Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ηθικά Νικομάχεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ηθικά Νικομάχεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 1 Μαρτίου 2010

Αριστοτέλους «Ηθικά Νικομάχεια» - Συνολική θεώρηση

[Ενότητες 1η – 10η, Σχολικό εγχειρίδιο – Γ΄ λυκείου (Θεωρητική κατεύθυνση)]


Ο προβληματισμός της φιλοσοφίας, ήδη από τα χρόνια του Σωκράτη, γύρω από τον άνθρωπο και την κοινωνία του κι όχι πια γύρω από τα φυσικά φαινόμενα και συγκεκριμένα η αναζήτηση των μέσων και των διόδων που θα οδηγούσαν τον άνθρωπο στην ευδαιμονία, επηρέασαν αποφασιστικά τόσο τη σκέψη όσο και τη γραφίδα του Αριστοτέλη.
Ορθολογιστής ο ίδιος απέκλεισε ευθύς εξαρχής την πιθανότητα να ανευρίσκει κανείς την ευτυχία στη στάση του αστάθμητου παράγοντα του πεπρωμένου. Για το σταγειρίτη φιλόσοφο που πίστευε ότι «η φύσις ουδέν ποιεί μάτην», η διττή υπόσταση της ανθρώπινης ψυχής που μετέχει και στο «άλογον» και στο «λόγον» σε αντίθεση με τα υπόλοιπα μέλη (εν. τα ζώα) του προσεχούς γένους του, που μετέχουν μόνο στο πρώτο (εν. το «άλογον»), ήταν ένα δεδομένο, που στόχο είχε, αν το κατηύθυνε σωστά, να τον οδηγήσει σε μια πλήρη και ολοκληρωμένη ζωή, σε ψυχική ισορροπία, την οποία ο ίδιος ονόμαζε ευδαιμονία. Διείδε δηλαδή ότι η αντίφαση που διακρίνει το ανθρώπινο είδος, καθώς ή φύση το εφοδίασε και με πάθη («αλογον») και με λογική («λόγον») έπρεπε να αρθεί και να εξομαλυνθεί. Με αυτή τη σκέψη κατάλαβε ότι, αφού η φύση μας εξόπλισε με κάτι αμφιλεγόμενο και ασύμφωνο, θα έπρεπε επειγόντως να αρχίσουμε μια προσπάθεια γεφύρωσης του χάσματος αυτού, για να μπορέσουμε να πορευτούμε με αρμονία την περιπέτεια της ζωής μας. Το πώς αυτό θα μπορούσε να γίνει προσπάθησε ο Αριστοτέλης να το διατυπώσει στα «Ηθικά Νικομάχεια».
Η εμπειρία και η παρατηρητικότητά του, του είχαν διδάξει ότι οι φυσικοί νόμοι που διέπουν τον κόσμο είναι ανεπίδεκτοι οποιασδήποτε επέμβασης και αλλαγής. Η δύναμη της βαρύτητας πάντα θα έλκει τα αντικείμενα προς τα κάτω, ενώ οι θερμές αέριες μάζες, ως ελαφρύτερες, πάντα θα καταλαμβάνουν έναν πιο ψηλό χώρο σε σχέση με τις πιο ψυχρές που είναι βαρύτερες (βλ. Ενότητα 1η –παράδειγμα με τη φωτιά). Αυτοί οι κανόνες είναι απαρέγκλιτοι και μη αναστρέψιμοι. Το ήθος όμως, ο χαρακτήρας του ανθρώπου μπορεί να παρουσιάσει αλλαγές× αυτό επιβεβαιώνει και η ετυμολόγηση της λέξης, που σχετίζεται με τη λέξη «έθος»(= συνήθεια). Το συμπέρασμα που προκύπτει αβίαστα στην 1η ενότητα, είναι πως, ό,τι υπόκειται σε συνήθεια, μπορεί να τροποποιηθεί και επομένως κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί και με την προσωπικότητα (το ανθρώπινο ήθος).
Το ίδιο υποστηρίζεται σε γενικές γραμμές και στη 2η διδακτική ενότητα× οι φυσικές ιδιότητες, όπως οι αισθήσεις, υπάρχουν στην πλήρη τους μορφή -με τη γέννηση ενός ατόμου- και λειτουργούν αυτόματα (ύπαρξις - ενέργεια). Η ηθική αρετή που λαξεύει τον άνθρωπο στο αγαθό προσιδιάζει στις τέχνες κι όχι στις αισθήσεις. Κανείς δε γεννιέται τεχνίτης, πρέπει να μοχθήσει, να κοπιάσει, να εξασκήσει την τέχνη που επέλεξε να υπηρετήσει, για να φέρει και την ιδιότητα ενός συγκεκριμένου τεχνίτη (ενέργεια - ύπαρξις). Εδώ όμως ανακύπτει ένα εύλογο ερώτημα: πώς να εξασκήσει κανείς μια τέχνη ή πώς να ασκηθεί κανείς στην ηθική αρετή, αφού, στην αρχή τουλάχιστον της προσπάθειάς του, δε γνωρίζει τους κανόνες της τέχνης του ή ποιες πράξεις είναι ηθικές κι όχι αντίστοιχα; στην περίπτωση των τεχνών προϋποτίθεται η ύπαρξη κάποιων ειδικών γνώσεων και ακολουθεί η κατά γράμμα εκτέλεσή τους. Η περίπτωση όμως των ηθικών αρετών είναι διαφορετική, αν και ο αγώνας για την κατάκτησή τους είναι μοναχικός και ατομικός, στην αφετηρία του τουλάχιστον, ο άνθρωπος δεν είναι εντελώς ανερμάτιστος. Η προσπάθεια που ξεκινάει πρέπει να είναι αποτέλεσμα συνειδητοποίησης (να είναι δηλαδή ειδώς), επιλογής και προτίμησης (προαιρέσεως) και απαιτεί από το υποκείμενο του έργου να είναι σταθερός και αμετάβλητος (να προχωρά δηλαδή βεβαίως και αμετακινήτως). Σημειώνεται βέβαια σ’ αυτό το σημείο ότι, όσο αυτόνομα κι αν κινείται το άτομο, πάντα υπάρχει η περίπτωση εκτροπής από την πορεία του. Ο Αριστοτέλης θα προσφέρει, για να εκμηδενιστεί κι αυτή η πιθανότητα, σε επόμενη ενότητα, μια ευαίσθητη πυξίδα ασφαλούς προσανατολισμού…
Το γεγονός ότι «ουδεμία των ηθικών αρετών φύσει ημίν εγγίνεται» κι ότι αυτές είναι αποτέλεσμα σκληρής προσπάθειας και εθισμού, καταδεικνύεται και στην 3η ενότητα, η οποία δε θα ήταν παρακινδυνευμένο να πούμε μας προετοιμάζει και για τις απόψεις που θα διατυπωθούν στα «Πολιτικά» του Αριστοτέλη, αφού εδώ, όπως κι εκεί, εξετάζει την ηθική αρετή στα πλαίσια της πόλης. Στο συγκεκριμένο τώρα απόσπασμα των «Ηθικών Νικομαχείων» τον εθισμό αναλαμβάνουν οι νομοθέτες που επιδιώκουν να οδηγήσουν τα άτομα, ως πολίτες πια, στην ηθική αρετή, με τη σκέψη ότι άνθρωποι που δράττουν την προσωπική τους ευδαιμονία, συμβάλλουν αποφασιστικά και στην ευδαιμονία του κοινωνικού οργανισμού μέσα στον οποίο ζουν. Μολονότι όμως οι προθέσεις των εκάστοτε νομοθετών είναι αγαθές και οι νόμοι τους αποβλέπουν στην κοινωνική ευρυθμία, δεν επιτυγχάνουν όλοι στις επιδιώξεις τους. Δε φτάνει, λέει ο συγγραφέας του έργου, η ποιότητα των προθέσεων, αλλά η ποιότητα του εθισμού, που, αν είναι καλός, οι πολίτες θα γίνουν ηθικά ενάρετοι και η πολιτεία ευημερούσα, αν όχι, τα πολιτικά και πολιτειακά δεδομένα θα εμφανίζουν τρωτά σημεία, άλλα λιγότερα κι άλλα περισσότερα, πάντως θα είναι φαύλα, όχι καλά. Αξίζει να προσέξουμε σ’ αυτό το σημείο ότι η ηθική αρετή μπορεί να είναι ο απότοκος ενός προσωπικού αγωνίσματος, η πορεία όμως της προσπάθειας χρειάζεται κι έναν δάσκαλό – συνοδοιπόρο, που μέσα στην πόλη είναι ο νομοθέτης.
Με την ποιότητα του εθισμού καταπιάνεται ο Αριστοτέλης και στην 4η ενότητα, όπου, για να καταδείξει τη σπουδαιότητά της, αναφέρει συγκεκριμένα παραδείγματα ηθικών αρετών και αποκλίσεών τους. Το νέο στοιχείο που εισάγει είναι ότι ο καλός εθισμός θα οδηγήσει όχι μόνο στη διαμόρφωση ενός ενάρετου χαρακτήρα αλλά και στη σωστή στάση του ατόμου απέναντι στις συναισθηματικές διαθέσεις («πάθη»). Ας μην ξεχνάμε εξάλλου ότι η ηθική αρετή είναι για το φιλόσοφο από τα «γινόμενα εν τη ψυχή» και πιο συγκεκριμένα από αυτά που λαμβάνουν χώρα στο «επιθυμητικόν μέρος» που μετέχει και του αλόγου έχοντος και του λόγου. Ο ηθικά ενάρετος καταφέρνει να εξισορροπεί τα δύο παραπάνω τμήματα του επιθυμητικού και χωρίς να καταλήγει στην απάθεια και την περιστολή της εκδήλωσης των συναισθηματιών του διαθέσεων, που θα σήμαινε την κατάργηση της ανθρώπινης υπόστασής του, μαθαίνει να εκδηλώνεται συναισθηματικά με γνώμονα αυτό που κάθε φορά υπαγορεύει η συνείδηση του ηθικά ενάρετου (βλ. και ενότητα 9η). Όλα αυτά τα καταφέρνει κανείς με την καθημερινή του τριβή με τους άλλους ανθρώπους του περιβάλλοντός του. Όσο νωρίτερα στην ηλικία αρχίζει ο άνθρωπος τον καλό εθισμό τόσο πιο θεαματικά θα είναι τα αποτελέσματα. Κορωνίδα της όλης προσπάθειας θα είναι η διαμόρφωση των έξεων (των μόνιμων ιδιοτήτων του χαρακτήρα) που, αν έχουν σφυρηλατηθεί πάνω σε καλές ενέργειες, θα έχουν κι αυτές την ανάλογη ιδιότητα.
Καλές ενέργειες οδηγούν σε καλές έξεις, που άπαξ και τις κατακτήσει ο άνθρωπος παύει τον επίπονο αγώνα του και δρέπει τους καρπούς της προσπάθειάς του, αισθάνεται μόνιμα την ανάγκη να λειτουργεί στα πλαίσια του ενάρετου και βιώνει ένα αίσθημα εσωτερικής πληρότητας και χαράς. Χαρά και ευχαρίστηση μπορεί όμως να αισθάνεται και κάποιος που παραδίδεται άνευ όρων στα πάθη του. Σε καμιά περίπτωση όμως δε μιλάμε για το ίδιο πράγμα× ο Αριστοτέλης διαχωρίζει τις ηδονές σε καλές και κακές. Οι πρώτες είναι αποτέλεσμα μιας προσπάθειας που βασίστηκε σε πράξεις που εκτελούνται με ηθικά κριτήρια και δεσμεύσεις, ενώ οι δεύτερες προέρχονται από την υποταγή του ανθρώπου στα πάθη του και στο άλογον μέρος της ψυχής. Οι πρώτες, οι καλές ηδονές δίνουν το διαβατήριο στον άνθρωπο να συναντήσει αυτό για το οποίο τον προόριζε η φύση, όταν τον εφοδίαζε με τη λογική, ενώ οι δεύτερες, οι κακές ηδονές, οδηγούν σε μια παθητική στασιμότητα, εξαχρειώνουν την έννοια του ανθρώπου και τον αποτελματώνουν σε μία κατάσταση που είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς σε τι αυτός διαφοροποιείται από τα υπόλοιπα μέλη του προσεχούς γένους του (ζώα) (Ενότητα 5η).
Η ειδοποιός διαφορά του ανθρώπου από τα ζώα γίνεται αντιληπτή μόνο με την κατάκτηση της ηθικής αρετής× αυτή δικαιώνει στην ουσία της την έννοια του ανθρώπου και τον οδηγεί στην άρτια εκτέλεση του φυσικού του προορισμού. Κάθε φυσικό ον έχει εξάλλου κι έναν προορισμό και μόνο με την κατάκτηση της αρετής, που αναλογεί σ’ αυτό, μπορεί και τον εκπληρώνει, διαφορετικά αποτυγχάνει στη φυσική του αποστολή, φέρει φαινομενικά ένα όνομα, αφού στην ουσία του, μένοντας μακριά από το έργο που όφειλε να εκπληρώσει, απαξιώνει την ίδια του την ύπαρξη. Τα παραδείγματα της 6η ενότητας είναι πολύ εύγλωττα στην υποστήριξη των παραπάνω θέσεων.
 Ήδη από την 5η ενότητα ο Αριστοτέλης ξεκίνησε να προσδίδει τα επιμέρους χαρακτηριστικά της ηθικής αρετής επιμένοντας σ’ αυτό της έξεως. Με την 7η ενότητα η αρετή χαρακτηρίζεται μεσότητα και διευκρινίζεται ότι αυτή είναι υποκειμενική (προς ημάς) κι όχι αντικειμενική (κατά το πράγμα), ποιοτική κι όχι ποσοτική. Διαφέρει λοιπόν από άνθρωπο σε άνθρωπο, καθώς δεν εντοπίζεται με μαθηματικά κριτήρια αλλά η ανεύρεσή της εξαρτάται από τις φυσικές ροπές του ατόμου, από τις περιστάσεις και συγκυρίες της ζωής του (καιρός και χρόνος), από τα κοινωνικά δεδομένα στα οποία ζει κ.λ.π. Πολλοί έσπευσαν να χαρακτηρίσουν σ’ αυτό το σημείο τον Αριστοτέλη σχετικοκράτη, αφού, όπως και οι σοφιστές, φαίνεται να διατείνεται ότι κάθε άνθρωπος, αρκεί να συνεκτιμήσει τα προσωπικά του δεδομένα και να ριχτεί στην προσπάθεια κατάκτησής της, αφού πρόκειται για μια έννοια ρευστή και γι’ αυτό δεν μπορεί να είναι μία και μοναδική. Οι υποστηρικτές αυτής της άποψης όμως παρέλειψαν να προσέξουν ότι ο άνθρωπος που θέλει να την κάνει κτήμα του πρέπει να έχει ως βοηθό ένα κριτήριο που διασφαλίζει την αντικειμενικότητα αυτής της μεσότητας. Πρόκειται για τον «ορθόν λόγον» ή, με άλλα λόγια, για τη λογική του φρόνιμου ανθρώπου, βάσει της οποίας πορεύεται κανείς τον κακοτράχαλο δρόμο προς την αρετή. Στα πρώτα τουλάχιστον βήματα βοηθός του μπορεί να είναι κάποιος που είναι ο ίδιος φορέας αυτής της λογικής και, όπως ο προπονητής σ’ ένα γυμναστήριο καθορίζει την προσωπική μεσότητα του κάθε αθλητή του, στην ποσότητα του φαγητού που πρέπει να καταναλώνει, έτσι κι ο φρόνιμος μπορεί να δίνει τον προσανατολισμό στον επίδοξο θηρευτή της ηθικής αρετής.
Την έννοια της υποκειμενικής μεσότητας την ξανασυναντάμε στην 8η ενότητα. Σε μια απόπειρα να αποδειχθεί ότι αυτή είναι ταυτόχρονα και μία άρτια κατάσταση, μια τελειότητα, συγκρίνεται η τέχνη τόσο με τη φύση όσο και με την ηθική αρετή. Κοινός παρονομαστής και των τριών είναι ότι μορφοποιούν ένα υλικό. Η τέχνη μιμούμενη τη φύση επιδιώκει να αποδώσει την τελειότητα που υπάρχει σ’  αυτή. Όταν το καταφέρνει φτάνει στο μέσον, το «μέτρον άριστον», το «μηδέν άγαν» των αρχαίων. Το γεγονός όμως ότι το αποτέλεσμα είναι «απείκασμα», «είδωλο» της τελειότητας που υπάρχει στη φύση, θέτει το καλλιτεχνικό ή τεχνητό έργο σε δεύτερη μοίρα σε σχέση με το φυσικό. Εξάλλου η φύση αντιγράφει στιγμές του φυσικού κόσμου, ο οποίος όμως ποτέ δε σταματά να αποκαλύπτει τέλειες μορφές. Στη σύγκριση τέχνης και ηθικής αρετής, η δεύτερη πάλι ξεπερνά την πρώτη - το υλικό στο οποίο επεμβαίνει ένας τεχνίτης είναι άψυχο, σε αντίθεση με την επέμβαση στο ήθος του ανθρώπου που ως κάτι έμψυχο χρειάζεται λεπτούς χειρισμούς. Ας τολμήσουμε σ’ αυτό το σημείο να τονίσουμε ότι η μορφοποίηση και η εναρμόνιση των αντιμαχόμενων τάσεων της ψυχής του ανθρώπου είναι κι αυτές ένα ξεδίπλωμα μιας φυσικής μορφής προς την τελειότητα. Ενώ όμως η φύση αενάως μεταπίπτει από τη μια τέλεια κατάσταση στην άλλη, η ηθική αρετή είναι μια «τελειότης φύσεως» και μια «κατορθωμένη φύσις», για να θυμηθούμε τον αριστοτελικό σχολιαστή Ασπάσιο, μια στιγμή δηλαδή που τίποτα δεν έχει να της προσθέσει ή να της αφαιρέσει κανείς. Ο φορέας της μπορεί στο εξής ακονιτί και αβίαστα να την εξασκεί αντλώντας ένα μόνιμο αίσθημα ευχαρίστησης. Ένας τέτοιος άνθρωπος μπορεί να βοηθήσει ακόμη και τη φύση στην ολοκλήρωση του έργου της, μέσω των «τεχνών», της τεχνικής δεξιότητας που από έναν «καλό» άνθρωπο τίθενται στην υπηρεσία του αγαθού.
Προείπαμε ήδη ότι μεσότητα στην ηθική αρετή είναι τελικά η σωστή στάση που τηρεί κανείς απέναντι στα πάθη, το «άλογον» μέρος της ψυχής. Όταν κανείς σταθμίζει τις αντιδράσεις του σύμφωνα με τη δεοντολογία των καταστάσεων και των συγκυριών, δρα σωστά («κατορθούται») και συγκεντρώνει τον έπαινο («επαινείται») του περιβάλλοντος του. Ηπιότερη (έλλειψη) η εντονότερη (υπερβολή) συναισθηματική έκφραση οδηγεί στο λάθος («αμαρτάνεται») και επιφέρει την κοινωνική κατακραυγή («ψέγεται») [Ενότητα 9η].
 Για να ανακεφαλαιώσει ο Αριστοτέλης (Ενότητα 10η), αναθυμάται τη διδασκαλία των Πυθαγορείων, που υποστήριζαν ότι η αρχή πάντων είναι τα εναντία, δέκα αντιθετικά ζεύγη εννοιών που τοποθετούνται σε δύο στοίχους με προεξάρχοντα στον πρώτο το «αγαθόν» και στο δεύτερο το «κακόν». Οι σύστοιχες του αγαθού έννοιες είναι φυσικά οι θετικές. Παρατηρώντας ο Αριστοτέλης ότι το «αγαθόν» τοποθετείται μαζί με το «άπειρον» δε δυσκολεύεται να παρατηρήσει πόσο εύκολα μπορεί κανείς να εξοκείλει της πορείας και να βρεθεί είτε στην τροχιά της υπερβολής ή της έλλειψης, πόσο δύσκολη είναι η ανεύρεση της ηθικής αρετής και πόση αυταπάρνηση και αφοσίωση απαιτεί ο αγώνας για την ανίχνευσή της. Μια μικρή παράκαμψη στο δρόμο προς το αγαθό και βρίσκεται κανείς είτε στην υπερβολική είτε στην ελλειμματική κατάσταση.
 Ώρα όμως για τον ορισμό. Τελικά η ηθική αρετή είναι μια μεσότητα που ο καθορισμός της βασίζεται σε υποκειμενικά δεδομένα, την επιλέγει ελεύθερα ο άνθρωπος, αφού κανείς δεν πρόκειται να τη συναντήσει, αν το έργο αυτό του ανατεθεί καταναγκαστικά. Μπούσουλα στην πορεία του προς αυτήν δεν έχει μόνο τα στοιχεία της ιδιοσυγκρασίας του και της ζωής του αλλά τη λογική του φρόνιμου ανθρώπου. Όποιος κατορθώνει να εκδηλώνει, με βοηθό αυτήν τα συναισθήματα και τις πράξεις του, φτάνει στο τέλος του, στη μεσότητα της ηθικής αρετής.

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2010

Αριστοτέλους «Ηθικά Νικομάχεια» - Ενότητα 9 [Β,6, 12-16]

Αριστοτέλη «Ηθικά Νικομάχεια» Β,6, 12-16
Η Αρετή - Αρετής Ύμνος
Κείμενο
ἡ δ’ ἀρετὴ περὶ πάθη καὶ (25) πράξεις ἐστίν, ἐν οἷς ἡ μὲν ὑπερβολὴ ἁμαρτάνεται καὶ ἡ ἔλλειψις [ψέγεται], τὸ δὲ μέσον ἐπαινεῖται καὶ κατορθοῦται· ταῦτα δ’ ἄμφω τῆς ἀρετῆς. μεσότης τις ἄρα ἐστὶν
ἡ ἀρετή, στοχαστική γε οὖσα τοῦ μέσου. ἔτι τὸ μὲν ἁμαρτάνειν πολλαχῶς ἔστιν (τὸ γὰρ κακὸν τοῦ ἀπείρου, ὡς οἱ (30) Πυθαγόρειοι εἴκαζον, τὸ δ’ ἀγαθὸν τοῦ πεπερασμένου), τὸ δὲ κατορθοῦν μοναχῶς (διὸ καὶ τὸ μὲν ῥᾴδιον τὸ δὲ χαλεπόν, ῥᾴδιον μὲν τὸ ἀποτυχεῖν τοῦ σκοποῦ, χαλεπὸν δὲ τὸ ἐπιτυχεῖν)· καὶ διὰ ταῦτ’ οὖν τῆς μὲν κακίας ἡ ὑπερβολὴ καὶ ἡ ἔλλειψις, τῆς δ’ ἀρετῆς ἡ μεσότης·
(35) ἐσθλοὶ μὲν γὰρ ἁπλῶς, παντοδαπῶς δὲ κακοί.
 Ἔστιν ἄρα ἡ ἀρετὴ ἕξις προαιρετική, ἐν μεσότητι οὖσα [1107a] τῇ πρὸς ἡμᾶς, ὡρισμένῃ λόγῳ καὶ ᾧ ἂν ὁ φρόνιμος ὁρίσειεν. μεσότης δὲ δύο κακιῶν, τῆς μὲν καθ’ ὑπερβολὴν τῆς δὲ κατ’ ἔλλειψιν· καὶ ἔτι τῷ τὰς μὲν ἐλλείπειν τὰς δ’ ὑπερβάλλειν τοῦ δέοντος ἔν τε τοῖς πάθεσι καὶ ἐν (5) ταῖς πράξεσι, τὴν δ’ ἀρετὴν τὸ μέσον καὶ εὑρίσκειν καὶ αἱρεῖσθαι.

Μετάφραση

Η αρετή αναφέρεται στα πάθη και στις πράξεις: (25) σ' αυτά η υπερβολή αποτελεί λάθος και ψέγεται, το ίδιο και η έλλειψη, ενώ το μέσον επαινείται και είναι το ορθό· φυσικά, τα δύο αυτά, ο έπαινος και η επιτυχία του ορθού, πάνε μαζί μαζί με την αρετή. Ένα είδος μεσότητας είναι λοιπόν η αρετή, έτσι που έχει για στόχο της το μέσον. Κάτι ακόμη: Το λάθος γίνεται με πολλούς τρόπους (γιατί το κακό και το άπειρο πάνε μαζί, (30) όπως δίδασκαν οι Πυθαγόρειοι, ενώ το καλό πάει μαζί με το πεπερασμένο), το σωστό όμως γίνεται με έναν μόνο τρόπο (γι αυτό και το πρώτο είναι εύκολο, ενώ το άλλο είναι δύσκολο: είναι εύκολο, πράγματι, να αποτύχεις στον στόχο σου και είναι δύσκολο να τον πετύχεις)· να γιατί η υπερβολή και η έλλειψη είναι χαρακτηριστικά της κακίας και η μεσότητα της αρετής:
(35) «καλοί με έναν μόνο τρόπο, κακοί 
με χίλιους τόσους τρόπους».
Η αρετή λοιπόν είναι μια έξη, που α) επιλέγεται ελεύθερα από το άτομο, β) βρίσκεται στο μέσον, στο μέσον όμως το «σε σχέση προς εμάς»· [1107a] το μέσον αυτόκαθορίζεται από τη λογική, πιο συγκεκριμένα, από τη λογική, πιστεύω, που καθορίζει ο φρόνιμος άνθρωπος· είναι μεσότητα μεταξύ δύο κακιών, που η μία βρίσκεται από την πλευρά της υπερβολής και η άλλη από την πλευρά της έλλειψης· και ακόμη με το νόημα ότι ορισμένες κακίες αποτελούν έλλειψη και άλλες πάλι υπερβολή σε σχέση με αυτό που πρέπει, είτε στα πάθη είτε στις πράξεις, (5) ενώ η αρετή και βρίσκει και επιλέγει το μέσον.

Σχόλια
ΑΡΕΤΗ ΕΣΤΙ ΜΕΣΟΤΗΣ ΔΥΟ ΚΑΚΙΩΝ

Με την παραπάνω φράση ορίζει ο αεί Παμμέγιστος Πανεπιστήμων Αριστοτέλης την ΑΡΕΤΗ. Η ηθική του φιλοσοφία καθίσταται κατανοητή μόνον εάν κατανοηθούν πρώτα οι ηθικές αρετές, οι οποίες συνιστούν την ανθρώπινη ηθική ουσία.

Πιο συγκεκριμένα ο Αριστοτέλης γράφει:
Ἔστιν ἄρα ἡ ἀρετὴ ἕξις προαιρετική, ἐν μεσότητι οὖσα [1107a] τῇ πρὸς ἡμᾶς, ὡρισμένῃ λόγῳ καὶ ᾧ ἂν ὁ φρόνιμος ὁρίσειεν.  
Εδώ προσδιορίζει ξεκάθαρα την αρετή ως μία έξη που βασίζεται στην επιλογή. Συνεχίζει όμως, τοποθετώντας την στο μέσον και προσδιορίζοντας τον λόγο αλλά και τον τρόπο που ο συνετός άνθρωπος διαλέγει να ορίσει. 
Ο Σταγειρίτης φιλόσοφος με τη χρησιμοποίηση της λέξεως έξις δηλεί με αυτόν τον τρόπο την συνήθεια της ψυχικής ασκήσεως να ρέπει προς το καλό, το οποίο προσδιορίζεται από τον ίδιο, όπως είπαμε, από την μεσότητα. Ο καθένας θα μπορεί να θεωρηθεί ως ενάρετος μέσα από τις πράξεις του, οι οποίες μαρτυρούν την ηθική του. Καθείς δύναται να δεχτεί την αρετή, αλλά τελειοποιήται με τον εθισμό. Η συμπεριφορά του εναρέτου ανθρώπου προσαρμόζεται με βάση τις ηθικές αρχές. Ο χαρακτήρας του βελτιώνεται με τη συνήθεια, με συνέπεια την ολοκλήρωση της προσωπικότητός του. 
Η ηθική συμπεριφορά αποτελεί τη μόνιμη διάθεση του ανθρώπου βασισμένη στην έξη, τη σταθερή δηλαδή στάση της ψυχής απένανι στα πάθη και στους οποιουσδήποτε εξωγενείς παράγοντες. Η ηθική αρετή κατέχει τη σπουδαιότερη θέση στην αριστοτελική θεωρία, στην οποία όμως τονίζεται και η σημασία της διανοητικής αρετής φρόνησης στη διαμόρφωση του ανθρωπίνου ήθους.

Η αρετή είναι το μέσον ανάμεσα στην υπερβολή και την έλλειψη. Ως τέτοιο μέσον, δεν αφορά τα καθεαυτά πράγματα, αλλά τα σχετικά με εμάς τους ίδιους. Η ηθική αρετή έχει από τη φύση της τη μεσότητα και αυτό είναι που την κάνει να τείνει προς τη τελειότητα και να αποτελεί κάτι το εξαιρετικό, το αξιοπρόσεκτο που ξεχωρίζει από όλες τις άλλες αρετές. Δεν λειτουργεί ως συμβιβαστική λύση ανάμεσα σε δύο αντίθετες έννοιες. Με αυτή την έννοια προσδιορίζεται ως άκρο. Η μεσότητα χαρακτηρίζει μόνο την ηθική αρετή και όχι τη διανοητική, καθότι η μεσότητα αφορά πράξεις και πάθη.

Η Αριστοτελική ηθική φιλοσοφία, η οποία στηρίζεται στην έννοια της αρετής ως έξης, συνδέεται άμεσα με την πολιτική φιλοσοφία. Ο άνθρωπος δεν επιλέγει να είναι ενάρετος για χάρη τους εαυτού του μόνο, αλλά και για το κοινωνικό σύνολο, μέσα στο οποίο είναι και ο ίδιος υποχρεωμένος να ζει. Με την απόκτηση της αρετής διαμορφούται ο ηθικός χαρακτήρας του πολίτη που ενεργώντας με ένα συγκεκριμένο τρόπο δραστηριοποιείται στο περιβάλλον της πολιτείας. Μέσω της αρετής η ηθική συνδέεται με την πολιτική. Η αρετή είναι το μέσον για την ευδαιμονία του ανθρώπου, η οποία αποτελεί το σκοπό κάθε ορθής πολιτείας και πολιτικής. Η ηθική τελείωση του ανθρώπου, το αριστοτελικό ευ ζην, είναι δυνατόν να επιτευχθεί στο εσωτερικό της πολιτικής κοινότητας.

Για να μπορέσει να συγκροτηθεί πολιτικά μια κοινωνία, θα πρέπει να στηρίζει τις βάσεις της στον ενάρετο βίο τόσο των πολιτών όσο και των ηγετών. Η ηθική αρετή πρέπει να είναι απαραίτητο γνώρισμα ενός άρχοντα. Θα μπορέσει να ανταπεξέλθει στα καθήκοντά του με τον καλλίτερο δυνατό τρόπο, αν είναι ενάρετος και ενεργεί ακολουθώντας κάποιους ηθικούς κανόνες. Αλλά και πολίτες θα πρέπει να είναι ενάρετοι. Για αυτόν τον λόγο η πολιτεία θα πρέπει να φροντίζει για την αρετή όλων των πολιτών και να θέτει ηθικούς στόχους, γιατί μόνον με αυτόν τον τρόπο θα μπορέσουν να οδηγηθούν στην ευδαιμονία. Για να λειτουργεί ένα πολίτευμα με ορθό τρόπο, θα πρέπει οι πολίτες να είναι ενάρετοι, κάτι που θα επιτευχθεί με την ηθική διαπαιδαγώγηση. Οι νομοθέτες οφείλουν να κάνουν τους πολίτες καλούς με τον εθισμό. Η πραγματοποίηση αυτού του στόχου θα οδηγήσει στην επιτυχία του πολιτεύματος.

Ο μεγάλος Σταγειρίτης φιλόσοφος έγραψε ύμνο για την Αρετή. Αφορμή στάθηκε η διάθεσή του να τιμήσει έναν παλαιό μαθητή του και φίλο, τον Ερμεία. Τον παραθέτω όπως αναφέρεται από την Άννα Τζιροπούλου στο βιβλίο των Αρχαίων της Ελληνικής Αγωγής:

ΑΡΕΤΗΣ ΥΜΝΟΣ

ΑΡΕΤΑ ΠΟΛΥΜΟΧΘΕ ΓΕΝΕΙ ΒΡΟΤΕΙΩΙ
ΘΗΡΑΜΑ ΚΑΛΛΙΣΤΟΝ ΒΙΩΙ
ΣΑΣ ΠΕΡΙ, ΠΑΡΘΕΝΕ, ΜΟΣΡΦΑΣ
ΚΑΙ ΘΑΝΕΙΝ ΖΗΛΩΤΟΣ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ ΠΟΤΜΟΣ
ΚΑΙ ΠΟΝΟΥΣ ΤΛΗΝΑΙ ΜΑΛΕΡΟΥΣ ΑΚΑΜΑΝΤΑΣ.
ΤΟΙΟΝ ΕΠΙ ΦΡΕΝΑ ΒΑΛΛΕΙΣ
ΚΑΡΠΟΝ, ΙΣΑΘΑΝΑΤΟΝ, ΧΡΥΣΟΥ ΤΕ ΚΡΕΙΣΣΩ
ΚΑΙ ΓΟΝΕΩΝ, ΜΑΛΑΚΑΥΓΗΤΟΟΙΟ Θ' ΥΠΝΟΥ.
ΣΕΥ Δ'ΕΝΕΧ' ΟΥΚ ΔΙΟΣ ΗΡΑΚΛΕΗΣ, ΛΗΔΑΣ ΤΕ ΚΟΥΡΟΙ
ΠΟΛΛ' ΑΝΕΤΛΑΣΑΝ ΕΡΓΟΙΣ
ΣΑΝ ΑΓΕΥΟΝΤΕΣ ΔΥΝΑΜΙΝ.
ΣΟΙΣ ΔΕ ΠΟΘΟΙΣ ΑΧΙΛΛΕΥΣ ΑΙΑΣ Τ' ΑΪΔΑΟ ΔΟΜΟΥΣ ΗΛΘΟΝ
ΣΑΣ Δ'ΕΝΕΚΕΝ ΦΙΛΙΟΥ ΜΟΡΦΑΣ ΚΑΙ ΑΤΑΡΝΕΟΣ ΕΝΤΡΟΦΟΣ
ΑΕΛΙΟΥ ΧΗΡΩΣΕΝ ΑΥΓΑΣ.
ΤΟΙΓΑΡ ΑΟΙΔΙΜΟΙΣ ΕΡΓΟΙΣ, ΑΘΑΝΑΤΟΝ ΤΕ ΜΙΝ ΑΥΞΗΣΟΥΣΙ ΜΟΥΣΑΙ,
ΜΝΗΜΟΣΥΝΑΣ, ΘΥΓΑΤΡΕΣ, ΔΙΟΣ ΞΕΝΙΟΥ ΣΕΒΑΣ ΑΣΚΟΥΣΑΙ
ΦΙΛΙΑΣ ΤΕ ΓΕΡΑΣ ΒΕΒΑΙΟΥ.

Σε ελεύθερη απόδοση του Σίμου Μενάρδου:


ΑΡΕΤΗ, ΠΟΛΥΒΑΣΑΝΗ ΑΓΑΠΗ Τ'ΑΝΘΡΩΠΟΥ,
ΣΥ ΚΑΜΑΡΙ ΑΚΡΙΒΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ,
ΚΑΙ ΝΑ ΣΒΗΣΗ ΓΙΑ ΧΑΡΙ ΣΟΥ, ΚΟΡΗ ΚΑΝΕΙΣ,
ΕΙΝΑΙ ΜΟΙΡΑ ΓΛΥΚΕΙΑ ΖΗΛΕΥΤΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ.
ΠΟΙΟΣ ΕΜΠΡΟΣ ΣΟΥ ΨΗΦΑ ΤΟΥΣ ΙΔΡΩΤΕΣ ΤΟΥ ΚΟΠΟΥ,
ΤΟΣΟΝ ΕΡΩΤΑ ΧΥΝΕΙΣ ΣΤΟΝ ΝΟΥΝ,
ΓΕΝΝΑΣ ΤΟΣΗ ΛΑΧΤΑΡΑ, ΠΟΥ ΠΙΑ ΛΗΣΜΟΝΟΥΝ
ΓΟΝΙΟΥΣ, ΠΛΟΥΤΗ, ΤΟΥ ΥΠΝΟΥ ΞΕΧΝΟΥΝ ΤΗΝ ΓΛΥΚΑΔΑ.
ΓΙΑ ΣΕ, ΚΟΡΗ, ΜΕΓΑΛΑ ΕΙΔΕ Κ'ΕΠΑΘΕ ΠΑΘΗ
Ο ΗΡΑΚΛΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΛΗΔΑΣ ΟΙ ΓΥΙΟΙ.
ΣΤΗΝ ΔΙΚΗ ΣΟΥ ΕΠΕΤΟΥΣΑΝ ΠΑΝΤΟΥ ΠΡΟΣΤΑΓΗ.
ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΘΟ ΣΟΥ Ο ΑΧΙΛΛΕΥΣ ΣΤΟΝ ΑΔΗ ΗΡΘΕ ΚΑΤΩ.
ΓΙΑ ΤΑ ΚΑΛΛΗ ΣΟΥ ΤΩΡ' ΑΛΛΟΣ ΝΙΟΣ ΠΑΛΙ ΕΧΑΘΗ.
ΜΕΝ Η ΑΙΓΛΗ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ ΟΡΦΑΝΗ,
ΜΟΝ' ΑΘΑΝΑΤΗ ΤΟΥΤΗ ΘΑ ΜΕΙΝ' Η ΘΑΝΗ
ΚΑΙ ΘΑ ΨΑΛΛΟΥΝ ΟΙ ΜΟΥΣΕΣ ΤΟΝ ΝΙΟ ΤΟΝ ΦΕΥΓΑΤΟ.


Να σημειώσουμε ότι ο Αριστοτέλης ταξινομεί τα είδη της Αρετής ως εξής:


Της τελείας αρετής είδη εστί τέτταρα. 
Εν μεν φρόνησις, εν δε δικαιοσύνη, άλλο δ' ανδρεία, τέταρτον σωφροσύνη. 
Τούτων η μεν φρόνησις αιτία του πράττειν ορθώς τα πράγματα. Η δε δικαιοσύνη του εν κοινωνίαις και τοις συναλλάγμασι δικαιοπραγείν. 
Η δε ανδρεία του εν τοις κινδύνοις και φοβεροίς μη εξίστασθαι τρειν (δειλιάσει και φύγει), αλλά μένειν. 
Η δε σωφροσύνη του κραττείν των επιθυμιών και υπό μηδεμιάς ηδονής δουλούσθαι, αλλά κοσμίως ζην. 
Της αρετής άρα το μεν εστι φρόνησις, άλλο δικαιοσύνη, τρίτον ανδρεία, τέταρτον σωφροσύνη.

Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2008

Αριστοτέλους «Ηθικά Νικομάχεια» - Ενότητα 5

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΗΘΙΚΑ ΝΙΚΟΜΑΧΕΙΑ

Ενότητα 5η

Ως αποδεικτικό σημάδι ότι έχουν διαμορφωθεί τα μόνιμα στοιχεία του χαρακτήρα
Σημεῖον δὲ τῶν ἕξεων

μας πρέπει να θεωρούμε το ευχάριστο ή το δυσάρεστο συναίσθημα
δεῖ ποιεῖσθαι τὴν ἐπιγινομένην ἡδονὴν ἢ λύπην

που συνοδεύει τις πράξεις μας
τοῖς ἔργοις·

γιατί αυτός που μένει μακριά από τις σωματικές ηδονές
ὁ μὲν γὰρ ἀπεχόμενος τῶν σωματικῶν ἡδονῶν

και γι αυτό ακριβώς νιώθει ευχάριστα, είναι σώφρονας,
καὶ αὐτῷ τούτῳ χαίρων σώφρων,

ενώ αυτός που δυσανασχετεί, ακόλαστος
ὁ δ᾽ ἀχθόμενος ἀκόλαστος,

επίσης αυτός που αντιμετωπίζει όσα έχουν μέσα τους το στοιχείο του φόβου
καὶ ὁ μὲν ὑπομένων τὰ δεινὰ

και νιώθει ευχάριστα ή τουλάχιστον δε νιώθει δυσάρεστα, είναι ανδρείος,
καὶ χαίρων ἢ μὴ λυπούμενός γε ἀνδρεῖος,

ενώ εκείνος που δοκιμάζει δυσάρεστο συναίσθημα, δειλός.
ὁ δὲ λυπούμενος δειλός.

Και αυτά, επειδή η ηθική αρετή συνδέεται
ἡ γὰρ ἠθικὴ ἀρετή ἐστὶν

με τα ευχάριστα και τα δυσάρεστα συναισθήματα
περὶ ἡδονὰς καὶ λύπας ·

δηλαδή κάνουμε τις τιποτένιες πράξεις για την ευχαρίστηση,
πράττομεν γὰρ τὰ φαῦλα διὰ μὲν τὴν ἡδονὴν,


ενώ μένουμε μακριά από τα αισθητικά ωραία πράγματα
ἀπεχόμεθα δὲ τῶν καλῶν

εξαιτίας του δυσάρεστου συναισθήματος.
διὰ τὴν λύπην.

Γι αυτό πρέπει να έχουμε διαπαιδαγωγηθεί από την πιο μικρή ηλικία,
διὸ δεῖ ἦχθαί πως εὐθὺς ἐκ νέων,

όπως λέει ο Πλάτωνας, με τέτοιον τρόπο, ώστε να δοκιμάζουμε ευχάριστα
ὡς ὁ Πλάτων φησίν, ὥστε χαίρειν τε

και δυσάρεστα συναισθήματα
καὶ λυπεῖσθαι

με αυτά που πρέπει
οἷς δεῖ·

γιατί αυτή είναι η ορθή παιδεία.
αὕτη ἐστίν γὰρ ἡ ὀρθὴ παιδεία.


ΣΧΟΛΙΑ

Ερμηνευτικά καίριων λέξεων του κειμένου.

Έξεις: τα μόνιμα στοιχεία του χαρακτήρα μας, οι σταθεροί τρόποι συμπεριφοράς που μπορεί να είναι καλοί ή κακοί, αρετές ή κακίες.
ηδονή: στο κείμενο είναι το ευχάριστο συναίσθημα το οποίο δε δημιουργείται από σωματικό ερέθισμα. Οι ηδονές του σώματος καλούνται σωματικά ηδοναί. Αντίστοιχο της ηδονής ρήμα είναι το χαίρω.
Λύπη: το αντίθετο της ηδονής, το δυσάρεστο δηλαδή συναίσθημα. Αντίστοιχα ρήματα είναι τα λυπούμαι και άχθομαι.
Σώφρων: αυτός που απέχει από τις υλικές απολαύσεις με την έννοια ότι μπορεί και επιβάλλεται σ΄ αυτές και τις ελέγχει, δοκιμάζοντας όμως παράλληλη ευχαρίστηση γι αυτό. Στην νέα ελληνική: συνετός μυαλωμένος
Ακόλαστος: στην αριστοτελική ορολογία είναι όχι πολύ ακρατής, ο έκδοτος στις ηδονές, αλλά ατός που απέχει από τις υλικές απολαύσεις, όμως δεν δοκιμάζει παράλληλα ευχαρίστηση γι αυτό, αλλά νιώθει δυσάρεστα.

Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2008

Αριστοτέλους «Ηθικά Νικομάχεια» - Ενότητα 4-10

Αριστοτέλη «Ηθικά Νικομάχεια» -- Ενότητες 4 - 10

ΕΝΟΤΗΤΑ 4η

Το ίδιο συμβαίνει και με τις αρετές. Δηλαδή κάνοντας
οὕτω δὴ καὶ ἐπὶ τῶν ἀρετῶν ἔχει· πράττοντες

όσα γίνονται κατά τις μεταξύ μας σχέσεις
γὰρ τὰ ἐν τοῖς συναλλάγμασι τοῖς πρὸς τοὺς ἀνθρώπους

γινόμαστε άλλοι δίκαιοι και άλλοι άδικοι,
γινόμεθα οἳ μὲν δίκαιοι οἳ δὲ ἄδικοι,

ενώ κάνοντας όσα έχουν μέσα τους το στοιχείο του φόβου
πράττοντες δὲ τὰ ἐν τοῖς δεινοῖς

και συνηθίζοντας να φοβόμαστε ή να έχουμε θάρρος γινόμαστε άλλοι ανδρείοι και άλλοι δειλοί.
καὶ ἐθιζόμενοι φοβεῖσθαι ἢ θαρρεῖν οἳ μὲν ἀνδρεῖοι οἳ δὲ δειλοί.

Το ίδιο συμβαίνει και μετις επιθυμίες και την οργή,
ὁμοίως δὲ καὶ τὰ περὶ τὰς ἐπιθυμίας ἔχει καὶ τὰ περὶ τὰς ὀργάς·

δηλαδή άλλοι γίνονται σώφρονες και πράοι, ενώ άλλοι ακόλαστοι
οἳ μὲν γὰρ σώφρονες καὶ πρᾶοι γίνονται, οἳ δ᾽ ἀκόλαστοι

και οργίλοι με το να συμπεριφερόμαστε σ’ αυτά άλλοι με αυτόν τον συγκεκριμένο τρόπο
καὶ ὀργίλοι, οἳ μὲν ἐκ τοῦ οὑτωσὶ ἐν αὐτοῖς ἀναστρέφεσθαι,

και άλλοι με τον άλλο. Με δυο λόγια,
οἳ δὲ ἐκ τοῦ οὑτωσί. καὶ ἑνὶ δὴ λόγῳ

τα όμοια στοιχεία του χαρακτήρα μας διαμορφώνονται με τις όμοιες ενέργειες.
αἱ ἕξεις γίνονται ἐκ τῶν ὁμοίων ἐνεργειῶν.



Γι αυτό πρέπει να προσδίδουμε μιαν ορισμένη ποιότητα στις ενέργειές μας,
διὸ δεῖ ἀποδιδόναι τὰς ἐνεργείας ποιὰς ·

επειδή με αυτών τις διαφορές είναι αντίστοιχα τα μόνιμα στοιχεία του χαρακτήρα μας.
κατὰ γὰρ τὰς τούτων διαφορὰς ἀκολουθοῦσιν αἱ ἕξεις.

Επομένως, δεν έχει μικρή σημασία ο εθισμός από την πιο μικρή ηλικία
οὐ μικρὸν οὖν διαφέρει τὸ ἐθίζεσθαι εὐθὺς ἐκ νέων

σ’ αυτόν ή τον άλλον τρόπο συμπεριφοράς,
οὕτως ἢ οὕτως,

αντίθετα έχει μεγάλη σημασία
ἀλλὰ πάμπολυ,

ή, καλύτερα, είναι το παν.
μᾶλλον δὲ τὸ πᾶν.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΗΘΙΚΑ ΝΙΚΟΜΑΧΕΙΑ

Ενότητα 5η

Ως αποδεικτικό σημάδι ότι έχουν διαμορφωθεί τα μόνιμα στοιχεία του χαρακτήρα
Σημεῖον δ τν ξεων

μας πρέπει να θεωρούμε το ευχάριστο ή το δυσάρεστο συναίσθημα
δεῖ ποιεσθαι τν πιγινομνην δονν λπην

που συνοδεύει τις πράξεις μας
τοῖς ργοις·

γιατί αυτός που μένει μακριά από τις σωματικές ηδονές
μν γρ πεχμενος τν σωματικν δονν

και γι αυτό ακριβώς νιώθει ευχάριστα, είναι σώφρονας,
καὶ ατ τοτ χαρων σφρων,

ενώ αυτός που δυσανασχετεί, ακόλαστος
δ χθμενος κλαστος,

επίσης αυτός που αντιμετωπίζει όσα έχουν μέσα τους το στοιχείο του φόβου
καὶ μν πομνων τ δειν

και νιώθει ευχάριστα ή τουλάχιστον δε νιώθει δυσάρεστα, είναι ανδρείος,
καὶ χαρων μ λυπομενς γε νδρεος,

ενώ εκείνος που δοκιμάζει δυσάρεστο συναίσθημα, δειλός.
δ λυπομενος δειλς.

Και αυτά, επειδή η ηθική αρετή συνδέεται
γρ θικ ρετ στν

με τα ευχάριστα και τα δυσάρεστα συναισθήματα
περὶ δονς κα λπας ·

δηλαδή κάνουμε τις τιποτένιες πράξεις για την ευχαρίστηση,
πράττομεν γρ τ φαλα δι μν τν δονν,

ενώ μένουμε μακριά από τα αισθητικά ωραία πράγματα
πεχμεθα δ τν καλν

εξαιτίας του δυσάρεστου συναισθήματος.
διὰ τν λπην.

Γι αυτό πρέπει να έχουμε διαπαιδαγωγηθεί από την πιο μικρή ηλικία,
διὸ δε χθα πως εθς κ νων,

όπως λέει ο Πλάτωνας, με τέτοιον τρόπο, ώστε να δοκιμάζουμε ευχάριστα
ς Πλτων φησν, στε χαρειν τε

και δυσάρεστα συναισθήματα
καὶ λυπεσθαι

με αυτά που πρέπει
οἷς δε·

γιατί αυτή είναι η ορθή παιδεία.
αὕτη στν γρ ρθ παιδεα.


ΣΧΟΛΙΑ

Ερμηνευτικά καίριων λέξεων του κειμένου.

Έξεις: τα μόνιμα στοιχεία του χαρακτήρα μας, οι σταθεροί τρόποι συμπεριφοράς που μπορεί να είναι καλοί ή κακοί, αρετές ή κακίες.
ηδονή: στο κείμενο είναι το ευχάριστο συναίσθημα το οποίο δε δημιουργείται από σωματικό ερέθισμα. Οι ηδονές του σώματος καλούνται σωματικά ηδοναί. Αντίστοιχο της ηδονής ρήμα είναι το χαίρω.
Λύπη: το αντίθετο της ηδονής, το δυσάρεστο δηλαδή συναίσθημα. Αντίστοιχα ρήματα είναι τα λυπούμαι και άχθομαι.
Σώφρων: αυτός που απέχει από τις υλικές απολαύσεις με την έννοια ότι μπορεί και επιβάλλεται σ΄ αυτές και τις ελέγχει, δοκιμάζοντας όμως παράλληλη ευχαρίστηση γι αυτό. Στην νέα ελληνική: συνετός μυαλωμένος
Ακόλαστος: στην αριστοτελική ορολογία είναι όχι πολύ ακρατής, ο έκδοτος στις ηδονές, αλλά ατός που απέχει από τις υλικές απολαύσεις, όμως δεν δοκιμάζει παράλληλα ευχαρίστηση γι αυτό, αλλά νιώθει δυσάρεστα.

Ενότητα 6η

Η αρετή καθιστά τον άνθρωπο ικανό
να εκτελέσει το προορισμένο γι’ αυτόν έργο

Δεν πρέπει όμως να το πούμε μόνο έτσι, ότι η αρετή είναι έξη•
Δεῖ δὲ μὴ μόνον οὕτως εἰπεῖν, ὅτι ἕξις,

πρέπει να πούμε και τι λογής έξη είναι.
ἀλλὰ καὶ ποία τις.

Ας κάνουμε λοιπόν την παρατήρηση πως κάθε αρετή κάνει το πράγμα του οποίου είναι αρετή
ῥητέον οὖν ὅτι πᾶσα ἀρετή, οὗ ἂν ᾖ ἀρετή,


α) να βρίσκεται στην τελειότερη κατάστασή του, και
αὐτό τε εὖ ἔχον ἀποτελεῖ

β) να εκτελεί καλά το έργο του•
καὶ τὸ ἔργον αὐτοῦ εὖ ἀποδίδωσιν,

π.χ. η αρετή του ματιού: και το ίδιο το μάτι το κάνει τέλειο,
οἷον ἡ τοῦ ὀφθαλμοῦ ἀρετὴ τόν τε ὀφθαλμὸν σπουδαῖον ποιεῖ

αλλά επίσης και το έργο του, αφού η αρετή του ματιού είναι που κάνει να βλέπουμε καλά.
καὶ τὸ ἔργον αὐτοῦ· τῇ γὰρ τοῦ ὀφθαλμοῦ ἀρετῇ εὖ ὁρῶμεν.

Όμοια η αρετή του αλόγου: α) κάνει το ίδιο το άλογο τέλειο,
ὁμοίως ἡ τοῦ ἵππου ἀρετὴ ἵππον τε (20) σπουδαῖον ποιεῖ

και β) το κάνει ικανό να τρέξει, να κρατήσει τον αναβάτη
καὶ ἀγαθὸν δραμεῖν καὶ ἐνεγκεῖν τὸν ἐπιβάτην

και να σταθεί αντιμέτωπο με τον εχθρό.
καὶ μεῖναι τοὺς πολεμίους.

Αν λοιπόν έτσι έχει το πράγμα σε κάθε περίπτωση,
εἰ δὴ τοῦτ᾽ ἐπὶ πάντων οὕτως ἔχει,

τότε και του ανθρώπου η αρετή θα είναι, λέω, η έξη
καὶ ἡ τοῦ ἀνθρώπου ἀρετὴ εἴη ἂν ἡ ἕξις

από την οποία ξεκινά και το ότι ο άνθρωπος γίνεται καλός
ἀφ᾽ ἧς ἀγαθὸς ἄνθρωπος γίνεται

και το ότι θα μπορέσει να εκτελέσει καλά το έργο που του ανήκει.
καὶ ἀφ᾽ ἧς εὖ τὸ ἑαυτοῦ ἔργον ἀποδώσει.

Πώς θα γίνει αυτό,… με τον ακόλουθο τρόπο να γίνει φανερό,
Πῶς δὲ τοῦτ᾽ ἔσται,… ὧδ᾽ ἔσται φανερόν,

αν εξετάσουμε δηλαδή να δούμε την ιδιαίτερη φύση της.
ἐὰν θεωρήσωμεν ποία τίς ἐστιν ἡ φύσις αὐτῆς.


ΕΝΟΤΗΤΑ 7Η

ΚΕΙΜΕΝΟ - ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Σε κάθε πράγμα συνεχές και διαιρετό είναι δυνατόν να πάρουμε
ἐν παντὶ δὴ συνεχεῖ καὶ διαιρετῷ ἔστι λαβεῖν

το περισσότερο, το λιγότερο ή το ίσο και μάλιστα
τὸ μὲν πλεῖον τὸ δ᾽ ἔλαττον τὸ δ᾽ ἴσον, καὶ ταῦτα

σε σχέση με το ίδιο το πράγμα ή σε σχέση μ’ εμάς.
ἢ κατ᾽ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ἢ πρὸς ἡμᾶς·

Το δε ίσον είναι το μέσον μεταξύ της υπερβολής και της έλλειψης.
τὸ δ᾽ ἴσον μέσον τι ὑπερβολῆς καὶ ἐλλείψεως.

Όταν λέω το μέσον του πράγματος εννοώ εκείνο που βρίσκεται σε ίση απόσταση
λέγω δὲ μέσον τοῦ μὲν πράγματος τὸ ἴσον ἀπέχον

από καθένα από τα δυο άκρα του, το οποίο είναι ένα και μόνο το ίδιο
ἀφ᾽ ἑκατέρου τῶν ἄκρων, ὅπερ ἐστὶν ἓν καὶ τὸ αὐτὸ

σ’ όλα τα πράγματα. (‘Όταν λέω όμως μέσον) σε σχέση με εμάς (εννοώ)
πᾶσιν, πρὸς ἡμᾶς δὲ

εκείνο που δεν είναι ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο (από το πρέπον).
ὃ μήτε πλεονάζει μήτε ἐλλείπει·

Αυτό δεν είναι ένα ούτε το ίδιο σε όλους. Για παράδειγμα, αν τα δέκα είναι πολλά
τοῦτο δ᾽ οὐχ ἕν, οὐδὲ ταὐτὸν πᾶσιν. οἷον εἰ τὰ δέκα πολλὰ


και τα δυο λίγα, τότε τα έξι είναι το μέσον ως προς το πράγμα καθαυτό
τὰ δὲ δύο ὀλίγα, τὰ ἓξ μέσα λαμβάνουσι κατὰ τὸ πρᾶγμα·

διότι υπερέχει τόσο από το ένα όσο ακριβώς υπολείπεται και από το άλλο
ἴσῳ γὰρ ὑπερέχει τε καὶ ὑπερέχεται·

αυτό δε είναι το μέσον κατά την αριθμητική αναλογία.
τοῦτο δὲ μέσον ἐστὶ κατὰ τὴν ἀριθμητικὴν ἀναλογίαν.

Αλλά το μέσον σε σχέση με εμάς δεν πρέπει να νοείται με τον αυτόν τρόπον.
τὸ δὲ πρὸς ἡμᾶς οὐχ οὕτω ληπτέον·

Αν οι δέκα μνες τροφής είναι πολλές για κάποιον να τις φάει, οι δυο είναι λίγες,
οὐ γὰρ εἴ τῳ δέκα μναῖ φαγεῖν πολὺ δύο δὲ ὀλίγον,

ο προπονητής των αθλητών δε θα ορίσει έξι μνες
ὁ ἀλείπτης ἓξ μνᾶς προστάξει·

διότι ίσως αυτή η ποσότητα τροφής είναι πολλή λίγη σε σχέση
ἔστι γὰρ ἴσως καὶ τοῦτο πολὺ ἢ ὀλίγον

μ’ αυτόν που θα τη λάβει. Για το Μίλωνα μπορεί να είναι λίγη,
τῷ ληψομένῳ · Μίλωνι μὲν γὰρ ὀλίγον,

για τον αθλητή όμως που μόλις ξεκίνησε
τῷ δὲ ἀρχομένῳ

να γυμνάζεται είναι ίσως μεγάλη. Το ίδιο συμβαίνει και στα αγωνίσματα του δρόμου
τῶν γυμνασίων πολύ. ὁμοίως ἐπὶ δρόμου

και της πάλης. Με αυτό τον τρόπο κάθε επιστήμονας αποφεύγει την υπερβολή
καὶ πάλης. οὕτω δὴ πᾶς ἐπιστήμων φεύγει τὴν ὑπερβολὴν μὲν

και την έλλειψη, επιζητεί δε το μέσον και αυτό επιλέγει,
καὶ τὴν ἔλλειψιν, ζητεῖ δὲ τὸ μέσον καὶ τοῦθ᾽ αἱρεῖται,

όχι το μέσον του ίδιου του πράγματος αλλά το μέσον σε σχέση μ’ εμάς.
μέσον δὲ οὐ τὸ τοῦ πράγματος ἀλλὰ τὸ πρὸς ἡμᾶς.


Ενότητα 7η σχόλια

Όσα λέγονται από τον φιλόσοφο σ’ αυτό το σημείο αποτελούν άμεση απάντηση στο ερώτημα ποία τις εστί η φύσις αυτής(=της αρετής) που τέθηκε στην προηγούμενη ενότητα. Από την ενότητα αυτή διαφαίνεται η προσπάθεια του Αριστοτέλη να αποδείξει ότι η αρετή βρίσκεται στη μεσότητα. Η απόδειξη όμως της άποψης αυτής προϋποθέτει καταρχήν τον προσδιορισμό της έννοιας της μεσότητας, για να γίνει αυτή πρώτα κατανοητή. Και ο προσδιορισμός αυτός θα επιχειρηθεί με δύο τρόπους: με κριτήρια αντικειμενικά αρχικά και υποκειμενικά ή μεταβλητά στη συνέχεια. Έτσι όλη η σκέψη του φιλοσόφου δομείται γύρω από τις έννοιες της μεσότητας και των δύο ακροτήτων.
Οι βασικές θέσεις της ενότητας είναι οι ακόλουθες :
v Ο προσδιορισμός της μεσότητας είναι δυνατός κατά δύο τρόπους : σε σχέση προς το πράγμα και σε σχέση προς ημάς.
v Η μεσότητα προς το πράγμα είναι μία και ίδια για όλους. <
v Η μεσότητα προς ημάς ούτε πλεονάζει ούτε ελλείπει - αποδεικτικά παραδείγματα. <!--[endif]-->
Οι ειδικοί αποφεύγουν την υπερβολή και την έλλειψη, ζητούν και επιλέγουν το μέσον προς ημάς.
Εν παντί δή συνεχεί και διαιρετώ... ... μήτε πλεονάζει μήτε ελλείπει... ουδέ ταυτόν πασίν :
Ο Αριστοτέλης επιχειρεί να προσδιορίσει την έννοια της μεσότητας, ώστε να καταλήξει στο βασικό του συμπέρασμα ότι η αρετή είναι μεσότητα. Πρώτα επιχειρείται ο αριθμητικός προσδιορισμός της έννοιας του μέσου: σε καθετί που έχει συνέχεια και μπορεί να διαιρεθεί, η διαίρεση είναι δυνατή κατά δύο τρόπους. Ή να διαιρεθεί σε δύο ίσα τμήματα ή σε δύο άνισα, το ένα μικρότερο και το άλλο μεγαλύτερο.
Ο πρώτος τρόπος προσδιορίζεται με τη φράση κατ' αυτό το πράγμα και είναι η αριθμητική μεσότητα, η οποία ισχύει για όλους. Αυτή έχει ως μέτρο τα πράγματα και απορρέει από αυτά, από την παρατήρηση και την έρευνα και ανάγεται στη σφαίρα της επιστημονικής γνώσης, η οποία καταλήγει σε πορίσματα που δεν επιδέχονται παρεκκλίσεις ή παρερμηνείες, αλλά ισχύουν πάντα. Επομένως έχει αντικειμενικό χαρακτήρα και εκφράζει την ίση απόσταση του μέσου από τα δύο άκρα.
Ο δεύτερος τρόπος προσδιορισμού της μεσότητας είναι η μεσότητα προς ημάς. Αυτή έχει υποκειμενικό χαρακτήρα. Έχει ως μέτρο τον εαυτό μας, τις ανάγκες μας, τις απόψεις μας, την ιδιότητά μας, την κατάστασή μας, τον τόπο και το χρόνο (υποκειμενικά κριτήρια) και επομένως δεν μπορεί να ισχύει για όλους. Βασικό στοιχείο για να την ορίσει κανείς είναι ότι ούτε πλεονάζει ούτε ελλείπει σε σχέση προς ημάς.
Με τη φράση αυτή (προς ημάς) ο φιλόσοφος δίνει την εντύπωση ότι δεν απέχει από τη σχετικοκρατική σοφιστική στάση, που εκφράζεται με την φράση του Πρωταγόρα Πάντων χρημάτων μέτρον εστίν άνθρωπος, των μεν όντων ως έστιν, των δε ουκ όντων ως ουκ έστιν (= Μέτρο όλων των πραγμάτων είναι ο άνθρωπος αυτών που υπάρχουν πως υπάρχουν, και αυτών που δεν υπάρχουν πως δεν υπάρχουν). Αυτή όμως η υποκειμενικότητα είναι φαινομενική, γιατί, όπως θα δούμε στη συνέχεια, ο Αριστοτέλης προσθέτει στο προς ημάς ένα νέο στοιχείο, τον ορθόν λόγον, ο οποίος διασφαλίζει την αντικειμενικότητα για τον προσδιορισμό του μέσου.
Επομένως μιλάμε για δύο είδη μεσότητας από τα οποία το δεύτερο έχει σχέση με την ηθική αρετή.
Ο όρος κατ' αυτό το πράγμα αντιστοιχεί στον σύγχρονο όρο αντικειμενικός και ο όρος προς ημάς στον όρο υποκειμενικός. Ως όροι αναφέρονται για πρώτη φορά σε αυτό το σημείο και ύστερα επαναλαμβάνονται στερεότυπα. Εκφράζουν την προσπάθεια του Αριστοτέλη για τη διαμόρφωση φιλοσοφικής ορολογίας, καθώς, ως γνωστόν, οι όροι αντικειμενικός και υποκειμενικός δεν είναι στην εποχή αυτή γνωστοί.
Το αριθμητικό μέσο έχει αντικειμενικό χαρακτήρα και απέχει ίση απόσταση από τα δύο άκρα. Κατά τον Κ. Τσάτσο, "η μεσότητα είναι εύκολο να βρεθεί όπου χωράει μαθηματική σκέψη, όπου η μεσότητα προσδιορίζεται από καθαρά αντικειμενικά στοιχεία. Αλλά όταν τη μεσότητα αυτή την αναζητάμε με βάση ένα υποκειμενικό δεδομένο, η εύρεσή της είναι δύσκολη".
Η αρετή ως μεσότητα :
Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη κάθε αρετή είναι το μέσο (σωστή συμπεριφορά) ανάμεσα σε δύο άκρα, την υπερβολή και την έλλειψη (λανθασμένη συμπεριφορά). Στην ενότητα 4 έχουν αναφερθεί κάποιες αρετές, η καθεμιά από τις οποίες αποτελεί μέσο, που βρίσκεται ανάμεσα στην υπερβολή και στην έλλειψη :
υπερβολή μέσον έλλειψις
θρασύτητα ανδρεία δειλία
ακολασία σωφροσύνη αναισθησία
οργή πραότητα απάθεια
Ωστόσο ο Αριστοτέλης στην ενότητα αυτή δεν αναφέρει το άκρο της έλλειψης σχετικά με τις αρετές που επισημαίνει, επειδή συναντάται πολύ πιο σπάνια από εκείνο της υπερβολής. Σε άλλα σημεία των Ηθικών Νικομαχείων αναφέρει άλλα παραδείγματα αρετών με την αντίστοιχη υπερβολή και έλλειψή τους. Σε μερικές όμως περιπτώσεις δεν υπάρχει έλλειψη ή υπερβολή στη συμπεριφορά του ανθρώπου. έτσι, μόνο για λόγους διδακτικούς βάζει κάποιες λέξεις που δεν έχουν πραγματικό αντίκρισμα.
Οίον ει τα δέκα πολλά... κατά την αριθμητικήν αναλογίαν :

Ο φιλόσοφος στηρίζει την άποψή του σε ένα παράδειγμα από το χώρο της αριθμητικής, ακολουθώντας τη γνωστή συλλογιστική του μέθοδο, την επαγωγή. Με κριτήρια λοιπόν αντικειμενικά το μέσο βρίσκεται σε ίση απόσταση από τα δύο άκρα και είναι το ίδιο για όλους. Στη σειρά των αριθμών 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10 τα δύο άκρα είναι το 2 (λίγο) και το 10 (πολύ), ενώ μέσο είναι το 6, το οποίο βρίσκεται σε ίση απόσταση και από το 2 και από το 10 (4 μονάδες).


υπερέχει και υπερέχεται :
το μέσο (6) ξεπερνάει το λίγο (2) τόσες μονάδες όσες ξεπερνιέται από το πολύ (10). ξεπερνάει και ξεπερνιέται κατά 4 μονάδες (6 - 2 = 4 και 10 - 6 = 4).
Το δε προς ημάς... επί δρόμου και πάλης :
Το δεύτερο παράδειγμα που χρησιμοποιεί ο φιλόσοφος αναφέρεται στο μέσον προς ημάς : αν οι δέκα μερίδες φαγητού είναι πολλές και οι δύο λίγες, ο προπονητής δεν θα διατάξει έξι μερίδες. Γιατί αυτές είναι λίγες για τον μεγάλο αθλητή Μίλωνα, πολλές όμως για έναν αρχάριο αθλητή. Το ίδιο ισχύει και για τους αθλητές του δρόμου και της πάλης. Επομένως το μέσον, η μεσότητα σε σχέση με τον εαυτό μας είναι κάτι σχετικό. Για παράδειγμα, στο θέμα του φαγητού η ποσότητα που πρέπει να παίρνει κάποιος, εξαρτάται από το ανάστημά του, την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του, από το πόσο βαριά εργασία κάνει. Το μέτρο και το μέσον δηλαδή δεν είναι το ίδιο για όλα τα άτομα.
Ο Μίλωνας (Μίλων) που αναφέρεται εδώ ήταν διάσημος αθλητής από τον Κρότωνα, την ελληνική αποικία της Κάτω Ιταλίας και ολυμπιονίκης. έζησε τον 6οαι. π.Χ. και το πρώτο μισό του 5ου. οι εξαιρετικές επιδόσεις του στους αθλητικούς αγώνες αλλά και στην
πολυφαγία πήραν θρυλικές διαστάσεις. Τον αναφέρουν ως μαθητή του Πυθαγόρα και συγγραφέα ορισμένων χαμένων έργων. Υμνήθηκε ιδιαίτερα από τον Σιμωνίδη. Η αναφορά στον Μίλωνα γίνεται και από τον Πλάτωνα στην Πολιτεία για τον ίδιο λόγο.
Ούτω δη πας επιστήμων την υπερβολήν... ..αλλά το προς ημάς :
Ο Αριστοτέλης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο ειδικός αποφεύγει την υπερβολή ή την έλλειψη και αναζητάει το μέσο. Η τελική αυτή επιλογή του (αιρείται) γίνεται όχι σε σχέση προς το πράγμα (αντικειμενικά), αλλά σε σχέση προς ημάς (υποκειμενικά). Έτσι το μέσον είναι διαφορετικό και επιλέγεται όχι με κριτήριο την αριθμητική αναλογία, αλλά με κριτήριο και μέτρο τον ίδιο τον άνθρωπο και τη συγκεκριμένη του φύση. Η επιλογή αυτή (προαίρεσις) είναι αποτέλεσμα της λογικής κάθε ανθρώπου και έχει ως βασική προϋπόθεση την αυτογνωσία (γνώθι σαυτόν).
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει στο σημείο αυτό το σημασιολογικό περιεχόμενο των λέξεων ‘αιρείται’ και ‘προς ημάς’ , στις οποίες υπάρχει σπερματικά ο ορισμός της ηθικής αρετής : α) το μέσον προς ημάς β) η προαίρεση.
Με τον όρο "επιστήμων" δεν νοείται αυτός που ασχολείται με κάποια επιστήμη εξετάζοντας τα αντικειμενικά δεδομένα των πραγμάτων, επομένως και το αντικειμενικό μέσο, αλλά αυτός ο οποίος, έχοντας και κάποιο λογικό κριτήριο επιδιώκει το υποκειμενικό μέσο. Παρόμοια σημασία έχει ο όρος τεχνίται της επόμενης διδακτικής ενότητας.
Η θεωρία της μεσότητας δεν ανήκει στην πρωτοτυπία της σκέψης του Αριστοτέλη. Κανείς όμως δεν τη συνέλαβε κατά τον ίδιο τρόπο. Οι άλλοι φιλόσοφοι κάνουν λόγο για μέτρο, ενώ ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί τους όρους μεσότης και μέσον.
Το τελικό συμπέρασμα είναι: ο κάθε ειδικός αποφεύγει την υπερβολή
και την έλλειψη και επιδιώκει ως τελική προτίμηση το μέσον, όχι όμως σε
σχέση προς το πράγμα (αριθμητική ισότητα) αλλά σε σχέση με μας.
Επομένως μεσότητα δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ίση απόσταση από δύο άκρα,
δεν είναι δηλαδή υπόθεση ποσοτική αλλά ποιοτική και έχει σχέση με τον
καθένα. Όποιος δηλαδή αναζητάει τη μεσότητα πρέπει να την καθορίσει
με προσωπική ευθύνη και με ελεύθερη προαίρεση.
Γενικά σε αυτήν την ενότητα ο φιλόσοφος συμπληρώνει όσα προηγούμενα είπε, ότι δηλαδή η ηθική αρετή είναι έξη. Συγκεκριμένα την προσδιορίζει ως μεσότητα προς ημάς, δηλαδή καθορίζεται με βάση υποκειμενικά κριτήρια και αναφέρεται στον ειδήμονα (επιστήμων) που επιζητεί και επιλέγει αυτή τη μεσότητα. Αυτά στοιχειοθετούν μια λογική διεργασία, δηλαδή μια διαδικασία για την οποία απαραίτητος είναι ο ορθός λόγος. Έτσι στη συνέχεια ο φιλόσοφος θα ορίσει την ηθική αρετή ως την μετά του ορθού λόγου έξι.


ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ «ΗΘΙΚΑ ΝΙΚΟΜΑΧΕΙΑ»
ΕΝΟΤΗΤΑ 8η

ΚΕΙΜΕΝΟ - ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Αν κάθε επιστήμη εκτελεί το έργο της έτσι καλά, αποβλέποντας δηλαδή
Εἰ δὴ πᾶσα ἐπιστήμη ἐπιτελεῖ τὸ ἔργον οὕτω εὖ, βλέπουσα

στο μέσον και κατευθύνοντας τα έργα της σ’ αυτό
πρὸς τὸ μέσον καὶ ἄγουσα τὰ ἔργα εἰς τοῦτο

(γι αυτό και συνηθίζουν να λένε ότι δεν είναι δυνατόν ούτε να αφαιρέσουμε
(ὅθεν εἰώθασιν ἐπιλέγειν ὅτι οὔτ᾽ ἔστιν ἀφελεῖν

ούτε να προσθέσουμε τίποτα από τα τέλεια έργα, διότι η υπερβολή
οὔτε προσθεῖναι τοῖς εὖ ἔχουσιν ἔργοις, ὡς τῆς μὲν ὑπερβολῆς

και η έλλειψη καταστρέφουν την τελειότητα των έργων, η μεσότητα όμωs
καὶ τῆς ἐλλείψεως φθειρούσης τὸ εὖ, τῆς δὲ μεσότητος

τη διαφυλάσσει, η δε ικανοί τεχνίτες κατασκευάζουν τα έργα τους, όπως λέμε,
σῳζούσης, οἱ δ᾽ ἀγαθοὶ τεχνῖται ἐργάζονται, ὡς λέγομεν,

αποβλέποντας στην επίτευξη αυτού),η δέ αρετή που είναι ακριβέστερη και ανώτερη
βλέποντες πρὸς τοῦτο)· ἡ δ᾽ ἀρετὴ ἀκριβεστέρα καὶ ἀμείνων

από κάθε τέχνη, όπως ακριβώς και η φύση θα μπορούσε να επιδιώκει
πάσης τέχνης ἐστὶν ὥσπερ καὶ ἡ φύσις, ἂν εἴη στοχαστική

το μέσον. Εννοώ την ηθική αρετή, διότι αυτή έχει σχέση με τα συναισθήματα
τοῦ μέσου. λέγω δὲ τὴν ἠθικήν· αὕτη γάρ ἐστι περὶ πάθη

και τις πράξεις και σ’ αυτά υπάρχει η υπερβολή και η έλλειψη
καὶ πράξεις, ἐν δὲ τούτοις ἔστιν ὑπερβολὴ καὶ ἔλλειψις

και το μέσον.
καὶ τὸ μέσον.

9η Ενότητα
Σημαντικές διευκρινήσεις
για το περιεχόμενο της έννοιας «μεσότης»

Παραδείγματος χάριν μπορεί κανείς να φοβηθεί ή να δείξει θάρρος,
οἷον καὶ φοβηθῆναι καὶ θαρρῆσαι

να επιθυμήσει, να οργισθεί ή να σπλαχνισθεί, γενικά να νιώσει ευχαρίστηση
καὶ ἐπιθυμῆσαι καὶ ὀργισθῆναι καὶ ἐλεῆσαι καὶ ὅλως ἡσθῆναι

ή δυσαρέσκεια, και σε μεγαλύτερο και σε μικρότερο βαθμό,
καὶ λυπηθῆναι ἔστι καὶ μᾶλλον καὶ ἧττον,

και ούτε το ένα ούτε το άλλο από τα δύο αυτά είναι καλό•
καὶ ἀμφότερα οὐκ εὖ·

να τα αισθανθεί όμως όλα αυτά τη στιγμή που πρέπει, εν σχέση με τα πράγματα που πρέπει, εν σχέση με τους ανθρώπους που πρέπει, για τον λόγο που πρέπει και με τον τρόπο που πρέπει,
τὸ δ᾽ ὅτε δεῖ καὶ ἐφ᾽ οἷς καὶ πρὸς οὓς καὶ οὗ ἕνεκα καὶ ὡς δεῖ,

αυτό είναι, κατά κάποιον τρόπο, το μέσον και το άριστο
μέσον τε καὶ ἄριστον,

― αυτό το δεύτερο έχει, βέβαια, άμεση σχέση με την αρετή.
ὅπερ ἐστὶ τῆς ἀρετῆς.

Όμοια και στις πράξεις υπάρχει υπερβολή, έλλειψη και το μέσον
ὁμοίως δὲ καὶ περὶ τὰς πράξεις ἔστιν ὑπερβολὴ καὶ ἔλλειψις καὶ τὸ μέσον.

― η αρετή αναφέρεται στα πάθη και στις πράξεις
ἡ δ᾽ ἀρετὴ περὶ πάθη καὶ πράξεις ἐστίν,

: σ' αυτά η υπερβολή αποτελεί λάθος και ψέγεται, το ίδιο και η έλλειψη,,
ἐν οἷς ἡ μὲν ὑπερβολὴ ἁμαρτάνεται καὶ ἡ ἔλλειψις [ψέγεται],


ενώ το μέσον επαινείται και είναι το ορθό•
τὸ δὲ μέσον ἐπαινεῖται καὶ κατορθοῦται·

φυσικά, τα δύο αυτά, ο έπαινος και η επιτυχία του ορθού, πάνε μαζί με την αρετή.
ταῦτα δ᾽ ἄμφω τῆς ἀρετῆς.

Ένα είδος μεσότητας είναι λοιπόν η αρετή, έτσι που έχει για στόχο της το μέσον.
μεσότης τις ἄρα ἐστὶν ἡ ἀρετή, στοχαστική γε οὖσα τοῦ μέσου.


ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ «ΗΘΙΚΑ ΝΙΚΟΜΑΧΕΙΑ»

ΕΝΟΤΗΤΑ 10η

ΚΕΙΜΕΝΟ - ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ


Επιπλέον, το σφάλμα γίνεται με πολλούς τρόπους
Ἔτι τὸ μὲν ἁμαρτάνειν ἔστιν πολλαχῶς

(γιατί το κακό είναι σχετικό με το άπειρο, όπως δίδασκαν οι Πυθαγόρειοι,
(τὸ γὰρ κακὸν τοῦ ἀπείρου, ὡς οἱ Πυθαγόρειοι εἴκαζον,

ενώ το καλό με το πεπερασμένο), όμως το σωστό με έναν μόνο τρόπο
τὸ δ᾽ ἀγαθὸν τοῦ πεπερασμένου), τὸ δὲ κατορθοῦν μοναχῶς

(γι’ αυτό και είναι το ένα εύκολο, ενώ το άλλο δύσκολο πράγματι, είναι εύκολο
(διὸ καὶ τὸ μὲν ῥᾴδιον τὸ δὲ χαλεπόν, ῥᾴδιον μὲν

να αποτύχουμε στο στόχο μας, όμως είναι δύσκολο να τον επιτύχουμε)
τὸ ἀποτυχεῖν τοῦ σκοποῦ, χαλεπὸν δὲ τὸ ἐπιτυχεῖν)·

και γι’ αυτούς λοιπόν τους λόγους η υπερβολή και η έλλειψη πάνε μαζί με την κακία,
καὶ διὰ ταῦτ᾽ οὖν ἡ ὑπερβολὴ καὶ ἡ ἔλλειψις τῆς μὲν κακίας,

ενώ η μεσότητα με την αρετή
τῆς δ᾽ ἀρετῆς ἡ μεσότης·

γιατί καλοί γινόμαστε με έναν τρόπο, αλλά κακοί με πολλούς.
ἐσθλοὶ μὲν γὰρ ἁπλῶς, κακοί δὲ παντοδαπῶς.

Είναι λοιπόν η αρετή μόνιμο στροιχείο του χαρακτήρα, που επιλέγεται ελεύθερα από
ἔστιν ἄρα ἡ ἀρετὴ ἕξις προαιρετική,

το άτομο που βρίσκεται στο μέσο το οποίο προσδιορίζεται με κριτήρια υποκειμενικά
ἐν μεσότητι οὖσα τῇ πρὸς ἡμᾶς,


και καθορίζεται από τη λογική και συγκεκριμένα, κατά τη γνώμη μου,
ὡρισμένῃ λόγῳ

από τη λογική που καθορίζει ο φρόνιμος άνθρωπος.
καὶ ᾧ ἂν ὁρίσειεν ὁ φρόνιμος.

Και είναι μεσότητα ανάμεσα σε δυο κακίες,
μεσότης δὲ δύο κακιῶν,

από τις οποίες η μια βρίσκεται από την πλευρά της υπερβολής,
τῆς μὲν καθ᾽ ὑπερβολὴν

ενώ η άλλη από την πλευρά της έλλειψης και ακόμα είναι μεσότητα,
τῆς δὲ κατ᾽ ἔλλειψιν· καὶ ἔτι (μεσότης εστί)

επειδή άλλες από αυτές τις κακίες δε φτάνουν σ’ αυτό που πρέπει,
τῷ τὰς μὲν ἐλλείπειν τοῦ δέοντος

και άλλες το ξεπερνούν και στα συναισθήματα και στις πράξεις,
τὰς δ᾽ ὑπερβάλλειν ἔν τε τοῖς πάθεσι καὶ ἐν ταῖς πράξεσι,

ενώ η αρετή ευρίσκει και επιλέγει το μέσο.
τὴν δ᾽ ἀρετὴν καὶ εὑρίσκειν καὶ αἱρεῖσθαι τὸ μέσον.