Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πρωταγόρας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πρωταγόρας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2012

Από τον «Πρωταγόρα» του Πλάτωνα

Κείμενο Μετάφραση
Ἵνα δὲ μὴ οἴῃ ἀπατᾶσθαι ὡς τῷ ὄντι ἡγοῦνται πάντες
ἄνθρωποι πάντα ἄνδρα μετέχειν δικαιοσύνης τε καὶ τῆς ἄλλης πολιτικῆς ἀρετῆς, τόδε αὖ λαβὲ τεκμήριον. ἐν γὰρ ταῖς ἄλλαις ἀρεταῖς, ὥσπερ σὺ λέγεις, ἐάν τις φῇ ἀγαθὸς αὐλητὴς εἶναι, ἢ ἄλλην ἡντινοῦν τέχνην ἣν μή ἐστιν, ἢ καταγελῶσιν ἢ χαλεπαίνουσιν,
[323b]  καὶ οἱ οἰκεῖοι προσιόντες νουθετοῦσιν ὡς μαινόμενον· ἐν δὲ δικαιοσύνῃ καὶ ἐν τῇ ἄλλῃ πολιτικῇ ἀρετῇ, ἐάν τινα καὶ εἰδῶσιν ὅτι ἄδικός ἐστιν, ἐὰν οὗτος αὐτὸς καθ’ αὑτοῦ τἀληθῆ λέγῃ ἐναντίον πολλῶν, ὃ ἐκεῖ σωφροσύνην ἡγοῦντο εἶναι, τἀληθῆ λέγειν, ἐνταῦθα μανίαν, καί φασιν πάντας δεῖν φάναι εἶναι δικαίους, ἐάντε ὦσιν ἐάντε μή, ἢ μαίνεσθαι τὸν μὴ προσποιούμενον [δικαιοσύνην]· ὡς ἀναγκαῖον
[323c] οὐδένα ὅντιν’ οὐχὶ ἁμῶς γέ πως μετέχειν αὐτῆς, ἢ μὴ εἶναι ἐν ἀνθρώποις.
Και, για να μη σου μπει στο μυαλό ότι σ' εξαπάτησα λέγοντας πως όλοι πιστεύουν πραγματικά ότι ο κάθε άνθρωπος έχει μερίδιο στη δικαιοσύνη και γενικά σε κάθε πολιτικήν αρετή, άκουσε αυτή την καινούρια απόδειξη. Δηλαδή στ' άλλα χαρίσματα ―κατά τα λεγόμενά σου― αν κάποιος λόγου χάρη καμαρώνει ότι είναι καλός στο παίξιμο του αυλού ή σε κάθε άλλη τέχνη, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι, οι άλλοι ή τον παίρνουν στο ψιλό ή θυμώνουν, και οι συγγενείς του τον παίρνουν κατά μέρος και τον συμβουλεύουν, σαν να είναι τρελός. Το αντίθετο όμως συμβαίνει με τη δικαιοσύνη και τις άλλες πολιτικές αρετές: πες ότι ξέρουν πως κάποιος είναι άδικος· ε, μολοντούτο, αν αυτός λέει την αλήθεια για το άτομό του μπροστά σ' όλον τον κόσμο, αυτό το οποίο στην προηγούμενη περίπτωση το θεωρούσαν φρονιμάδα ―το να λέει κανείς την αλήθεια― τώρα το θεωρούν τρέλα· και λένε ότι όλοι πρέπει να ισχυρίζονται πως είναι δίκαιοι ―είναι δεν είναι― διαφορετικά, ότι είναι τρελός αυτός που δεν παριστάνει τον δίκαιο. Τόσο πολύ είναι απαραίτητο όλοι χωρίς εξαίρεση να έχουν με κάποιο τρόπο το μερίδιό τους σ' αυτήν ή, στην αντίθετη περίπτωση, ν' αποκλειστούν από την κοινωνία.
Ὅτι μὲν οὖν πάντ’ ἄνδρα εἰκότως ἀποδέχονται περὶ ταύτης τῆς ἀρετῆς σύμβουλον διὰ τὸ ἡγεῖσθαι παντὶ μετεῖναι αὐτῆς, ταῦτα λέγω· ὅτι δὲ αὐτὴν οὐ φύσει ἡγοῦνται εἶναι οὐδ’ ἀπὸ τοῦ αὐτομάτου, ἀλλὰ διδακτόν τε καὶ ἐξ ἐπιμελείας παραγίγνεσθαι ᾧ ἂν παραγίγνηται, τοῦτό σοι μετὰ τοῦτο πειράσομαι ἀποδεῖξαι. ὅσα γὰρ ἡγοῦνται ἀλλήλους κακὰ ἔχειν ἄνθρωποι
[323d] φύσει ἢ τύχῃ, οὐδεὶς θυμοῦται οὐδὲ νουθετεῖ οὐδὲ διδάσκει οὐδὲ κολάζει τοὺς ταῦτα ἔχοντας, ἵνα μὴ τοιοῦτοι ὦσιν, ἀλλ’ ἐλεοῦσιν· οἷον τοὺς αἰσχροὺς ἢ σμικροὺς ἢ ἀσθενεῖς τίς οὕτως ἀνόητος ὥστε τι τούτων ἐπιχειρεῖν ποιεῖν; ταῦτα μὲν γὰροἶμαι ἴσασιν ὅτι φύσει τε καὶ τύχῃ τοῖς ἀνθρώποις γίγνεται, τὰ καλὰ καὶ τἀναντία τούτοις· ὅσα δὲ ἐξ ἐπιμελείας καὶ ἀσκήσεως καὶ διδαχῆς οἴονται γίγνεσθαι ἀγαθὰ ἀνθρώποις,
[323e] ἐάν τις ταῦτα μὴ ἔχῃ, ἀλλὰ τἀναντία τούτων κακά, ἐπὶ τούτοις που οἵ τε θυμοὶ γίγνονται καὶ αἱ κολάσεις καὶ αἱ νουθετήσεις. ὧν ἐστιν ἓν καὶ ἡ ἀδικία καὶ ἡ ἀσέβεια καὶ
[324a] συλλήβδην πᾶν τὸ ἐναντίον τῆς πολιτικῆς ἀρετῆς· ἔνθα δὴ πᾶς παντὶ θυμοῦται καὶ νουθετεῖ, δῆλον ὅτι ὡς ἐξ ἐπιμελείας καὶ μαθήσεως κτητῆς οὔσης. εἰ γὰρ ἐθέλεις ἐννοῆσαι τὸ κολάζειν, ὦ Σώκρατες, τοὺς ἀδικοῦντας τί ποτε δύναται, αὐτό σε διδάξει ὅτι οἵ γε ἄνθρωποι ἡγοῦνται παρασκευαστὸν εἶναι ἀρετήν. οὐδεὶς γὰρ κολάζει τοὺς ἀδικοῦντας πρὸς τούτῳ τὸν νοῦν ἔχων καὶ τούτου ἕνεκα, ὅτι ἠδίκησεν, ὅστις
[324b] μὴ ὥσπερ θηρίον ἀλογίστως τιμωρεῖται· ὁ δὲ μετὰ λόγου ἐπιχειρῶν κολάζειν οὐ τοῦ παρεληλυθότος ἕνεκα ἀδικήματος τιμωρεῖται ―οὐ γὰρ ἂν τό γε πραχθὲν ἀγένητον θείη― ἀλλὰ τοῦ μέλλοντος χάριν, ἵνα μὴ αὖθις ἀδικήσῃ μήτε αὐτὸς οὗτος μήτε ἄλλος ὁ τοῦτον ἰδὼν κολασθέντα. καὶ τοιαύτην διάνοιαν ἔχων διανοεῖται παιδευτὴν εἶναι ἀρετήν· ἀποτροπῆς γοῦν ἕνεκα κολάζει. ταύτην οὖν τὴν δόξαν πάντες ἔχουσιν ὅσοιπερ
[324c] τιμωροῦνται καὶ ἰδίᾳ καὶ δημοσίᾳ. τιμωροῦνται δὲ καὶ κολάζονται οἵ τε ἄλλοι ἄνθρωποι οὓς ἂν οἴωνται ἀδικεῖν, καὶ οὐχ ἥκιστα Ἀθηναῖοι οἱ σοὶ πολῖται· ὥστε κατὰ τοῦτον τὸν λόγον καὶ Ἀθηναῖοί εἰσι τῶν ἡγουμένων παρασκευαστὸν εἶναι καὶ διδακτὸν ἀρετήν. ὡς μὲν οὖν εἰκότως ἀποδέχονται οἱ σοὶ πολῖται καὶ χαλκέως καὶ σκυτοτόμου συμβουλεύοντος τὰ πολιτικά, καὶ ὅτι διδακτὸν καὶ παρασκευαστὸν ἡγοῦνται ἀρετήν, ἀποδέδεικταί σοι, ὦ Σώκρατες, ἱκανῶς, ὥς γέ μοι
[324d] φαίνεται.
Λοιπόν, πάνω στο ότι οι Αθηναίοι δέχονται με τον πιο φυσικό τρόπο να τους συμβουλεύει ο καθένας για πράγματα που έχουν σχέση μ' αυτήν την αρετή, επειδή πιστεύουν ότι όλοι έχουν το μερίδιό τους σ' αυτήν, αυτά είχα να πω. Στη συνέχεια θα προσπαθήσω να αποδείξω τούτο: ότι δηλαδή πιστεύουν πως αυτήν δεν μας την δίνει η φύση ή η τύχη, αλλά μπορεί να διδαχτεί και να γίνει κτήμα ύστερ' από φροντίδες, σ' όποιον την κάνει κτήμα του. Γιατί, για όσα ελαττώματα πιστεύουν οι άνθρωποι ότι οι όμοιοί τους τα έχουν από τη φύση ή από την τύχη, κανένας δεν θυμώνει ούτε τους δίνει συμβουλές ή μαθήματα, ούτε τιμωρεί αυτούς πού τα έχουν, για να πάψουν να είναι τέτοιοι, αλλά τους συμπονούν· έτσι, ποιος είναι τόσο άμυαλος, ώστε να τολμήσει να κάμει κάτι τέτοιο στους άσχημους, τους κοντούληδες ή τους αρρωστιάρηδες; Επειδή βέβαια ξέρουν, νομίζω, ότι η φύση ή η τύχη δίνουν στους ανθρώπους τα χαρίσματα και τ' αντίθετά τους. Αν όμως κάποιος δεν έχει τα προτερήματα, που κατά την κοινή αντίληψη οι άνθρωποι τα αποχτούν με φροντίδα και άσκηση και διδασκαλία, αλλά έχει τα αντίθετά τους ελαττώματα, σ' αυτή την περίπτωση έχουμε θυμούς, τιμωρίες και συμβουλές. Σ' αυτά τα τελευταία ελαττώματα ανήκουν η αδικία και η ασέβεια, και με δυο λόγια καθετί το αντίθετο με την πολιτική αρετή. Λοιπόν σ' αυτές τις περιπτώσεις ο καθένας θυμώνει με τον άλλον ή του δίνει συμβουλές, ολοφάνερα επειδή έχει τη γνώμη ότι η αρετή μπορεί να γίνει κτήμα με φροντίδα και διδασκαλία. Γιατί, αν θέλεις να σκεφτείς ποια σημασία μπορεί να έχει η τιμωρία των αδικητών, Σωκράτη, η καθημερινή ζωή θα σου δείξει ότι οι άνθρωποι πιστεύουν πως η αρετή μπορεί να μεταδοθεί. Γιατί ποιος τιμωρεί τους αδικητές, στρέφοντας τη σκέψη του σ' αυτό, κι αυτό έχοντας κίνητρο: το ότι έκαμαν το αδίκημα; (μη λογαριάζεις εκείνον που τιμωρεί ασυλλόγιστα, σαν θηρίο). Αντίθετα, εκείνος που έχει έγνοια να τιμωρήσει μυαλωμένα, δεν τιμωρεί για το αδίκημα που έγινε και πάει ―γιατί ό,τι έγινε δεν ξεγίνεται― αλλά προνοώντας για το μέλλον, για να μην αδικήσει άλλη φορά ούτε ο ίδιος ο αδικητής ούτε άλλος κανείς από όσους είδαν την τιμωρία του· με το να σκέφτεται λοιπόν έτσι, σκέφτεται ότι η αρετή μπορεί να διδαχτεί· όπως και να 'χει, σκοπός της τιμωρίας είναι η φοβέρα. Άρα όλοι, όσοι τιμωρούν και στη δημόσια και στην ιδιωτική ζωή, αυτή τη γνώμη έχουν. Έτσι και οι άλλοι άνθρωποι και πρώτοι απ' όλους οι Αθηναίοι, οι συμπολίτες σου, τιμωρούν αυτούς που νομίζουν ότι κάνουν αδικήματα, και για να βρει το δίκιο του ο αδικημένος και για να πλήρωσει ο αδικητής. Απ' αυτό βγαίνει ότι οι Αθηναίοι είναι απ' εκείνους που πιστεύουν ότι η αρετή μπορεί και να διδαχτεί και να μεταδοθεί. Τώρα μου φαίνεται πως σου δόθηκε ικανοποιητική απόδειξη, Σωκράτη, ότι καλά κάνουν οι συμπολίτες σου και αφήνουν να τους δίνει συμβουλές πάνω σε θέματα της πολιτείας και ο χαλκιάς και ο τσαγκάρης, και ότι πιστεύουν πως η αρετή μπορεί να διδαχτεί και να μεταδοθεί.

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2007

ΠΛΑΤΩΝ. "ΠΡΩΤΑΓΟΡΑΣ" - ΕΝΟΤΗΤΑ 3η

Ενότητα 3η

Επειδή όμως δεν ήταν και τόσο σοφός ο Επιμηθέας,
ἅ­τε δὴ οὖν ὢν οὐ πά­νυ τι σο­φὸς ὁ ᾿Ε­πι­μη­θεὺς

χωρίς να το καταλάβει ξόδεψε τις δυνάμεις στα άλογα ζώα˙
ἔ­λα­θεν αὑ­τὸν κα­τα­να­λώ­σας τὰς δυ­νά­μεις εἰς τὰ ἄ­λο­γα·

του έμενε ακόμα ατακτοποίητο το γένος των ανθρώπων,
λοι­πὸν δὴ ἀ­κό­σμη­τον ἔ­τι αὐ­τῷ ἦν τὸ ἀν­θρώ­πων γέ­νος,

και βρισκόταν σε αμηχανία τι να το κάμει˙
καὶ ἠ­πό­ρει ὅ­,τι χρή­σαι­το.


και ενώ αυτός βρισκόταν σε αμηχανία έρχεται ο Προμηθέας
ἀ­πο­ροῦ­ντι δὲ αὐ­τῷ ἔρ­χε­ται Προ­μη­θεὺς

να επιθεωρήσει τη μοιρασιά, και βλέπει ότι τα άλλα ζώα ήταν εφοδιασμένα
ἐ­πι­σκε­ψό­με­νος τὴν νο­μήν, καὶ ὁ­ρᾷ τὰ μὲν ἄλ­λα ζῷ­α ἐμ­με­λῶς

με όλα τα κατάλληλα μέσα, τον άνθρωπο όμως γυμνό και ξυπόλητο
πά­ντων ἔ­χο­ντα, τὸν δὲ ἄν­θρω­πον γυ­μνόν τε καὶ ἀ­νυ­πό­δη­τον

και χωρίς στρώμα και χωρίς όπλα˙
καὶ ἄ­στρω­τον καὶ ἄ­ο­πλον·


ωστόσο έφτανε πια και η καθορισμένη από τη μοίρα ημέρα,
ἤ­δη δὲ πα­ρῆν καὶ ἡ εἱ­μαρ­μέ­νη ἡ­μέ­ρα,

κατά την οποία έπρεπε και ο άνθρωπος να βγει από τη γη στο φως.
ἐν ᾗ ἔ­δει καὶ ἄν­θρω­πον ἐ­ξι­έ­ναι ἐκ γῆς εἰς φῶς.

Επειδή λοιπόν βρισκόταν σε δύσκολη θέση ο Προμηθέας,
ἀ­πο­ρί­ᾳ οὖν σχό­με­νος ὁ Προ­μη­θεὺς

ποια τάχα σωτηρία να βρει για τον άνθρωπο,
ἥ­ντι­να σω­τη­ρί­αν εὕ­ροι τῷ ἀν­θρώ­πῳ,

αποφασίζει να κλέψει την τέχνη του Ήφαιστου και της Αθηνάς (τη συνδυασμένη)
κλέ­πτει τὴν ἔ­ντε­χνον σο­φί­αν ῾Η­φαί­στου καὶ ᾿Α­θη­νᾶς

–με τη φωτιά – γιατί ήταν αδύνατο να αποκτηθεί αυτή από κάποιον
σὺν πυ­ρί –ἀ­μή­χα­νον γὰρ ἦν γε­νέ­σθαι αὐ­τὴν κτη­τήν τῳ

ή να χρησιμοποιηθεί χωρίς τη φωτιά- κι έτσι λοιπόν τη δωρίζει στον άνθρωπο.
ἢ χρη­σί­μην ἄ­νευ πυ­ρὸς– καὶ οὕ­τω δὴ δω­ρεῖ­ται ἀν­θρώ­πῳ.

Τη σοφία του λοιπόν για να ζήσει, έτσι την απέκτησε ο άνθρωπος,
τὴν μὲν οὖν πε­ρὶ τὸν βί­ον σο­φί­αν ταύ­τῃ ἔ­σχεν ἄν­θρω­πος ,

την πολιτική τέχνη όμως δεν την είχε˙ γιατί αυτή βρισκόταν στα χέρια του Δία˙
τὴν δὲ πο­λι­τι­κὴν οὐκ εἶ­χεν· ἦν γὰρ πα­ρὰ τῷ Δι­ί.

και στον Προμηθέα δεν επιτρεπόταν πια να μπει στην Ακρόπολη,
τῷ δὲ Προ­μη­θεῖ οὐ­κέ­τι ἐ­νε­χώ­ρει εἰ­σελ­θεῖν εἰς μὲν τὴν ἀ­κρό­πο­λιν

την κατοικία του Δία˙ εξάλλου και οι φρουροί του Δία ήταν φοβεροί˙
τὴν τοῦ Δι­ὸς οἴ­κη­σιν –πρὸς δὲ καὶ αἱ Δι­ὸς φυ­λα­καὶ φο­βε­ραὶ ἦ­σαν–

μπαίνει λοιπόν κρυφά στο σπίτι της Αθηνάς και του Ήφαιστου
λα­θὼν δὲ εἰ­σέρ­χε­ται εἰς τὸ οἴ­κη­μα τῆς ᾿Α­θη­νᾶς καὶ ῾Η­φαί­στου

που το είχαν μαζί, μέσα στο οποίο ασκούσαν με αγάπη τις τέχνες,
τὸ κοι­νόν, ἐν ᾧ ἐ­φι­λο­τε­χνεί­την,

και αφού έκλεψε την τέχνη με φωτιά του Ήφαιστου
καὶ κλέ­ψας τήν τε ἔ­μπυ­ρον τέ­χνην τὴν τοῦ ῾Η­φαί­στου

και την άλλη της Αθηνάς, τις δίνει στον άνθρωπο.
καὶ τὴν ἄλ­λην τὴν τῆς ᾿Α­θη­νᾶς δί­δω­σιν ἀν­θρώ­πῳ,

Και από αυτό εξασφαλίζονται βέβαια για τον άνθρωπο πλούσια μέσα για τη ζωή του,
καὶ ἐκ τού­του γί­γνε­ται μὲν ἀν­θρώ­πῳ εὐ­πο­ρί­α τοῦ βί­ου,

ο Προμηθέας όμως εξαιτίας του Επιμηθέα, έπειτα, καθώς λέγεται,
Προ­μη­θέ­α δὲ δι­' ᾿Ε­πι­μη­θέ­α ὕ­στε­ρον, ᾗ­περ λέ­γε­ται,

πέρασε από δίκη για κλοπή.
κλο­πῆς δί­κη με­τῆλ­θεν.

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2007

ΠΛΑΤΩΝ: «ΠΡΩΤΑΓΟΡΑΣ» - Ενότητα 2η

ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
- Ην γάρ ποτε χρόνος: Η φράση, τυπική αρχή παραμυθιού, αποτελεί μέρος του σκηνικού. Τα καθαυτό μυθολογικά στοιχεία αποτελούν εξωτερική διακόσμηση που περιβάλλει την εξήγηση του Πρωταγόρα για τη δημιουργία του ζωικού βασιλείου και του ανθρώπου.

-... καί τούτοις... : Σύμφωνα με τον Πρωταγόρα, υπήρξε χρόνος κατά τον οποίο γεννήθηκαν και οι θεοί ( και = προσθετικός ). Δεν υποστηρίζει ότι οι θεοί είναι αιώνιοι, απλώς υπήρχαν πριν από τα θνητά γένη.

- γης ενδον: Στις παραδόσεις των Ελλήνων ήταν πλατιά διαδεδομένη η αντίληψη του αυτοχθονισμού, δηλ. η πεποίθηση ότι ορισμένες φυλές ξεφύτρωσαν από τη γη που ύστερα την έκαναν πατρίδα τους. Άλλες μετακινήθηκαν κι έχασαν αυτή την προνομιακή σχέση. Αθηναίοι ρήτορες και συγγραφείς συνδέουν συχνά τις αφηγήσεις τους για την αυτόχθονη γέννησή τους με το αίσθημα της ευγενικής τους καταγωγής. Η αντίληψη αυτή ενισχύει την άποψη του Πρωταγόρα για δημιουργία πλασμάτων κάτω από την επιφάνεια της γης.

- Προμηθει καί Επιμηθει: Τιτάνες, γιοι του Ιαπετού και της Ωκεανίδας Κλυμένης. Ο Προμηθέας ήρωας "ποικιλόβουλος και αιολόμητις (= δόλιος)" κατά τον Ησίοδο. Το όνομά του σημαίνει τον προνοητικό ή "αυτόν που αποκτά φωτιά με προστριβή". Από αγάπη προς τους ανθρώπους έκλεψε τη φωτιά από τον Όλυμπο και τους την πρόσφερε, με αποτέλεσμα αυτοί ν' αναπτύξουν τον τεχνικό πολιτισμό: έτσι αναδείχτηκε ευεργέτης και προστάτης του ανθρώπινου γένους. Η φωτιά και η έντεχνος σοφία βοήθησαν τον άνθρωπο να κυριαρχήσει στη φύση και ν' αναδειχθεί στη συνέχεια κατασκευαστής και δημιουργός, "homo faber". Ο Δίας τον τιμώρησε καρφώνοντάς τον στον Καύκασο τον ελευθέρωσε ο Ηρακλής σκοτώνοντας το γυπαετό που του κατέτρωγε το συκώτι τελικά ο Δίας τον δέχτηκε ξανά στον Όλυμπο. Έργα του Αισχύλου (τριλογία): "Προμηθεύς πυρφόρος", "Προμηθεύς δεσμώτης", "Προμηθεύς λυόμενος".

- Επιμηθεύς: Ο μη προνοητικός, αυτός που σκέφτεται μετά την ενέργεια. Οι θεοί του έδωσαν ως σύζυγο την Πανδώρα, η περιέργεια της οποίας επέσυρε πολλά δεινά στο ανθρώπινο γένος.

- κοσμησαί τε καί νειμαι.: Σχήμα πρωθύστερο. Οι θεοί έδωσαν μόνο την εξωτερική μορφή στον άνθρωπο, το μοίρασμα των ιδιοτήτων του το εμπιστεύθηκαν στους Τιτάνες.

- τήν εντεχνον σοφίαν σύν πυρί: στην κρίσιμη στιγμή για τον άνθρωπο παρεμβαίνει ο Προμηθέας, ο οποίος κλέβει τις τεχνικές γνώσεις του Ηφαίστου και της Αθηνάς μαζί με τη φωτιά και τα δίνει στον άνθρωπο. Παρέχεται έτσι η δυνατότητα στον άνθρωπο να επιβιώσει και να διαφοροποιηθεί από τα άλλα όντα δημιουργώντας τεχνικό πολιτισμό και ανώτερη μορφή ζωής. Η πρώτη μεγάλη πηγή ενέργειας που έμαθε να μεταχειρίζεται ο άνθρωπος, η φωτιά, τοποθετείται στη βάση όλων των τεχνολογικών προόδων που πέτυχε από τότε. Η αδιάσπαστη σύδεση της τεχνολογικής και της πνευματικής δραστηριότητας εκφράζεται στην αρμονική σύμπραξη των δύο θεών που εργάζονται μαζί, δηλαδή του Ηφαίστου και της Αθηνάς. Ο Ήφαιστος αντιπροσωπεύει την πρακτική και η Αθηνά την θεωρητική γνώση. Η Αθηνά ήταν παιδαγωγός του Εριχθονίου, γιου του Ηφαίστου και οι δύο θεοί γιοργάζονταν μαζί στις γιορτές των Απατουρίων και Χαλκείων. Είχαν κοινό ναό στην Αγορά της αρχαίας Αθήνας.



- Διός φυλακαί: Η Βία και το Κράτος. Συναντώνται στον "Προμηθέα Δεσμώτη" (Αισχύλος) και στην "Θεογονία" (Ησίοδος). Είναι όργανα της εξουσίας του Δία. Συμβολίζουν τη δυσκολία απόκτησης της πολιτικής τέχνης, τις επίπονες προσπάθειες του ανθρώπινου γένους για πολιτική οργάνωση.


Β.Δ.

ΠΛΑΤΩΝ. "ΠΡΩΤΑΓΟΡΑΣ"

ΠΛΑΤΩΝΑ «ΠΡΩΤΑΓΟΡΑΣ»
ΕΝΟΤΗΤΑ 2Η
ΚΕΙΜΕΝΟ - ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Ήταν κάποτε καιρός, που υπήρχαν θεοί δεν υπήρχαν όμως θνητά όντα (ζώα).
῏Ην γάρ πο­τε χρό­νος ὅ­τε θε­οὶ μὲν ἦ­σαν, οὐκ ἦν δὲ θνη­τὰ γέ­νη.

Και όταν ήρθε και γι αυτά ο καθορισμένος χρόνος από τη μοίρα για τη γέννησή τους,
ἐ­πει­δὴ δὲ ἦλ­θεν καὶ τού­τοις εἱ­μαρ­μέ­νος χρό­νος γε­νέ­σε­ως,

τα πλάθουν οι θεοί στο εσωτερικό της γης αφού ανακάτεψαν χώμα και φωτιά,
τυ­ποῦ­σιν αὐ­τὰ θε­οὶ γῆς ἔν­δον μεί­ξα­ντες ἐκ γῆς καὶ πυ­ρὸς

και με εκείνα που μπορούν να ενωθούν με τη φωτιά και το χώμα.
καὶ τῶν ὅ­σα κε­ράν­νυ­ται πυ­ρὶ καὶ γῇ.

Και όταν επρόκειτο να τα φέρουν στο φως, διέταξαν
ἐ­πει­δὴ δ' ἔ­μελ­λον ἄ­γειν αὐ­τὰ πρὸς φῶς, προ­σέ­τα­ξαν

τον Προμηθέα και τον Επιμηθέα να τα στολίσουν και να μοιράσουν δυνάμεις
Προ­μη­θεῖ καὶ ᾿Ε­πι­μη­θεῖ κο­σμῆ­σαί τε καὶ νεῖ­μαι δυ­νά­μεις

στο καθένα όπως ταιριάζει. Ο Επιμηθέας όμως παρακαλεί τον Προμηθέα
ἑ­κά­στοις ὡς πρέ­πει. ᾿Ε­πι­μη­θεὺς δὲ πα­ραι­τεῖ­ται Προ­μη­θέ­α

να κάνει μόνος του τη μοιρασιά (ο Επιμηθέας)˙ και μόλις κάνω εγώ τη μοιρασιά, είπε,
αὐ­τὸς νεῖ­μαι, “Νεί­μα­ντος δέ μου,” ἔ­φη,

κάνε επιθεώρηση ˙ και έτσι αφού τον έπεισε, κάνει τη μοιρασιά.
“ἐ­πί­σκε­ψαι·” καὶ οὕ­τω πεί­σας νέ­μει.

Ενώ μοίραζε λοιπόν, σε άλλα έδινε δύναμη χωρίς ταχύτητα,
νέ­μων δὲ τοῖς μὲν προ­σῆ­πτεν ἰ­σχὺν ἄ­νευ τά­χους,

και τα πιο αδύνατα τα εφοδίαζε με ταχύτητα ˙ και σε άλλα έδινε όπλα,
τοὺς δ' ἀ­σθε­νε­στέ­ρους ἐ­κό­σμει τά­χει · τοὺς δὲ ὥ­πλι­ζε,

και σε άλλα επειδή έδινε οργανισμό χωρίς όπλα, σοφιζόταν κάποια άλλη δύναμη
τοῖς δ' δι­δοὺς φύ­σιν ἄ­ο­πλον ἐ­μη­χα­νᾶ­το ἄλ­λην τι­ν' δύ­να­μιν

για τη σωτηρία τους ˙ όσα δηλαδή από αυτά περιόριζε σε μικρό σώμα
εἰς σω­τη­ρί­αν αὐ­τοῖς. ἃ μὲν γὰρ αὐ­τῶν ἤ­μπι­σχεν σμι­κρό­τη­τι,

τους μοίραζε φτερά για να πετούν ή υπόγεια κατοικία ˙
ἔ­νε­μεν πτη­νὸν φυ­γὴν ἢ κα­τά­γει­ον οἴ­κη­σιν·

και όσα έκανε μεγαλόσωμα με αυτό το ίδιο (χάρισμα) εξασφάλιζε τη σωτηρία τους˙
ἃ δὲ ηὖ­ξε με­γέ­θει, τῷ­δε αὐ­τῷ αὐ­τὰ ἔ­σῳ­ζεν·

και τα άλλα (χαρίσματα) κάνοντάς τα ισοδύναμα με αυτόν τον τρόπο τα μοίραζε˙
καὶ τἆλ­λα ἐ­πα­νι­σῶν οὕ­τως ἔ­νε­μεν.

και επινοούσε αυτά επειδή έπαιρνε τα μέτρα του μήπως κάποιο γένος εξαφανιστεί ˙
ταῦ­τα δὲ ἐ­μη­χα­νᾶ­το εὐ­λά­βει­αν ἔ­χων μή τι γέ­νος ἀϊ­στω­θεί­η·

και αφού εφοδίασε αυτά με όλα τα μέσα για να αποφύγουν την αλλολοεξόντωση,
ἐ­πει­δὴ δὲ ἐ­πήρ­κε­σε αὐ­τοῖς δι­α­φυ­γὰς ἀλ­λη­λο­φθο­ρι­ῶν,

σοφιζόταν ευκολίες για τις μεταβολές του καιρού από το Δία
ἐ­μη­χα­νᾶ­το εὐ­μά­ρει­αν πρὸς τὰς ἐκ Δι­ὸς ὥ­ρας

ντύνοντάς τα και με πυκνά τριχώματα και με γερά δέρματα,
ἀμ­φι­εν­νὺς αὐ­τὰ πυ­κναῖς τε θρι­ξὶν καὶ στε­ρε­οῖς δέρ­μα­σιν,

ικανά για να αντιμετωπίσουν την κακοκαιρία, αλλά κατάλληλα και για τις ζέστες,
ἱ­κα­νοῖς μὲν ἀ­μῦ­ναι χει­μῶ­να, δυ­να­τοῖς δὲ καὶ καύ­μα­τα,

και όταν πηγαίνουν στις φωλιές τους, αυτά τα ίδια να χρησιμεύουν στο καθένα
καὶ ἰ­οῦ­σιν εἰς εὐ­νὰς ὅ­πως τὰ αὐ­τὰ ταῦ­τα ὑ­πάρ­χοι ἑ­κά­στῳ

σαν στρώμα και σκέπασμα και ταιριαστό και δοσμένο από τη φύση,
στρω­μνὴ οἰ­κεί­α τε καὶ αὐ­το­φυ­ὴς ·

και ποδένοντάς τα άλλα με νύχια
καὶ ὑ­πο­δῶν τὰ μὲν ὁ­πλαῖς, τὰ δὲ [θρι­ξὶν καὶ]

και άλλα με στερεά και χωρίς αίμα δέρματα.
στε­ρε­οῖς καὶ ἀ­ναί­μοις δέρ­μα­σιν.

Ακόμη εξασφάλιζε τροφές διαφορετικές στο κάθε γένος,
τοὐ­ντεῦ­θεν ἐ­ξε­πό­ρι­ζεν τρο­φὰς ἄλ­λοις ἄλ­λας,

σε άλλα χορτάρι από τη γη, σε άλλα καρπούς από τα δέντρα και σε άλλα ρίζες.
τοῖς μὲν ἐκ γῆς βο­τά­νην, ἄλ­λοις δὲ δέν­δρων καρ­πούς, τοῖς δὲ ῥί­ζας·

Σε μερικά ωστόσο επέτρεψε να χρησιμεύει ως τροφή η σάρκα άλλων ζώων ˙
ἔ­στι δ' οἷς ἔ­δω­κεν εἶ­ναι τρο­φὴν βο­ράν ζῴ­ων ἄλ­λων ·

και σε αυτά έδωσε την ιδιότητα να γεννούν λίγους απογόνους,
καὶ τοῖς μὲν προ­σῆ­ψε ὀ­λι­γο­γο­νί­αν,

ενώ σε εκείνα που τρώγονταν από αυτά να γεννούν πολλούς,
τοῖς δ' ἀ­να­λι­σκο­μέ­νοις ὑ­πὸ τού­των πο­λυ­γο­νί­αν,

προσπαθώντας έτσι να εξασφαλίσει σωτηρία για το γένος τους.
πο­ρί­ζων σω­τη­ρί­αν τῷ γέ­νει .