Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνική γλώσσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνική γλώσσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2026

Η ελληνική, γλώσσα των Ευαγγελίων, γλώσσα οικουμενική

Γράφει ο Νίκος Γ. Μοσχονάς
Ιστορικός, Ομότ. διευθυντής Ερευνών Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών

Έχει κατά καιρούς διατυπωθεί ένα ερώτημα: ποιοι λόγοι οδήγησαν ώστε τα ευαγγέλια να γραφούν στην ελληνική γλώσσα. Ο Ιησούς δίδαξε στη γλώσσα που μιλούσαν εκείνη την εποχή οι Ιουδαίοι, τα αραμαϊκά. Πώς οι μαθητές του και οι διάδοχοί τους στράφηκαν στην ελληνική γλώσσα; Βέβαια, ο άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός μαρτυρεί ότι ο Ματθαίος έγραψε το ευαγγέλιό του για τους Εβραίους, συνεπώς αραμαϊκά, και ο Μάρκος για την Ιταλία, επομένως στα λατινικά: Ματθαῖος μὲν ἔγραψεν Ἑβραίοις θαύματα Χριστοῦ· Μάρκος δ᾽ Ἰταλίῃ (PG, τόμ. 37, σελ. 472 κ.ε.). Άρα στη γνωστή ελληνική μορφή τους τα ευαγγέλια αυτά είναι μεταφράσεις από το πρωτότυπο.

Σιναϊτικός Κώδικας

Μάλιστα, ο άγιος Ιερώνυμος (347-420), ο μεταφραστής της Βίβλου στα λατινικά, ανέφερε ότι είδε στην Καισάρεια κείμενο του ευαγγελίου του Ματθαίου στα εβραϊκά, το οποίο δεν έχει διασωθεί, αλλά αμφισβητείται εάν επρόκειτο για το πρωτότυπο ευαγγελικό κείμενο ή για μεταγενέστερο κείμενο χριστιανών Εβραίων.

Ωστόσο, σήμερα, οι ειδικοί μελετητές δέχονται ότι και τα δύο αυτά ευαγγέλια, του Ματθαίου και του Μάρκου, είχαν γραφεί απευθείας στα ελληνικά. Αντίθετα, δεν υπήρξε αμφισβήτηση ότι ο Λουκάς και ο Ιωάννης έγραψαν τα ευαγγέλια στα ελληνικά. Στην ελληνική γλώσσα έγραψε ο Λουκάς και τις Πράξεις των Αποστόλων και στην ίδια γλώσσα έγραψε ο Παύλος τις επιστολές του. Επίσης θεωρείται ότι ελληνικά έχουν γραφεί οι καθολικές επιστολές του Ιακώβου, του Πέτρου, του Ιωάννου και του Ιούδα και ελληνικά έγραψε ο Ιωάννης την Αποκάλυψη. Ας σημειωθεί, βέβαια, ότι ο ευαγγελιστής Λουκάς είχε ελληνική καταγωγή και προερχόταν από εθνικούς της Αντιόχειας.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τη γενικά αποδεκτή άποψη, όλα τα κείμενα της Καινής Διαθήκης είχαν γραφεί στα ελληνικά της εποχής κατά τον 1ο μ. Χ. αιώνα. Για ποιόν λόγο, λοιπόν, οι απόστολοι της νέας θρησκείας υιοθέτησαν την ελληνική κοινή;

Όπως αναφέρεται στο Ευαγγέλιο του Ματθαίου, ο Ιησούς συνέστησε αρχικά στους μαθητές του να περιορίσουν την παρουσία και το κήρυγμά τους στους Ισραηλίτες, αποφεύγοντας να στραφούν προς τους εθνικούς: Τούτους τοὺς δώδεκα ἀπέστειλεν ὁ Ἰησοῦς παραγγείλας αὐτοῖς λέγων· Εἰς ὁδὸν ἐθνῶν μὴ ἀπέλθητε, καὶ εἰς πόλιν Σαμαριτῶν μὴ εἰσέλθητε· πορεύεσθε δὲ μᾶλλον πρὸς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ (Ματθ. 10, 5-6). O Ιησούς θέλησε η διδασκαλία να ξεκινήσει από το Ισραήλ που θα έπρεπε να αντιληφθεί το κήρυγμά Του λόγω της πνευματικής προπαρασκευής των Ισραηλιτών. Αλλά το σχέδιό Του δεν ήταν να εγκλωβιστεί ο λόγος Του στο εθνικό και φυλετικό πλαίσιο του Ισραήλ. Η σωτηρία που επαγγελλόταν είχε οικουμενικό χαρακτήρα, όπως προσκαλούσε ο ψαλμωδός: Ἀκούσατε πάντα τὰ ἔθνη, ἐνωτίσασθε πάντες οἱ κατοικοῦντες τὴν οἰκουμένην (Ψαλμός 48).

Ας μνημονευθεί και το σπουδαίο γεγονός της συνάντησης του Ιησού με τους Έλληνες που περιγράφει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης. Ήταν κατά τις ημέρες της εορτής του Πάσχα που πήγαιναν πολλοί προσκυνητές στον ναό του Σολομώντα. Και ανάμεσά τους κάποιοι Έλληνες (ελληνόφωνοι Εβραίοι της Διασποράς ή προσήλυτοι και εθνικοί Έλληνες) που είχαν ακούσει για τον Ιησού και ζήτησαν να τον δουν. Όταν το είπαν οι μαθητές Του στον Ιησού, εκείνος είπε τη σημαντική ρήση: Ἐλήλυθεν ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῇ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου (Ιωάν. 12, 20-23). Γνώριζε ότι μέσω της ελληνικής γλώσσας και της ελληνικής σκέψης θα διαδιδόταν στην Οικουμένη το κήρυγμα της αγάπης.

Το νέο ξεκίνημα, βέβαια, έγινε όταν εμφανίστηκε ο αναστημένος Ιησούς στους έντεκα μαθητές Του στη Γαλιλαία, εἰς τὸ ὄρος οὗ ἐτάξατο αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς, όπου τους έδωσε τη μεγάλη εντολή: πορευθέντες οὖν μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη… (Ματθ. 28, 16-19). Ο Ιησούς δήλωσε εκείνη τη μεγαλειώδη ώρα ότι προορισμός της διδασκαλίας του δεν ήταν να παραμείνει στα στενά πλαίσια ενός έθνους αλλά να έχει οικουμενική διάδοση και αποδοχή. Και στη συνέχεια, κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, οι μαθητές του Ιησού ἐπλήσθησαν ἅπαντες Πνεύματος Ἁγίου, καὶ ἤρξαντο λαλεῖν ἑτέραις γλώσσαις καθὼς τὸ Πνεῦμα ἐδἰδου αὐτοῖς ἀποφθέγγεσθαι, έτσι που όσοι τους άκουσαν γηγενείς και επήλυδες από τη Μικρά Ασία και τον Πόντο, από τη Μεσοποταμία, τη Μηδία και την Περσία, από την Αίγυπτο, τη Λιβύη και την Κυρήνη καὶ οἱ ἐπιδημοῦντες Ῥωμαῖοι, Ἰουδαῖοί τε καὶ προσήλυτοι, Κρῆτες, καὶ Ἄραβες άκουγαν να μιλούν στις δικές τους γλώσσες τα μεγαλεία του Θεού (Πράξεις 2, 1-13).

Βέβαια, όπως ήταν φυσικό, οι Απόστολοι άρχισαν να κηρύττουν αρχικά προς Ιουδαίους είτε σε συναγωγές είτε σε άλλες συναθροίσεις στις πόλεις που επισκέπτονταν. Και, ακολουθώντας την εντολή του Ιησού, ανέλαβαν να κηρύξουν στα έθνη, με επίκεντρο τις εβραϊκές συναγωγές, όπου είχαν φυσική πρόσβαση και όπου εκτός από Εβραίους της διασποράς σύχναζαν εκεί και προσήλυτοι γηγενείς. Παράλληλα, επισκέπτονταν χώρους όπου συγκεντρώνονταν οι εθνικοί, προς τους οποίους έβρισκαν αφορμές για να κηρύξουν τη διδασκαλία του Ιησού, όπως έπραξε ο Παύλος στην Αθήνα.

Το κήρυγμα προς τους Εβραίους της διασποράς απαιτούσε τη χρήση της ελληνικής, καθώς οι περισσότεροι γνώριζαν αποκλειστικά αυτή τη γλώσσα και όχι τα αραμαϊκά που μιλούσαν οι ομόθρησκοί τους στην Ιουδαία.

Και είναι ενδεικτικό ότι και η προς Εβραίους επιστολή του Παύλου είχε γραφεί στα ελληνικά. Άλλωστε, για να μπορούν οι απόδημοι Εβραίοι να διαβάζουν και να κατανοούν τα ιερά κείμενα της Βίβλου, έγινε η μεταγλώττισή της στην κοινή ελληνική από τους Εβδομήκοντα. Αυτή η μετάφραση επέτρεψε τη διάδοση των εβραϊκών ιερών κειμένων στον ελληνιστικό και ρωμαϊκό κόσμο και μέχρι σήμερα αποτελεί την οικουμενική έκδοση της Βίβλου με βάση την οποία έγιναν οι μετέπειτα μεταφράσεις στις εθνικές γλώσσες.

Επομένως, η ελληνική γλώσσα ήταν ουσιαστικά μονόδρομος αλλά και κρίσιμη επιλογή για τη διάδοση της διδασκαλίας του Ιησού στα έθνη, επειδή ήταν γλώσσα κοινή στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Το κήρυγμα προς τους εθνικούς δεν μπορούσε να γίνει μέσω της αραμαϊκής ή της εβραϊκής γλώσσας. Ούτε και η λατινική εξυπηρετούσε καθολικά. Το κήρυγμα έπρεπε να γίνει σε γλώσσα που θα ήταν κατανοητή από τους ακροατές του και αυτή η γλώσσα που θα μπορούσε να εκφράσει τη διδασκαλία και να την καταστήσει αντιληπτή, έπρεπε να είναι γλώσσα οικουμενική, όπως ήταν πράγματι η ελληνική κοινή της αλεξανδρινής εποχής, μια ελληνική απλή.

Η ελληνική επιπλέον ήταν η γλώσσα που μπορούσε να εκφράσει με απλότητα το εύρος και το βάθος του χριστιανικού κηρύγματος. Αυτό συνετέλεσε ώστε η ελληνική γλώσσα, κατανοητή από όλους τους πληθυσμούς της ρωμαϊκἠς αυτοκρατορίας, να γίνει το κύριο όχημα διάδοσης της νέας θρησκείας. Ακόμη και τα λεγόμενα απόκρυφα ευαγγέλια και λοιπά κείμενα χριστιανών Γνωστικών των πρώτων αιώνων είχαν γραφεί στην απλή ελληνική.

Τον προηγούμενο αιώνα ανακαλύφθηκαν κοντά στο Nag Hammadi της Αιγύπτου χειρόγραφα με κείμενα χριστιανών Γνωστικών σε κοπτική γλώσσα (που ενδέχεται να είχαν μεταφραστεί από αντίστοιχα ελληνικά). Από την ελληνική μορφή των Ευαγγελίων και των λοιπών κειμένων που αποτέλεσαν την Καινή Διαθήκη προέκυψαν η επίσημη λατινική μετάφραση και οι μεταφράσεις στις γλώσσες των λαών που εκχριστιανίζονταν. Και όπως πέρασαν κάποιες εβραϊκές λέξεις στη λειτουργική χρήση των χριστιανών, έτσι πέρασαν πολύ περισσότερες ελληνικές λέξεις και εκφράσεις στον λειτουργικό λόγο των άλλων χριστιανικών λαών.

Στα τέλη του 4ου αιώνα, με εντολή του πάπα Δάμασου Α’ (366-384) ο Άγιος Ιερώνυμος ανέλαβε με τους συνεργάτες του τη μετάφραση της Βίβλου στη λατινική γλώσσα της εποχής. Είναι η λεγόμενη Vulgata (Εκλαϊκευμένη), που αποτέλεσε την επίσημη εκδοχή της Βίβλου για τη Δυτική Εκκλησία. Για αιώνες υπήρχε η αντίληψη των ιερών γλωσσών: εβραϊκής, ελληνικής και λατινικής. Παράλληλα χρησιμοποιήθηκαν ως εκκλησιαστικές λειτουργικές γλώσσες η αραμαϊκή, η κοπτική και η σλαβονική σε αντίστοιχες γεωγραφικές περιοχές.

Με τη διάδοση του Χριστιανισμού διευρύνθηκε η μετάφραση της Βίβλου (Παλαιάς και Καινής Διαθήκης) σε λοιπές εθνικές γλώσσες και η καθιέρωση των εθνικών γλωσσών στη λειτουργική πρακτική. Η Ανατολική Εκκλησία ενωρίς είχε επιτρέψει τη χρήση των εθνικών γλωσσών στις ιερουργίες από τους νεοφώτιστους λαούς.

Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία επέμεινε στη χρήση της λατινικής και επέτρεψε όψιμα τη χρήση της εθνικής γλώσσας στις ιερουργίες με απόφαση της Β Συνόδου του Βατικανού (Συνοδικό σύνταγμα του πάπα Παύλου ΣΤ’, Sacrosanctum Concilium, 4 Δεκεμβρίου 1963).

Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2026

Η περιπέτεια της Ελληνικής γλώσσας

Η Ελληνική γλώσσα γεννήθηκε νωρίς. Πολύ νωρίς. Πριν από την κρίση, πριν από τα μνημόνια, πριν ακόμη κι από την εφεύρεση της διαχρονικής δικαιολογίας «δεν είχα σήμα».
Γεννήθηκε κάπου ανάμεσα σε σπηλιές, θυσίες, κρασί αραιωμένο με νερό (γιατί ο πολιτισμός φαίνεται στις λεπτομέρειες) και ανθρώπους που αποφάσισαν ότι δεν τους αρκεί να δείχνουν τα πράγματα με το δάχτυλο· θέλουν να τα ονομάζουν.

2000 π.Χ. περίπου – «Κάτι πρέπει να πούμε»:
Κάπως έτσι ξεκινάει η ελληνική γλώσσα: σαν ανάγκη.
«Δώσε», «πάρε», «μη», «έλα», «φύγε», «ποιος έφαγε το κατσίκι;».
Στις πινακίδες της Γραμμικής Β΄ οι Μυκηναίοι γράφουν ελληνικά, χωρίς να το ξέρουν. Όπως όλοι οι πρωτοπόροι, κάνουν κάτι ιστορικό χωρίς να έχουν ιδέα ότι, αιώνες αργότερα, μια μέρα θα τους εξετάζουν στις Πανελλήνιες.

8ος αιώνας π.Χ. – Όμηρος enters the chat:
Και έρχεται ο Όμηρος. Ή κάποιοι Όμηροι. Ή μια συλλογική προσπάθεια με εξαιρετικό μάνατζμεντ.
Η ελληνική γλώσσα φοράει τα καλά της, αποκτά ρυθμό, εικόνα, επικό ύφος και δηλώνει:
«Δεν θα λέμε απλώς τι έγινε. Θα το κάνουμε τραγούδι».
Και κάπως έτσι, η γλώσσα αποκτά μνήμη.

5ος αιώνας π.Χ. – Αθήνα, το εργαστήριο
Εδώ γίνεται το μεγάλο πάρτι.
Η ελληνική γλώσσα περνάει από το στάδιο «μιλάμε» στο στάδιο «σκεφτόμαστε φωναχτά».
Φιλόσοφοι, ρήτορες, ποιητές, τραγικοί, κωμικοί. Όλοι παρόντες.
Η γλώσσα μαθαίνει να ρωτάει:
– Τι είναι δίκαιο;
– Τι είναι το ωραίο;
– Τι είναι ο άνθρωπος;
Και, πρακτικά, ποιος πλήρωσε τον λογαριασμό;
Δημιουργούνται λέξεις για έννοιες που μέχρι τότε απλώς… αιωρούνταν: δημοκρατία, λογική, θέατρο, πολιτική.
Η ελληνική γλώσσα δεν περιγράφει απλώς τον κόσμο. Τον εφευρίσκει ξανά.

4ος αιώνας π.Χ. – Μέγας Αλέξανδρος και το γλωσσικό delivery:
Ο Αλέξανδρος δεν κατέκτησε μόνο εδάφη.
Κατέκτησε και λεξιλόγια.
Η ελληνική γίνεται διεθνής. Η πρώτη πραγματική lingua franca.

Από την Αίγυπτο μέχρι την Ινδία, ο κόσμος μιλάει ελληνικά για να συνεννοηθεί, να εμπορευτεί, να διοικήσει, να φιλοσοφήσει.
Η Κοινή Ελληνιστική γεννιέται: λιγότερο αυστηρή, πιο πρακτική, σαν την αρχαία εκδοχή του «να τα λέμε απλά».

Ρωμαϊκοί χρόνοι – Η γλώσσα που δεν καταλαβαίνει από αφεντικά:
Οι Ρωμαίοι κυβερνούν, αλλά στα σοβαρά πράγματα μιλάνε ελληνικά.
Η ελληνική γονιμοποιεί τις δυτικές γλώσσες: philosophia, historia, theatrum, idea, drama, chaos.
Ακόμη και σήμερα, όταν ένας Ευρωπαίος θέλει να φανεί σοβαρός, πετάει μια ελληνική λέξη. Μπορεί να μην ξέρει ακριβώς τι σημαίνει, αλλά νιώθει αμέσως καλύτερα.

Βυζάντιο – Η γλώσσα βαφτίζεται και συνεχίζει:
Η ελληνική προσαρμόζεται.
Φοράει χριστιανικό μανδύα, γίνεται γλώσσα Ευαγγελίων, Πατέρων, αυτοκρατορίας.
Δεν χάνει όμως τον εαυτό της.
Αλλάζει, εξελίσσεται, επιβιώνει.
Γιατί οι γλώσσες που επιμένουν να μείνουν ίδιες… πεθαίνουν από πείσμα.

Τουρκοκρατία – Η γλώσσα στο υπόγειο:
Χωρίς κράτος, χωρίς επίσημη στήριξη, χωρίς υπουργεία.
Κι όμως, η ελληνική δεν σβήνει.
Μένει στα τραγούδια, στις παροιμίες, στις εκκλησίες, στα παραμύθια, στις μανάδες που λένε ιστορίες.
Σώζεται επειδή μιλιέται. Όχι επειδή διδάσκεται τέλεια.

19ος αιώνας – Καθαρεύουσα VS Δημοτική
Εμφύλιος. Γλωσσικός.
Η μία γλώσσα θέλει να θυμίζει αρχαιότητα.
Η άλλη θέλει να μοιάζει στη ζωή.
Τσακώνονται για δεκαετίες, μέχρι που η πραγματικότητα —όπως πάντα— κερδίζει.

20ός αιώνας – Η γλώσσα στα σχολεία:
Η ελληνική μπαίνει στις τάξεις.
Εκεί δοκιμάζεται σκληρά.
Γιατί άλλο να μιλάς μια γλώσσα κι άλλο να την εξετάζεις.
Γίνεται εργαλείο, αντικείμενο, μάθημα, κανόνας, εξαίρεση.
Και παρ’ όλα αυτά, επιβιώνει. Με ορθογραφικά λάθη, συντακτικές ακροβασίες και άπειρη φαντασία.

21ος αιώνας – Greeklish, emoji και δάνεια:
Η γλώσσα σήμερα δέχεται επιρροές: αγγλικά, τεχνολογία, συντομογραφίες.
Κάποιοι ανησυχούν.
Η ελληνική, όμως, χαμογελάει. Τα έχει ξαναδεί όλα.
Ξέρει ότι δεν απειλείται. Αλλάζει. Όπως πάντα.

Και τελικά… τι είναι η γλώσσα;
Δεν είναι μουσείο.
Δεν είναι κανόνας.
Δεν είναι εξεταστικό κέντρο.

Η γλώσσα είναι μια ζωντανή συμφωνία ανθρώπων που προσπαθούν, κάθε μέρα, να καταλάβουν ο ένας τον άλλον.

Υστερόγραφο αποποίησης ευθυνών
Όλα τα παραπάνω δεν αποτελούν επιστημονική μελέτη.Δεν βασίζονται σε συνέδρια, υποσημειώσεις ή χρηματοδοτήσεις.Δεν γεννιέται εδώ κανένας νέος ανταγωνιστής της γλωσσολογίας.Μόνο ένας κουτσομπόλης χρονογράφος, που περιπλανήθηκε στην Ιστορία μπας και βρει θέμα επικαιρότητας.Και βρήκε: μια γλώσσα που, παρά τα πάντα, μιλιέται ακόμη.

Ιανουάριος 2026
Δέλτα Σίγμα

Tα χρονογραφήματα του Δέλτα Σίγμα, με σκίτσα του ιδίου, δημοσιεύονται δύο φορές την εβδομάδα.

kamini.gr

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026

Μπαμπινιώτης: «Το ελληνικό αλφάβητο, η μεγαλύτερη ανακάλυψη του ανθρώπου»

Ο σπουδαίος γλωσσολόγος εξηγεί γιατί το ελληνικό αλφάβητο άλλαξε για πάντα τον τρόπο που επικοινωνούμε.

Η ελληνική γλώσσα δεν κινδυνεύει να χαθεί, καθώς διαθέτει μια αξεπέραστη δύναμη στη δημιουργία, στη σύνθεση και στο λεξιλόγιο, επισημαίνει ο καθηγητής Γλωσσολογίας Γιώργος Μπαμπινιώτης, τονίζοντας πως «όσο έχουμε εγρήγορση και ευαισθησία για τη γλώσσα μας, που είναι κεφάλαιο του Ελληνισμού, η ελληνική γλώσσα θα αναπτύσσεται και θα καλλιεργείται».

Όπως ανέφερε, «αν κάτι ξεχωρίζει την ελληνική γλώσσα, είναι η συνέχεια που έχει επί σαράντα αιώνες». Πρόκειται, σημείωσε, για ένα φαινόμενο μοναδικό διεθνώς, καθώς «η ελληνική είναι ζωντανή και ομιλείται αδιάλειπτα εδώ και τέσσερις χιλιετίες, κάτι που δεν συμβαίνει με καμία άλλη γλώσσα».

Αναφερόμενος στη διεθνή αναγνώριση της ελληνικής, ο κ. Μπαμπινιώτης τόνισε ότι «το να είναι η ελληνική η έβδομη γλώσσα παγκοσμίως που γιορτάζεται διεθνώς είναι ένα επίτευγμα επιστημονικό, εθνικό και διπλωματικό που αξίζει να το εξάρουμε και να το γιορτάσουμε εντός και εκτός Ελλάδος».

«Η μεγαλύτερη ανακάλυψη του ανθρώπου είναι το ελληνικό αλφάβητο»

Ο καθηγητής αναφέρθηκε εκτενώς στη συμβολή της ελληνικής στη διαμόρφωση του δυτικού πολιτισμού, επισημαίνοντας πως «ο ελληνικός πολιτισμός είναι πολιτισμός του γραπτού λόγου».

«Η μεγάλη κατάκτηση», είπε, «είναι το ελληνικό αλφάβητο, το οποίο ο Γαλιλαίος χαρακτήρισε ως τη μεγαλύτερη ανακάλυψη του ανθρώπου».

Όπως εξήγησε, «χάρη στην επινόησή του κατέστη δυνατό να αποτυπωθούν, να διατηρηθούν και να διαδοθούν τα ελληνικά κείμενα, δηλαδή η σκέψη, ο πολιτισμός, η φιλοσοφία, το θέατρο και η επιστήμη».

Πρόσθεσε ότι «το ελληνικό αλφάβητο αποτέλεσε τη βάση ανάπτυξης του δυτικού πολιτισμού, καθώς πάνω του στηρίχθηκαν το λατινικό, το σλαβικό και το γερμανικό αλφάβητο».

«Δεν κινδυνεύει η ελληνική γλώσσα – αρκεί να υπάρχει μέτρο»

Αναφερόμενος στο φαινόμενο της χρήσης ξένων λέξεων, ο κ. Μπαμπινιώτης υπογράμμισε πως «ξένες λέξεις έρχονται και θα έρχονται. Το θέμα είναι να υπάρχει ένα μέτρο».

«Δεν κινδυνεύει η ελληνική γλώσσα», σημείωσε, «έχει μια δύναμη στην παραγωγή, στη σύνθεση, στην κλίση, στο λεξιλόγιο και σε όλο τον πλούτο που απέκτησε στη διαδρομή της».

Τόνισε, ωστόσο, την ανάγκη προτίμησης ελληνικών όρων στα μέσα ενημέρωσης: «Ας χρησιμοποιούμε και τίτλους εκπομπών ελληνικούς αντί για ξένους», είπε χαρακτηριστικά.

«Χιλιάδες ξένες λέξεις είναι ελληνογενείς»

Ο καθηγητής υπενθύμισε ότι χιλιάδες λέξεις διεθνώς έχουν ελληνική ρίζα. «Από την αλλεργία και το θερμόμετρο μέχρι τον συμβολαιογράφο», ανέφερε, «πρόκειται για λέξεις που έχουν πλαστεί από ξένους, αλλά βασίζονται στα ελληνικά».

«Δεν έχουμε κανένα πρόβλημα με τις ξένες λέξεις», πρόσθεσε, «παρά μόνο την ανάγκη ενός μέτρου στην αποδοχή τους».

«Η γλώσσα είναι αξία που πρέπει να υπηρετούμε»

Κλείνοντας, ο κ. Μπαμπινιώτης αναφέρθηκε στην ανάγκη καλλιέργειας της γλωσσικής συνείδησης:

«Αυτό που μας λείπει είναι ότι δεν θεωρούμε όλοι τη γλώσσα ως αξία. Δεν την υπηρετούμε, δεν διαθέτουμε τον χρόνο και τον κόπο που απαιτείται».

Επισήμανε ακόμη ότι η προτίμηση στην εκμάθηση ξένων γλωσσών, κυρίως των αγγλικών, «πολλές φορές λειτουργεί εις βάρος της μητρικής μας γλώσσας».

«Αν αυτά αμβλυνθούν ή ξεπεραστούν», κατέληξε, «η ελληνική γλώσσα δεν έχει κανέναν κίνδυνο, γιατί έχει μέσα της ένα τεράστιο δυναμικό και μπορεί να αναπτύσσεται ακόμη περισσότερο. Πρέπει να καλλιεργήσουμε το αίσθημα της ελληνικής γλώσσας ως αξίας, ως κεφαλαίου αυτού του τόπου και αυτού του πολιτισμού». 

by filoitexnisfilosofias 

Σάββατο 4 Νοεμβρίου 2023

Τα πιο συνηθισμένα γλωσσικά σφάλματα

Αχ, αυτά τα:
πιθανά (ως επίρρημα), τα fora, του προλαλήσαντα, στην οδός, η ωρίμανση, του διεθνή, οι υπηρεσίες που επανδρώνονται και με γυναίκες... και πολλά άλλα που καθημερινά ακούμε, ακόμα και μέσα στη Βουλή...
• παρεπιπτόντως
Το σωστό είναι: Παρεμπιπτόντως (από το ρήμα παρεμπίπτω, παρά+εν+πίπτω, που σημαίνει παρεμβάλλομαι, παρεισφρύω)

• Το πρόβλημα αυτό αποτελεί πρώτη προτεραιότητα.
Το σωστό είναι: Το πρόβλημα αυτό είναι άμεσης προτεραιότητας.

• Πήρατε λάθος απόφαση.
Το σωστό είναι: Πήρατε λανθασμένη ή εσφαλμένη απόφαση.

• Ο υπουργός αποφάσισε να επανδρώσει την υπηρεσία με κατάλληλο προσωπικό.
Το σωστό είναι: Ο υπουργός αποφάσισε να στελεχώσει την υπηρεσία με κατάλληλο προσωπικό.

• Η γνώμη του προλαλήσαντα είναι εσφαλμένη.
Το σωστό είναι: Η γνώμη του προλαλήσαντος είναι εσφαλμένη.

• Η στάση των Σκοπίων θα καταγγελθεί σε όλα τα διεθνή fora.
Το σωστό είναι: Η στάση των Σκοπίων θα καταγγελθεί σε όλα τα διεθνή forum. (Forum σημαίνει: «δημόσια συνέλευση», «δημόσιο βήμα». Οι λατινικές και άλλες ξενόγλωσσες λέξεις τίθενται σε πτώση ονομαστική).

• Ανακοινώθηκαν χθες δύο αντιφατικά non papers.
Το σωστό είναι: Ανακοινώθηκαν χθες δύο αντιφατικά non paper. (Non paper σημαίνει: «ανεπίσημο έγγραφο με περιεχόμενο μη ανακοινώσιμο»).

• Διαψεύθηκαν οι ελπίδες μου.
Το σωστό είναι: Διαψεύσθηκαν οι ελπίδες μου.

• Επισπεύθηκαν οι διαδικασίες.
Το σωστό είναι: Επισπεύσθηκαν οι διαδικασίες.

• Τα δικαιούμενα ποσά.
Το σωστό είναι: Τα ποσά που δικαιούται κάποιος.

• Τα αποτελέσματα του διεθνή ανταγωνισμού.
Το σωστό είναι: Τα αποτελέσματα του διεθνούς ανταγωνισμού.

• Υποβάλλεται σε φυσιοθεραπεία.
Το σωστό είναι: Υποβάλλεται σε φυσικοθεραπεία. (Ο σωστός τύπος είναι «φυσικοθεραπεία», αφού συντίθεται από τις λέξεις φυσικός και θεραπεία).

• Επέρχεται συναισθηματική ωρίμανση.
Το σωστό είναι: Επέρχεται συναισθηματική ωρίμαση (χωρίς
–ν –). (Ο σωστός τύπος είναι: «ωρίμαση», ο οποίος σχηματίζεται από το ρ. ωριμάζω).

• Προσελήφθη στην εταιρεία σαν σύμβουλος εκδόσεων.
Το σωστό είναι: Προσελήφθη στην εταιρεία ως σύμβουλος εκδόσεων.
(Το έχομε γράψει και άλλοτε ότι το ως χρησιμοποιείται, όταν δηλώνεται πραγματική ιδιότητα ή χαρακτηριστικό, ενώ το σαν χρησιμοποιείται, όταν δηλώνεται παρομοίωση ή ψευδές χαρακτηριστικό, π.χ. άσπρος σαν το χιόνι, τον αντιμετώπισαν ως παρανοϊκό (ενώ δεν είναι)).

• Τον ειδοποίησαν να έλθει άμεσα.
Το σωστό είναι: Τον ειδοποίησαν να έλθει αμέσως. (Το επίρρημα άμεσα σημαίνει: «χωρίς τη διαμεσολάβηση κάποιου», ενώ το επίρρημα αμέσως σημαίνει: «στη στιγμή», «γρήγορα»).

• Ήθελα απλά να σου υπενθυμίσω την ώρα της συνάντησής μας.
Το σωστό είναι: Ήθελα απλώς να σου υπενθυμίσω την ώρα της συνάντησής μας. (Το επίρρημα απλά σημαίνει: «με απλό τρόπο», π.χ. ντύνεται απλά, ενώ το επίρρημα απλώς σημαίνει: «μόνο».
Η φράση «απλώς και μόνο» πρέπει να αποφεύγεται, γιατί αποτελεί πλεονασμό).

• Κατ’ αρχήν δεν υπάρχει ομοφωνία.
Το σωστό είναι: Κατ’αρχάς δεν υπάρχει ομοφωνία. (Κατ’ αρχήν σημαίνει «βασικά», «σε γενικές γραμμές», ενώ κατ’ αρχάς σημαίνει «αρχικά», «πρώτα πρώτα»).

• Πιθανά θα έλθει.
Το σωστό είναι: Πιθανώς θα έλθει, ή πιθανόν να έλθει. (Το επίρρημα πιθανώς δεν συνοδεύεται από τον δείκτη να, ενώ το επίρρημα πιθανόν συνοδεύεται από το να, π.χ. ο υπουργός πιθανώς θα παραιτηθεί ή ο υπουργός πιθανόν να παραιτηθεί).

• Οι δυσάρεστες αυτές εξελίξεις προοιωνίζουν συμφορές.
Το σωστό είναι: Οι δυσάρεστες αυτές εξελίξεις προοιωνίζονται συμφορές. (Το ρ. προοιωνίζομαι συντίθεται από την πρόθεση προ και το ρ. οιωνίζομαι που σημαίνει: «παρατηρώ τους οιωνούς», «προλέγω», «προφητεύω». Προοιωνίζομαι σημαίνει: «προμηνύω κάτι δυσάρεστο»).

• Δημοσιογραφικοί κύκλοι διέρρευσαν την πληροφορία.
Το σωστό είναι: Από δημοσιογραφικούς κύκλους διέρρευσε η πληροφορία. (Το ρ. διαρρέω είναι αμετάβατο και δεν παίρνει αντικείμενο).

• Προηγήθηκε συζήτηση πριν από την προβολή του φιλμ.
Το σωστό είναι: Έγινε συζήτηση πριν από την προβολή του φιλμ.

• Οι επικεφαλείς της πορείας.
Το σωστό είναι: Οι επικεφαλής της πορείας. (Το επικεφαλής είναι άκλιτο: ο επικεφαλής, του επικεφαλής, οι επικεφαλής).

• ό,τι και ότι: Χρησιμοποιούνται σε δυο διαφορετικές περιπτώσεις.
Το «ότι» εισάγει ειδικές προτάσεις και ισοδυναμεί με το «πως».
Το «ό,τι» έχει τη σημασία του «οτιδήποτε, αυτό το οποίο» και αναλύεται σε αναφορική πρόταση.

archive

Τετάρτη 22 Μαρτίου 2023

«Η Ελληνική Γλώσσα, είναι η Γλώσσα των Αγγέλων και της Ειρήνης» (Νικηφόρος Βρεττάκος)

Αν ανατρέξουμε στην ιστορία των περισσοτέρων λέξεων της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας και τις μελετήσουμε με επιμέλεια, φτάνοντας στην πλήρη γνώση της έννοιας των λέξεων αυτών, θα δούμε ότι δεν υπάρχουν Αρχαίες και Νέες Ελληνικές λέξεις, αλλά μόνο Ελληνικές. Για το θέμα αυτό ο Γεώργιος Σεφέρης, είχε γράψει: «Από την εποχή που μίλησε ο Όμηρος ως τα σήμερα, μιλούμε, ανασαίνουμε, και τραγουδούμε με την ίδια γλώσσα». Σίγουρα, οι Ομηρικές λέξεις μάς φαίνονται άγνωστες και παράξενες. Αυτό συμβαίνει γιατί δεν γνωρίζουμε την έννοια των λέξεων που χρησιμοποιούμε. Η Ομηρική Γλώσσα δεν είναι νεκρή, αλλά είναι ολοζώντανη και από την εποχή του Ομήρου μέχρι σήμερα προστέθηκαν στην Ελληνική Γλώσσα μόνο ελάχιστες λέξεις.

Τα παραδείγματα που ακολουθούν, μας επιβεβαιώνουν γι’ αυτό:

  1. Στον Όμηρο πέδον, σημαίνει έδαφος. Σήμερα εμείς λέμε τις λέξεις πεδινός, στρατόπεδο, κ.λπ.
  2. Φρην, είναι η λογική. Από αυτή τη λέξη προέρχονται οι εξής: ο άφρων, το φρενοκομείο, ο εξωφρενικός, κ.λπ.
  3. Στον Όμηρο βρύχια είναι τα βαθιά, εξ ου και η λέξη υποβρύχιο.
  4. Φερνή, λεγόταν η προίκα. Από εκεί επικράτησε την καλά προικισμένη νύφη να την λέμε «πολύφερνη νύφη».
  5. Από τη λέξη φάος = φως, προέρχεται η φράση «φαεινές ιδέες», κ.λπ.
  6. Στον Όμηρο άλγος, είναι ο σωματικός πόνος. Από αυτό προέκυψε και η λέξη αναλγητικό, κ.λπ.
  7. Τον θυμό τον αποκαλούσαν χόλο. Από αυτή τη λέξη πήρε το όνομά της η χολή με την έννοια της πίκρας. Ακόμα λέμε ότι «αυτός είναι χολωμένος».
  8. Από τη λέξη αιδώς = ντροπή, προήλθαν οι λέξεις: αναιδής, αναίδεια, κ.λπ.
  9. Από τη λέξη ναύς, έχουμε: ναυπηγός, ναύαρχος, ναύτης, ναυαγός, ναύσταθμος, ναυτοδικείο, κ.τ.λ.
  10. Η λέξη άγχω, σημαίνει σφίγγω τον λαιμό. Σήμερα λέμε, αγχόνη. Επίσης άγχος είναι η αγωνία από κάποιο σφίξιμο ή από πίεση.
  11. Στην εποχή του Ομήρου η λέξη αλέξω, σημαίνει: εμποδίζω, αποκρούω, αποτρέπω. Τώρα χρησιμοποιούμε τις λέξεις: αλεξίπτωτο, αλεξίσφαιρο, αλεξικέραυνο, και ακόμα Αλέξανδρος ( δηλαδή, αυτός που αποκρούει τους άνδρες), κ.τ.λ.
  12. Με το επίρρημα τηλέ στον Όμηρο εννοούσαν μακριά. Εμείς σήμερα έχουμε τις λέξεις: Τηλέφωνο, τηλεόραση, τηλεβόλο, τηλεπικοινωνία, τηλεπάθεια, κ.τ.λ.

Τελικά η γνώση των εννοιών των λέξεων θα μας βοηθήσει να καταλάβουμε ότι μιλούμε τη γλώσσα του Ομήρου, μια γλώσσα που δεν ανακάλυψε ο Όμηρος, αλλά προϋπήρχε πολλές χιλιετίες πριν από αυτόν.

Η Ελληνική Γλώσσα, στάθηκε μάνα και δασκάλα όλων των ευρωπαϊκών λαών, που στην ουσία είναι διάλεκτοί της. Η Αγγλική Γλώσσα, έχει ενσωματώσει στη δομή της, πάνω από 45.000 ελληνικές ρίζες, και η Γαλλική χρησιμοποιεί περισσότερες από 30.000. Είναι γνωστό ότι ο ακαδημαϊκός Ξενοφών Ζολώτας, είχε κάνει ολόκληρη ομιλία σε Διεθνές Συνέδριο σε αγγλική γλώσσα, αλλά με όλες τις λέξεις με ρίζες ελληνικές.

Ο μεγάλος ελληνολάτρης και ελληνογνώστης Κικέρων, είχε τονίσει ότι: «Ει Θεοί διαλέγονται, τη των Ελλήνων γλώττη χρώνται». Δηλαδή, αν υποθέσουμε ότι οι Θεοί συνομιλούν, σίγουρα θα χρησιμοποιούν την Ελληνική Γλώσσα.

Τέλος είναι λυπηρό γιατί, ενώ μιλούμε για την υπέροχη Ελληνική Γλώσσα, σήμερα στην εποχή της απαξίας, της αδιαφορίας, των συμφερόντων και του μιμητισμού που ζούμε, βλέπουμε στον τόπο μας τη Γλώσσα μας, να εκδιώκεται, να ακρωτηριάζεται, να συρρικνώνεται, και να μαραίνεται από εμάς τους Έλληνες, και τις… ξενόγλωσσες προτιμήσεις μας!

Ελένη Κονιαρέλλη – Σιακή.

amarysia.gr

Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2023

Προκόπης Παυλόπουλος: Η συμβολή της Ελληνικής Γλώσσας στην εξέλιξη της Επιστήμης των Μαθηματικών

Παραχώρησε ομιλία στην εκδήλωση της Ακαδημίας Αθηνών για την Ημέρα της Ελληνικής Γλώσσας, με θέμα: «Επισημάνσεις για την συμβολή της Ελληνικής Γλώσσας στην εξέλιξη της Επιστήμης των Μαθηματικών» 

Μιλώντας στην εκδήλωση της Ακαδημίας Αθηνών για την Ημέρα της Ελληνικής Γλώσσας, με θέμα: «Επισημάνσεις για την συμβολή της Ελληνικής Γλώσσας στην εξέλιξη της Επιστήμης των Μαθηματικών», ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Προκόπιος Παυλόπουλος προχώρησε σε μια σειρά επισημάνσεων. Συγκεκριμένα, ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας μεταξύ άλλων σημείωσε τα εξής:

Πρόλογος

Το παράδειγμα της ανάπτυξης της Επιστήμης των,  υπό την ευρεία του όρου έννοια, Μαθηματικών στην Αρχαία Ελλάδα  μέσω και της Ελληνικής Γλώσσας είναι άκρως ενδεικτικό της συνεισφοράς του Αρχαίου Ελληνικού Πνεύματος – με αφετηρία την Σκέψη των Προσωκρατικών – στην ανακάλυψη της Επιστημονικής Μεθόδου.  Η αρχή ανάγεται στον 5ο π.Χ. αιώνα, κυρίως με τον Λεύκιππο και τον Δημόκριτο, στο πεδίο της Ατομικής Θεωρίας και τον Πυθαγόρα στο πεδίο των Μαθηματικών.  Άκρως αποκαλυπτική είναι η συνέχεια, πρωτίστως με τον Θαλή και τον Ευκλείδη στην Γεωμετρία και τον Διόφαντο στην Άλγεβρα, βεβαίως κατά το επιστημονικό όνομα που πήρε αυτή αργότερα.  Είναι απαραίτητο να διευκρινισθεί περισσότερο εκείνο που ήδη επισημάνθηκε, ακροθιγώς, ως προς την σύνδεση της Επιστήμης των Μαθηματικών στην Αρχαία Ελλάδα με την Ελληνική Γλώσσα. Και τούτο διότι αποφασιστική, από πλευράς επιστημονικής δημιουργίας, υπήρξε -φυσικά μεταξύ άλλων- η «συνάντηση» της Ελληνικής Γλώσσας με την Επιστήμη των Μαθηματικών.  Και αυτή η «συνάντηση» ήταν η αιτία, η οποία εξηγεί το γιατί και άλλοι, βεβαίως, Λαοί στην Αρχαιότητα είχαν αξιοσημείωτη γνώση στον ευρύτερο χώρο των Μαθηματικών.  Πλην όμως οι Έλληνες πρωτοπόρησαν στην θεμελίωση της Επιστήμης των Μαθηματικών, με κολοφώνα τα «Στοιχεία» του Ευκλείδη, το έργο του Ευδόξου και του Αρχιμήδη -σχετικά με το είδος των Μαθηματικών,  που είναι γνωστά από τον 17ο αιώνα και μετά ως «απειροστικά μαθηματικά»- και την εν γένει μαθηματική σκέψη του Διοφάντου όπως προκύπτει, μεταξύ άλλων, από τα εξής:

 Ι.  Η υφή της Ελληνικής Γλώσσας

Προφανώς, κάτι υπήρχε ειδικώς στην γλωσσική υφή της Ελληνικής Γλώσσας που αποδείχθηκε πρόσφορο για την σχέση, η οποία διαμορφώθηκε μεταξύ αυτής και των Μαθηματικών.

Α.  Και τούτο εντοπίζεται, κατά κύριο λόγο, στις εξής δύο «ιδιομορφίες» της: Κατά πρώτο λόγο σε μια ειδική γραμματική προϋπόθεση της Ελληνικής Γλώσσας, συγκεκριμένα στην ύπαρξη του οριστικού άρθρου, κάτι ανύπαρκτο π.χ. στην λατινική γλώσσα.  Το οριστικό άρθρο εξελίχθηκε στην μεθομηρική Ελληνική Γλώσσα από την αντωνυμική χρήση του «ο, η, το».  Το άρθρο, προτασσόμενο σε συγκεκριμένες γραμματικές δομές της γλώσσας, δημιουργεί «αφηρημένη έκφραση».  Και αυτή, στην χρονική συνέχεια, οδηγεί στο «αφηρημένο ουσιαστικό».  Το δε «αφηρημένο» είναι, εξ ορισμού και εκ φύσεως, η βάση του σχηματισμού λογικών προτάσεων και συλλογισμών, ένα στοιχείο σύμφυτο με την ανάπτυξη της Μαθηματικής Σκέψης, ιδίως στην πρώιμη φάση της. 

Β.  Και, κατά δεύτερο λόγο, η ως άνω ευνοϊκή γραμματική προϋπόθεση συμπορεύθηκε, ως προς την σχέση μεταξύ της Ελληνικής Γλώσσας και της  Μαθηματικής Σκέψης, μ’ ένα γενικότερο όρο που διέπει εξ αρχής την Ελληνική Σκέψη: Την «ακατάσχετη» και «καθολική» ροπή προς την κατεύθυνση της εύρεσης της «ατομικής μονάδας» σε κάθε χώρο του επιστητού.  Είναι η ροπή που «απομόνωσε», στον εκφερόμενο και ακουόμενο λόγο, τον «φθόγγο», ως την έσχατη ατομική και αδιαίρετη ακουστική μονάδα, που υπήρξε η βάση του μετασχηματισμού του φοινικικού αλφαβήτου σ’ Ελληνικό.  Και είναι αυτή η ροπή η οποία «απομόνωσε», με την μέθοδο ιδίως του Δημοκρίτου, το άτομο, αναδεικνύοντάς το ως την έσχατη, άτμητη και αδιαίρετη, μονάδα της ύλης.

ΙΙ.  Τα Μαθηματικά στην Αρχαία Ελλάδα

Καθώς παρατηρεί ο J.L.Gardies (L’organisation des mathématiques grecques de Théétète à Archimède, Paris, εκδ. Vrin, 1997, σελ. 270 και κυρίως 276 επ.), μοναδική υπήρξε η συμβολή των Αρχαίων Ελλήνων στον τομέα των Μαθηματικών, σε ό,τι αφορά την σύνθεση προβλήματος και απόδειξης.  

Α.  Και για την ακρίβεια, σε ό,τι αφορά από την μια πλευρά την διαμόρφωση του προβλήματος, μέσω της διατύπωσης του θεωρήματος με την μαθηματική εκείνη ιδιότητα, η οποία του προσδίδει την πιο γενική μορφή.  Και, από την άλλη πλευρά, την προσθήκη, στην διαδικασία λύσης του προβλήματος, της κατάλληλης απόδειξης.  Επιπροσθέτως, στο σημείο αυτό δεν πρέπει να υποτιμάται το ότι η παραγωγή και η επαγωγή αναπτύχθηκαν στην Ελληνική διανόηση πολύ ενωρίς, με την εμφάνιση της εμπειρικής γλώσσας των Ιώνων στην Φιλοσοφία και ήδη στην Αρχαϊκή Ποίηση.

Β. Μέσα, λοιπόν, από αυτή την εμβληματική «διαδρομή» η Ελληνική Γλώσσα κατέστησε εφικτή και την δημιουργία γλωσσικών διατυπώσεων τέτοιας «αφαιρετικότητας», ώστε να μπορεί να «συντονίζεται» ευχερώς ακόμη και με ακραίως αφηρημένες μαθηματικές έννοιες.  Γι’ αυτό και η Ελληνική Γλώσσα αναδείχθηκε στην πιο κατάλληλη «μεταγλώσσα» ως προς τα Μαθηματικά, προκαλώντας την «έκρηξη» της εν γένει μαθηματικής γνώσης.

ΙΙΙ. Η Ελληνική Γλώσσα και τα «σύμβολα»

Η προαναφερόμενη όμως -μοναδική όπως τονίσθηκε- συμβολή των Αρχαίων Ελλήνων στην δημιουργία της Επιστήμης των Μαθηματικών κατέστη δυνατή μέσω της εξίσου μοναδικής ιδιοσυστασίας της Ελληνικής Γλώσσας. Εξ ού και Λαοί που δεν διέθεταν το κατάλληλο «γλωσσικό εργαλείο» δεν κατάφεραν να κάνουν ανάλογα επιστημονικά βήματα.

Α.  Κατ’ ουσία δε, η ως άνω ιδιοσυστασία έγκειται, πρωτίστως, στο ότι η Ελληνική Γλώσσα είναι οιονεί «ιδανική» στο πεδίο της παραγωγής «συμβόλων», ικανών ν’ απεικονίσουν επαρκώς την Σκέψη, έτσι ώστε να δομηθεί η αναγκαία, για την συνολική επιστημονική δημιουργία, «κιβωτός γνώσεων».  Κυρίως δε η «κιβωτός γνώσεων» που άνοιξε τον δρόμο στην θεμελίωση και εξέλιξη της Επιστήμης των Μαθηματικών (βλ., αντί άλλης παραπομπής, Χρ. Φίλη «Οι Αρχαιοελληνικές Καταβολές των Σύγχρονων Μαθηματικών», εκδ. Παπασωτηρίου, Αθήνα, 2010, σελ. 877).

Β.  Είναι ιδιαιτέρως ενδεικτικό προς αυτή την κατεύθυνση ότι τα σύμβολα διευκόλυναν καθοριστικώς και την χρήση των αριθμών ως,  κατά την φύση τους και τον προορισμό τους, βάσης της μαθηματικής σκέψης, όπως συνάγεται και από τα εξής: Ετυμολογικώς η λέξη «αριθμός» προκύπτει από την σύνθεση του ρήματος «αραρίσκω» – αναδιπλασιασμένος τύπος του «άρω» – που σημαίνει, μεταξύ άλλων, την αρμονική σύνδεση δεδομένων μεταξύ τους,  και του ουσιαστικού το «ίθμα», που σημαίνει το «βήμα».  Με άλλες λέξεις,  ο «αριθμός» είναι το μέσο για να τεθεί κάτι στην σωστή του θέση σε σχέση με συγγενή δεδομένα, και υπ’ αυτό το πρίσμα ο αριθμητικός συλλογισμός μπορεί να κάνει τα επόμενα βήματα, κυρίως για την διατύπωση ενός προβλήματος.  Ακριβώς αυτή την λειτουργία των αριθμών διευκόλυναν καθοριστικώς, όπως προεκτέθηκε, τα σύμβολα, κατ’ εξοχήν ως προς την διατύπωση ενός προβλήματος.  Πολλώ μάλλον αφού, όπως η ίδια η Ιστορία των Επιστημών έχει τεκμηριώσει, προ της χρήσης των συμβόλων,  με «όχημα» διαμόρφωσής τους την Ελληνική Γλώσσα, δεν είχε «αναδυθεί» επαρκώς η επιστημονική προσέγγιση και καλλιέργεια των Μαθηματικών.

Γ.  Μέσω των «εργαλείων» της Ελληνικής Γλώσσας εξελίχθηκε και η μαθηματική σκέψη του Διοφάντου του Αλεξανδρέως.  

1. Και τούτο, διότι η ιδιοσυστασία της Ελληνικής Γλώσσας επέτρεψε στον Διόφαντο ν’ ανοίξει τον δρόμο στην «πρόδρομη» κατάσταση της διαμόρφωσης ενός μαθηματικού προβλήματος, υπό όρους που καταλήγουν στις λεγόμενες «πολυωνυμικές αλγεβρικές εξισώσεις», όπως είναι η «διώνυμη εξίσωση» αxn =bxm ή η «τριώνυμη εξίσωση» . Καθώς επίσης γίνεται δεκτό, ότι η αναζήτηση των λεγόμενων «Πυθαγόρειων τριάδων» -ήτοι ακέραιων λύσεων της εξίσωσης «χ2 + ψ2 = γ2»- αποτελεί μέρος των κλασικών προβλημάτων της όλης ανάλυσης του Διοφάντου.  Δικαίως, λοιπόν, τ’ «Αριθμητικά» του Διοφάντου -σε δεκατρία βιβλία, από τα οποία σώζονται έξη στην Ελληνική Γλώσσα και τέσσερα σε αραβική μετάφραση- θεωρούνται, και σήμερα, «θεμέλιο» της δημιουργίας της παράδοσης, η οποία οδήγησε στην δημιουργία της αλγεβρικής σκέψης και ανάλυσης της νεότερης εποχής.  Διότι, όπως έχει γράψει ο J.Klein, η «σύγχρονη άλγεβρα και ο σύγχρονος φορμαλισμός προέκυψαν από την ενασχόληση του Viète με τον Διόφαντο» (βλ. J. Klein, «Ο κόσμος της Φυσικής και ο “φυσικός” κόσμος», μετ. Δ. Λάππας, Μ. Μυτιληναίος, Γ. Σαγιάς, Τ. Σπύρου, Γ. Χριστιανίδης, Νεύσις 7 (1998), 41-74. Το αγγλικό κείμενο δημοσιεύθηκε το 1981, στο περιοδικό «The St. Johns Review» και ανατυπώθηκε στην συλλογή, R.B. Williamson and E. Zucherman (επιμ.) «Jacob Klein: Lectures and Essays», Annapolis, Maryland, St. John’s College Press, 1985, 1-34).

2. Ας σημειωθεί ότι ο όρος «Άλγεβρα» ανήκει στον Πέρση μαθηματικό, αστρονόμο και γεωγράφο Αμπού Μουσά αλ-Χουαρίζμι.  Ο οποίος πολύ αργότερα, τον 9ο αιώνα -κοντά 500 χρόνια μετά τον Διόφαντο- παρουσίασε, είναι αλήθεια για πρώτη φορά, την συστηματική επίλυση της δευτεροβάθμιας πολυωνυμικής εξίσωσης. Αξίζει, λοιπόν, ν’ αναρωτηθούμε: Θα είχε, άραγε, οδηγηθεί ο αλ-Χουαρίζμι, έστω και στα χρόνια του, στην αλγεβρική του ανάλυση δίχως την πρωτοποριακή μαθηματική «παρακαταθήκη» του Διοφάντου αναφορικά με την δημιουργία των, «πρόδρομων» κατά τ’ ανωτέρω, αλγεβρικών τεχνικών επίλυσης προβλημάτων, μέσω της «αφαιρετικής» δύναμης της Ελληνικής Γλώσσας;

ΙV. Η διαμόρφωση της Παραγωγικής Μεθόδου

Σ’ επίρρωση των ανωτέρω αξίζει να γίνει, εν προκειμένω, ειδική αναφορά στο σύγγραμμα του Reviel Netz, Καθηγητή Ελληνικών Μαθηματικών και Αστρονομίας στο Πανεπιστήμιο Stanford των ΗΠΑ -ενός εκ των κορυφαίων μελετητών του έργου του Αρχιμήδη- με τίτλο: «Η διαμόρφωση της Παραγωγικής Μεθόδου στα Ελληνικά Μαθηματικά-Μια μελέτη υπό το πρίσμα της γνωσιακής επιστήμης» (απόδοση στα ελληνικά Β. Σπυρόπουλου, επιστημονική επιμέλεια Γ. Χριστιανίδη και Μ. Σιάλαρου, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, 2019).

Α. Στο σύγγραμμα αυτό μελετάται ένα θέμα κεφαλαιώδους σημασίας για την όλη ιστορία του Δυτικού Πολιτισμού.  Ήτοι η διαμόρφωση της παραγωγικής απόδειξης στα Κλασικά Ελληνικά Μαθηματικά.  Η εντυπωσιακή, κυριολεκτικώς, πρωτοτυπία του ως άνω έργου του Reviel Netz έγκειται στο γεγονός ότι ο συγγραφέας εστιάζει την ανάλυσή του σε δύο, θεμελιώδη, χαρακτηριστικά της πρακτικής των Ελληνικών αποδείξεων, το εγγράμματο διάγραμμα και την τεχνική, λογοτυπική γλώσσα.  Δίχως μάλιστα να παραλείπει, έστω και κατ’ ελάχιστο, την ανάδειξη των υλικών και κοινωνικών συνθηκών αλλά και των πρακτικών, εντός των οποίων τα κατά τ’ ανωτέρω χαρακτηριστικά «αναδύθηκαν», μέσα στην πορεία της εξέλιξης των Ελληνικών Μαθηματικών.

Β. Ειδικότερα, ο Reviel Netz ανέδειξε ότι οι τεχνικές που τότε ανέπτυξαν οι Έλληνες Μαθηματικοί -εστιάζοντας την μελέτη του στον Ευκλείδη, τον Αρχιμήδη και τον Απολλώνιο- για την κατασκευή γραμμάτων στα διαγράμματά τους και, συνακόλουθα, η συνεχής αλληλεπίδραση μεταξύ του κειμένου και του διαγράμματος στις αποδείξεις τους, υπήρξαν καίριας σημασίας για την «γέννηση» της παραγωγικής απόδειξης. Με τον τρόπο αυτόν ο Reviel Netz κατάφερε ν’ αποσαφηνίσει, επαρκώς, και τις υποκείμενες γνωστικές διαδικασίες.

Επίλογος

Το γεγονός, όμως, αυτό έχει και μια δεύτερη, ευρύτερη, σημασία που αφορά την πορεία της όλης Επιστήμης στην Δύση, άρα την πορεία αυτού τούτου του Δυτικού Πολιτισμού.  Είναι δε χαρακτηριστικά τα όσα, συνοπτικώς, υπογραμμίζει ο ίδιος ο Reviel Netz στην εισαγωγή, την οποία έγραψε για την ελληνική έκδοση του προμνημονευόμενου συγγράμματός του: «Οι Έλληνες μαθηματικοί ανακάλυψαν μια συγκεκριμένη πρακτική και ένα συγκεκριμένο σύνολο εργαλείων, που κατέστησαν δυνατό ένα συγκεκριμένο έργο: Την συνεπή άσκηση της παραγωγικής απόδειξης.  Αυτό θα παίξει ουσιαστικό ρόλο στην ανάδυση της δυτικής επιστήμης.  Η προοπτική της απόδειξης οδήγησε στην μαθηματικοποίηση του συνόλου της επιστήμης, και εν τέλει στο νευτώνειο πρόγραμμα το οποίο, με την επιτυχία του, άνοιξε το δρόμο για την βιομηχανική επανάσταση και την άνοδο της Δύσης» (όπ. παρ., σελ. XV-XVI).»

kathimerini.gr

Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2022

Ελληνική Γλώσσα: τεράστια η προσφορά της στο παγκόσμιο γίγνεσθαι.

Η γλώσσα κάθε λαού αποτελεί ένα από τα στοιχεία της ταυτότητός του. Η γλώσσα, εκτός από στοιχείο της ταυτότητος, είναι και εργαλείο επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων. Η γλώσσα βοηθά στην δημιουργία του πολιτισμού, του λεγόμενου πνευματικού, σε αντίθεση με τον υλικό (γλυπτική, ζωγραφική κλπ). Για να μπορούν οι άνθρωποι να συνεννοούνται θα πρέπει η γλώσσα να είναι ακριβής, να περιγράφει με συντομία και επακριβώς το μήνυμα, το σημαίνον και το σημαινόμενο να ταυτίζονται. Θα πρέπει να είναι εύκολη για να γίνεται κτήμα του λαού, να μπορούν να τη μαθαίνουν όλοι. Στην Κίνα π.χ., η οποία χρησιμοποιεί ιδεογράμματα για να παραστήσει λέξεις και έννοιες τα σύμβολα είναι πάρα πολλά με αποτέλεσμα ακόμα και οι ακαδημαϊκοί της χώρας (οι θεωρούμενοι ως οι πιο μορφωμένοι) δεν τα γνωρίζουν όλα. Δηλαδή οι πνευματικές κορυφές της δεν μπορούν να διαβάσουν όλα τα κείμενα που έχουν γραφεί στη γλώσσα της χώρας τους. Για την αξία της γλώσσας σημειώνει ο «δικός μας» Κωνσταντίνος Τσάτσος, ακαδημαϊκός, φιλόσοφος, πρώην Υπουργός, πρώην Πρόεδρος Δημοκρατίας και συγγραφέας: «Όσο πιο προηγμένος είναι ο πολιτισμός ενός έθνους, τόσο πιο πλούσιες σε προϊστορία, και συνεπώς και σε ουσία, είναι οι λέξεις της γλώσσας… Με την γλώσσα μεταδίδομε λογικούς συνειρμούς και διεγείρομε συναισθήματα… Κάθε λαός έχει την γλώσσα που του αξίζει. Στην γλώσσα, όπως και στα τραγούδια του, εναποθηκεύεται ο πολιτισμός του… είναι ο πιο αδιάψευστος μάρτυρας της ιστορικής του συνείδησης και της ιστορικής του συνέχειας.»

Εμείς βέβαια οι Έλληνες τέτοιο κίνδυνο, όμοιο με τους Κινέζους, δεν διατρέχουμε. Άλλος είναι ο κίνδυνος για τη γλώσσα μας. Η ελληνική χρησιμοποιεί μόνο 24 γράμματα και οι διάφοροι συνδυασμοί των γραμμάτων αυτών δημιουργούν τις λέξεις-έννοιες. Στην αρχαιότητα υπήρχαν επιπλέον και άλλα 3 γράμματα τα οποία στο διάβα της ιστορικής διαδρομής εξαφανίστηκαν. Η δομή της αρχαίας ελληνικής γλώσσας (της μητέρας της σημερινής) ήταν δομή μαθηματική. Κάθε γράμμα αντιπροσώπευε ένα αριθμό και ένα μουσικό τόνο. άρα γράμμα = αριθμός =τόνος (μουσικός), πράγμα που φανερώνει ότι στη γλώσσα μας πίσω από τα γράμματα-λέξεις υπάρχουν αριθμοί (λεξάριθμοι) και μουσικοί φθόγγοι (τονάριθμοι). Ο διάσημος Έλληνας και διεθνούς φήμης μουσικός Ιάνης Ξενάκης είχε πολλές φορές τονίσει ότι η μουσικότητα της Ελληνικής είναι εφάμιλλη της συμπαντικής. Όπως γράφει και ο Ρωμαίος Οράτιος «Η Ελληνική φυλή γεννήθηκε ευνοημένη με μία γλώσσα εύηχη, γεμάτη μουσικότητα». Για τη συνέχεια της γλώσσας μας έχουν καταγραφεί: Ο ίδιος ο Οδυσσέας Ελύτης είπε «Εγώ δεν ξέρω να υπάρχει παρά μία γλώσσα, η ενιαία Ελληνική γλώσσα. Το να λέει ο Έλληνας ποιητής, ακόμα και σήμερα, ο ουρανός, η θάλασσα, ο ήλιος, η σελήνη, ο άνεμος, όπως το έλεγαν η Σαπφώ και ο Αρχίλοχος, δεν είναι μικρό πράγμα. Είναι πολύ σπουδαίο. Επικοινωνούμε κάθε στιγμή μιλώντας με τις ρίζες που βρίσκονται εκεί. Στα Αρχαία.». Ο γνωστός Αδαμάντιος Κοραής είχε πει «Όποιος χωρίς την γνώση της Αρχαίας επιχειρεί να μελετήσει και να ερμηνεύσει την Νέαν, ή απατάται ή απατά.». Ενώ ο Γιώργος Σεφέρης γράφει «Από την εποχή που μίλησε ο Όμηρος ως τα σήμερα, μιλούμε, ανασαίνουμε και τραγουδούμε την ίδια γλώσσα.». Παρόλο που πέρασαν χιλιάδες χρόνια.

Κάποιοι, εντελώς λαθεμένα, ισχυρίζονται ότι οι Έλληνες το αλφάβητο το δανειστήκαμε από τους Φοίνικες. Σύμφωνα με μελέτες της Τζιροπούλου και άλλων το 2300 π.Χ. και όχι το 800 π.Χ. ο Όμηρος ήδη έχει στην διάθεση του 6.500.000 πρωτογενείς λέξεις (πρώτο πρόσωπο ενεστώτα & ενικού αριθμού) τις οποίες αν τις πολλαπλασιάσουμε x72 που είναι οι κλήσεις, θα βγάλουμε ένα τεράστιο αριθμό ο οποίος δεν είναι ο τελικός, διότι μην ξεχνάμε ότι η γλώσσα μας γεννά. Αν αναλογιστούμε ότι η αγγλική γλώσσα έχει 80.000 λέξεις και εξελίσσεται 100 χρόνια, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι ο Όμηρος παραλαμβάνει μια γλώσσα που έχει βάθος στο χρόνο πολύ μεγάλο. Ένα από τα καρφιά στο φέρετρο της θεωρίας αυτής είναι και το κεραμικό θραύσμα που βρέθηκε στην νησίδα «Γιούρα» των Βορείων Σποράδων από τον Αρχαιολόγο Α. Σαμψών. Χρονολογήθηκε το 5.500-6.000 π.Χ. και φέρει καθαρά πάνω του εγχάρακτα τα γράμματα Α, Δ και Υ. Να σημειώσουμε εδώ ότι οι Φοίνικες πρωτοεμφανίστηκαν στην ιστορία το 1.300 π.Χ. Και αυτό το εύρημα δεν είναι «μόνο» του. Τα γράμματα Μ, Ν, Κ, Χ, Ξ, Π, Ο, και Ε διακρίνουμε σε πρωτοκυκλαδικά αγγεία της Μήλου τα οποία είναι της 3ης π. Χ. χιλιετίας. Επιπλέον υπάρχει και η λίθινη σφραγίδα των Γιαννιτσών που ανακαλύφθηκε από τον αρχαιολόγο Π. Χρυσοστόμου η οποία χρονολογείται την 5 π.Χ. χιλιετία. Ακόμη η επιγραφή του Δισπηλιού που ανεσύρθη από τον καθηγητή Γ. Χουρμουζιάδη χαρακτηρίστηκε ως η πρώτη γραφή του κόσμου, αφού χρονολογήθηκε από τον «Δημόκριτο» βάσει της μεθόδου του «άνθρακα 14» με απόλυτη ακρίβεια στο 5.250 π. Χ. Τέλος να αναφέρουμε τον δίσκο της Φαιστού ο οποίος χρονολογείται (με τις πιο συντηρητικές απόψεις) στο 1.700 π. Χ. και φέρει σύμβολα τα οποία όμως είναι τυπωμένα με κινητά στοιχεία (σφραγίδες), και για αυτόν τον λόγο το εύρημα αυτό αποτελεί το αρχαιότερο δείγμα τυπογραφίας του κόσμου. Το 1989, στο υπό αριθμό 16 τεύχος του αρχαιολογικού περιοδικού «NESTOR», το οποίο εκδίδει το πανεπιστήμιο της Ινδιάνας, ο καθηγητής Πώλ Φώρ ανακοινώνει ότι στην Ιθάκη του 2.700 π. Χ. μιλούσαν και έγραφαν Ελληνικά. Με την βοήθεια χαραγμένης εικόνας πλοίου επάνω στο όστρακο και σε σύγκριση με την ήδη αποκρυπτογραφημένη Γραμμική Γραφή Β’ ο καθηγητής Φώρ κατόρθωσε να διαβάσει «Νύμφη με έσωσε». Διάβασε ακόμα, αναγνωρίζοντας αριθμητικά και συλλαβές «Ιδού εγώ ο Αρεάδης δίδω εις την άνασσα Θεά Ρέα 100 αίγες, 10 πρόβατα…». Σημειωτέον ότι ακόμα και σήμερα διδάσκεται στα Ελληνικά σχολεία η άποψη ότι τα χρόνια του Ομήρου δεν υπήρχε γραφή και συνεπώς τα δύο έπη ( Ιλιάδα και Οδύσσεια) μεταφέρονταν από γενεά σε γενεά προφορικώς (κάτι το οποίο ούτως ή άλλως μόνο και μόνο βάσει της κοινής λογικής είναι αδύνατον).

Η γενεσιουργός δύναμη της Ελληνικής γλώσσας βρίσκεται στην ικανότητά της να πλάθεται όχι μόνο προθεματικά ή καταληκτικά, αλλά διαφοροποιώντας σε μερικές περιπτώσεις μέχρι και την ρίζα της λέξης (π.χ. «τρέχω» και «τροχός» παρόλο που είναι από την ίδια οικογένεια αποκλίνουν ελαφρώς στην ρίζα). Η Ελληνική γλώσσα είναι ειδική στο να δημιουργεί σύνθετες λέξεις με απίστευτων δυνατοτήτων χρήσεις, πολλαπλασιάζοντας το λεξιλόγιο. Ο Γάλλος συγγραφέας Ζακ Λακαρριέρ, έκθαμβος μπροστά στο μεγαλείο της Ελληνικής, είχε δηλώσει σχετικώς «Η Ελληνική γλώσσα έχει το χαρακτηριστικό να προσφέρεται θαυμάσια για την έκφραση όλων των ιεραρχιών με μια απλή εναλλαγή του πρώτου συνθετικού. Αρκεί κανείς να βάλει ένα παν- πρώτο- αρχί- υπέρ- ή μια οποιαδήποτε άλλη πρόθεση μπροστά σε ένα θέμα. Κι αν συνδυάσει κανείς μεταξύ τους αυτά τα προθέματα, παίρνει μια ατελείωτη ποικιλία διαβαθμίσεων. Τα προθέματα εγκλείονται τα μεν στα δε σαν μια σημασιολογική κλίμακα, η οποία ορθώνεται προς τον ουρανό των λέξεων.» Στην Ελληνική γλώσσα ουσιαστικά δεν υπάρχουν συνώνυμα, καθώς όλες οι λέξεις έχουν λεπτές εννοιολογικές διαφορές μεταξύ τους. Για παράδειγμα έχουμε τις λέξεις «κεράννυμι», «μίγνυμι» και «φύρω» που όλες έχουν το νόημα του «ανακατεύω». Όταν ανακατεύουμε δύο στερεά ή δύο υγρά μεταξύ τους αλλά χωρίς να συνεπάγεται νέα ένωση (π.χ. λάδι με νερό), τότε χρησιμοποιούμε την λέξη «μειγνύω» ενώ όταν ανακατεύουμε υγρό με στερεό τότε λέμε «φύρω». Εξ’ ού και η λέξη «αιμόφυρτος» που όλοι γνωρίζουμε αλλά δεν συνειδητοποιούμε τι σημαίνει.

H εκμάθηση της Αρχαίας Ελληνικής, εκτός από μέσο διατήρησης της γλωσσικής παράδοσης, αποτελεί όπλο κατά της δυσλεξίας και άλλων μαθησιακών δυσκολιών, φαινόμενα που κάνουν έντονα την εμφάνισή τους τα τελευταία χρόνια, σύμφωνα με τα συμπεράσματα τριετούς έρευνας του Aνοικτού Ψυχοθεραπευτικού Kέντρου και του Iνστιτούτου Διαγνωστικής Ψυχολογίας.

Τι έχουν πει σπουδαίες προσωπικότητες για την Ελληνική Γλώσσα:

  • Ο γνωστός Γάλλος Βολταίρος είχε πει «Είθε η Ελληνική γλώσσα να γίνει κοινή όλων των λαών.»
  • Η Μαριάννα Μακ Ντόναλντ, καθηγήτρια του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας και επικεφαλής του TLG δήλωσε «Η γνώση της Ελληνικής είναι απαραίτητο θεμέλιο υψηλής πολιτιστικής καλλιέργειας.»
  • Ιωάννης Γκαίτε (Ο μεγαλύτερος ποιητής της Γερμανίας, 1749-1832) «Άκουσα στον Άγιο Πέτρο της Ρώμης το Ευαγγέλιο σε όλες τις γλώσσες. Η Ελληνική αντήχησε άστρο λαμπερό μέσα στη νύχτα.»
  • Μάρκος Τίλλιος Κικέρων (Ο επιφανέστερος άνδρας της αρχαίας Ρώμης, 106-43 π.Χ.) «Εάν οι θεοί μιλούν, τότε σίγουρα χρησιμοποιούν τη γλώσσα των Ελλήνων.»
  • Φρειδερίκος Σαγκρέδο (Βάσκος καθηγητής γλωσσολογίας – Πρόεδρος της Ελληνικής Ακαδημίας της Βασκωνίας) «Η Ελληνική γλώσσα είναι η καλύτερη κληρονομιά που έχει στη διάθεσή του ο άνθρωπος για την ανέλιξη του εγκεφάλου του. Απέναντι στην Ελληνική όλες, και επιμένω όλες οι γλώσσες είναι ανεπαρκείς.» «Η αρχαία Ελληνική γλώσσα πρέπει να γίνει η δεύτερη γλώσσα όλων των Ευρωπαίων, ειδικά των καλλιεργημένων ατόμων.» «Η Ελληνική γλώσσα είναι από ουσία θεϊκή.»
  • Ερρίκος Σλήμαν (Διάσημος ερασιτέχνης αρχαιολόγος, 1822-1890) «Επιθυμούσα πάντα με πάθος να μάθω Ελληνικά. Δεν το είχα κάνει γιατί φοβόμουν πως η βαθειά γοητεία αυτής της υπέροχης γλώσσας θα με απορροφούσε τόσο πολύ που θα με απομάκρυνε από τις άλλες μου δραστηριότητες.»
  • Ίμπν Χαλντούν (Ο μεγαλύτερος Άραβας ιστορικός) «Που είναι η γραμματεία των Ασσυρίων, των Χαλδαίων, των Αιγυπτίων; Όλη η ανθρωπότητα έχει κληρονομήσει την γραμματεία των Ελλήνων μόνον.»
  • Φρανγκίσκος Λιγκόρα (Σύγχρονος Ιταλός καθηγητής Πανεπιστημίου και Πρόεδρος της Διεθνούς Ακαδημίας πρός διάδοσιν του πολιτισμού) «Έλληνες να είστε περήφανοι που μιλάτε την Ελληνική γλώσσα ζωντανή και μητέρα όλων των άλλων γλωσσών. Μην την παραμελείτε, αφού αυτή είναι ένα από τα λίγα αγαθά που μας έχουν απομείνει και ταυτόχρονα το διαβατήριό σας για τον παγκόσμιο πολιτισμό.»
  • Μάικλ Βέντρις (Ο άνθρωπος που αποκρυπτογράφησε την Γραμμική γραφή Β’) «Η αρχαία Ελληνική Γλώσσα ήτο και είναι ανωτέρα όλων των παλαιοτέρων και νεοτέρων γλωσσών.»
  • Ζακ Λάνγκ (Γάλλος Υπουργός Παιδείας) «Θα ήθελα να δω να διδάσκονται τα Αρχαία Ελληνικά, με τον ίδιο ζήλο που επιδεικνύουμε εμείς, και στα Ελληνικά σχολεία.»
  • Σύμφωνα με τον Μπιλ Γκέιτς «Η Ελληνική με την μαθηματική δομή της, είναι η γλώσσα της πληροφορικής και της νέας γενιάς των εξελιγμένων υπολογιστών, διότι μόνο σ´ αυτήν δεν υπάρχουν όρια.»
  • Είναι γνωστή η έκφραση που χρησιμοποιούν οι Αγγλοαμερικάνοι όταν ψάχνουν να βρουν την κατάλληλη λέξη για κάποια έννοια «Οι Έλληνες θα έχουν μια λέξη για αυτό».

Το παρόν άρθρο αποτελεί μια μικρή προσφορά προς την αρτιότερη γλώσσα του κόσμου. Την αδίκησα και επιφυλάσσομαι εις το μέλλον.....

2022-01-17
Μυργιώτης Παναγιώτης
Μαθηματικός

Πέμπτη 23 Δεκεμβρίου 2021

Αρχαία Ελληνική Γλώσσα: Διδασκαλία και διάδοση σε διεθνές επίπεδο

Η πολυδιάστατη χρησιμότητα της γνώσης της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας για τους Έλληνες και τους πολίτες του εξωτερικού, καθώς και τα πολλαπλασιαστικά οφέλη από την πιστοποίηση της αναδείχθηκαν σε ημερίδα με τίτλο «Αρχαία Ελληνικά: Όταν το Παρελθόν συμπορεύεται με το Μέλλον» που διοργανώθηκε από τη LanguageCert, θυγατρική του ομίλου PeopleCert.

Τη διαδικτυακή συζήτηση συντόνισε η δημοσιογράφος Ειρήνη Νικολοπούλου, συμμετείχαν σημαντικοί Έλληνες και ξένοι Καθηγητές Κλασικής Φιλολογίας από την Ιταλία, το Ισραήλ, τη Γερμανία, το Βέλγιο, τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Μόντρεαλ, οι περισσότεροι από τους οποίους μίλησαν στα Αρχαία Ελληνικά και την Την εκδήλωση τίμησαν με την παρουσία τους ο Υφυπουργός Παιδείας κ. Άγγελος Συρίγος και ο Γενικός Γραμματέας Αποδήμου Ελληνισμού και Δημοσίας Διπλωματίας κ. Ιωάννης Χρυσουλάκης. Την ζωντανή εκδήλωση παρακολούθησαν περισσότερα από 300 άτομα.

«Τα Αρχαία Ελληνικά είναι η οικουμενική γλώσσα, η οποία διαχρονικά συνδέει το παρελθόν με το παρόν και το μέλλον» τόνισε ο Ιδρυτής και Διευθύνων Σύμβουλος του Ομίλου PeopleCert Βύρων Νικολαΐδης, που οραματίστηκε και προσέφερε για πρώτη φορά στην παγκόσμια κοινότητα την πιστοποίηση της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας.

Αναφερόμενος στην επιρροή της Ελληνικής Γλώσσας, ο κ. Νικολαΐδης είπε με έμφαση ότι «H Αρχαία Ελληνική Γλώσσα μαζί με τον πολιτισμό αποτελούν τμήμα της ήπιας δύναμης (soft power) της χώρας μας και πρέπει να αξιοποιηθούν στην ανάδειξη της θέσης και της εικόνας της χώρας μας διεθνώς». Αυτή η δύναμη, όπως ανέφερε, προέρχεται από τον θαυμασμό που νιώθουν οι απανταχού φιλέλληνες για τη γλώσσα, τα αρχαία ελληνικά κείμενα, την κουλτούρα και τις αξίες της Ελλάδας. Και πρόσθεσε: «Όταν ο Elon Musk τουϊτάρει Πλάτωνα στα Αρχαία Ελληνικά, όταν ο αστροφυσικός Michio Kaku προτρέπει τους μαθητές του να διαβάσουν Αριστοτέλη, όταν ο ιστορικός Yuval Harrari αναφέρεται στα αρχαία ελληνικά κείμενα συνδέοντας τη φιλοσοφία με τις προκλήσεις της τεχνολογίας, τότε πραγματικά νιώθω ενθουσιασμένος με τις δυνατότητες που έχει η ευφυής γλώσσα μας!»

Για την προστιθέμενη αξία της Πιστοποίησης Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας και τις διεθνείς μεθόδους διδασκαλίας που ενθαρρύνουν τους νέους να εμβαθύνουν στα αρχαία κείμενα μίλησαν όλοι οι καθηγητές, ενώ σημαντικά στοιχεία που αποτυπώνουν το διεθνές ενδιαφέρον για τις εξετάσεις παρουσίασε ο κ. Μάριος Μολφέτας, LanguageCert Executive Director.

Η ομότιμη Καθηγήτρια Πανεπιστημίων Αθηνών και Πελοποννήσου και πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Φιλολόγων, κ. Γεωργία Ξανθάκη-Καραμάνου χαρακτήρισε επιτακτική την ανάγκη για άμεση ενίσχυση της διδασκαλίας της αρχαίας ελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας με τρόπο παιδαγωγικά ελκυστικό στους μαθητές. Ένα πολύ χρήσιμο μέτρο για όσους επιθυμούν να ασχοληθούν σε βάθος με τις κλασσικές σπουδές θα ήταν, κατά την κ. Ξανθάκη, η απόφαση της Πολιτείας για επανίδρυση των κλασσικών τάξεων στο Λύκειο, με πρότυπο τα πολλά Κλασσικά Λύκεια που λειτουργούν στην Ιταλία, Γερμανία, Γαλλία, Κροατία και αλλού στην Ευρώπη.

Οι εξέχοντες Ακαδημαϊκοί Prof. Luigi Miraglia, Ιδρυτής και Πρόεδρος της Accademia Vivarium Novum στη Ρώμη, Prof. Christophe Rico, μέλος του Διδακτικού Προσωπικού του Université de Strasbourg, Καθηγητής Αρχαίων Ελληνικών στην École biblique et archéologique française de Jérusalem (EBAF), Prof. Mauro Agosto, Καθηγητής Κλασσικής Φιλολογίας στο Pontificia Università Lateranense, Prof. Gerardo Guzmàn, Καθηγητής Αρχαίων Ελληνικών στην Accademia Vivarium Novum, και μοιράστηκαν τις εμπειρίες τους από τη διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών στην Ελλάδα και το εξωτερικό, μετέδωσαν το πάθος τους για τα αρχαία ελληνικά κείμενα και κατέθεσαν τις απόψεις τους για τη χρησιμότητα της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας σε όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητας.

Μετά τις κεντρικές ομιλίες, μια ομάδα ειδικών που αποτελείτο από τον καθηγητή Χριστόφορο Χαραλαμπάκη, Καθηγητή Γλωσσολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών στο Τμήμα Φιλολογίας, τον καθηγητή Jacques Bouchard, Καθηγητή Νεοελληνικής Λογοτεχνίας και Διευθυντή Κέντρου Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Μόντρεαλ, τον Δρ Juan Coderch, Καθηγητή Αρχαίων Ελληνικών & Λατινικών, Πανεπιστήμιο St Andrews στη Μεγάλη Βρετανία, τον Andrew Morehouse, Καθηγητή Αρχαίων Ελληνικών και Λατινικών, στη Βοστώνη και την Jenny Teichmann, καθηγήτρια Αρχαίων Ελληνικών και Λατινικών, στο Βερολίνο αντάλλαξε απόψεις για το μέλλον της αρχαίας ελληνικής γλώσσας.

Η δύναμη της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας φαίνεται πως πηγάζει από κάθε γωνιά της Γης και ταξιδεύει στον χρόνο αψεγάδιαστη. Αποτελεί μια γλώσσα που θα παραμείνει μαζί μας στο μέλλον και θα μας ενώνει παγκοσμίως.

newsit.gr

Παρασκευή 26 Νοεμβρίου 2021

Η εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας

Εισαγωγή

Σύμφωνα με τους νομπελίστες ποιητές Σεφέρη και Ελύτη ο συνδετικός κρίκος όλων των ιστορικών περιόδων του ελληνικού πολιτισμού από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα είναι η ελληνική γλώσσα. Ετυμολογικά  η λέξη γλώσσα ετυμολογικά προέρχεται από τις αρχαιοελληνικές λέξεις γλωχίν και γλώξ που σημαίνουν κάτι μυτερό.[1] Η σημερινή της μορφή διαμορφώθηκε στο διάβα των αιώνων και γι’ αυτό πέρασε από πολλές εξελικτικές φάσεις. Οι  περίοδοι αυτές είναι: 

  • α) η Πρωτο-ελληνική (μέχρι τον 15ο αι. π.Χ.), 
  • β) η Αρχαία ελληνική (15ος αι.-300 π.Χ.), 
  • γ) η Ελληνιστική Κοινή (300 π.Χ. – 6ος αι. μ.Χ.), 
  • δ) η Μεσαιωνική (6ος αι. -15ος αι.) και 
  • ε) η Νεοελληνική (15ος  – σήμερα).[2]


Η ινδοευρωπαϊκή ρίζα

Η ελληνική γλώσσα ανήκει στη μεγάλη οικογένεια των Ινδοευρωπαϊκών γλωσσών και αποτελεί από μόνη της μια ξεχωριστή κατηγορία. Η ιστορία της ξεκινά με τους Προέλληνες (Πελασγούς, Λέλεκες, Κάρες) που συναντήθηκαν «γλωσσικά» με τα ελληνικά φύλλα των Ιώνων, Αχαιών και Δωριέων όταν αυτοί ήρθαν να εγκατασταθούν στον Ελλαδικό χώρο.[3] Ο επόμενος σταθμός στην εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας είναι η ανάπτυξη του ελληνικού αλφαβήτου με βάση το φοινικικό που είχε μόνο σύμφωνα. Σε αυτό οι Έλληνες προσθέτουν τα φωνήεντα και δημιουργούν την αρχαϊκή ελληνική γραφή (9ος αιώνας π. Χ.), η οποία χαρακτηρίζεται από τα κεφαλαία γράμματα, την απουσία διαστημάτων ανάμεσα στις λέξεις, αλλά και τις διαφορές τόσο στη γραφή όσο και στην ομιλία ανάλογα με τον γεωγραφικό τόπο διαμονής.

Οι τρεις αρχαιοελληνικές διάλεκτοι

Με αυτό τον τρόπο δημιουργούνται τρείς διάλεκτοι στον αιγιακό χώρο: η ιωνική (Αττική και ιωνικά παράλια Μικρασίας), η αιολική (Θεσσαλία και Αιολία, δηαλδή στην Μικρασία, απέναντι  από τη Λέσβο) και η δωρική (Πελοπόννησος και νότια Μικαρασιάτικα παράλια απέναντι από τη Ρόδο).

Η ιωνική χρησιμοποιείται για τη δημιουργία του έπους, της λυρικής ποίησης, της ιστοριογραφίας, του δράματος (τραγωδία, κωμωδία), της ρητορείας και της φιλοσοφίας και εξελίσσεται στην αττική διάλεκτο. Η αιολική βοηθάει στην καλλιέργεια της μελικής ποίησης, ενώ η δωρική στην χορική ποίηση και το ειδύλλιο.[4]

Η ελληνιστική κοινή. Η γλώσσα των Ευαγγελίων

Η αττική διάλεκτος με τις κατακτήσεις του μεγάλου Αλεξάνδρου έρχεται σε επαφή με πολλούς ξένους πολιτισμούς και γλώσσες, με αποτέλεσμα τη γέννηση της ελληνιστικής κοινής γλώσσας, την διεθνή γλώσσα της εποχής (όπως είναι τα αγγλικά σήμερα). Στην ελληνιστική κοινή, η γλώσσα απλοποιείται, καθώς πολλές λέξεις από την αττική διάλεκτο χάνονται, καινούργιες προστίθενται και εισάγονται ξένες, ενώ άλλες που προϋπήρχαν αλλάζουν σημασία.

Η αττικίζουσα διάλεκτος

Τον 1ο αι. π.Χ. Αλεξανδρινοί λόγιοι θέλοντας να επαναφέρουν την πολιτιστική ακμή του 5ου αιώνα π.Χ. αρχίζουν να διδάσκουν την αττική διάλεκτο σαν γλώσσα πνευματικής καλλιέργειας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το γλωσσικό διχασμό μεταξύ της λόγιας αττικίζουσας γλώσσας των μορφωμένων εκείνης της εποχής και της ελληνιστικής κοινής του λαού.[5]  Αξιοσημείωτο είναι ότι η αττικίζουσα διάλεκτος χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα στα διαγγέλματα από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως

Η Μεσαιωνική (πρώιμη και όψιμη)

Στη Μεσαιωνική περίοδο της ελληνικής γλώσσας και συγκεκριμένα τους δυο πρώτους αιώνες (4ος-6ος αιώνας) της πρώιμης μεσαιωνικής γλώσσας (4ος-11οςαιώνας) συνυπάρχουν τρεις γλωσσικές διάλεκτοι: η αττικίζουσα των λογίων, η δημώδης του λαού και η λατινική της διοίκησης. Αυτό ισχύει μέχρι και την περίοδο της βασιλείας του Ιουστινιανού (482-565 μ. Χ.), ενώ στη συνέχεια -από τον 7ο αιώνα μέχρι την πτώση της Κωνσταντινούπολης- συνυπάρχουν η δημώδης του λαού και η αττικίζουσα σε συνάρτηση με την αρχαΐζουσα των λογίων και της κρατικής γραφειοκρατίας.[6]

Αυτή που εξελίσσεται είναι η δημώδης γλώσσα, η οποία εμπλουτίζει το λεξιλόγιό της με νέες λέξεις από τη λατινική γλώσσα για τη διοίκηση, τα  τοπωνύμια, τις ονομασίες ημερολογιακών μηνών, καθώς και καταλήξεις, όπως: -άτος, -άριος, -πούλος, κ.ά.[7] Επίσης, γλωσσικά δάνεια υπάρχουν και από την επαφή με τους Σλάβους και τους Άραβες.

Τέλος, κατά την όψιμη περίοδο της μεσαιωνικής ελληνικής (12ος – 15ος αι.)  σχηματίζονται νέες σύνθετες λέξεις και νέες καταλήξεις, όπως:  –ας, -σιμον, -ίκιον, -εα.[8] Οι τελευταίες αλλαγές οδηγούν στη δημιουργία των κύριων χαρακτηριστικών της νεοελληνικής γλώσσας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το έπος του Διγενή Ακρίτα (12ος αιώνας), το οποίο θεωρείται η απαρχή της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

Η Νεοελληνική

Η περίοδος της Τουρκοκρατίας χαρακτηρίζεται από τη χρήση μιας λαϊκής ελληνικής γλώσσας με τοπικούς ιδιωματισμούς (ο ιδιωματισμός έχει μικρές διαφοροποιήσεις από την κοινή γλώσσα και χρησιμοποιείται σε περιορισμένο τόπο, π.χ. το κρητικό ιδίωμα) και διαλέκτους, με πολλά γλωσσικά δάνεια από την τουρκική και τη βενετσιάνικη γλώσσα (ανάλογα με τους εκάστοτε κατακτητές της περιοχής). Από αυτές σήμερα θεωρούνται ως επίσημοι διάλεκτοι (διάλεκτος θεωρείται  η γλωσσική  μορφή που χρησιμοποιείται από τον πληθυσμό μιας μεγάλης γεωγραφική περιοχής και παρουσιάζει σημαντικές διαφορές σε φωνητικό, συντακτικό και λεξιλογικό επίπεδο από την επίσημη γλώσσα) τα ποντιακά, τα κατωϊταλικά και τα τσακώνικα.

Από τις αρχές του 19ου αιώνα δημιουργήθηκε το «γλωσσικό ζήτημα», καθώς διαμορφώθηκαν δυο γλωσσικές τάσειςˑ η πρώτη θεώρησε ότι τα αρχαία είναι η κατάλληλη γλώσσα του γένους, ενώ η δεύτερη την κοινή προφορική γλώσσα. Ο Αδαμάντιος Κοραής πρότεινε την «μέση οδό», με αποτέλεσμα την δημιουργία της καθαρεύουσας, την οποία υιοθετεί το επίσημο Ελληνικό Βασίλειο. Με τον τρόπο αυτό, στην πρωτεύουσα Αθήνα δημιουργείται από τους λόγιους Φαναριώτες η Ρομαντική Αθηναϊκή Λογοτεχνική Σχολή, η οποία μέχρι το 1880 εκφράζεται στην αρχαΐζουσα (ακραία μορφή καθαρεύουσας), ενώ στα Επτάνησα λόγω του Σολωμού επικρατεί η δημοτική.

Το 1888 ο Ιωάννης Ψυχάρης με το βιβλίο του Το Ταξίδι υπερασπίζεται την δημοτική γλώσσα του λαού (η γλώσσα των «μαλλιαρών», όπως ονομαζόταν), ενώ το 1901 και το 1903 με τα γνωστά «Ευαγγελικά» (μετάφραση των Ευαγγελίων στη δημοτική) και «Ορεστειακά» (μετάφραση της τραγωδίας του Αισχύλου στη δημοτική) αντίστοιχα, ένας άνθρωπος χάνει τη ζωή του. Ο γλωσσικός δυισμός συνεχίζεται και το 1911 όταν με την συνταγματική μεταρρύθμιση του Βενιζέλου η καθαρεύουσα ορίζεται επίσημη γλώσσα του κράτους. Μόλις το 1917 με την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και τη συνδρομή του Μανόλη Τριανταφυλλίδη αρχίζει να διδάσκεται η δημοτική στις τρεις πρώτες τάξεις του Δημοτικού. Το 1964 για πρώτη φορά καθιερώνεται (πρωθυπουργία Γ. Παπανδρέου) η ισοτιμία δημοτικής-καθαρεύουσας, ενώ το 1976 -μετά την πραξικοπηματική παρένθεση επαναφοράς της καθαρεύουσας- ο υπουργός Παιδείας Γ. Ράλλης λύνει οριστικά το «γλωσσικό ζήτημα» και η δημοτική γίνεται επίσημη γλώσσα του Ελληνικού κράτους.[9]

Αγησίλαος Κ. Αλιγιζάκης, ιατρός ορθοπεδικός και πολιτισμολόγος. Κατάγεται από τα Χανιά και εργάζεται στο ιατρείο του στο Ηράκλειο Κρήτης. Είναι συγγραφέας πέντε ερευνητικών βιβλίων για την μουσικοχορευτική παράδοση της Κρήτης και χορευτής ελληνικών παραδοσιακών χορών για 36 χρόνια.

Βιβλιογραφία

  1. Βούρτσης Ι., «Εξέλιξη και διάλεκτοι της ελληνικής γλώσσας», στο Βούρτσης Ι. Μανακίδου Ε., κ.ά., Εισαγωγή στον Ελληνικό πολιτισμό, τόμος Α, Η έννοια του πολιτισμού. Όψεις του Ελληνικού πολιτισμού, ΕΑΠ, Πάτρα 1999, σ. 247-305.
  2. Μπαμπινιώτης Γ., Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας, εκδ. Κέντρο Λεξικολογίας Ε.Π.Ε., Αθήνα3

[1]Γ. Μπαμπινιώτης, Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας, εκδ. Κέντρο Λεξικολογίας Ε.Π.Ε., Αθήνα, 32008.

[2]Ι. Βούρτσης, «Εξέλιξη και διάλεκτοι της ελληνικής γλώσσα», στο Βούρτσης Ι. Μανακίδου Ε. κ.ά., Εισαγωγή στον Ελληνικό πολιτισμό, τόμος Α, Η έννοια του πολιτισμού. Όψεις του Ελληνικού πολιτισμού, ΕΑΠ, Πάτρα 1999, σ. 257.

[3]Ό.π., σ. 258-259.

[4]Ό.π., σ. 266-280.

[5]Ό.π., σ. 281-293.

[6]Ό.π., σ. 290-294.

[7]Ό.π., σ. 292.

[8]Ό.π.,  σ. 293.

[9]Ό.π.,  σ. 299-301.


fractalart.gr