- Αιδώς Αργείοι: όταν θέλουμε να καταδείξουμε αισθήματα ντροπής αναφερόμενοι σε κάποιον άλλο. Ειπώθηκε από τον Στέντορα (σε έντονο ύφος) προς τους Αργείους κατά τη διάρκεια του Τρωικού πολέμου, με σκοπό να τους ανυψώσει το ηθικό όταν ο Αχιλλέας αποχώρησε από τη μάχη. (Ομήρου Ιλιάδα – Ε 787)
- Αντίπαλον δέος: όταν αναφερόμαστε σε ισχυρό αντίπαλο. (Θουκυδίδης – Γ 11)
- Από μηχανής θεός: μη αναμενόμενη βοήθεια – λύση – συνδρομή σε κάποιο πρόβλημα ή δύσκολη κατάσταση. Προέρχεται από θεατρικό τέχνασμα στην αρχαία Ελλάδα που χρησιμοποιούσαν οι τραγικοί ποιητές όταν ήθελαν να δώσουν διέξοδο στη πλοκή του έργου και στο οποίο κατά τη διάρκεια της παράστασης εμφανιζόταν ένας Θεός επάνω σε εναέρια κατασκευή (γερανός).
- Αρχή άνδρα δείκνυσι: όταν οι πράξεις – έργα χαρακτηρίζουν τον άνθρωπο στον οποίο αναφερόμαστε. (Βίας ο Πριηνεύς – Σοφοκλής.... Αντιγόνη 62)
- Ασκός του Αιόλου: σε περιπτώσεις επικείμενων δεινών – καταστροφών. Ο Αίολος έδωσε έναν ασκό στον Οδυσσέα ο οποίος περιείχε ανέμους. Όταν λοιπόν οι σύντροφοι του Οδυσσέα άνοιξαν τον ασκό, απελευθερώθηκαν οι άνεμοι και παρέσυραν το πλοίο στο νησί των Λαιστρυγόνων. (Ομήρου Οδύσσεια Κ 1-56)
- Αχίλλειος πτέρνα: αδύνατο σημείο. Η φράση προέρχεται από το μύθο του Αχιλλέα, σύμφωνα με τον οποίο, όταν τον βύθιζε στο αθάνατο νερό η μητέρα του, επειδή τον κρατούσε από τη φτέρνα, στο συγκεκριμένο σημείο του σώματός του παρέμεινε θνητός.
- Βίος αβίωτος: ζωή ανυπόφορη. (Χίλων Ο Λακεδαιμόνιος)
- Γαία πυρί μειχθήτω: σε περιπτώσεις καταστροφής, όταν θέλουμε να δώσουμε έμφαση.
- Γη και ύδωρ: υποδηλώνει περιπτώσεις υποταγής , πλήρους υποχώρησης, παράδοσης άνευ όρων. Η φράση προέρχεται από τον Ηρόδοτο, σύμφωνα με τον οποίο οι Πέρσες απεσταλμένοι ζήτησαν από τους Σπαρτιάτες γη και ύδωρ σε ένδειξη υποταγής. (Ηροδότου Ιστορία V 17-18)
- Γόρδιος δεσμός: αναφέρεται σε περιπτώσεις δύσκολων προβλημάτων (άλυτων). Η φράση λέγεται σε περιπτώσεις δύσκολων καταστάσεων, όπως αυτή που αντιμετώπισε ο Μέγας Αλέξανδρος, όταν προσπάθησε να λύσει ένα πολύπλοκο κόμπο, το «γόρδιο δεσμό» τον οποίον σύμφωνα με τον χρησμό όποιος τον έλυνε θα γινόταν κυρίαρχος της Ασίας. (Αρριαννού 11 3)
- Δαμόκλειος σπάθη: απειλητικές καταστάσεις Η φράση προέρχεται από επεισόδιο που συνέβη μεταξύ του τυράννου των Συρακουσών Διονυσίου και του Δαμοκλή, ενός αυλικού κόλακα , όταν ο πρώτος θέλοντας να δείξει στο Δαμοκλή πόσο επικίνδυνο ήταν το αξίωμα του τυράννου τον έβαλε να καθίσει στο θρόνο, ενώ από πάνω του κρεμόταν ξίφος σε μια τρίχα αλόγου.
- Διέβην τον Ρουβίκωνα: σε περιπτώσεις που λαμβάνεται μία παράτολμη απόφαση. Η φράση αποδίδεται στον Ιούλιο Καίσαρα ο οποίος όταν το 49 π.Χ. αποφάσισε να κηρύξει εμφύλιο πόλεμο στην Ιταλία, πέρασε με το στρατό του τον ποταμό Ρουβίκωνα κατευθυνόμενος προς την Ρώμη.
- Δούρειος Ίππος: αναφέρεται σε περιπτώσεις δολιότητας, ή δώρων τα οποία υποκρύπτουν δόλο. Η φράση προέρχεται από τον Όμηρο και αναφέρεται κατά την περίοδο των Τρωικών πολέμων τότε που οι Έλληνες ενώ χάρισαν στους Τρώες ξύλινο άλογο μεγάλων διαστάσεων ως αφιέρωμα στους Θεούς, στο εσωτερικό του ήταν κρυμμένοι ο Οδυσσέας με τους συντρόφους του, οι οποίοι άνοιξαν τις πύλες της Τροίας στους υπόλοιπους Έλληνες (Ομήρου Οδύσσεια λ 529)
- Δρακόντεια μέτρα: αναφέρεται σε περιπτώσεις λήψης αυστηρών – σκληρών μέτρων Η φράση προέρχεται από τον Δράκοντα (7ος αιώνας π.Χ) αρχαίο νομοθέτη των Αθηνών, ο οποίος ήταν γνωστός για τους αυστηρούς και σκληρούς νόμους που επέβαλε.
- Εκατόμβη: Θυσία με πολλά θύματα, μεγάλη απώλεια. Εκατόμβη στην αρχαία Ελλάδα ονόμαζαν την θυσία κατά την οποία γινόταν προσφορά από εκατό βόδια στους θεούς. (Ομήρου Ιλιάδα Α 65)
- Εξ απαλών ονύχων: αναφέρεται στην νηπιακή ηλικία κυριολεκτικά, ή σε παλαιότερη χρονική περίοδο μεταφορικά. Η φράση χρησιμοποιείται για να προσδιορίσει τη νηπιακή ηλικία κατά την οποία ο άνθρωπος έχει μαλακά νύχια.
- Έπεα πτερόεντα: αερολογίες, αβάσιμα επιχειρήματα. Ομηρική έκφραση βασισμένη στην αντίληψη ότι τα λόγια όταν εκστομίζονται τα παίρνει ο αέρας. (Ομήρου Ιλιάδα Α 201)
- Επί ξυρού ακμής: στην κόψη του ξυραφιού, σε πολύ κρίσιμη κατάσταση, σε κρίσιμο σημείο. Ομηρική φράση η οποία ειπώθηκε από το Νέστορα στο Διομήδη στην προσπάθειά του να τον παροτρύνει για συμμετοχή στον πόλεμο εναντίον των Τρώων. (Ομήρου Ιλιάδα Κ 173)
- Ες αύριον τα σπουδαία: Αργότερα θα ασχοληθούμε με τα σοβαρά ζητήματα – θέματα, αναβολή. Τη φράση είπε ο Θηβαίος Αρχίας, όταν έλαβε το γράμμα που τον προειδοποιούσε ότι κινδυνεύει από τον Πελοπίδα. (Πλουτάρχου Πελοπ. 10)
- Ή ταν ή επί τας: Ή θα την φέρεις νικητής (ασπίδα) ή θα σε φέρουν επάνω της νεκρό.................ή θα επιτύχουμε, ή θα αποτύχουμε. Τη φράση έλεγαν οι Σπαρτιάτισσες μητέρες στα παιδιά τους, όταν τους έδιναν την ασπίδα για τον πόλεμο. (Πλουτάρχου Λακεδαιμ. Αποφθ.16)
- Ήξεις αφήξεις: Λέγεται όταν κάποιος αλλάζει συνεχώς γνώμη. Η φράση προέρχεται από το χρησμό του μαντείου των Δελφών « ήξεις αφήξεις ου θνήξεις εν πολέμω». Η θέση του κόμματος πριν ή μετά το αρνητικό μόριο ου, καθορίζει και τη σημασία του χρησμού.
- Ιδού η Ρόδος ιδού και το πήδημα: Λέγεται για όσους υπερηφανεύονται και καυχώνται για ανεπιβεβαίωτα κατορθώματα και καλούνται να αποδείξουν ότι λένε την αλήθεια. Η φράση προέρχεται από Αισώπειο μύθο σύμφωνα με τον οποίο κάποιος ισχυριζόταν ότι κάποτε στη Ρόδο έκανε ένα πολύ μεγάλο άλμα και του ζήτησαν να το επαναλάβει λέγοντάς του την παραπάνω φράση. (Αισώπου Μύθοι «Ανήρ Κομπαστής»)
- Ιστός της Πηνελόπης: Λέγεται για έργο που δεν τελειώνει. Η φράση είναι από τον Όμηρο όπου στην Οδύσσεια αναφέρεται στην Πηνελόπη η οποία ύφαινε ένα ύφασμα την ημέρα και το ξήλωνε τη νύχτα, θέλοντας να ξεγελάσει τους μνηστήρες μέχρι να γυρίσει ο Οδυσσέας από την Τροία. (Ομήρου Οδύσσεια τ 149)
- Και συ τέκνον Βρούτε: Φράση που απευθύνεται σε πρόσωπα που προδίδουν την εμπιστοσύνη μας.Την είπε ο Καίσαρας, όταν αναγνώρισε τον Βρούτο ανάμεσα στους δολοφόνους του.
- Κέρας Αμαλθείας: Παραπέμπει σε πλούτο – αφθονία υλικών αγαθών. Η φράση προέρχεται από περιστατικό όπου η Αμάλθεια έτρεφε το μικρό Δία με κέρατο κατσίκας γεμάτο γάλα και μέλι.
- Κέρβερος: Σκληρός, ανυποχώρητος. Προέρχεται από το ομώνυμο τέρας που φύλαγε τον Άδη και δεν επέτρεπε την είσοδο.
- Κομίζω γλαύκα εις Αθήνας: Όταν λέγονται ήδη γνωστά πράγματα. Η φράση λέγεται διότι στην Αθήνα η γλαύκα, η κουκουβάγια, ήταν γνωστή, σαν σύμβολο της Αθήνας και εικονιζόταν παντού, όπως στις στροφές των σπιτιών, στα νομίσματα κ.λ.π. (Αριστοφάνη, Όρνιθες, 301)
- Κόπρος του Αυγείου: Συγκεντρωμένες ατασθαλίες – καταστάσεις οι οποίες δύσκολα διορθώνονται. Η φράση προέρχεται από άθλο του Ηρακλή, κατά τον οποίο καθάρισε την κοπριά από τους στάβλους του Αυγείου.
- Κουτί της Πανδώρας: Εμφάνιση πολλών δεινών ταυτόχρονα. Η φράση προέρχεται από τη μυθολογία, σύμφωνα με την οποία ο Δίας για να τιμωρήσει τους ανθρώπους έδωσε στην Πανδώρα ως δώρο ένα κιβώτιο γεμάτο με όλες τις συμφορές, με αποτέλεσμα μόλις το άνοιξε να βγουν όλα τα δεινά, εκτός από την ελπίδα.
- Κύκνειο άσμα: Η τελευταία ενέργεια – πράξη – έργο κάποιου. Προέρχεται από το τελευταίο τραγούδι του κύκνου πριν το θάνατό του. (Πλάτωνος Φαίδων 84 Ε)
- Μέμνησο των Αθηναίων: Μην ξεχνάς αυτόν που πρόκειται να εκδικηθείς.Τη φράση έλεγε καθημερινά ένας υπηρέτης στο Δαρείο (κατόπιν εντολής του) υπενθυμίζοντας ότι έπρεπε να τιμωρήσει τους Αθηναίους, διότι συμμετείχαν στην πυρπόληση των Σάρδεων. (Ηροδότου V 105)
- Μερίς του λέοντος: Το μεγαλύτερο μερίδιο. (Αισώπου μύθοι «Λέων και αλώπηξ»)
- Μηδένα προ του τέλους μακάριζε: Μην βιάζεσαι να μακαρίσεις κάποιον πριν το τέλος. Με αυτή τη φράση σχολίασε ο Σόλωνας τους θησαυρούς του Κροίσου, όταν ο τελευταίος τους έδειξε με υπερηφάνεια. (Ηροδότου Ι 32 7)
- Ο κύβος ερρίφθη: Η απόφαση έχει ληφθεί. Τη φάση είπε ο Καίσαρας όταν αποφάσισε να κηρύξει εμφύλιο πόλεμο. Οι λατινομαθείς ευρωπαίοι το λένε στα λατινικά alea jacta est.
- Προκρούστειος Κλίνη: Προσαρμογή κάποιας κατάστασης βάσει συμφέροντος. Προέρχεται από τον μυθικό κακούργο Προκρούστη ο οποίος έδενε τα θύματά του σε κρεβάτι κι έπειτα τους έκοβε ή εξάρθρωνε τα πόδια, προκειμένου να τους φέρει σε ίσο μήκος με το κρεβάτι.
Τετάρτη 17 Ιανουαρίου 2024
Εκφράσεις από τα Αρχαία Ελληνικά που χρησιμοποιούμε σήμερα
Παρασκευή 7 Ιουλίου 2023
Αρχαία, Νέα ή Ελληνικά;
Δεν γνωρίζω τι θα έπρεπε να με εκπλήσσει περισσότερο. Η πρόταση των 56 πανεπιστημιακών δασκάλων για την κατάργηση της διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών στο Γυμνάσιο ή η έκπληκτη αντίδραση των συναδέλφων μου φιλολόγων για την εν λόγω κίνηση; Δυστυχώς, πλέον, μάλλον δεν με εκπλήσσει τίποτε, καθώς όπως έγραφε και ο Ρώσος φιλόσοφος και θεολόγος Μπερντιάεφ «ποτέ άλλοτε οι ουτοπίες δεν ήταν τόσο πραγματοποιήσιμες όσο στην εποχή μας».
Η αλήθεια, όμως, είναι ότι το πρόβλημα έχει βαθιές ρίζες. Εδώ και αρκετές δεκαετίες, το γλωσσικό ζήτημα αποτελεί ένα διαρκές πεδίο άγονης αντιπαράθεσης για φιλολόγους και όχι μόνο. Μέσα από τις παλαιότερες διαμάχες δημοτικιστών και καθαρευουσιάνων φτάσαμε στα νεότερα ψευδοδιλήμματα του τύπου Αρχαία ή Νέα Ελληνικά; Στην πραγματικότητα, όμως, όλες αυτές οι διαφωνίες αποτελούν σκιαμαχίες. Πρόκειται για μάχες που δίνονται «για ένα πουκάμισο αδειανό», καθώς με τη στάση αυτή καταφέραμε να μετατρέψουμε το σώμα της ελληνικής σε πτώμα, το οποίο μάλιστα αρκετοί σκυλεύουν διαρκώς (σκυλεύω = αφαιρώ τα όπλα του νεκρού μετά τη μάχη και τα παίρνω ως λάφυρα).
Αν κάτι πάντως με προβλημάτισε στην ανακοίνωση των πανεπιστημιακών, αυτό είναι η αντιμετώπιση της Αρχαίας Ελληνικής ως νεκρής γλώσσας. Είναι καταπληκτικό πώς σε αυτή τη μικρή χώρα καταφέρνουμε να αγνοούμε αυτό που γνωρίζει όλη η ανθρωπότητα. Μια γλώσσα που εξακολουθεί να διδάσκεται σε χώρες όπως, η Αγγλία, το Βέλγιο, η Ισπανία, η Γαλλία, η Ιταλία, η Νορβηγία, η Ρωσία και άλλες ων ουκ έστιν αριθμός. Μια γλώσσα, για την οποία ξεσηκώθηκαν στη Γαλλία εκπαιδευτικοί αλλά και απλοί πολίτες, διαμαρτυρόμενοι για την επιχειρούμενη κατάργησή της. Αλλά βέβαια εδώ στην Ελλάδα είχαμε πάντα σημαντικότερους λόγους κινητοποιήσεων. Παραλλάσσοντας το γνωστό στίχο του Κ. Π. Καβάφη, «για Αρχαία να μιλούμε τώρα!…»
Δεν έχω καμία πρόθεση να επιχειρηματολογήσω υπέρ της διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών στο Γυμνάσιο και αυτό, γιατί νιώθω ότι μιλώντας για κάτι τόσο αυτο-νόητο θα το καταστήσω α-νόητο. Εξάλλου, έχουν γραφτεί πάρα πολλά επί του θέματος. Θα περιοριστώ απλώς στο να επισημάνω ότι η Αρχαία μας Γλώσσα είναι ο πνεύμονας του πολιτισμού μας. Είναι η εθνική μας κιβωτός μέσω της οποίας ταξιδεύουν στο χρόνο οι υψηλότερες αξίες του ανθρώπινου πνεύματος. Σήμερα, και ο πιο αγράμματος Έλληνας μπορεί να αναγνωρίσει αρχαίες λέξεις, όπως «δημοκρατία», «θάλασσα», «πολιτεία», «θεός», «ειρήνη», «ελευθερία», «δικαιοσύνη» όχι μόνο σε μια αρχαία επιγραφή αλλά και στο καθημερινό του λεξιλόγιο. Και αυτό γιατί οι λέξεις αυτές δεν έπαψαν να προφέρονται στα χείλη μας εδώ και τόσες χιλιάδες χρόνια. Όμως, «σβήνοντας κανείς ένα κομμάτι από το παρελθόν, είναι σαν να σβήνει και ένα αντίστοιχο από το μέλλον», όπως έγραφε και ο Γ. Σεφέρης. Γι’ αυτό και η άγνοια του γλωσσικού μας παρελθόντος ευθύνεται, κατά τη γνώμη μου, για τη γλωσσική ακατανοησία του παρόντος.
Κατά συνέπεια, η έξωση των Αρχαίων Ελληνικών από το σχολείο δεν μπορεί να συνιστά προοδευτική πράξη. Αν περιορίσουμε τη διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών, στο σχολείο με την προτεινόμενη κατάργησή τους στο Γυμνάσιο, θα ξανακάνουμε το μάθημα αυτό προνόμιο μιας μικρής ταξικής ελίτ, δηλαδή των ολίγων. Κατά πόσο όμως συνάδει αυτό με τον περίφημο εκδημοκρατισμό της παιδείας μας; Όσο για τον επιχειρούμενο συσχετισμό των Αρχαίων Ελληνικών με την αποκαλούμενη συντηρητική ιδεολογία, θα πρέπει κάποτε να σοβαρευτούμε. Μήπως θα πρέπει να θυμίσουμε ότι οι κυριότεροι εκπρόσωποι της μαρξιστικής ιδεολογίας, ο Μαρξ και ο Ένγκελς, ήταν λάτρεις του αρχαίου ελληνικού πνεύματος, δηλώνοντας περήφανοι για την αρχαιομάθειά τους; Αλλά και ο ίδιος ο Βλαδίμηρος Λένιν επιδείκνυε ασίγαστο πάθος για τις κλασικές σπουδές, καθώς από μαθητής σχεδόν μπορούσε να μεταφράζει τους μεγάλους Έλληνες κλασικούς. Πώς αλλιώς θα γινόταν εξάλλου ένας Λένιν; Άρα στο όνομα ποιας ακριβώς αριστερής ιδεολογίας, η συγκεκριμένη ενέργεια της κατάργησης των Αρχαίων Ελληνικών αναγορεύεται ως επαναστατική πράξη;
Δεν θα τολμούσα με τόση ευκολία να εκστομίσω ότι είναι «παρά φύσιν» η διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών στο Γυμνάσιο. Αντιθέτως, μπορώ με βεβαιότητα να υποστηρίξω ότι είναι «παρά φύσιν» το γεγονός ότι οι σημερινοί Έλληνες μαθητές δεν θεωρούν πλέον τα Αρχαία Ελληνικά ως Ελληνικά. Και αυτό γιατί τα περίφημα Αρχαία δεν διδάσκονται ως Ελληνικά αλλά ως μια μάλλον ξένη γλώσσα. Και γι’ αυτό όμως διατηρώ αμφιβολίες, καθώς η διδασκαλία των ξένων γλωσσών είναι πολύ πιο γοητευτική.
Δυστυχώς, εδώ και πάρα πολλά χρόνια δεν καταφέραμε να απαλλαγούμε από ένα απαρχαιωμένο σύστημα διδασκαλίας. Θα έλεγε κανείς ότι η διδασκαλία της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας με τον συγκεκριμένο τρόπο ισοδυναμούσε και ισοδυναμεί με μια τιμωρητική σχεδόν πράξη στο ελληνικό σχολείο. Η έμφαση στη στείρα απομνημόνευση τύπων και η αναγωγή των νεκρόφιλων χρονικών και εγκλιτικών αντικαταστάσεων σε υπέρτατο αυτοσκοπό της διδασκαλίας κατάφερε να καταστήσει το ουσιώδες αυτό μάθημα σε μάθημα ρουτίνας. Κατάφερε τελικά να μας κάνει να προσκολληθούμε στο γράμμα και όχι στο πνεύμα του μαθήματος. Όμως για να θυμηθούμε και μια παλιά ελληνική επιγραφή, «το γράμμα αποκτείνει, το δε πνεύμα ζωοποιεί». Και εμείς σκοτώσαμε το πνεύμα.
Τα παραπάνω ωστόσο δεν μπορούν και δεν πρέπει να μας οδηγούν σε σκέψεις κατάργησης του μαθήματος, καθώς με τη λογική αυτή θα έπρεπε να καταργηθεί και ένα πλήθος άλλων μαθημάτων που διδάσκονται με ανάλογο τρόπο. Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι η κατάργηση αλλά η αναβάθμιση του μαθήματος. Η διδασκαλία της Αρχαίας Ελληνικής στο Γυμνάσιο όχι μόνο δε λειτουργεί εις βάρος της διδασκαλίας της Νέας Ελληνικής αλλά θα μπορούσε με εμπνευσμένο και παιγνιώδη τρόπο να την ανεβάσει σε υψηλότερο επίπεδο.
Όντως το ζητούμενο δεν είναι να μάθουμε τα παιδιά να γράφουν και να μιλούν Αρχαία Ελληνικά. Το ζητούμενο είναι να τα μυήσουμε στη γοητεία της απλότητας και επιγραμματικότητας του αρχαίου ελληνικού λόγου.
Να τα βοηθήσουμε να κατανοήσουν και να εξερευνήσουν τις ρίζες της γλώσσας τους και τη διαχρονική της εξέλιξη.
Να εμπλουτίσουμε το ομολογουμένως πενιχρό λεξιλόγιό τους.
Να ενισχύσουμε τη φυσική εκφορά του ελληνικού λόγου που σε λίγο θα αποτελεί terra incognita.
Να διευρύνουμε τα όρια της γλώσσας τους και μαζί τα όρια της σκέψης τους.
Το πιο σημαντικό, όμως, είναι να καταφέρουμε τους πείσουμε ότι τα περίφημα ΑΡΧΑΙΑ είναι τελικά ΕΛΛΗΝΙΚΑ. Είναι η ίδια γλώσσα που κατάφερε να διατηρηθεί ζωντανή στο πέρασμα των αιώνων και που καμιά νομοθετική πράξη δεν μπορεί να ακυρώσει. Σε τελική ανάλυση, έχουμε την ηθική υποχρέωση να κάνουμε αυτά τα παιδιά να αισθανθούν υπερήφανα τουλάχιστον για την αρχαιότητα της γλώσσας τους. Θα ήταν τραγικό να τους στερήσουμε ό,τι πολυτιμότερο έχουν, την ίδια τους την ταυτότητα.
Το 1975, στο Διεθνές Συνέδριο του Συμβουλίου της Ευρώπης, είχε διατυπωθεί το σύνθημα: «Un avenir pour notre passé» ήτοι «ένα μέλλον για το παρελθόν μας». Αυτό το μέλλον οφείλουμε να εξασφαλίσουμε και για την Αρχαία Ελληνική Γλώσσα που αποτελεί το πιο σημαντικό κομμάτι του παρελθόντος μας αλλά και της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς. Ας της δώσουμε ένα μέλλον που της αξίζει.
Παρασκευή 26 Νοεμβρίου 2021
Η εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας
Σύμφωνα με τους νομπελίστες ποιητές Σεφέρη και Ελύτη ο συνδετικός κρίκος όλων των ιστορικών περιόδων του ελληνικού πολιτισμού από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα είναι η ελληνική γλώσσα. Ετυμολογικά η λέξη γλώσσα ετυμολογικά προέρχεται από τις αρχαιοελληνικές λέξεις γλωχίν και γλώξ που σημαίνουν κάτι μυτερό.[1] Η σημερινή της μορφή διαμορφώθηκε στο διάβα των αιώνων και γι’ αυτό πέρασε από πολλές εξελικτικές φάσεις. Οι περίοδοι αυτές είναι:
- α) η Πρωτο-ελληνική (μέχρι τον 15ο αι. π.Χ.),
- β) η Αρχαία ελληνική (15ος αι.-300 π.Χ.),
- γ) η Ελληνιστική Κοινή (300 π.Χ. – 6ος αι. μ.Χ.),
- δ) η Μεσαιωνική (6ος αι. -15ος αι.) και
- ε) η Νεοελληνική (15ος – σήμερα).[2]
Η ινδοευρωπαϊκή ρίζα
Η ελληνική γλώσσα ανήκει στη μεγάλη οικογένεια των Ινδοευρωπαϊκών γλωσσών και αποτελεί από μόνη της μια ξεχωριστή κατηγορία. Η ιστορία της ξεκινά με τους Προέλληνες (Πελασγούς, Λέλεκες, Κάρες) που συναντήθηκαν «γλωσσικά» με τα ελληνικά φύλλα των Ιώνων, Αχαιών και Δωριέων όταν αυτοί ήρθαν να εγκατασταθούν στον Ελλαδικό χώρο.[3] Ο επόμενος σταθμός στην εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας είναι η ανάπτυξη του ελληνικού αλφαβήτου με βάση το φοινικικό που είχε μόνο σύμφωνα. Σε αυτό οι Έλληνες προσθέτουν τα φωνήεντα και δημιουργούν την αρχαϊκή ελληνική γραφή (9ος αιώνας π. Χ.), η οποία χαρακτηρίζεται από τα κεφαλαία γράμματα, την απουσία διαστημάτων ανάμεσα στις λέξεις, αλλά και τις διαφορές τόσο στη γραφή όσο και στην ομιλία ανάλογα με τον γεωγραφικό τόπο διαμονής.
Οι τρεις αρχαιοελληνικές διάλεκτοι
Με αυτό τον τρόπο δημιουργούνται τρείς διάλεκτοι στον αιγιακό χώρο: η ιωνική (Αττική και ιωνικά παράλια Μικρασίας), η αιολική (Θεσσαλία και Αιολία, δηαλδή στην Μικρασία, απέναντι από τη Λέσβο) και η δωρική (Πελοπόννησος και νότια Μικαρασιάτικα παράλια απέναντι από τη Ρόδο).
Η ιωνική χρησιμοποιείται για τη δημιουργία του έπους, της λυρικής ποίησης, της ιστοριογραφίας, του δράματος (τραγωδία, κωμωδία), της ρητορείας και της φιλοσοφίας και εξελίσσεται στην αττική διάλεκτο. Η αιολική βοηθάει στην καλλιέργεια της μελικής ποίησης, ενώ η δωρική στην χορική ποίηση και το ειδύλλιο.[4]
Η ελληνιστική κοινή. Η γλώσσα των Ευαγγελίων
Η αττική διάλεκτος με τις κατακτήσεις του μεγάλου Αλεξάνδρου έρχεται σε επαφή με πολλούς ξένους πολιτισμούς και γλώσσες, με αποτέλεσμα τη γέννηση της ελληνιστικής κοινής γλώσσας, την διεθνή γλώσσα της εποχής (όπως είναι τα αγγλικά σήμερα). Στην ελληνιστική κοινή, η γλώσσα απλοποιείται, καθώς πολλές λέξεις από την αττική διάλεκτο χάνονται, καινούργιες προστίθενται και εισάγονται ξένες, ενώ άλλες που προϋπήρχαν αλλάζουν σημασία.
Η αττικίζουσα διάλεκτος
Τον 1ο αι. π.Χ. Αλεξανδρινοί λόγιοι θέλοντας να επαναφέρουν την πολιτιστική ακμή του 5ου αιώνα π.Χ. αρχίζουν να διδάσκουν την αττική διάλεκτο σαν γλώσσα πνευματικής καλλιέργειας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το γλωσσικό διχασμό μεταξύ της λόγιας αττικίζουσας γλώσσας των μορφωμένων εκείνης της εποχής και της ελληνιστικής κοινής του λαού.[5] Αξιοσημείωτο είναι ότι η αττικίζουσα διάλεκτος χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα στα διαγγέλματα από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως
Η Μεσαιωνική (πρώιμη και όψιμη)
Στη Μεσαιωνική περίοδο της ελληνικής γλώσσας και συγκεκριμένα τους δυο πρώτους αιώνες (4ος-6ος αιώνας) της πρώιμης μεσαιωνικής γλώσσας (4ος-11οςαιώνας) συνυπάρχουν τρεις γλωσσικές διάλεκτοι: η αττικίζουσα των λογίων, η δημώδης του λαού και η λατινική της διοίκησης. Αυτό ισχύει μέχρι και την περίοδο της βασιλείας του Ιουστινιανού (482-565 μ. Χ.), ενώ στη συνέχεια -από τον 7ο αιώνα μέχρι την πτώση της Κωνσταντινούπολης- συνυπάρχουν η δημώδης του λαού και η αττικίζουσα σε συνάρτηση με την αρχαΐζουσα των λογίων και της κρατικής γραφειοκρατίας.[6]
Αυτή που εξελίσσεται είναι η δημώδης γλώσσα, η οποία εμπλουτίζει το λεξιλόγιό της με νέες λέξεις από τη λατινική γλώσσα για τη διοίκηση, τα τοπωνύμια, τις ονομασίες ημερολογιακών μηνών, καθώς και καταλήξεις, όπως: -άτος, -άριος, -πούλος, κ.ά.[7] Επίσης, γλωσσικά δάνεια υπάρχουν και από την επαφή με τους Σλάβους και τους Άραβες.
Τέλος, κατά την όψιμη περίοδο της μεσαιωνικής ελληνικής (12ος – 15ος αι.) σχηματίζονται νέες σύνθετες λέξεις και νέες καταλήξεις, όπως: –ας, -σιμον, -ίκιον, -εα.[8] Οι τελευταίες αλλαγές οδηγούν στη δημιουργία των κύριων χαρακτηριστικών της νεοελληνικής γλώσσας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το έπος του Διγενή Ακρίτα (12ος αιώνας), το οποίο θεωρείται η απαρχή της νεοελληνικής λογοτεχνίας.
Η Νεοελληνική
Η περίοδος της Τουρκοκρατίας χαρακτηρίζεται από τη χρήση μιας λαϊκής ελληνικής γλώσσας με τοπικούς ιδιωματισμούς (ο ιδιωματισμός έχει μικρές διαφοροποιήσεις από την κοινή γλώσσα και χρησιμοποιείται σε περιορισμένο τόπο, π.χ. το κρητικό ιδίωμα) και διαλέκτους, με πολλά γλωσσικά δάνεια από την τουρκική και τη βενετσιάνικη γλώσσα (ανάλογα με τους εκάστοτε κατακτητές της περιοχής). Από αυτές σήμερα θεωρούνται ως επίσημοι διάλεκτοι (διάλεκτος θεωρείται η γλωσσική μορφή που χρησιμοποιείται από τον πληθυσμό μιας μεγάλης γεωγραφική περιοχής και παρουσιάζει σημαντικές διαφορές σε φωνητικό, συντακτικό και λεξιλογικό επίπεδο από την επίσημη γλώσσα) τα ποντιακά, τα κατωϊταλικά και τα τσακώνικα.
Από τις αρχές του 19ου αιώνα δημιουργήθηκε το «γλωσσικό ζήτημα», καθώς διαμορφώθηκαν δυο γλωσσικές τάσειςˑ η πρώτη θεώρησε ότι τα αρχαία είναι η κατάλληλη γλώσσα του γένους, ενώ η δεύτερη την κοινή προφορική γλώσσα. Ο Αδαμάντιος Κοραής πρότεινε την «μέση οδό», με αποτέλεσμα την δημιουργία της καθαρεύουσας, την οποία υιοθετεί το επίσημο Ελληνικό Βασίλειο. Με τον τρόπο αυτό, στην πρωτεύουσα Αθήνα δημιουργείται από τους λόγιους Φαναριώτες η Ρομαντική Αθηναϊκή Λογοτεχνική Σχολή, η οποία μέχρι το 1880 εκφράζεται στην αρχαΐζουσα (ακραία μορφή καθαρεύουσας), ενώ στα Επτάνησα λόγω του Σολωμού επικρατεί η δημοτική.
Το 1888 ο Ιωάννης Ψυχάρης με το βιβλίο του Το Ταξίδι υπερασπίζεται την δημοτική γλώσσα του λαού (η γλώσσα των «μαλλιαρών», όπως ονομαζόταν), ενώ το 1901 και το 1903 με τα γνωστά «Ευαγγελικά» (μετάφραση των Ευαγγελίων στη δημοτική) και «Ορεστειακά» (μετάφραση της τραγωδίας του Αισχύλου στη δημοτική) αντίστοιχα, ένας άνθρωπος χάνει τη ζωή του. Ο γλωσσικός δυισμός συνεχίζεται και το 1911 όταν με την συνταγματική μεταρρύθμιση του Βενιζέλου η καθαρεύουσα ορίζεται επίσημη γλώσσα του κράτους. Μόλις το 1917 με την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και τη συνδρομή του Μανόλη Τριανταφυλλίδη αρχίζει να διδάσκεται η δημοτική στις τρεις πρώτες τάξεις του Δημοτικού. Το 1964 για πρώτη φορά καθιερώνεται (πρωθυπουργία Γ. Παπανδρέου) η ισοτιμία δημοτικής-καθαρεύουσας, ενώ το 1976 -μετά την πραξικοπηματική παρένθεση επαναφοράς της καθαρεύουσας- ο υπουργός Παιδείας Γ. Ράλλης λύνει οριστικά το «γλωσσικό ζήτημα» και η δημοτική γίνεται επίσημη γλώσσα του Ελληνικού κράτους.[9]
Αγησίλαος Κ. Αλιγιζάκης, ιατρός ορθοπεδικός και πολιτισμολόγος. Κατάγεται από τα Χανιά και εργάζεται στο ιατρείο του στο Ηράκλειο Κρήτης. Είναι συγγραφέας πέντε ερευνητικών βιβλίων για την μουσικοχορευτική παράδοση της Κρήτης και χορευτής ελληνικών παραδοσιακών χορών για 36 χρόνια.
Βιβλιογραφία
- Βούρτσης Ι., «Εξέλιξη και διάλεκτοι της ελληνικής γλώσσας», στο Βούρτσης Ι. Μανακίδου Ε., κ.ά., Εισαγωγή στον Ελληνικό πολιτισμό, τόμος Α, Η έννοια του πολιτισμού. Όψεις του Ελληνικού πολιτισμού, ΕΑΠ, Πάτρα 1999, σ. 247-305.
- Μπαμπινιώτης Γ., Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας, εκδ. Κέντρο Λεξικολογίας Ε.Π.Ε., Αθήνα3
[1]Γ. Μπαμπινιώτης, Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας, εκδ. Κέντρο Λεξικολογίας Ε.Π.Ε., Αθήνα, 32008.
[2]Ι. Βούρτσης, «Εξέλιξη και διάλεκτοι της ελληνικής γλώσσα», στο Βούρτσης Ι. Μανακίδου Ε. κ.ά., Εισαγωγή στον Ελληνικό πολιτισμό, τόμος Α, Η έννοια του πολιτισμού. Όψεις του Ελληνικού πολιτισμού, ΕΑΠ, Πάτρα 1999, σ. 257.
[3]Ό.π., σ. 258-259.
[4]Ό.π., σ. 266-280.
[5]Ό.π., σ. 281-293.
[6]Ό.π., σ. 290-294.
[7]Ό.π., σ. 292.
[8]Ό.π., σ. 293.
[9]Ό.π., σ. 299-301.
Δευτέρα 31 Αυγούστου 2020
Λέξεις από τα αρχαία ελληνικά που χρησιμοποιούμε σήμερα
- Άγχω, σημαίνει σφίγγω το λαιμό, σήμερα λέμε αγχόνη. Επίσης άγχος είναι η αγωνία από κάποιο σφίξιμο, ή από πίεση.
- Άγω σημαίνει οδηγώ, φέρνω, μεταφέρω. Κάποιες λέξεις που χρησιμοποιούμε σήμερα είναι λοχαγός, χορηγός, ἀπαγωγή, δημαγωγός, εἰσάγω.
- Αιδώς (ντροπή) προήλθε ο αναιδής.
- Άκων είναι όποιος κάνει κάτι χωρίς τη θέλησή του, απρόθυμα. Λέμε ακουσία.
- Αλέξω στην εποχή του Ομήρου σημαίνει εμποδίζω, αποτρέπω. Τώρα χρησιμοποιούμε τις λέξεις αλεξίπτωτο, αλεξίσφαιρο, αλεξικέραυνο, Αλέξανδρος (αυτός που αποκρούει τους άνδρες)
- Άλγος στον Όμηρο είναι ο σωματικός πόνος, από αυτό προέρχεται το αναλγητικό.
- Άρουρα ήταν το χωράφι, όλοι ξέρουμε τον αρουραίο.
- Άρχω σημαίνει είμαι πρώτος, πηγαίνω πρώτος, προηγούμαι. Λέμε αρχηγός, αρχιτέκτων, δήμαρχος, ὑπάρχω.
- Αυδή είναι η φωνή. Σήμερα χρησιμοποιούμε το επίθετο άναυδος.
- Άχθος, Το βάρος, σήμερα λέμε αχθοφόρος.
- Βρύχια στον Όμηρο είναι τα βαθέα ύδατα, εξ ου και το υποβρύχιο.
- Δέρκομαι σημαίνει βλέπω. Σήμερα υπάρχει η λέξη οξυδερκής και όχι οξυβλέμματος.
- Δόρπος στα αρχαία είναι το δείπνο. Τη σημερινή εποχή χρησιμοποιούμε τη λέξη επιδόρπιο.
- Θαμαί είναι ένα αρχαιοελληνικό επίρρημα που σημαίνει πολλές φορές. Γι’ αυτό το λόγο λέμε για κάποιον που συχνάζει σε ένα μέρος ότι είναι θαμώνας.
- Ιχθύς είναι το ψάρι. Λέμε σήμερα ιχθυοτροφείο, ιχθυοκαλλιέργεια
- Λάας ή λας έλεγαν την πέτρα. Εμείς λέμε λατομείο (τομή πέτρας), λαξεύω. Κατά τη μυθολογία και μετά τον κατακλυσμό, ο Δευκαλίωνας και η σύζυγός του Πύρρα, άρχισαν να δημιουργούν ανθρώπους περπατώντας και πετώντας πίσω τους πέτρες. Από τις πέτρες που έριχνε ο Δευκαλίων δημιουργήθηκαν άνδρες και από τις πέτρες της Πύρρας, δημιουργήθηκαν γυναίκες. Γι αυτό το λόγο οι άνθρωποι που “γεννήθηκαν” με αυτό το τρόπο ονομάστηκαν Λα-ός.
- Λώπος είναι στον Όμηρο το ένδυμα. Τώρα λέμε λωποδύτη.
- Ναυς ειναι το πλοίο. Από τη λέξη ναυς έχουμε: ναυπηγός, ναύαρχος, ναυμαχία, ναυτικός, ναυαγός, ναυτιλία, ναύσταθμος, ναυτοδικείο, ναυαγοσώστης, ναυτία, κ.τ.λ.
- Νόστος σημαίνει επιστροφή στην πατρίδα. Λέμε νοσταλγία.
- Πέδη, σημαίνει δέσιμο και τώρα λέμε πέδιλο. Επίσης χρησιμοποιούμε τη λέξη χειροπέδες.
- Πέλωρ σήμαινε το τέρας, αλλά ακόμη λέμε πελώριος.
- Ρύπος, δηλαδή η ακαθαρσία, εξακολουθεί και λέγεται έτσι – ρύπανση.
- Τήλε (επίρρημα) στον Όμηρο εννοούσαν μακριά, εμείς χρησιμοποιούμε τις λέξεις τηλέφωνο, τηλεόραση, τηλεπικοινωνία, τηλεβόλο, τηλεπάθεια.
- Ύδωρ είναι το νερό. Λέμε όμως ύδρευση, υδραγωγείο, υδραυλικός, υδροφόρος, υδρογόνο, υδροκέφαλος, αφυδάτωση, ενυδρείο, κ.τ.λ.
- Ύλη ονόμαζαν ένα τόπο με δένδρα, εμείς λέμε υλοτόμος, υλοτομία.
- Φάος είναι το φως. Σήμερα λέμε είχε μια φαεινή ιδέα.
- Φρην είναι η λογική, το μυαλό. Από αυτή τη λέξη προέρχονται το φρενοκομείο, ο φρενοβλαβής, ο εξωφρενικός, ο άφρων, ο έχων σώας τας φρένας.
Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2020
Γ. Μπαμπινιώτης, Το Ευαγγέλιο και η σύγχρονη γλώσσα
Έχει παρατηρηθεί ότι η ελληνική γλώσσα, λόγω της μακραίωνης ιστορίας της, προσφέρεται για τη μελέτη της εξέλιξης της γλώσσας στη γραμματική και συντακτική της δομή και κατεξοχήν στις μεταβολές της σημασίας των λέξεων.
Ελληνιστής είναι σήμερα ο (ξένος κυρίως) λόγιος που ασχολείται με τα ελληνικά γράμματα (γλώσσα, λογοτεχνία, ιστορία κ.λπ.), παλαιότερα δε ιδίως ο ασχολούμενος με την αρχαία ελληνική γλώσσα και φιλολογία. Ωστόσο, στα χρόνια του Ευαγγελίου ελληνιστής ήταν «ο ελληνόφωνος Εβραίος»: «και παρρησιαζόμενος εν τω ονόματι του Κυρίου Ιησού, ελάλει τε και συνεζήτει προς τους Ελληνιστάς» (Πράξ. Αποστ. 9.30).
Το ρήμα συγκινώ που σήμερα κυρίως σημαίνει «προκαλώ ψυχική διέγερση, συναισθηματική ένταση» βρίσκεται στο Ευαγγέλιο με την κυριολεκτική σημασία του «κάνω να κινηθούν όλοι μαζί», άρα «ξεσηκώνω»: «(τινές εκ της συναγωγής) συνεκίνησάν τε τον λαόν και τους πρεσβυτέρους και τους γραμματείς, και επιστάντες συνήρπασαν αυτόν [τον Στέφανον] και ήγαγον εις το συνέδριον». (Πράξ. 6.12).
Η λέξη κρίμα χρησιμοποιείται σήμερα με τη σημασία «ευθύνη για μια αδικία που γίνεται εις βάρος κάποιου» (στη φράση «το κρίμα στον λαιμό σου») και επίσης όταν θέλουμε να δηλώσουμε έμμεσα τη συμπάθεια, τη λύπη του ομιλητή για κάτι που συμβαίνει άδικα («κρίμα / τι κρίμα να πάνε χαμένες προσπάθειες τόσων ετών»). Στην Κοινή του Ευαγγελίου, ωστόσο, βρίσκουμε τη λέξη με την αρχική σημασία της ως παραγώγου του ρήματος κρίνω· σημαίνει το αποτέλεσμα του κρίνω, την απόφαση και την πράξη του να κρίνει κανείς, την κρίση: «Ω βάθος πλούτου και σοφίας και γνώσεως Θεού. ως ανεξερεύνητα τα κρίματα αυτού και ανεξιχνίαστοι αι οδοί αυτού» (Επιστ. Ρωμ. 11.33) και «και είπεν ο Ιησούς· εις κρίμα εγώ εις τον κόσμον τούτον ήλθον, ίνα οι μη βλέποντες βλέπωσι και οι βλέποντες τυφλοί γένωνται». Η σημερινή σημασία της λέξης («ευθύνη για αδικία») προέρχεται από χρήσεις, όπως «οι κατεσθίοντες [για τους γραμματείς] τας οικίας των χηρών και προφάσει μακρά προσευχόμενοι· ούτοι λήψονται περισσότερον κρίμα».
Η αρχαία λέξη επήρεια «προσβλητική μεταχείριση, κακομεταχείριση» (πιθ. από το ομηρικό αρειή «κακομεταχείριση, βλάβη» ή από το έρις «έριδα») έδωσε το αρχ. επηρεάζω «φέρομαι προσβλητικά, κακομεταχειρίζομαι». Με αυτή τη σημασία βρίσκουμε τη λέξη και στο κείμενο της Καινής Διαθήκης: «αγαπάτε τους εχθρούς υμών, ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς και προσεύχεσθε υπέρ των επηρεαζόντων υμάς και διωκόντων υμάς» (Ματθ. 5.44). Σήμερα η λέξη πέρασε στη σημασία «κατευθύνω έμμεσα, με τα λόγια ή τις πράξεις μου, τις ενέργειες, τον τρόπο σκέψης, τις αποφάσεις κ.λπ. κάποιου».
Η λ. καθηγητής, που σημαίνει σήμερα τον διδάσκοντα ένα ειδικό γνωστικό αντικείμενο στην τριτοβάθμια (ΑΕΙ-ΤΕΙ) ή στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, σήμαινε αρχικά (από το καθ-ηγούμαι) «αυτόν που καθοδηγεί, που δείχνει τον δρόμο στους άλλους» και, γενικότερα, «τον οδηγητή, τον καθοδηγητή, τον διδάσκαλο»: «μηδέ κληθήτε καθηγηταί. είς γαρ υμών εστιν ο καθηγητής, ο Χριστός» (Ματθ. 23.10).
Το ρήμα καταγγέλλω χρησιμοποιείται σήμερα με τη σημασία του «αναφέρω δημόσια παράνομες πράξεις, καταφεύγω στο δικαστήριο εναντίον κάποιου». Εχει δηλ. τη σημασία του «ψέγω, κατηγορώ». Στην αρχαία Ελληνική το καταγγέλλω σήμαινε «κηρύσσω» (πόλεμο), «αναγγέλλω» γενικά και, λιγότερο, ό,τι και σήμερα («καταγγέλλω την επιβουλήν, τους δεσπότας» κ.λπ.). Στη γλώσσα του Ευαγγελίου το καταγγέλλω χρησιμοποιείται ως εύσημη λέξη για να δηλώσει το «διακηρύσσω, ευαγγελίζομαι, φέρνω σημαντική είδηση». Ετσι ο Παύλος στον λόγο του προς τους Αθηναίους στον Αρειο Πάγο λέει: «Διερχόμενος γαρ και αναθεωρών τα σεβάσματα υμών εύρον και βωμόν εν ω επεγέγραπτο "Αγνώστω Θεώ". ον ουν αγνοούντες ευσεβείτε, τούτον εγώ καταγγέλλω υμίν». (Πράξ. Αποστ. 17.23-24) και «ήλθον ου καθ' υπεροχήν λόγου ή σοφίας καταγγέλλων υμίν το μαρτύριον του Θεού» (Κορ. Α' 2.1).
Στο τελευταίο απόσπασμα βρίσκουμε τη λ. μαρτύριον με τη σημασία της «μαρτυρίας» και, κατ' επέκταση, της «αλήθειας» του Θεού. Ομοίως στο απόσπασμα: «καθώς το μαρτύριον του Χριστού εβεβαιώθη εν υμίν, ώστε υμάς μη υστερείσθαι εν μηδενί χαρίσματι» (Κορ. Α' 2.7). Αργότερα η λ. μαρτύριο πέρασε στη δήλωση της σωματικής δοκιμασίας, των βασανιστηρίων και του θανάτου ακόμη που υπέστησαν οι μάρτυρες για την πίστη τους, αργότερα και της ψυχικής δοκιμασίας, σημασίες με τις οποίες χρησιμοποιείται η λέξη και σήμερα (σπανιότερα χρησιμοποιείται και με τη σημασία της μαρτυρίας, του τεκμηρίου). Αξίζει να λεχθεί ότι και η ομόρριζη λέξη διαμαρτύρομαι, που αρχικά σήμαινε «επικαλούμαι τους θεούς και τους ανθρώπους ως μάρτυρες (για κάτι που λέω ή που υφίσταμαι)» και που ήδη στην αρχαία γλώσσα πέρασε στη σημασία που έχει και σήμερα, στη γλώσσα του Ευαγγελίου βρίσκεται με διαφορετική σημασία, του «κηρύσσω, διακηρύσσω, αναγγέλλω, κάνω γνωστό»: «και διδάξαι υμάς δημοσίως και κατ' οίκους, διαμαρτυρόμενος Ιουδαίοις τε και Ελλησι [=ειδωλολάτρες] την εις τον Θεόν μετάνοιαν και πίστιν την εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν» (Πράξ. Αποστ. 20.21).
Αναφέρθηκα δι' ολίγων σε μερικές λέξεις της Καινής Διαθήκης που η σημασία τους διαφέρει από τη σημερινή χρήση τους. Ωστόσο, οι περισσότερες λέξεις του Ευαγγελίου σώζονται με την ίδια ή παραπλήσια σημασία. Ο πατέρας της γλωσσικής επιστήμης στην Ελλάδα, ο Γ. Χατζιδάκις, στη μελέτη του «Περί της ενότητος της ελληνικής γλώσσης» (Επιστ. Επετηρίς Παν/μίου Αθηνών 5, 1908-9, σ. 47-51) έδειξε ότι «εκ των 4.900 περίπου λέξεων της Καινής Διαθήκης σχεδόν αι ημίσειαι, ήτοι λέξεις 2.280, λέγονται και σήμερον έτι εν τη κοινή λαλιά· των δε λοιπών αι πλείσται μεν, 2.260, νοούνται καλώς υπό πάντων των Ελλήνων αναγιγνωσκόμεναι ή ακουόμεναι, ολίγαι δε μόνον, περί τις 400, είναι αληθώς ακατανόητοι υπό του ελληνικού λαού».
Δεν είναι εκπληκτικό να μιλούν οι νέοι σήμερα για πώρωση και πωρωμένους, δηλώνοντας «την τυφλή προσήλωση σε κάτι χωρίς να βλέπει κανείς τίποτε άλλο», και να διαβάζουμε στα κείμενα της Κ. Διαθήκης «εσκοτισμένοι τη διανοία, όντες απηλλοτριωμένοι της ζωής του Θεού [...] διά την πώρωσιν της καρδίας αυτών» και «και γνους ο Ιησούς λέγει αυτοίς· τι διαλογίζεσθε ότι άρτους ουκ έχετε; ούπω νοείτε ουδέ συνίετε; ότι πεπωρωμένην έχετε την καρδίαν υμών; οφθαλμούς έχετε και ου βλέπετε, και ώτα έχοντες ουκ ακούετε;», να γίνεται λόγος δηλαδή για την τύφλωση και την αδυναμία να δει κανείς την πραγματικότητα ή κάτι άλλο από αυτό που έχει ήδη στο μυαλό του;
Γεώργιος ΜπαμπινιώτηςΕφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ 18 Οκτωβρίου 1998 - Νέες Εποχές, σ. 11
Κυριακή 13 Μαΐου 2007
Ξενοφῶντος «Ελληνικά»
ΘΕΜΑ 1Ο --- Παρατηρήσεις
Ξενοφώντα «Ελληνικά», Ι, 5, 8-11
- ακούω και αισθάνομαι + γενική (+ κατ. μετχ.)= ακούω ή αισθάνομαι ο ίδιος (αυτηκοϊα)
- ακούω και αισθάνομαι + αιτιατική ( + κατ. μετ. )= πληροφορούμαι
αθύμως έχω
βαρέως φέρω
χαλεπως φέρω
ανιωμαι
άχθομαι
λυπουμαι
- προσδέχομαι = δέχομαι ευχάριστα, περιμένω
- μηδέ οίτινες ωσιν = πάντες
- στασιάζω = επαναστατώ,
- στασιάζοντες αυτοί εν αυτοις = εμπλεκόμενοι σε εμφύλιες διαμάχες
στάση= επανάσταση, εμφύλια διαμάχη
στασιαστικός = ταραχοποιός
- ανέλκω ναυς = τραβώ τα πλοία στην ξηρά
ειλκον
έλξω ή ελκύσω
είλκυσα ή ειλξα
είλκυκα
ειλκύκειν
- αναψύχω = στεγνώνω
- αποτειχίζω = αποκλείω με τείχος
- επιστέλλω = παραγγέλνω, διατάζω ( από μακριά )