν καλῶν ἐλήλυθα: εκπλήρωσα όλα τα καθήκοντα.
εἰς ὀργὰς ἔρχομαί τινι: οργίζομαι με κάποιον.
εὐωχία: ευθυμία σε συμπόσιο.
ἐφικνοῦμαι τῷ λόγῳ: προσεγγίζω την αλήθεια.
ἔχω + απρφτ: μπορώ να…
οὐκ ἔχω ὅπως: δε γνωρίζω ή αγνοώ πως…
λόγος (κατ)ἔχει: διαδίδεται, υπάρχει φήμη.
ὀργὴν ἔχω: προκαλώ.
συγγνώμην ἔχω: συγχωρώ.
ζημία: βλάβη, ποινή, τιμωρία.
ἡβάω-ῶ: διανύω την εφηβική ηλικία.
οἱ ἡβῶντες: οι νέοι.
ἡγεμονεύω ὁδόν: προπορεύομαι.
σπεύδω τὴν ἡγεμονίαν: επιδιώκω την αρχήν.
οἱ ἡγούμενοι: οι κυβερνώντες.
ἡγοῦμαι θεούς: πιστεύω στους θεούς.
ἥδομαι: ευχαριστιέμαι.
ἡδέως: ευχαρίστως.
ἡδέως ἔχω πρός: διάκειμαι ευνοϊκά προς…
ἥκιστα: ελάχιστα.
οὐχ ἥκιστα: μάλιστα.
ὅτι ἥκιστα: όσο το δυνατόν λιγότερο.
ἥκω: έχω έλθει.
τὰ ἡμέτερ' αὐτῶν: το καθήκον μου.
τὸ ἡσυχάζον τῆς νυκτός: το μεσονύκτιο.
ἡττάομαι-ῶμαι: είμαι κατώτερος, υστερώ.
ἡττῶμαι τῇ γνώμῃ: χάνω το θάρρος μου.
θαῦμα παρίσταταί μοι: μου γεννιέται η απορία.
θεραπεύω: υπηρετώ, λατρεύω.
θεωρῶ: είμαι εκπρόσωπος πόλης σε μαντείο.
θύομαι ἰέναι: συμβουλεύομαι τα ιερά.
θωπεία: κολακεία.
θωπεῖαι λόγων: κολακείες.
ἴδιον: ιδιαίτερο χαρακτηριστικό.
ἱκετήριος: αυτός που ανήκει σε ικέτες.
(ἀφ)ικνοῦμαι εἰς ἄνδρας: φθάνω στην ανδρική ηλικία.
(ἀφ)ικνοῦμαι τινι ἐς λόγους: συνομιλώ με κάποιον.
ἵστημι τὰ ὄμματα: προσηλώνω.
ἵστημι χαλκοῦς: εγείρω αδριάντα.
ἵστημι βασιλέα: διορίζω βασιλιά.
ἰσχύω παρά τινι: έχω επιρροή πλησίον κάποιου.
καθίσταμαι τὴν πολιτείαν: τακτοποιώ τα πράγματα της πόλεως.
καιρός: αρμοδιότητα, κατάλληλη στιγμή, ευκαιρία.
ὁ ἐπιὼν καιρός: το μέλλον.
ἐν καιρῷ τινί εἰμι: είμαι χρήσιμος σε κάποιον.
κακῶς γίγνεταί τινι: έχει κακή έκβαση.
καταγίγνομαι ἐν τόπῳ: διαμένω, κατοικώ.
καταλύω: καταστρέφω, τερματίζω, καταστέλλω.
καταστασιάζω τινα: σχηματίζω αντίπαλο κόμμα εναντίον κάποιου.
καταστασιάζομαι ὑπὸ τινός: βρίσκω αντίδραση εκ μέρους κάποιου.
κατατείνω: επιμένω, αγωνίζομαι.
καταψηφίζομαι: καταδικάζω.
ἡ δίκη καταψηφίζεται: εκδίδεται καταδικαστική απόφαση.
κέρας: άκρο παράταξης στρατιωτικής, σάλπιγγα.
τὸ κοινόν: το σύνολο των πολιτών.
κόπτω τὴν χώραν: ερημώνωτ η χώρα.
κράτος: δύναμη, εξουσία.
ἀνὰ κράτος: με όλη τη δύναμη, διά της βίας.
λαγχάνω: εκλέγομαι με κλήρο, προστατεύω κάποιον τόπο.
λανθάνω: διαφεύγω την προσοχή.
λανθάνω ἐμαυτόν: λησμονώ.
τὸ λεῖπον: η έλλειψη.
τὸ λειπόμενον: το υπόλοιπο.
λόγος κατέχει: υπάρχει παράδοση.
ἔρχομαι εἰς λόγους τινί: έρχομαι σε διαπραγματεύσεις με κάποιον.
μαρτυρῶ τὰ ψευδῆ: δίνω ψευδείς μαρτυρίες.
μέγα φρονῶ: υπερηφανεύομαι.
μέλει μοί τινος: φροντίζω κάτι.
μέλον ἐστί: υπάρχει φροντίδα για κάτι.
ἐν μέρει: κατά σειρά.
μεταμέλει: επέρχεται μεταμέλεια.
μεταπορεύομαι: ακολουθώ, επιδιώκω.
μετάστασις: μετακίνηση, μεταβολή.
μετάστασις βίου: θάνατος.
τὸ μετέωρον: υψηλόν μέρος.
μακραὶ νῆες: πολεμικά πλοία.
στρογγύλαι νῆες: εμπορικά πλοία.
ἀντίπρωροι νῆες: πλοία έτοιμα για ναυμαχία.
νέμω: μοιράζω, βόσκω.
νεωτερίζω: επιχειρώ, μεταβολές.
νικῶ δίκην κλήρου: κερδίζω τη δίκη.
νομίζω: πιστεύω, θεωρώ.
νομίζω + δοτική (ἀγῶσι, θυσίαις): τέλω αγώνες, θυσίες.
νόμος: νόμος, συνήθεια, έθιμο.
νόμον τίθημι: θεσπίζω νόμον.
λύω τὸν νόμον: καταργώ το νόμο.
ὁ νοῦν ἔχων: ο γνωστικός.
πόρρω τῆς νυκτός: σε προχωρημένη ώρα της νύκτας.
ξένος: φιλοξενούμενος, φίλος.
οἶδα + απρφτ: είμαι ικανός να…
ἔχω + απρφτ: μπορώ να…
οἰκεία ἔχθρα: προσωπική έχθρα.
οἰκέτης: υπηρέτης.
οἰκέται: τα γυναικόπαιδα του σπιτιού.
οἶκος: κατοικία, περιουσία.
ἡ οἴκοι (πόλις): η πατρίδα.
οἱ οἴκοι: οι συμπατριώτες.
οἷός τέ εἰμι + απρφτ: είμαι ικανός να…
οἷόν τ' ἐστι + απρφτ: είναι δυνατόν να…
ὀλίγωρος: αδιάφορος, αμελής.
ὅμορος: γείτονας.
ὄνειδος: ντροπή, μομφή.
τίθεμαι τὰ ὅπλα: στρατοπεδεύω.
ὅρκιος: ορκισμένος, ο δεμένος με όρκο.
ὅρκιοι θεοί: οι θεοί στους οποίους ορκίζεται κανείς.
οὐδαμοῦ: πουθενά.
ὀφλισκάνω: οφείλω.
ὀφλισκάνω δίκην: καταδικάζομαι.
ὀχλώδης: ταραχώδης.
ὄψις: όραση, εμφάνιση.
ὀψὲ τῆς ἡμέρας: αργά το βράδυ.
παράγω τὸ στράτευμα: οδηγώ το στράτευμα.
παράγω τινὰ εἰς τὸν δῆμον: εισάγω κάποιον στην εκκλησία του δήμου.
παράταξις: παράταξη, πολιτική ομάδα.
παρατείνω: αναπτύσσω τη φάλαγγα.
παρατυγχάνω: είμαι παρών τυχαία.
ἐκ τοῦ παρατυχόντος: εκ του προχείρου.
παραυτίκα: την ίδια στιγμή.
παραχρῆμα: αμέσως.
παρέρχομαι: λαμβάνω το λόγο, υπερτερώ, παρουσιάζομαι.
παρέρχομαί τινα ἄρχοντα: αναγνωρίζω κάποιον ως στρατηγό μου.
τὸ παροιμιαζόμενον: όπως λέει η παροιμία.
πάσχω τὰ ἔσχατα: θανατώνομαι.
παύομαι τῆς διανοίας: εγκαταλείπω τη σκέψη.
πείθομαι (τινί): υπακούω, πείθομαι σε κάποιον.
πείθω χρήμασι: διαφθείρω κάποιον με χρήματα.
πενέστης: υπηρέτης, εργάτης.
πέρας: τέρμα, αποτέλεσμα.
πέρας ἔχω τινός: εξασφαλίζω κάτι στο έπακρο.
περιέπω: περιποιούμαι.
περιττὰ φρονῶ: έχω ιδιόρρυθμες σκέψεις.
πίστις: εμπιστοσύνη, βεβαιότητα, τιμιότητα.
πλοῦς: πλους, εκστρατεία.
τὸ μῆκος τοῦ πλοῦ: το μέγεθος της απόστασης.
ποιῶ τινα ὑπό τινι: υποτάσσω κάποιον.
ποιῶ τινα ἐπί τινι: ορίζω κάποιον επικεφαλής.
ποιῶ ἐκκλησίαν: συγκαλώ συνέλευση.
ποιοῦμαι τὴν διάγνωσιν: εκδίδω απόφαση.
περὶ πολλοῦ ποιοῦμαι: αποδίδω σε κάτι μεγάλη σημασία.
ποιοῦμαι λήθην: λησμονώ.
ποικίλως ἔχω: διαφέρω.
ποινὰς δίδωμι: τιμωρούμαι.
ποινὰς λαμβάνω: τιμωρώ.
πολεμικῶς ἔχω: διάκειμαι εχθρικά.
τὸ πολέμιον: η έχθρα.
πολιτεύω: είμαι πολίτης.
πολιτεύομαι: αναμειγνύομαι στα πολιτικά.
πολιτεύω κακῶς: ασκώ κακή πολιτική.
πλέον φέρομαί τινος: υπερισχύω κάποιου.
οἱ ἐν τοῖς πράγμασι: οι κυβερνώντες.
πράττω τὴν εἰρήνην: ενεργώ για να γίνει ειρήνη.
πρέσβυς: απεσταλμένος.
πρεσβύτερος: μεγαλύτερος σε ηλικία.
προάγω: οδηγώ εμπρός, παρακινώ.
προαίρεσις: προτίμηση.
προγίγνομαι: εμφανίζομαι πριν.
ἐκ προνοίας: εσκεμμένα.
προσδεῖ: υπάρχει ακόμη ανάγκη.
τὰ προσιόντα: τα εισοδήματα.
προσθήκη: συμπλήρωμα, βοήθεια.
πρόσω: εμπρός.
πρύμνας λύω: αποπλέω.
ρώννυμι: δίνω δύναμη, είμαι δυνατός.
σαφήνεια τοῦ στόματος: καθαρότητα του λόγου.
πλήθουσα σελήνη: πανσέληνος.
σκοπῶ πρὸς ἀλήθειαν: σκέφτομαι αποβλέποντας στην αλήθεια.
σπονδή: σπονδή.
σπονδαί: ανακωχή.
λύω τὰς σπονδάς: παραβιάζω τις συνθήκες.
στρογγύλη ναῦς: εμπορικό πλοίο.
συγγνώμην ἔχω τινι: συγχωρώ.
συγγνώμης τυγχάνω: συγχωρούμαι.
συγκεῖται: έχει συμφωνηθεί.
συνάγω: συγκεντρώνω, συναθροίζω.
συνελὼν λέγω: λέγω εν συντομία.
συνάλλαγμαι: συμβόλαιο, συνθήκη.
συνίστημι πόλεμον: από κοινού κηρύττω πόλεμον.
σύνοιδα: γνωρίζω καλά.
συνουσία: συναναστροφή, επικοινωνία.
ποιοῦμαι τὴν συνουσίαν: επικοινωνώ.
σχολή: οκνηρία, αδράνεια.
τάξις: στρατιωτική παράταξη, τακτοποίηση.
τὰ ἀμφὶ τάξεις: η στρατιωτική τακτική.
τεκμήριον: απόδειξη.
τελευτῶ τὸν βίον: πεθαίνω.
τελευτῶ τὸν βίον ὑπό τινος: φονεύομαι.
τέλος: αποτέλεσμα, σκοπός, φόρος.
τέλος ὠνοῦμαι: εισπράττω τους φόρους του δημοσίου.
τίθημι ἀγῶνα: διοργανώνω αγώνα.
τίθημι νόμον: νομοθετώ.
τιμῶμαι φυγῆς: προτείνω να μου επιβληθεί η ποινή της εξορίας.
τιμωρία: βοήθεια, τιμωρία.
ἑτοιμάζομαι τιμωρίαν: εξασφαλίζω βοήθεια.
τίνω: αποδίδω, πληρώνω.
τίνω χάριν τινί: αποδίδω ευγνωμοσύνη σε κάποιον.
τίνω τιμήν: αποδίδω τιμή.
τίνω δίκην: τιμωρούμαι.
τοὔμπαλιν: αντίθετα, αντίστροφα, ενάντια.
τραχέως περιέπω τινά: φέρομαι σκληρά σε κάποιον.
τρίβω: τρίβω, αναβάλλω, καταστρέφω, σπαταλώ.
ὑβρίζω: φέρομαι αλαζονικά, βλάπτω, περιφρονώ.
ὕβρις: θράσος, ταπείνωση, αδικία, αυθαιρεσία.
ἄν ἐγχωρῇ τὸ ὕδωρ: αν υπάρχει αρκετός χρόνος.
ἀποδίδωμί τινι τὸ ὕδωρ: δίνω σε κάποιον τη σειρά να μιλήσει.
ὑπάγω: υποτάσσω, αποσύρω από κάτω κρυφά, προσελκύω.
ὕπαρ: όραμα.
οὔτε ὄναρ οὔτε ὕπαρ: με κανέναν τρόπο.
ὑπείκω: αποχωρώ, αποσύρομαι.
ὑπερδέξιος: ανώτερος.
ὑπερορία γῆ: η ξένη χώρα.
ὑπέχω: παρέχω, υποστηρίζω, υποτάσσω.
ὑπέχω ἐμαυτόν τινι: είμαι στη διάθεση κάποιου.
ὑπέχω αἰτίαν τινός: κατηγορούμαι για κάτι.
ὑποδεής: ελλιπής.
ὑποδεέστερος: κατώτερος.
ὑποδύω (ή ὑποδύνω): εισχωρώ.
κίνδυνον ὑποδύω: κινδυνεύω.
ὑπόκειμαι: παραμένω, υποτάσσομαι.
ὑποκρίνομαι τραγωδίαν: λαμβάνω μέρος σε τραγωδία.
ὑποσημαίνω: δίνω σύνθημα με τη σάλπιγγα.
ὑποτέμνομαι: προσπαθώ να ανακόψω.
ὑποτέμνομαι τὸν πλοῦν: ματαιώνω το ταξίδι.
ὑποχείριος: αυτός που βρίσκεται στην εξουσία κάποιου.
ὑστερῶ τῆς πατρίδος: αδυνατώ να υπερασπίσω την πατρίδα.
ὑφίσταμαι ἀρχήν: λαμβάνω αξίωμα.
φαίνω: φανερώνω, αποκαλύπτω, πληροφορώ.
τὰ φανθέντα: οι καταγγελίες.
φαῦλος: ασήμαντος, χυδαίος.
τὸ φαῦλον: η κακοήθεια.
πάνυ φαύλως: σε αθλιότατη κατάσταση.
φέρω χάριν: ευγνωμονώ.
φέρω τὴν ψῆφον: αποφασίζω με την ψήφο μου.
φέρω βαρέως: αγανακτώ.
εὖ φέρομαι παρά τινι: προκαλώ την εκτίμηση κάποιου.
φεύγω: καταφεύγω, εξορίζομαι, κατηγορούμαι.
ὁ φεύγων: ο κατηγορούμενος.
φθονῶ: φθονώ, αρνούμαι.
φιλανθρώπως ἔχω: εκδηλώνω φιλάνθρωπα αισθήματα.
φιλοτιμία: φιλοδοξία, τιμή.
φοιτῶ: συχνάζω, μαθητεύω.
τάττω φόρον: επιβάλλω φορολογία.
εὖ φρονῶ: σκέφτομαι σωστά.
τὰ ἀμείνω φρονῶ: έχω τις καλύτερες διαθέσεις.
φρόνιμος γίγνομαι: ενεργώ με περίσκεψη.
φρυκτοί: πυρσοί, δαυλοί.
κατάγω φυγάδα: επαναφέρω στην πατρίδα εξόριστο.
χαλεπός: δύσκολος, δυσβάστακτος, αυστηρός.
χαλεπός εἰμί τινι: αγανακτώ εναντίον κάποιου.
χαλκοῦν ἱστημι: στήνω χάλκινο αδριάντα.
χαρίζομαι: κάνω χάρη, δείχνω εύνοια.
χάριν οἶδά τινι: ευγνωμονώ κάποιον.
χάριν κομίζομαι: δέχομαι εκδηλώσεις ευγνωμοσύνης.
εἰς χεῖρας ἔρχομαί τινι: συγκρούομαι με κάποιον.
πολλῇ χειρί: με πολύ στράτευμα.
χρεία: ωφέλεια, ανάγκη, έλλειψη.
χρῶμαι τῷ πράγματι: αντιμετωπίζω την κατάσταση.
χρώμενοι μιᾷ γνώμῃ: ομόφωνα.
χρῶμαι νόμοις: ζω σύμφωνα με τους νόμους.
χρῶνται οὕτω...: έτσι συνηθίζουν…
τὸ χρησθέν: η απάντηση του μαντείου.
ἐν χρῷ περιπλέω: κοντά στην ακτή πλέω.
ψεύδομαι τῆς ἐλπίδος: διαψεύδομαι στις ελπίδες μου.
ψηφίζομαι: αποφασίζω με την ψήφο μου.
ψήφισμα γράφω: υποβάλλω στην εκκλησία του δήμου έγγραφη πρόταση.
ψιλοί: οι ελαφρά οπλισμένοι στρατιώτες.
ὠνέομαι-οῦμαι: αγοράζω, νοικιάζω.
ὥρα: εποχή, ώρα, κατάλληλος χρόνος.
ὡραῖος: ώριμος, έγκαιρος.