Κυριακή 3 Μαΐου 2020

«ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΚΟΣΜΟΣ»

«Τα όρια της γλώσσας μου είναι τα όρια του κόσμου μου» (Wittgenstein)

Ο άνθρωπος από τη στιγμή που έρχεται στον κόσμο βρίσκεται σε ένα δοσμένο περιβάλλον φυσικό, κοινωνικό, πολιτιστικό, οικονομικό. Τα διάφορα είδη περιβάλλοντος διαμορφώνουν καταλυτικά την προσωπικότητα του ανθρώπου και εν μέρει προκαθορίζουν τη μελλοντική του πορεία. Η ύπαρξη ή μη της οικολογικής ισορροπίας, οι θεσμοί, οι νόμοι, οι αξίες, τα πρότυπα, τα ιδανικά, η τέχνη, οι αναζητήσεις, τα ερωτήματα, η εργασία, ο πλούτος και μια σειρά άλλων επί μέρους στοιχείων συνθέτουν ένα πλέγμα μέσα στο οποίο ο κάθε άνθρωπος ζει και αναπτύσσεται. Σε όλα τα παραπάνω επιβάλλεται να προστεθεί κι ένα άλλο περιβάλλον που, σύμφωνα με τις απόψεις νεότερων μελετητών της ανθρώπινης συμπεριφοράς, επηρεάζει αποφασιστικά τη διαμόρφωση της προσωπικότητας του ατόμου. Είναι το ΓΛΩΣΣΙΚΟ περιβάλλον.
Έχει αποδειχτεί πως ο άνθρωπος διαμορφώνεται μέσα από τη γλώσσα, γιατί με τη βοήθεια των λέξεων κατανοεί τον κόσμο αλλά ταυτόχρονα και με τη βοήθεια των λέξεων εξωτερικεύει τα διανοήματα και τις επιθυμίες ή τα συναισθήματά του. Έτσι, λοιπόν, ο εξωτερικός κόσμος και ο αντίστοιχος εσωτερικός αισθητοποιούνται μόνο με τη βοήθεια των λέξεων. Το άτομο γνωρίζει και σκέπτεται για τον κόσμο μόνο μέσα από τις λέξεις αλλά και εκφράζει τη σκέψη του με τις λέξεις δικαιώνοντας τη θέση: «Σκεπτόμαστε με λέξεις και εκφράζουμε τη σκέψη μας με λέξεις».

Λέξη και Σκέψη
Από τα παραπάνω, λοιπόν, γίνεται αντιληπτό πως ο λεκτικός πλούτος καθορίζει και τον πλούτο της σκέψης και το αντίθετο. ΣΚΕΨΗ > ΛΕΞΗ. Ένα άλλο επίσης στοιχείο που απορρέει από τα παραπάνω είναι η σχέση της γλώσσας και του «κόσμου» του ανθρώπου. Τα όρια του κόσμου κάθε ανθρώπου χωριστά προσδιορίζονται απόλυτα από το πλήθος των λέξεων που κατέχει και γενικότερα από τη γλώσσα του. Ο Wittgenstein κάπως αποφθεγματικά τόνισε τη σχέση ΓΛΩΣΣΑΣ και ΚΟΣΜΟΥ: «Τα όρια της γλώσσας μου σημαίνουν τα όρια του κόσμου μου».

Η γλώσσα ως σύστημα σημείων διαμορφώνεται από μια σειρά παραγόντων και ο καθένας χωριστά απ’ αυτούς καλλιεργεί τη δυνατότητα που δόθηκε στον άνθρωπο από τη φύση να εκφράζεται με λέξεις. Αυτοί οι παράγοντες, λοιπόν, είναι που ορίζουν, άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο, τα όρια της γλώσσας.

Παράγοντες που διαμορφώνουν τη Γλώσσα
Πρωταρχικά είναι τα «ακούσματα» κάθε ατόμου που ποικίλλουν από χώρο σε χώρο και αποτελούν την πρώτη εικόνα του κόσμου. Ένας άνθρωπος που μεγαλώνει σ’ ένα περιβάλλον με πλούσια και ποιοτικά ακούσματα έχει περισσότερες πιθανότητες από κάποιον άλλο να διευρύνει τους γλωσσικούς του ορίζοντες σε περιοχές γλωσσικά δύσβατες. Η εξοικείωση με ποιοτικά ακούσματα συμβάλλει θετικά στη γλωσσική καλλιέργεια, γιατί αυτά είναι με τα οποία το άτομο έρχεται σε επαφή από την πρώτη μέρα της ζωής του και στο μεγαλύτερο χρονικό διάστημα της ημέρας. Ας μη ξεχνάμε πως, πριν βρεθεί η γραφή, η επικοινωνία ήταν γλωσσική – ηχητική.
Από την εποχή, όμως, που βρέθηκε η γραφή τα «διαβάσματα» συμβάλλουν αποφασιστικά στον προσδιορισμό των ορίων της γλώσσας. Οι έννοιες έλαβαν πλέον και οπτική μορφή και έπαυσαν να είναι μόνο ηχητικά σύμβολα. Ο μετασχηματισμός των εννοιών σε λέξεις σήμανε την επανάσταση στη γνώση και την κατανόηση του κόσμου. Ο πλούτος της σοφίας είναι στη διάθεση κάθε ανθρώπου που γνωρίζει στοιχειωδώς ανάγνωση. Μπορεί ο καθείς να επικοινωνήσει με τη βοήθεια των κειμένων με το παρελθόν αλλά και με το μέλλον. Η οπτική παράσταση των σκέψεων – εικονική αποτύπωση – διευκολύνει την επικοινωνία του ανθρώπου με τις σκέψεις και τους προβληματισμούς ανθρώπων που έζησαν πριν απ’ αυτόν ή ζουν τα ίδια γεγονότα αλλά με διαφορετικές εμπειρίες. Μέσα από ένα κείμενο κάποιος μπορεί να βιώσει τους συναισθηματικούς κραδασμούς κάποιου άλλου και να θελήσει με παραπλήσιες λέξεις να εξωτερικεύσει τα δικά του συναισθήματα.

Επιπρόσθετα οι «διαπροσωπικές και κοινωνικές σχέσεις» του ατόμου διαμορφώνουν τα όρια της γλώσσας του. Κάθε άνθρωπος είναι φορέας μηνυμάτων και σκέψεων. Στο βαθμό που το άτομο δεν επιλέγει τη «μοναξιά» αλλά τη «συνύπαρξη» ως κοινωνικό ον είναι αναγκασμένο να συνάψει σχέσεις με άτομα του στενού του ή ευρύτερου περιβάλλοντος. Αυτές οι σχέσεις επηρεάζουν διττώς τα όρια της γλώσσας. Από τη μια πλευρά οι σχέσεις προϋποθέτουν και συνεπάγονται επικοινωνία και αυτή με τη σειρά της τη χρήση του λόγου. Προφορική ή γραπτή η επικοινωνία αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο τόσο των διαπροσωπικών όσο και των κοινωνικών σχέσεων. Από την άλλη πλευρά πάλι η επικοινωνία φέρνει το άτομο στη θέση του δέκτη και του πομπού μηνυμάτων. Αυτό με τη σειρά του εμπλουτίζει τόσο τη σκέψη όσο βέβαια και το γλωσσικό όργανο. Από τις λεκτικές νουθεσίες των γονέων μέχρι τη «χυδαιότητα» και τη «γλωσσική βαρβαρότητα» κάποιων ομάδων ανθρώπων το άτομο εσωτερικεύει όλο αυτό το μωσαϊκό λέξεων και ανάλογα εκφράζεται.

Από τους παράγοντες βέβαια που διαμορφώνουν τα όρια της γλώσσας δεν μπορεί να λείπει το «επάγγελμα» και ο «χώρος εργασίας». Πολλοί γλωσσολόγοι πιστεύουν πως η γλώσσα είναι κοινωνικό προϊόν και κατεξοχήν δημιούργημα της ανάγκης του ανθρώπου για εργασία. Η εργασία ιστορικά δεν αποτέλεσε μόνο παράγοντα οικονομικής ανάπτυξης και απελευθέρωσης αλλά και αφετηρία για μια διαφορετική σχέση με την εσωτερική και εξωτερική πραγματικότητα. Μέσα από την εργασία ο άνθρωπος νιώθει τη χαρά της δημιουργίας και της κυριαρχίας πάνω στα πράγματα κι ακόμη πάνω στη λειτουργία των φυσικών νόμων. Συνυπάρχει με άλλους και μέσα από τη συνεργασία φέρει σε πέρας κάποιο έργο καλλιεργώντας έτσι το ομαδικό πνεύμα. Όλα αυτά μεταφράζονται σε βιώματα και σκέψεις κι αυτά με τη σειρά τους σε έννοιες και λέξεις. Στην εποχή μας δε η εξειδίκευση επιβάλλει και τη χρήση ειδικού λεξιλογίου ορίζοντας έτσι σε σημαντικό βαθμό τα όρια της γλώσσας του ανθρώπου. Αν ισχύει το «είσαι με ό,τι ασχολείσαι» τότε εύκολα αυτό παραπέμπει στο «σκέπτεσαι και εκφράζεις αυτό που είσαι». Συμπερασματικά το επάγγελμα και η εργασία γενικότερα καλλιεργούν με τον τρόπο τους το γλωσσικό όργανο και ανάλογα εμπλουτίζουν τον «κόσμο» του ατόμου.
Οι μεταφυσικές αναζητήσεις
Είναι όμως απαραίτητο να τονιστεί και ο ρόλος των «μεταφυσικών αναζητήσεων» και των «υπαρξιακών ερωτημάτων» στον εμπλουτισμό της γλώσσας. Ο άνθρωπος δεν ορίζεται μόνο ως βιολογικό ή κοινωνικό ον αλλά και ως ον που μπορεί και ρωτά για τον εαυτό του, τους άλλους, το θεό, την τύχη, τον κόσμο, τη ζωή… Όλα αυτά συνθέτουν το πλαίσιο μέσα από το οποίο ο καθένας αντλεί νοήματα και σημασίες και ανάλογα πράττει. Υπάρχουν ερωτήματα και αναζητήσεις που αιωρούνται στο χώρο του «φαντασιακού» και μόνο η διατύπωσή τους προϋποθέτει αλλά και συνεπάγεται πλούσιο λεξιλόγιο. Η προσπάθεια να συλλάβει το «άγνωστο» και το «άρρητο» αποτελεί μια εκγύμναση του νου και της γλώσσας. Η διατύπωση ερωτημάτων για την ύπαρξή μας και οι αναζητήσεις που υπερβαίνουν τα όρια της ανθρώπινης φύσης ενεργοποιούν τη λειτουργία της γλώσσας που είναι αναγκασμένη να δώσει μορφή – να κάνει δηλαδή λέξη – αυτό που ακόμη είναι άυλο ως έννοια. Κάθε προσπάθεια όμως να δοθεί μια απάντηση στα ερωτήματα και τις αναζητήσεις ενεργοποιεί ένα νέο κύκλο γλωσσικών ενεργειών, στοιχείο που δρα αποφασιστικά στη διεύρυνση των ορίων της γλώσσας του ατόμου.

Τέλος, σημαντική είναι και η συμβολή της ύπαρξης πλούσιων «συναισθημάτων» και «εσωτερικού κόσμου» στον εμπλουτισμό της γλώσσας. Ο άνθρωπος αυτό που νιώθει για τους άλλους και τον εαυτό του θέλει να το μεταδώσει και ταυτόχρονα ο ίδιος να γίνει δέκτης αντίστοιχων καταστάσεων από τους άλλους. Γινόμαστε «κοινωνοί» των αισθημάτων των συνανθρώπων μας μέσα από τις λέξεις και ταυτόχρονα πομποί των δικών μας βιωμάτων και αισθημάτων. Η χαρά, η λύπη, η απογοήτευση, το άγχος, ο ενθουσιασμός, η αγάπη, η πίκρα, ο φόβος, η αγωνία και μια σειρά άλλων συναισθημάτων απαιτούν τις κατάλληλες λέξεις για να εξωτερικευθούν και έτσι συμβάλλουν κατά θετικό τρόπο στον καθορισμό των ορίων της γλώσσας. Ένας άνθρωπος με φτωχό εσωτερικό κόσμο και ατροφικά συναισθήματα σίγουρα θα χρειαστεί λιγότερες λέξεις να τα εκφράσει περιορίζοντας έτσι τα γλωσσικά του όρια. Οι συναισθηματικές μεταπτώσεις και οι ψυχολογικοί κλυδωνισμοί αισθητοποιούνται κάθε φορά όχι μόνο από το ύφος του ανθρώπου αλλά και από τα λόγια – λέξεις του φορέα τους.
Γίνεται λοιπόν αντιληπτό πως τα όρια της γλώσσας του ανθρώπου τα συνυφαίνουν τα ακούσματα, τα διαβάσματα, οι διαπροσωπικές και κοινωνικές σχέσεις, το επάγγελμα, ο χώρος εργασίας, οι μεταφυσικές αναζητήσεις, τα υπαρξιακά ερωτήματα και τέλος ο πλούτος των συναισθημάτων και η ποιότητα του εσωτερικού του κόσμου.

Γλώσσα και Κόσμος
Όλα τα παραπάνω, όμως, δεν καθορίζουν μόνο τα όρια της γλώσσας αλλά συνθέτουν και τον «κόσμο» του ανθρώπου. Η πραγματικότητα – υποκειμενική και αντικειμενική – κάθε ανθρώπου οριοθετείται από τα ακούσματα (προφορική επικοινωνία, φυσικοί ήχοι), από τα διαβάσματα (έντυπος λόγος, βιβλία), από τις εμπειρίες και δημιουργίες στο χώρο του επαγγέλματος και της εργασίας γενικότερα (χώρος – προϋπόθεση για την υλική επιβίωση και κοινωνική αναγνώριση), από τις αναζητήσεις και τα ερωτήματά του που αφορούν το χώρο της μεταφυσικής και της ύπαρξής του (θεός, θάνατος, τύχη, αβεβαιότητα ζωής, ελευθερία) αλλά και από τα συναισθήματα και τον εσωτερικό του κόσμο. Ο άνθρωπος ζει σε μια πραγματικότητα που ορίζεται από τα παραπάνω και σε γενικές γραμμές είναι η ίδια σε όλους, άσχετα από τον τρόπο που ο καθένας την αντιλαμβάνεται. Οι διάφορες αποχρώσεις της πραγματικότητας σχετίζονται με τον ψυχικό κόσμο που μαζί συνθέτουν τον «κόσμο» του ανθρώπου.

Ο άνθρωπος είναι ταυτόχρονα δημιουργός και δημιούργημα της ιστορίας, της κοινωνίας και του κόσμου του. Γενικότερα τα όρια του «κόσμου» του ανθρώπου ταυτίζονται με το βαθμό καλλιέργειας των διαφόρων υποστάσεών του (υλική, κοινωνική, πνευματική, ηθική). Οι ορίζοντες του κόσμου του διευρύνονται τόσο όσο ο άνθρωπος πλησιάζει προς την αυτοπραγμάτωσή του. Σύμφωνα δε και με το ανθρωπιστικό πρότυπο του Μάσλοου, το άτομο έχει απεριόριστες δυνατότητες για αυτο-ανάπτυξη. Αυτό που χρειάζεται είναι μόνο ένα περιβάλλον που να διευκολύνει την αυτορρύθμιση και τον αυτοπροσδιορισμό.

Παρμενίδης και Γλώσσα
Σύμφωνα, όμως, με τις απόψεις του Παρμενίδη – που διασώθηκαν κι από νεότερους μελετητές – η πραγματικότητα και ο κόσμος τους ανθρώπου υπάρχει στο βαθμό που μπορεί αυτός να σκεφτεί γι’ αυτόν. Κάτι που δεν ορίζεται από τη σκέψη δεν έχει για τον άνθρωπο υπόσταση. «Το γαρ αυτό νοείν εστίν και είναι» (Εκείνο που σκεφτόμαστε και εκείνο που υπάρχει είναι ένα και το αυτό). Η αντικειμενική λοιπόν πραγματικότητα (ΕΙΝΑΙ) μετασχηματίζεται στο νου του ανθρώπου σε έννοιες (ΝΟΕΙΝ) και με τη βοήθεια των λέξεων εκφράζεται και περιγράφεται (ΛΕΓΕΙΝ).

Βέβαια στην περίπτωση αυτή ο ρόλος της γλώσσας – λέξης είναι σημαντικός, γιατί οτιδήποτε μπορεί να εκφραστεί με τη λέξει υπάρχει ως έννοια – σκέψη και κατ’ ακολουθία υφίσταται αντικειμενικά. Ισχύει όμως και το αντίθετο. Ο άνθρωπος σκέπτεται με τη βοήθεια των λέξεων και με τις λέξεις οριοθετεί την πραγματικότητα. Άρα η λέξη δεν είναι μόνο «το όχημα» ή «το ένδυμα» της σκέψης αλλά κάτι παραπάνω. «χρη το λέγειν τε νοείν τ’ εόν έμμεναι…» (Αυτό για το οποίο μπορεί κανείς να μιλάει και να σκέφτεται πρέπει να υπάρχει…). [ΕΙΝΑΙ ® ΝΟΕΙΝ ® ΛΕΓΕΙΝ].

Η Γλώσσα για τον Wittgenstein
Η παράλληλη, λοιπόν, συνύπαρξη της ΛΕΞΗΣ, της ΣΚΕΨΗΣ και της ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ αναδεικνύει το ρόλο της γλώσσας στην κατανόηση και περιγραφή της πραγματικότητας στο σημείο που να μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει αυτό για το οποίο μπορούμε να μιλήσουμε. Ο γλωσσικός πλούτος προσδιορίζει και τα όρια του «κόσμου» του ανθρώπου επικυρώνοντας έτσι με τον πιο πανηγυρικό τρόπο την αλήθεια της θέσης του Wittgenstein «ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΜΑΣ».
Ο άνθρωπος λοιπόν και ο κόσμος του, η κοινωνία και η γλώσσα ιστορικά και λειτουργικά συνυφαίνονται και βρίσκονται σε μια συνεχή αλληλεπίδραση. Οι σχεδιασμοί, οι προσδοκίες και τα «συλλογικά οράματα» μιας κοινωνίας εκφράζονται και αισθητοποιούνται μέσα από αντίστοιχες έννοιες – λέξεις, ικανές να δώσουν νόημα και περιεχόμενο στις νέες ανάγκες και στα μελλοντικά «ζητούμενα» του κοινωνικού σώματος. Οι λέξεις, όμως, ενώ παράγονται και εφευρίσκονται κάτω από την πίεση να εκφραστεί το καινούριο ταυτόχρονα γεννούν στη σκέψη και στον ψυχισμό του ανθρώπου νέες πραγματικότητες και ανάγκες.

Τον άνθρωπο, λοιπόν, και τον κόσμο του δεν μπορούμε να τον εξετάσουμε – ερευνήσουμε χώρια από τη γλώσσα του και αντίθετα. Η ιστορία του ανθρώπου είναι η ιστορία της γλώσσας του και το αντίθετο. Η γλώσσα επηρεάζει τον τρόπο που ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται τον κόσμο, δημιουργεί την εικόνα του κόσμου και μια αλλαγή στη γλώσσα προκαλεί αλλαγή στην εικόνα που έχουμε για τον κόσμο μας. Γενικότερα η πραγματικότητα (φυσική και κοινωνική) απεικονίζεται και ερμηνεύεται από γλωσσικά σχήματα αλλά και η γλώσσα σημασιοδοτεί και κατασκευάζει πραγματικότητες.

Η δύναμη της Γλώσσας
Τη δύναμη, λοιπόν, της γλώσσας την αντιλήφθηκαν και οι παλιότεροι και η πορεία του ανθρώπου μέσα στο χρόνο επιβεβαίωσε αυτή. «Ουκ εώμεν άρχειν άνθρωπον αλλά τον λόγον, ότι εαυτώ τούτο ποιεί και γίνεται τύραννος» (Δε δίνουμε την εξουσία στον άνθρωπο αλλά στο λόγο (λογική, ομιλία), γιατί οι άνθρωποι ασκούν την εξουσία για τον εαυτό τους και γίνονται τύραννοι) (Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια). Τη σχέση όμως ΓΛΩΣΣΑΣ και ΚΟΣΜΟΥ δίνει με ένα αποκαλυπτικό τρόπο ένα τσιγγάνικο τραγούδι:
«Πες μου, άνθρωπε, πού είναι η γη μας,
τα βουνά, τα ποτάμια, οι κοιλάδες,
και τα δάση μας;
Πού είναι η χώρα μας; Πού είναι οι τάφοι μας;
Είναι στις λέξεις, στις λέξεις της γλώσσας μας»
.

Ηλίας Γιαννακόπουλος
ΙΔΕΟπολις

Δευτέρα 20 Απριλίου 2020

Η Ελληνική Γλώσσα – Γλώσσα και Ιστορία

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Από το 18ο αι. οι εντυπωσιακές ομοιότητες μεταξύ διαφόρων γλωσσών οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι οι ομοιότητες αυτές δε μπορεί να είναι τυχαίες, αλλά ενδεικτικές μιας απώτερης κοινής καταγωγής. Έτσι, η αρχαία ελληνική, η αρχαία ινδική, η λατινική κ.α. γλώσσες εντάχθηκαν σε μια γλωσσική οικογένεια, την ινδοευρωπαϊκή.
Όσον αφορά την κοιτίδα αυτής της υποθετικής κοινής «πρωτογλώσσας» προτάθηκαν διάφορες περιοχές, λαμβάνοντας υπόψη είτε την κοινή λεξιλογική κληρονομιά των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών, είτε τις αρχαιολογικές μαρτυρίες. Όμως, μέχρι σήμερα δεν έχει προκύψει κάποια καθολικά αποδεχτή λύση, αφού όλες όσες προτάθηκαν παρέμειναν στο χώρο των υποθέσεων.
Όσον αφορά το πότε και το πως διαμορφώνεται η ελληνική γλώσσα ως ξεχωριστή ινδοευρωπαϊκή γλώσσα, ήδη τον 14ο αι. π.Χ. η ελληνική υφίσταται ως ιδιαίτερη γλωσσική οντότητα. Επομένως, η γένεση της θα πρέπει να είναι κατά πολύ αρχαιότερο γεγονός.
Σύμφωνα με πολλούς ερευνητές, η ελληνική γλώσσα φαίνεται να διαμορφώνεται μέσα στον ελλαδικό χώρο γύρω στις αρχές της 2ης χιλιετίας π.Χ. Με το ζήτημα βέβαια της διαμόρφωσης της ελληνικής γλώσσας συνδέεται άμεσα και το ζήτημα των προελληνικών γλωσσών, αφού ως γνωστόν ο ελλαδικός χώρος φιλοξένησε παλαιότερους λαούς, που μιλούσαν τις δικές τους γλώσσες κι έτσι οι γλωσσικές επιμειξίες επηρέασαν ολόκληρο το σώμα της γλώσσας.
Μετά τη διαμόρφωση της ελληνικής γλώσσας, η συνάντηση με τη γραφή αποτελεί το δεύτερο σημαντικό επεισόδιο. Η ελληνική γλώσσα συναντήθηκε με τη γραφή μέσω δύο γραφικών συστημάτων: το αρχαιότερο συλλαβικό και το νεότερο αλφαβητικό. Και τα δύο ήταν δάνεια από την Ανατολή.
Έτσι, το 14ο αι. π.Χ. εισάγεται η συλλαβική γραφή στον ελληνόφωνο μυκηναϊκό κόσμο (γραμμική Β), ενώ η ίδια γραφή επιλέγεται για να γραφεί και η κυπριακή διάλεκτος. Στη μινωική Κρήτη η γραφή εμφανίζεται πιο νωρίς για να καταγράψει την άγνωστη γλώσσα ή γλώσσες της περιοχής, ιερογλυφική αρχικά (2η χιλιετία π.Χ.), και συλλαβική κατόπιν, την γραμμική Α (μέσα 19ου – μέσα 15ου αι.). Τέλος, στην Κύπρο εμφανίζονται οι πρώιμες (από 15ο αι. π.Χ.) κυπριομινωικές επιγραφές, που καταγράφουν άγνωστες γλώσσες, ενώ το κυπριακό συλλαβάριο χρησιμοποιείται για να καταγράψει και την ετεοκυρπιακή, μια άγνωστη, μη ελληνική γλώσσα.
Η περίοδος από τον 11ο - 18ο αι. π.Χ., οι λεγόμενοι Σκοτεινοί Αιώνες, χαρακτηρίζεται από αυτάρκεις κοινότητες μικρής συνθετότητας, οι οποίες, κατά τα φαινόμενα, δεν έχουν την ανάγκη της γραφής. Όμως, κατά τον 8ο αι. π.Χ. εμφανίζονται οι πρώτες αλφαβητικές επιγραφές, που βασίζονται στην προσαρμογή ενός φοινικικού προτύπου στις ανάγκες της ελληνικής γλώσσας. Μέχρι τον 5ο αι. π.Χ. παρατηρεί κανείς μια αυξανόμενη διεύρυνση της χρήσης της γραφής, ενώ σύντομα, ιδίως στην κλασική Αθήνα, μπήκε στην υπηρεσία της δημοκρατίας.
Μέχρι τα ελληνιστικά χρόνια η ελληνική γλώσσα είναι ένα μωσαϊκό διαλέκτων. Μέσα από αυτό το μωσαϊκό σύντομα θα ξεχωρίσει η ιωνική διάλεκτος και αργότερα η αττική διάλεκτος, επηρεασμένη από την ιωνική. Η τελευταία θα αποτελέσει τη βάση της ελληνιστικής κοινής, που θα μεταφερθεί με τις κατακτήσεις του Αλεξάνδρου σε ολόκληρη την οικουμένη και, μέσω αυτής, η ελληνική θα συναντηθεί με το χριστιανισμό και θα συνυπάρξει με τη λατινική.

ΟΙ ΚΥΡΙΟΙ ΚΛΑΔΟΙ ΤΗΣ ΙΝΔΟΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ:
Οι δέκα κύριοι κλάδοι της ινδοευρωπαϊκής οικογένειας είναι οι εξής:
  • Τοχαρικός: Απαρτίζεται από δύο στενά συγγενείς γλώσσες, που γενικά αναφέρονται απλά ως τοχαρική Α και τοχαρική Β. Οι γλώσσες αυτές εξαφανίστηκαν τον 10ο αι. μ.Χ.
  • Ινδοϊρανικός: Αντιπροσωπεύεται από δύο μεγάλες υποομάδες: την ιρανική και την ινδική. Οι παλαιότερες μαρτυρημένες ιρανικές γλώσσες είναι η αρχαία περσική και η ασβεστική (η ιερή γλώσσα του Ζωροαστρισμού). Όσον αφορά την ινδική ομάδα, βασικός εκπρόσωπος της είναι η σανσκριτική. Η αρχαιότερη μορφή της, γνωστή ως βεδική, είναι η γλώσσα στην οποία παραδόθηκαν προφορικά οι Βέδες.
  • Αρμενικός: Αντιπροσωπεύεται ουσιαστικά από μία και μόνη γλώσσα, την αρμενική.
  • Κλάδος της Ανατολίας: Η αρχαιότερη είναι η παλαϊκή, μια γλώσσα που χάθηκε ήδη από το 18ο αι. π.Χ. Η γλώσσα, όμως, με τη μεγαλύτερη εκπροσώπηση είναι η χεττιτική, ενώ σημαντική είναι η λουβική, σύγχρονη της χεττιτικής, καθώς και η λυκική. Όλες οι ινδοευρωπαϊκές γλώσσες της Ανατολίας είχαν χαθεί στα τέλη της ελληνιστικής εποχής.
  • Ελληνικός: Παρόλο που παρουσίασε σημαντική ποικιλία διαλέκτων σε όλες τις φάσεις της μακράς ιστορίας της, παρέμεινε ουσιαστικά μία και μόνη γλώσσα.
  • Αλβανικός: Η αλβανική, με τις δύο σημαντικότερες διαλέκτους της αποτελεί μόνη της ένα ξεχωριστό κλάδο. Συχνά θεωρείται ότι έχει σχέση με κάποια αρχαία βαλκανική γλώσσα, πιθανώς την ιλλυρική.
  • Βαλτοσλαβικός: Αποτελείται από δύο υποομάδες: τη βαλτική και τη σλαβική. Ο αρχαιότερος εκπρόσωπος της βαλτικής είναι η αρχαία πρωσική, αλλά και η λιθουανική και η λεττονική. Για τη σλαβική, έχουμε τη γνωστή σήμερα ως αρχαία εκκλησιαστική σλαβική (μετάφραση της Βίβλου από τους Κύριλλο και Μεθόδιο).
  • Τευτονικός: Αποτελείται από τρεις υποομάδες: Η ανατολική τευτονική, με μοναδική εκπρόσωπο τη γοτθική. Η δυτική τευτονική, που εκπροσωπείται από την αρχαία αγγλική και την αρχαία άνω γερμανική. Και η βόρεια τευτονική, που εκπροσωπείται από την αρχαία ισλανδική.
  • Ιταλικός: Κύριος εκπρόσωπος του κλάδου αυτού είναι η λατινική. Στις ιταλικές γλώσσες περιλαμβάνονται και η φαλισκική, η οσμική, και η ουμβρική, οι οποίες εξαφανίστηκαν κατά την αρχαιότητα με την εξάπλωση της λατινικής.
  • Κελτικός: Κύριοι εκπρόσωποι του κλάδου αυτού συναντώνται στα βρετανικά νησιά. Σημαντικότερες γλώσσες του, η αρχαία ιρλανδική και η ουαλική.
Εκτός από τις γλώσσες που αναφέρθηκαν υπάρχουν και μερικές άλλες, οι οποίες, αν και ανήκουν στην ινδοευρωπαϊκή οικογένεια, η θέση τους σε αυτή δεν είναι σαφής. Στις «υπολειμματικές γλώσσες» περιλαμβάνονται η θρακική, η ιλλυρική, η φρυγική, η μεσσαπική και η μακεδονική.

ΚΟΙΤΙΔΑ ΚΑΙ ΔΙΑΣΠΟΡΑ ΤΩΝ ΙΝΔΟΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΓΛΩΣΣΩΝ:
Δε μπορεί να συζητήσει κανείς για το που μιλιόταν μια προϊστορική γλώσσα αν δε γνωρίζει και το πότε μιλιόταν. Οι γλωσσολόγοι συμφωνούν γενικά ότι η διασπορά και η γλωσσική διαίρεση βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη γύρω στο 2500 π.Χ. ή και λίγο νωρίτερα. Δε μπορεί όμως να τεθεί ζήτημα ακριβούς χρονολόγησης, δεδομένου ότι η γλωσσική αλλαγή είναι δυναμική διεργασία, η οποία κατά πάσα πιθανότητα διήρκεσε πολλούς αιώνες. Και βέβαια ο βαθμός διαφοροποίησης θα πρέπει να διέφερε από περιοχή σε περιοχή.
Το ινδοευρωπαϊκό λεξιλόγιο, όπως το αποκαθιστά η ιστορικοσυγκριτική μέθοδος, εναρμονίζεται με το πολιτισμικό επίπεδο της ύστερης νεολιθικής ή της πρώιμης εποχής του χαλκού. Πάντως, είναι σχεδόν αδύνατο να τοποθετήσει κανείς την έναρξη της εξάπλωσης της ινδοευρωπαϊκής στην ύστερη εποχή του χαλκού, γιατί έτσι δε θα υπήρχαν χρονικά περιθώρια για τη διαφοροποίηση τους.
Σχετικά τώρα με την κοιτίδα της ινδοευρωπαϊκής γλώσσας, έχουν προταθεί τα εξής:
    • Η πρωιμότερη προσέγγιση τοποθετεί τους πρωτοϊνδοευρωπαΐους σε μια ευρεία περιοχή της Ευρώπης, που εκτείνεται από τις νότιες ακτές της Βαλτικής μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα και την Κασπία κατά τη μεσολιθική εποχή (πριν το 6000 π.Χ. περίπου). Συνεπώς, οι ευρωπαϊκές γλώσσες πρέπει να εξαπλώθηκαν προς τα νότια από τη βορειοκεντρική Ευρώπη, ενώ τα γλωσσικά ξαδέλφια τους εξαπλώθηκαν προς τα ανατολικά από τις στέπες, μεταφέροντας τις γλώσσες τους στην Ασία.
    • Η επόμενη προσέγγιση συσχετίζει την εξάπλωση των Ινδοευρωπαίων με τη διασπορά της γεωργίας από την Ανατολία στην Ευρώπη, με έναρξη το 7000 π.Χ. περίπου. Επομένως, οι ινδοευρωπαϊκές γλώσσες πρέπει να μεταφέρθηκαν από την Ανατολία στα δυτικά, πρώτα στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια, από την Ελλάδα στην Ιταλία και από τα Βαλκάνια προς το βορρά, κατά μήκος του Δούναβη, στη δυτική και νότια Ευρώπη. Οι ασιατικές γλώσσες ερμηνεύονται μέσω μιας μετακίνησης γεωργικών πληθυσμών προς τις περιοχές της δυτικής στέπας, όπου αυτοί μετατράπηκαν σε κτηνοτρόφους, για να μετακινηθούν μετά προς τα ανατολικά, στην ασιατική στέπα και να καταλήξουν κατά την εποχή του χαλκού και του σιδήρου στο Ιράν και την Ινδία.
    • Η Τρίτη θεωρία τοποθετεί την κοιτίδα στην Κεντρική Ευρώπη, στην περιοχή του Δούναβη γενικά και ίσως στα Βαλκάνια (όχι όμως στην Ελλάδα), απ’όπου υποτίθεται ότι γίνεται η διασπορά κατά την ύστερη νεολιθική εποχή. Μια από τις μεγαλύτερες αδυναμίες αυτής της θεωρίας είναι ότι δε μπορεί να αιτιολογήσει τους Ινδοευρωπαίους της Ασίας, αφού δεν υπάρχει καμιά ένδειξη για μετακίνηση ντόπιων νεολιθικών πληθυσμών της Ευρώπης ανατολικά, προς τις στέπες.
    • Η τελευταία θεωρία, η αποκαλούμενη λύση του Κουργκάν, θεωρεί ότι οι Ινδοευρωπαίοι εξαπλώθηκαν στα τέλη της νεολιθικής ή στην εποχή του χαλκού (4500-3000 π.Χ.) από κάποια κοιτίδα στις περιοχές των στεπών της Ευρώπης, δηλαδή την Ουκρανία και τη νότια Ρωσία. Η πορεία της εξάπλωσης μπορεί να ανιχνευτεί μέσα από τα ευρήματα ταφών κάτω από τύμβους (Κουργκάν), οι οποίες συναντώνται αργότερα στα Βαλκάνια, αντιπροσωπεύοντας την αρχική διασπορά των Ινδοευρωπαίων, προς την υπόλοιπη Ευρώπη, αλλά και ανατολικά, προς το Καζακστάν, το οποίο αποτέλεσε τη βάση για την εξάπλωση των ινδοϊρανικών γλωσσών.
    ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΙΝΔΟΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ:
    Η αποκατάσταση της ινδοευρωπαϊκής γλώσσας θεωρείται συνήθως ότι προϋποθέτει την ύπαρξη, σε κάποια εποχή, μιας κοινότητας που μιλούσε την ινδοευρωπαϊκή και η οποία είχε ένα ομοιογενή πνευματικό και υλικό πολιτισμό.
    Το λεξιλόγιο της ινδοευρωπαϊκής, όπως αποκαθίσταται με βάση την ιστορικοσυγκριτική μέθοδο, προσφέρεται ως κατάλληλη αφετηρία για την έρευνα του ινδοευρωπαϊκού πολιτισμού. Η αποκατάσταση του λεξιλογίου είναι περισσότερο ασφαλής, όταν ένας όρος έχει διατηρηθεί σε τρεις ή περισσότερους κλάδους της ινδοευρωπαϊκής, που βρίσκονται σε διαφορετικούς γεωγραφικούς χώρους. Πολλοί ερευνητές στέκονται επιφυλακτικοί απέναντι σε αυτή τη λεξιλογική μέθοδο, αφού σε πολλές γλώσσες οι λέξεις αλλάζουν νόημα στην πορεία του χρόνου ή και χάνονται εντελώς.
    Ένας αριθμός ερευνητών θεωρούν ότι θα μπόρεσαν να αποκατασταθούν αποσπάσματα της προφορικής ινδοευρωπαϊκής ποίησης, τα οποία μεταδόθηκαν ουσιαστικά αναλλοίωτα στο πέρασμα των αιώνων και διασώθηκαν στην πρώιμη ποιητική παράδοση των θυγατρικών γλωσσών. Από τη μελέτη αυτής της ποιητικής γλώσσας θα γινόταν ίσως δυνατό να συγκροτηθεί μια εικόνα των πεποιθήσεων των Ινδοευρωπαίων. Ωστόσο, κατά την ποιητική αποκατάσταση υπάρχει ο κίνδυνος να αποκατασταθούν περισσότερα από όσα πρέπει, αν κάνουμε το λάθος να θεωρήσουμε δύο παράλληλα, αλλά ξεχωριστά, ποιητικά θέματα (π.χ. Εγκωμιασμός) ως κοινή κληρονομιά από τη μητέρα-γλώσσα. Επιπλέον, πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι οι ποιητικές παραδόσεις είναι ανοικτές στις επιρροές πολλών και διαφορετικών πολιτισμών.
    Τέλος, αρκετοί μελετητές επιχείρησαν να αποκαταστήσουν τον ινδοευρωπαϊκό πολιτισμό μέσα από τη σύγκριση των μύθων και των κοινωνικών θεσμών των ινδοευρωπαϊκών λαών. Ωστόσο, πολλοί έχουν αμφισβητήσει τη μέθοδο αυτή.
    Συνοψίζοντας όλες τις παραπάνω προσεγγίσεις στο ζήτημα της αποκατάστασης του ινδοευρωπαϊκού πολιτισμού, συμπεραίνουμε ότι καμιά δεν είναι ασφαλής ή βέβαιη.

    Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΚΑΙ ΓΡΑΦΗΣ:
    Η ελληνική γλώσσα προέκυψε από την κοινή ινδοευρωπαϊκή γλώσσα (πρωτοϊνδοευρωπαϊκή) μέσω μιας συνεχούς διαδικασίας αλλαγών στη διάρκεια μιας μακράς χρονικής περιόδου. Είναι το τελικό αποτέλεσμα μιας σειράς μεταβολών στη φωνητική, τις κλιτικές και παραγωγικές καταλήξεις, το λεξιλόγιο και τη σύνταξη, που έγιναν από τους ομιλητές στη διάρκεια των αιώνων.
    Ο όρος «ελληνική γλώσσα» αποτελεί αφαίρεση, η οποία βασίζεται σε ένα σύνολο διαλέκτων. Κατά την κλασική εποχή οι κύριες διαλεκτικές ομάδες ήταν η δυτική ελληνική (δωρική και διάλεκτοι βορειοδυτικής Ελλάδας), η αιολική, η αττικοϊωνική και η αρκαδοκυπριακή. Ήδη όμως κατά τη 2η χιλιετία π.Χ. η ελληνική έχει διαχωριστεί σε διαλέκτους. Δε μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα αν υπήρξε ποτέ μια εντελώς ομοιογενής γλώσσα που θα μπορούσε να ονομαστεί «ελληνική», αλλά μπορεί να αποδειχτεί ότι πολλά από τα χαρακτηριστικά που διακρίνουν μεταξύ τους τις διαφορετικές ελληνικές διαλέκτους είναι νεότερες γλωσσικές εξελίξεις. Είναι ενδεχόμενο ότι σε πρωιμότερα στάδια της γλώσσας διακρίνονταν όλο και λιγότερες διάλεκτοι.
    Σχετικά με τα συστήματα γραφής, στον ελληνικό χώρο εμφανίστηκαν αρχικά δύο συλλαβικά συστήματα: η γραμμική Β για τη μυκηναϊκή ελληνική και το κυπριακό συλλαβάριο αποκλειστικά για την κυπριακή διάλεκτο. Στα συστήματα αυτά, τα γραφήματα αποδίδουν τις συλλαβές της γλώσσας, ενώ ο αριθμός των συμβόλων (των συλλαβογραμμάτων) είναι περίπου εκατό.
    Ένα άλλο σύστημα γραφής αποτελεί το adjad, κατά το οποίο τα γραφήματα αποδίδουν μόνο τα σύμφωνα μιας γλώσσας, ενώ τα φωνήεντα δε δηλώνονται. Με αυτό το σύστημα γραφής καταγράφονταν οι σημιτικές γλώσσες και γνώρισε μεγάλη διάδοση εξαιτίας της έντονης εμπορικής δραστηριότητας των Φοινίκων, ενώ αποτελεί τον πρόδρομο του ελληνικού αλφαβήτου.
    Τέλος, αλφαβητικά ονομάζονται τα συστήματα, τα οποία αποδίδουν τα φωνήματα μιας γλώσσας. Ο αριθμός των γραφημάτων τους είναι μικρός, συνήθως τριάντα, η εκμάθηση τους εύκολη και στη σύγχρονη εποχή είναι πολύ διαδεδομένα. Ο στόχος των αλφαβητικών συστημάτων είναι να υπάρχει μια μονοσήμαντη αντιστοιχία μεταξύ γραφημάτων και φωνημάτων.
    Πέρα των προαναφερθέντων συστημάτων γραφής υπάρχουν και άλλα, πρωιμότερα αυτών, όπως τα εικονικά, τα λογοσυλλαβικά, τα οποία δεν αναλύονται στην παρούσα εργασία.

    ΠΡΟΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΓΛΩΣΣΕΣ:
    Η αρχαιολογία και η παλαιοντολογία αποκάλυψαν ότι η Βαλκανική χερσόνησος είχε κατοικηθεί πολλές δεκάδες χιλιετιών πριν από την εμφάνιση της ελληνικής. Οι λαοί που συνέθεσαν το τοπικό γλωσσικό υπόστρωμα μιλούσαν πιθανότατα όχι μία, αλλά πολλές γλώσσες, τις οποίες, για τον ελληνικό χώρο, τις χαρακτηρίζουμε ως προελληνικές.
    Οι γλώσσες, των οποίων η ύπαρξη επιβεβαιώνεται από μαρτυρίες είναι η ετεοκρητική και η γραμμική Α. Υπάρχουν βέβαια κι άλλες υποθετικές προελληνικές γλώσσες, για τις οποίες υπάρχουν έμμεσες μαρτυρίες, όπως οι αποκαλούμενες μεσογειακές, η πελασγική κ.α. Όμως, καμιά απ’ όλες τις υποθετικές γλώσσες που προτάθηκαν από συγγραφείς δεν κατάφερε να πείσει το σύνολο του επιστημονικού κόσμου.

    § Γραμμική Α: Τα χρονολογημένα κείμενα σε γραμμική Α της Κρήτης, της Πελοποννήσου και άλλων περιοχών ανήκουν, κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, στην περίοδο απ’ο τα μέσα του 18ου αι. π.Χ. μέχρι τα μέσα του 15ου αι. π.Χ. Η γραμμική Α συγκροτείται από δύο συστατικά: τα ιδεογράμματα (αριθμοί, κλάσματα, σημεία στίξης, παραστάσεις αντικειμένων ή όντων) και τους χαρακτήρες, που συνδυάζονται συνήθως για να σχηματίσουν ομάδες, διαχωρισμένες κατά κανόνα με κενά ή με διαχωριστικά σημάδια. Οι χαρακτήρες αυτοί είναι περίπου εκατό και, επομένως, είναι πολύ πιθανό να απαρτίζουν συλλαβάριο.
    Μέχρι σήμερα καμιά από τις αποκρυπτογραφικές προσπάθειες δεν κατάφερε να πείσει την επιστημονική κοινότητα, αφού η γραμμική Α δεν παρουσιάζει εμφανή ομοιότητα με καμιά γνωστή γλώσσα, αν και μπορεί κανείς βέβαια να βρει αρκετά κοινά σημεία με πολλές γλώσσες, τα οποία, όμως, δεν αρκούν.

    § Κυπρομινωικές γραφές: Ήδη από το 15ο αι. π.Χ. άρχισε να χρησιμοποιείται στην Κύπρο μια γραφή με την πλήρη σημασία της λέξης, που πολύ σύντομα χώρισε σημαντική ανάπτυξη. Το πρώτο κυπριακό συλλαβάριο, δάνειο ανατολικής προέλευσης, φαίνεται πως αποτελεί παρακλάδι των γραμμικών γραφών του Αιγαίου και γι’ αυτό ο Arthur Evans το χαρακτήρισε «κυπριομινωικό». Δεν άργησε, όμως, να ακολουθήσει μια καθαρά δική του εξέλιξη.
    Μέσα από την ποικιλία των επιγραφών ξεχωρίζουν τρεις διαφορετικές κατηγορίες γραφής:
    • Το βασικό συλλαβάριο της κυπρομινωικής Ι, κυρίαρχο σε 16ο και 15ο αι. π.Χ.
    • Η κυπρομινωική ΙΙ, επακόλουθο της εγκατάστασης μιας νέας εθνοτικής ομάδας στην ανατολική ακτή του νησιού, οποία υιοθέτησε, όμως φαίνεται την υπάρχουσα γραφή, προσαρμόζοντας την στη δική της γλώσσα.
    • Η κυπρομινωική ΙΙΙ εμφανίζεται ως ένα παρακλάδι, που μιλιέται έξω από το νησί, στην απέναντι συριακή ακτή και που φανερώνει καθαρά τις στενές σχέσεις του νησιού με τους άμεσους γείτονες του της Εγγύς Ανατολής.
    Πάντως, δεν υπήρξε καμιά ένδειξη για το ιδίωμα που μιλούσαν οι κάτοικοι του νησιού και το οποίο ήταν καταγραμμένο στο κύριο συλλαβάριο.

    § Κυπριακό συλλαβάριο: Το κυρίαρχο ωστόσο σύστημα γραφής της Κύπρου είναι το κυπριακό συλλαβάριο, που εμφανίζεται την 1η χιλιετία π.Χ. Χρησιμοποιήθηκε για να καταγραφεί η κυπριακή διάλεκτος, αλλά και μια γλώσσα, που μας είναι άγνωστη και η οποία συμβατικά αποκαλείται ετεοκυπριακή.
    Το κυπριακό σύστημα γραφής είναι συλλαβικό. Χρησιμοποιείται σε ολόκληρο το νησί με πολυάριθμες τοπικές και χρονολογικές παραλλαγές. Περιέχει πενήντα πέντε συλλαβογράμματα, ενώ ως προς το σχήμα τους είναι απλοί γραμμικοί χαρακτήρες, χωρίς εικονικό περιεχόμενο.
    Το κυπριακό συλλαβάριο επιβιώνει ως τις αρχές της ελληνιστικής εποχής σε ορισμένα απομονωμένα σημεία στο εσωτερικό του νησιού. Γενικά παύει να χρησιμοποιείται στις αρχές του 3ου αι. π.Χ. και αντικαθίσταται από το ελληνικό αλφάβητο.

    § Ετεοκυπριακή: Ο όρος «ετεοκυπριακή γλώσσα» είναι ένα βολικό όνομα, που κατασκευάστηκε από τους νεότερους επιστήμονες (με βάση τον όρο ετεοκρητική) για να δηλωθεί η συγκεκριμένη τοπική γλώσσα, που εντοπίζεται στις νότιες ακτές και που είμαστε σε θέση να τη διαβάσουμε, αλλά όχι και να την κατανοήσουμε. Για τη γραφική απόδοση της χρησιμοποιείται η κυπριακή συλλαβική γραφή, στην πιο διαδεδομένη της παραλλαγή και η οποία είναι γνωστή ως «κοινό συλλαβάριο».
    Οι υποθέσεις για τη γλωσσική ένταξη της ετεοκυπριακής είναι πολύ επισφαλείς. ‘Όσον αφορά το ζήτημα της καταγωγής, είναι πιθανό το ιδίωμα αυτό να συνδέεται, μέσα από τη Σκοτεινή Περίοδο, που ακολούθησε την εποχή του χαλκού, με μια γλώσσα (ή με μια από τις γλώσσες), που μιλούσαν στο νησί την εποχή του χαλκού.

    § Ετεοκρητική: Το 19ο αι. ο αρχαιολόγος F. Halbherr ανακαλύπτει στις αρχαιολογικές ανασκαφές της αρχαίας Πραισού μια επιγραφή επάνω σε λίθο, γραμμένη σε ελληνικό αλφάβητο, αλλά όχι και σε ελληνική γλώσσα. Η γλώσσα του κειμένου αυτού βαφτίζεται σχεδόν αμέσως ετεοκρητική, αφού επιβεβαιώνει όλα τα στοιχεία της αρχαίας παράδοσης, που ήθελε τους Ετεόκρητες ως τους αρχαιότερους κατοίκους της μεγαλονήσου, οι οποίοι δε μιλούσαν ελληνικά, αλλά κάποια βαρβαρική γλώσσα. Η αρχαία αυτή παράδοση συνδέει ρητά την ετεοκρητική με την εποχή του βασιλιά Μίνωα, συνεπώς με μια περίοδο προγενέστερη του πρώτου γνωστού σε εμάς ελληνικού πολιτισμού, δηλαδή του μυκηναϊκού.
    Όπως προαναφέρθηκε, η γραφή που χρησιμοποιούν οι Ετεόκρητες είναι το ελληνικό αλφάβητο (υπάρχουν μόνο δύο χαρακτήρες άγνωστοι στα ελληνικά αλφάβητα), ενώ διάφορες ενδείξεις οδηγούν στη σκέψη πως οι φωνητικές αξίες του ετεοκρητικού αλφαβήτου ενδέχεται να είναι παραπλήσιες με τις φωνητικές αξίες του ελληνικού αλφαβήτου.
    Μέχρι σήμερα, οι επιστήμονες δεν έχουν καταφέρει να διακρίνουν αν η ετεοκρητική συγγενεύει με την ινδοευρωπαϊκή ή τη σημιτική οικογένεια ή αν αποτελεί μια απομονωμένη γλώσσα, χωρίς κάποια εμφανή συγγένεια.

    § Γραμμική Β: Πολύ πριν την επινόηση του αλφάβητου, η ελληνική γλώσσα γραφόταν σε μια γραφή συλλαβική, στην οποία κάθε σύμβολο αντιπροσωπεύει μια προφερόμενη συλλαβή. Αυτό το σύστημα βασίστηκε σε μια παλιότερη γραφή, γνωστή ως γραμμική Α, που τη χρησιμοποιούσαν στη μινωική Κρήτη για την απόδοση κάποιας άλλης γλώσσας. Η νεότερη μορφή της, που είναι γνωστή ως γραμμική Β, χρησιμοποιόταν κατά το 13ο αι. π.Χ. στα μυκηναϊκά ανάκτορα της Πύλου, των Μυκηνών, της Τίρυνθας και των Θηβών, καθώς επίσης και στα Χανιά της Κρήτης.
    Η γραμμική Β αποκρυπτογραφήθηκε το 1952 από τον Άγγλο αρχιτέκτονα Michael Ventris και αποδείχθηκε ότι αποδίδει μια αχαϊκή μορφή της ελληνικής. Η γραφή αυτή αποτελείται από ενενήντα περίπου συλλαβογράμματα και συμπληρώνεται από ένα απλό αριθμητικό σύστημα και εκατό περίπου σύμβολα αγαθών, που χρησιμοποιούνται μαζί με τα αριθμητικά για να δηλώνουν τι είναι αυτό που μετριέται. Συχνά είναι εικαστικά και το νόημα τους είναι προφανές.
    Μετά πάντως την κατάρρευση των μυκηναϊκών ανακτόρων, η γραμμική Β χάνεται εντελώς, αφού ήταν άμεσα συνδεδεμένη με τη διοικητική και οικονομική οργάνωση αυτών. Μέχρι και τον 8ο αι. π.Χ. ο ελλαδικός χώρος διακρίνεται για την απώλεια της γραφής, ενώ από τον 8ο αι. και έπειτα η υιοθέτηση του φοινικικού αλφαβήτου πραγματοποιείται στο πλαίσιο των έντονων επαφών με την ανατολική Μεσόγειο.

    Η ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΑΛΦΑΒΗΤΟΥ:
    Τα ονόματα και η μορφή των γραμμάτων, καθώς και η αριστερόστροφη γραφή των πρώτων αλφαβητικών γραφών δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία ότι το ελληνικό αλφάβητο συνδέεται στενά με τις βορειοσημιτικές γραφές του τέλους της 2ης και των αρχών της 1ης χιλιετίας π.Χ., στις οποίες αναφερόμαστε συνήθως με το γενικό όνομα «φοινικική γραφή».
    Ο χρόνος εισαγωγής της αλφαβητικής μορφής στην Ελλάδα είναι δύσκολο να προσδιοριστεί με ακρίβεια. Σύμφωνα με τις υπάρχουσες ενδείξεις, το σημαντικό αυτό γεγονός πρέπει να συνέβη στο τέλος του 9ου ή στο πρώτο μισό του 8ου αι. π.Χ. Παρ’ όλα αυτά, οι Έλληνες δεν παρέλαβαν αυτούσια καμιά από τις γνωστές βορειοσημιτικές γραφές, αλλά εισήγαγαν στο αλφάβητο τους τροποποιήσεις που καθιστούσαν ευχερέστερη την καταγραφή της δικής τους γλώσσας. Η σημαντικότερη αλλαγή ήταν η εισαγωγή των φωνηέντων.
    Η προσαρμογή του φοινικικού αλφάβητου στις ανάγκες της ελληνικής γλώσσας πρέπει να έγινε από κάποιον ή κάποιους, που μιλούσαν και τις δύο γλώσσες. Δεν αποκλείεται, επομένως, η παραλαβή και η προσαρμογή του να έγινε στις ακτές της Συρίας και της Φοινίκης, όπου υπήρχαν εγκαταστάσεις Ελλήνων κατά τον 9ο και 8ο αι. π.Χ. Είναι,όμως, εξίσου πιθανό ο τόπος παραλαβής να βρίσκεται στην περιοχή του Αιγαίου, όπου μαρτυρείται η παρουσία Φοινίκων κατά την ίδια περίοδο.
    Όπως αναφέρθηκε στην αρχή, οι παλαιότερες αλφαβητικές γραφές είναι αριστερόστροφες, ακολουθούν δηλαδή τα σημιτικά τους πρότυπα. Ήδη, όμως, από τις αρχές του 7ου αι. οι Έλληνες άρχισαν να γράφουν βουστροφηδόν (προς τα δεξιά, αλλά και παλινδρομικά, αλλάζοντας δηλαδή φορά όταν έφταναν στο τέλος ενός στίχου). Αυτός ο τρόπος γραφής εγκαταλείφθηκε στο τέλος της αρχαϊκής εποχής. Δεν πρέπει πάντως να ξεχνάμε ότι η ανάγνωση ήταν στην αρχαιότητα δυσκολότερη απ’ ότι σήμερα, καθώς έλειπαν βοηθήματα, όπως ο χωρισμός των λέξεων και τα σημεία της στίξης.
    Καταλήγοντας, πρέπει να επισημάνουμε ότι δεν είναι εύκολο να προσδιορίσουμε με ασφάλεια του λόγους που οδήγησαν τους Έλληνες, τέσσερις περίπου αιώνες μετά την εγκατάλειψη της συλλαβικής γραμμικής Β, στη δημιουργία ενός νέου αλφαβήτου με βάση τη φοινικική γραφή.

    ΑΡΧΑΪΚΗ ΕΠΟΧΗ:
    Το χρονικό διάστημα από την έναρξη του δευτέρου αποικισμού έως την έναρξη των αντιπαραθέσεων με τους Πέρσες (περίπου 750-500 π.Χ.) χαρακτηρίζεται από τη διεύρυνση του χώρου, μέσα στον οποίο αναπτύχθηκε ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός, αλλά και από τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις στις ελληνικές πόλεις.
    Η πρωτοβουλία για την ίδρυση των αποικιών προήλθε από πόλεις, των οποίων ο πληθυσμός ανήκε σε διαφορετικά ελληνικά φύλα (Ίωνες, Αιολείς, Δωριείς). Καθώς όμως κάθε αποικία παραλάμβανε από τη μητρόπολη το αλφάβητο και τη γλώσσα, μεταφέρθηκαν στις αποικίες τα τοπικά αλφάβητα και οι τοπικές διάλεκτοι. Από την άλλη μεριά, η διασπορά των τοπικών διαλέκτων στις αποικίες, οδήγησε σε μερική διαφοροποίηση των διαλέκτων των αποικιών, λόγω απόστασης ‘η λόγω της ανεξαρτησίας των αποικιών.
    Οι Έλληνες των αποικιών διαμεσολαβούσαν στο εμπόριο μεταξύ της ενδοχώρας και του λοιπού ελληνικού κόσμου και η επικοινωνία αυτή προϋπέθετε, στοιχειωδώς έστω, αμοιβαία γνώση της γλώσσας. Επιπλέον επιδράσεις στη γλώσσα άσκησαν και οι μετακινήσεις μεμονωμένων ατόμων ή μικρότερων ομάδων. Τέλος, με τη διεύρυνση του ελληνικού χώρου και την ανάπτυξη των πόλεων, άρχισαν να αυξάνονται και οι διακρατικές σχέσεις. Μια ιδιαίτερη μορφή διακρατικών σχέσεων ήταν οι σχέσεις μεταξύ μητροπόλεων και αποικιών, μεταξύ των οποίων, όπως είναι ευνόητο, υπήρχαν ιδιαίτεροι δεσμοί.
    Έτσι λοιπόν, ο γραπτός λόγος συνδέεται άμεσα με τις ιστορικές εξελίξεις αυτού του χρονικού διαστήματος. Καταρχήν, η καθιέρωση της αλφαβητικής γραφής διευκόλυνε τη χρήση του γραπτού λόγου σε διάφορους τομείς. Αλλά και αντίστροφα, οι συνθήκες της εποχής συνέβαλαν στην αυξανόμενη χρήση του γραπτού λόγου και προσδιόρισαν τον ιστορικό του χαρακτήρα.


    ΚΛΑΣΙΚΗ ΕΠΟΧΗ:
    Σε σχέση με τις ιστορικές συνθήκες της εποχής, δύο φαινόμενα κυρίως επέδρασαν στη γλώσσα και στην ευρεία χρήση του γραπτού λόγου: η εδραίωση και η διεύρυνση του δημοκρατικού πολιτεύματος στην Αθήνα αφενός, οι πολυμερείς διακρατικές σχέσεις αφετέρου. Έτσι, κατά τους κλασικούς χρόνους, σε πολλές πόλεις-κράτη έχουν ήδη επικρατήσει τα γραπτά κείμενα, ιδίως για τους νόμους.
    Είναι βέβαια δύσκολο να διακρίνουμε σε ποιο βαθμό είχε πραγματικά διεισδύσει η γραφή στις διάφορες όψεις του ελληνικού πολιτισμού, σε ποιο ποσοστό εξαφάνιζε τα προφορικά στοιχεία του ελληνικού βίου και σε ποια έκταση επέφερε βαθιά αλλαγή. Κι αυτό γιατί είναι πραγματικά εκπληκτικό το πόσο πολλοί Έλληνες συγγραφείς κρατούν αμφιθυμική – αν όχι εχθρική – στάση απέναντι στο γραπτό λόγο. Ο Πλάτων για παράδειγμα αντιμετώπισε επικριτικά την αξία της γραφής.
    Ταυτόχρονα, όμως, η κριτική του υπονοεί ότι πολλοί άλλοι Έλληνες του 4ου αι. π.Χ. αρχίζουν πράγματι να αναζητούν τη γνώση σε γραπτά κείμενα. Οι ανησυχίες του για την αδυναμία της γραφής να οδηγήσει στην αληθινή μόρφωση είναι μέρος μιας προσπάθειας να αναχαιτιστεί η πλημμυρίδα του γραπτού λόγου, ο οποίος εκείνη την εποχή είχε αρχίσει να εισβάλει στο χώρο της λογοτεχνίας και της φιλοσοφίας.
    Παρ’ όλα αυτά, όμως, πρέπει να παραδεχτούμε ότι η κλασική Ελλάδα παρέμενε ένας πολιτισμός δημόσιας παρουσίασης, δηλαδή οι δραστηριότητες του ελληνικού πολιτισμού – από τις θρησκευτικές μέχρι τις πολιτικές – παρέμεναν βασικά εστιασμένες στο οπτικό και στο προφορικό. Ίσως μάλιστα ο πολιτισμός της Αθήνας να ήταν ευρύτερα προσιτός, ακριβώς επειδή ήταν προφορικός. Και σε ένα τέτοιο πολιτισμό ακόμη και οι αγράμματοι, μέχρι ενός σημείου, μπορούσαν να συμμετέχουν ενεργά στην πολιτική ζωή.

    Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ:
    Στην αρχαία Ελλάδα, το αποφασιστικό γεγονός ήταν η διαμόρφωση ευρύτερων πολιτικών συνασπισμών και η ίδρυση της Ιωνικής Συμπολιτείας πριν από τους Περσικούς πολέμους και, στη συνέχεια, της Α΄ Αθηναϊκής Ναυτικής Συμμαχίας. Αυτά τα πολιτικά γεγονότα, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη πολιτιστικών επαφών, διευκόλυναν τη δημιουργία ευρύτερων γλωσσικών κοινοτήτων.
    Η διαλεκτική μείξη στις ιωνικές περιοχές, υπό την επιρροή της Α΄ Ναυτικής Συμμαχίας, είχε θεμελιώδη σημασία για τις εξελίξεις που ακολούθησαν. Η αττικοϊωνική κοινή, που προέκυψε τον 4ο αιώνα, είναι το αποτέλεσμα φωνολογικής και μορφολογικής ομαλοποίησης. Την κοινή αυτή μπορούμε να την περιγράψουμε ως σταθεροποιημένη κοινή.
    Το επόμενο στάδιο – της διευρυμένης κοινής – προέκυψε με την μεταφορά της αττικοϊωνικής κοινής πέρα από τη θάλασσα – στην Αίγυπτο, τη Συρία, την Παλαιστίνη, τη Μεσοποταμία, τη Μικρά Ασία και σε άλλες πιο μακρινές περιοχές του γνωστού κόσμου – με τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου και τον αποικισμό που επακολούθησε.
    Το τελευταίο στάδιο στην εξέλιξη της κοινής, το στάδιο της αφομοιωμένης κοινής, χαρακτηρίζεται από επιπρόσθετη γλωσσική διεύρυνση και, ιδιαίτερα, από τη χρήση της για λογοτεχνικούς σκοπούς.
    Πρέπει να αναφερθεί ότι κατά την ελληνιστική εποχή, η ελληνιστική κοινή, παρά την εξάπλωση της, αρχικά συνάντησε αντίσταση στις αλλόγλωσσες περιοχές. Παρ’ όλα αυτά, η σταδιακή επικράτηση της ήταν τελικά ολοκληρωτική, με αποτέλεσμα είτε να εξαφανιστεί τελείως η γλώσσα του αυτόχθονος πληθυσμού, είτε να καθιερωθεί η διγλωσσία.
    Η ολοκληρωτική επικράτηση της ελληνιστικής κοινής παρατηρείται σε παραλιακές περιοχές της Ασίας με πολλές ελληνιστικές πόλεις, οι οποίες δέχτηκαν μεγάλο κύμα Ελλήνων μεταναστών από τη Μακεδονία και τη λοιπή Ελλάδα και εξελίχθηκαν σε σημαντικά πολιτισμικά και εμπορικά κέντρα αυτής της περιόδου. Έτσι, η σημιτική ντόπια γλώσσα φαίνεται ότι είχε εξαφανιστεί από τις φοινικικές πόλεις της Τύρου και της Σιδώνας.
    Αντίθετα, σε περιοχές όπου ο πληθυσμός των ελευθέρων μισθωτών αγροτών στο μεγαλύτερο ποσοστό τους δεν ήταν οργανωμένος σε πόλεις, η ντόπια γλώσσα εξακολούθησε να είναι το μοναδικό όργανο επικοινωνίας για τους αυτόχθονες των κατώτερων κοινωνικών τάξεων, που εξακολουθούσαν να ζουν με τον πατροπαράδοτο τρόπο σε χωριά στην ύπαιθρο.
    Διγλωσσία χαρακτηρίζει τα μέλη της ντόπιας ανώτερης τάξης, που, εκτός από τη γλώσσα του τόπου τους, γρήγορα μάθαιναν να χειρίζονται την ελληνιστική κοινή, το γλωσσικό όργανο, με το οποίο ήταν δυνατή η επικοινωνία με τους μονάρχες των ελληνιστικών βασιλείων και η διεκπεραίωση των οικονομικών δραστηριοτήτων.
    Έτσι, ο ελληνισμός έδωσε σε πολλούς λαούς της Ανατολής τη δυνατότητα να επικοινωνήσουν μεταξύ τους, καθώς και με τον υπόλοιπο κόσμο, αλλά δεν εξουδετέρωσε τις ιδιομορφίες τους. Απεναντίας, εμπλουτίστηκε από αυτές και μετασχηματίστηκε ο ίδιος.

    ΕΠΙΛΟΓΟΣ:
    Της περίοδο της Ρωμαϊκής κυριαρχίας, στο ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας, η ελληνική γλώσσα στην κοινή της διάλεκτο και, μαζί με αυτήν, κάποιες μορφές ελληνικής παιδείας, ήταν πια κτήμα ευρύτατων μαζών.
    Κορυφαίο γεγονός στο θρησκευτικό και πνευματικό τομέα υπήρξε η διάδοση του χριστιανισμού και η τελική του επιβολή με αυτοκρατορικά διατάγματα. Η χριστιανική Εκκλησία της Ρώμης και, κατ’ επέκταση, όλης της Δύσης κράτησε τα ελληνικά ως λειτουργική της γλώσσα μέχρι το τέλος του 2ου αι. Ύστερα πέρασε στα λατινικά.
    Στο ανατολικό, όμως, τμήμα οι ελληνόφωνες Εκκλησίες πρωτοστάτησαν στη μετάφραση των βιβλικών κειμένων στις παραδοσιακές γλώσσες της Ανατολής, γεγονός που υπήρξε καταλύτης στην ενίσχυση τους. Μαζί με τις ανώτερες τάξεις, ο ανώτερος κλήρος άρχισε κι αυτός να εγκαταλείπει την ελληνιστική κοινή, ενώ οι Μεγάλοι Πατέρες των Ανατολικών Εκκλησιών του ύστερου 4ου αι. έγραφαν πια σε αττικίζοντα ελληνικά, που ήταν αρεστά σε όσους διέθεταν υψηλή μόρφωση.
    Στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, τα ελληνικά ήταν η κυρίαρχη γλώσσα. Στο εσωτερικό της, όμως, επιβίωναν και δεκάδες παραδοσιακές γλώσσες. Τα ελληνικά της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας εξακολούθησαν τη διπλή τους ιστορία ως αττικίζοντα και ως εξελιγμένη μορφή της κοινής. Η διπλή αυτή παράδοση αποτυπώθηκε και στον βυζαντινό χριστιανισμό.

    Της Ειρήνης Γ. Χριστάκη


    * « Η ελληνική γλώσσα. Γλώσσα και ιστορία», στο: Α.-Φ. Χριστίδης (εκδ.), Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας. Από τις αρχές έως την ύστερη αρχαιότητα, Αθήνα: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Εμμανουήλ Τριανταφυλλίδη), 2001, σελ. 121-268

    Δευτέρα 6 Απριλίου 2020

    Τη γλώσσα μας τη φτιάχνουμε ελληνική

    Μουντή η φετινή εθνική επέτειος, η τελευταία πριν από τα εμβληματικά διακόσια χρόνια της Επανάστασης. Μια 25η Μαρτίου απρόθυμη να ευαγγελιστεί οτιδήποτε. Τόσο κλειστή άνοιξη, με την κατάθλιψη να απειλεί να γίνει πάνδημη, δεν θα την ξεχάσουμε ποτέ. Ας επιμείνουμε ωστόσο, προς παραμυθία, στο τότε, στο ’21. Που κι αυτό, άλλωστε, απείλησε να το ξαποστείλει στον οριστικό χειμώνα, προτού καρπίσει, η εμφυλιοπολεμική κατάθλιψη.
    «Κατάρτια» (1963), του Σπύρου Βασιλείου.
    Από την έκθεση «Υφάνσεις. Ζωγραφική και ταπισερί στην Ελλάδα από το 1960 έως σήμερα»,
    που πραγματοποιήθηκε (21 Νοεμβρίου 2019 - 16 Φεβρουαρίου 2020) στο Μουσείο Μπενάκη.
    Το τελευταίο μου σεργιάνι στα παλαιοβιβλιοπωλεία, πριν κλείσουν κι αυτά, ξανάφερε στα χέρια μου ένα βιβλίο που το ’χα διαβάσει μια φορά κι έναν καιρό, είχα μάθει από αυτό, αλλά τα ίχνη εκείνης της πρώτης έκδοσής του, εν έτει 1971, τα είχα χάσει από χρόνια. Στον τίτλο του βιβλίου συστεγάζονται δύο από τα πάθη μου: «Η γλώσσα και το Εικοσιένα». Υπότιτλος: «Λογιώτατοι, φαναριώτες, κοτζαμπάσηδες, τίτλοι, αξιώματα και προσαγορεύσεις». Συγγραφέας ο Κυριάκος Σιμόπουλος, το συνολικό έργο του οποίου (ανάμεσά τους και η πολύτομη προσφορά του για τους ξένους περιηγητές στη Ελλάδα και τη συγχρονική στάση των ξένων απέναντι στην Επανάσταση) ανατυπώθηκε από τις εκδόσεις «Στάχυ».

    Διπλή, τι άλλο, η γλώσσα του ’21. Χονδρικά, η γλώσσα των πολεμιστών και η γλώσσα των πολιτικών. Των αγράμματων, που μιλούσαν όπως σκέφτονταν και με τις λέξεις που χρησιμοποιούσαν για να συνεννοηθούν μεταξύ τους, στα απλά και στα μεγάλα, και των σπουδαγμένων, που ήθελαν να φορέσουν χλαμύδα και στα λεγόμενα των καπεταναίων. Χαρακτηριστικό είναι το εξής επεισόδιο, στην περιγραφή του Σιμόπουλου:

    «Ο Κολοκοτρώνης είχε πολλές φορές αγανακτήσει από τα πομπώδη και φλύαρα κείμενα των γραμματικών του. Κάποτε, λένε, περνώντας με τ’ ασκέρι του νύχτα κοντά στο μοναστήρι της Βελανιδιάς, πρόσταξε το γραμματικό του να γράψει ένα μήνυμα προς τον ηγούμενο για μερικά τουλουμοτύρια που χρειαζόταν το στράτευμα. Ο λογιώτατος γέμισε δυο κατεβατά. Με τα πανωγράμματα, τους τίτλους και τις δασκαλικές περιττολογίες. “– Ακόμα μωρέ;” τον ρώτησε ο Κολοκοτρώνης, βλέποντάς τον να πασχίζει, ιδροκοπώντας κάτω από το λύχνο. Κι όταν είδε τα κατορθώματα του γραμματικού έφριξε. Κόβει ένα κομμάτι χαρτί, μισή παλάμη, και γράφει ο ίδιος το λακωνικό μήνυμα, τρεις λέξεις όλες κι όλες, στο μοναστήρι: “Γούμενε τυρί Κολοκοτρώνης”. Και το ’στειλε μ’ ένα φτεροπόδαρο παλικαρόπουλο».

    Οι πολεμιστές –ο λαός– δεν είχαν λόγο καθημερινό και λόγο επίσημο, λερό και καθαρό, αυθόρμητο και επεξεργασμένο. Και στις κουβέντες τους χρησιμοποιούσαν φυσικά πολλές ξένες λέξεις, αρβανίτικες, τούρκικες, ενετικές, κατά την καταγωγή τού καθενός. Οι αιώνες της τουρκοκρατίας και της φραγκοκρατίας, καθώς και οι σχέσεις (ειρηνικές ή εμπόλεμες) με Αλβανούς/Αρβανίτες, είχαν αφήσει ευδιάκριτα ίχνη στη νεοελληνική, που προκαλούσαν την αποστροφή των λογίων, όπως βλέπουμε και στον «καθαρισμό» δημοτικών τραγουδιών. Το φετινό ημερολόγιο της Εταιρείας Συγγραφέων, με θέμα «Λογοτεχνία και Επανάσταση», είναι αφιερωμένο στο 1821. Στη μικρή μου συμβολή εκεί δοκίμασα, αντιστρέφοντας τη λογική του γνωστού «μανιφέστου» του Ξενοφώντα Ζολώτα, να γράψω μια «προκήρυξη» με λέξεις που δεν «μας δόθηκαν» ελληνικές, αλλά ξένες που έγιναν ελληνικές. Τις άντλησα από απομνημονεύματα αγωνιστών και από δημοτικά τραγούδια, κυρίως κλέφτικα (το «βρας» αναπαράγεται βέβαια από τον «Μπολιβάρ» του Νίκου Εγγονόπουλου· «το βροντοφώνησαν οι ναυμάχοι του 21 κι’ ο αείμνηστος κι’ ένδοξος ναύαρχος Κουντουριώτης στη ναυμαχία της Ελλης» σημειώνει ο ποιητής). Αρκετές από αυτές ξεχάστηκαν πια –  όταν έλειψαν και τα πράγματα που ονομάτιζαν, είδη όπλων λ.χ. ή καραβιών. Αλλες συνεχίζουμε να τις χρησιμοποιούμε απολύτως βέβαιοι για την ιθαγένειά τους, την ελληνικότητά τους. Ιδού η εσκεμμένα τραβηγμένη «προκήρυξη»:

    «Στ’ άρματα, λεβέντες. Με τα λάβαρά σας, ασλάνια. Με τα φλάμπουρά σας, σαΐνια μου. Χουγιάξτε το ορέ. Ρίξτε τις μπαταριές σας σε κάθε μαχαλά. Ν’ ακούσει κάθε φαμελιά, κάθε κονάκι, κάθε οντάς. Να συναχτούν τ’ ασκέρια. Τα μπουλούκια. Οι ταϊφάδες. Σ’ όλα τα βιλαέτια, σ’ όλους τους καζάδες. Οχι χουζούρι πια. Οχι νταραβέρια με μουρτάτες. Νισάφι οι τεμενάδες κι οι ριτζάδες. Πόσο θα γκιζεράμε στα βουνά και στα ρουμάνια, κι ώς πότε θα νταγιαντούμε και θα μπεζερίζουμε. Ως πότε πια κιουλέδες των χαραμήδων. Να κινήσουν στο σεφέρι τους τα φουσάτα όλα. Να μάθει η κονιαριά, να μάθει η Πόρτα, το Ντοβλέτι, το Ντιβάνι κι ο σουλτάνος, αγάδες, ντερβισάδες και χοτζάδες να το μάθουν, κατήδες και τσοχανταραίοι, μπουλουκμπασήσες και πασάδες, βοεβόδες και βαλήδες, τατάρηδες, μπαϊρακτάρηδες και νιζάμηδες, οι ντουβλετήδες όλοι: Κάλλιο στη χάψη να μας μπουζουριάσουν, στο μπουντρούμι, κάλλιο στη φούρκα του τζελέπη ή και στη σούβλα του, παρά να μαγαρίζονται στα χαρέμια οι γυναίκες μας, παρά ν’ αρπάζουν τα κουτσούβελά μας απ’ τη σαρμανίτσα. Κουμάντο πια θα κάνει το μιλέτι μας. Τα μπουγιουρντιά τους κι οι μουρασελέδες τους, των σκυλιών μας.

    »Τα καριοφίλια σας, ασίκηδές μου. Και το κουράγιο σας. Τα ντουφέκια σας. Τις μπιστόλες σας, καπεταναίοι. Τα κουμπούρια. Τα γιαταγάνια. Πάλες και παλάσκες. Και χαντζάρια. Και το χαρμπί του ο πασαένας. Το διμισκί σπαθί του. Και το λάζο του. Και τους σουγιάδες. Τρομπόνια. Μιλιόνια. Την μπαρούτη. Τα κουρσούμια. Τα φουσέκια σας στους ντεστέδες τους. Τα κανόνια, να κρεμάσουμε τα κλειδιά μας στην μπούκα τους. Τις μπόμπες. Τα φιτίλια. Τα τόπια. “Τα φυτίλια αναμμένα στα χέρια, / τα τόπια δεξιά. Βρας! / Βρας, αλβανιστί φωτιά”.

    »Τη φουστανέλα. Τον ντουλαμά. Το σελάχι. Τη φέρμελη. Τα τσαρούχια. Το φέσι με τη φούντα του. Το πόσι, να σκεπάζει τον τσαμπά. Τα τσαπράζια. Καπότες κι αντεριά. Και τις μπότσες με το ρακί. Και τις μποτίλιες το κρασί, τις νταμιντζάνες. Και το τάσι, να ’χουμε στο ορδί να πίνουμε και στα γιατάκια μας. Και τους ζουρνάδες. Πίπιζες και ταμπουράδες. Νταούλια, τουμπελέκια και μπουζούκια. Ούτι και νέι και λιογκάρι. Λαούτο, κίτελι και μπαγλαμά.

    »Στο φαρί σας. Στο άτι σας, μπάλιο ή ρούσο. Στα χάμουρα το νου σας. Και στη σέλα. Στο μπρίκι. Στη γαβάρα. Στη γαλιότα. Στο τσαμπέκο. Στην κορβέτα. Στη φρεγάτα. Στο μπουρλοτιέρικο. Να πάει το αίμα ώς τα μπούνια. Στο καραούλι. Στην ντάπια. Στο μετερίζι. Στις βίγλες. Στα κάστρα. Στα καστέλια. Στους γουλάδες. Στα δερβένια. Στη βάρδια μας.

    »Ανοίξτε όλοι το πουγκί σας. Τον μπεζαχτά σας. Ο,τι ρουμπιέδες κι ό,τι τάλιρα, ό,τι μαχμουτιέδες και τζοβαϊρικά και γρόσια, όσα καζαντίσατε, για την πατρίδα. Για τους λουφέδες των παλικαριών. Για τον ζαϊρέ και το μεϊντάτι μας.

    »Γιουρούσι. Γιούργια. Ρεσάλτο. Τέρμα οι κιοτήδες, τα τσιράκια και τα τουρκοκόπελα. Η λευτεριά το ντέρτι μας και το μεράκι μας. Και το κιβούρι μας μόνος σεβντάς και μόνο κασαβέτι μας. “Να ’ναι μακρύ, να ’ναι πλατύ, για δυο, για τρεις νομάτους. / Να στέκω ορθός” - ». 


    ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ
    kathimerini.gr

    Τετάρτη 4 Μαρτίου 2020

    Πλουτάρχου Ἠθικά: Περὶ τοῦ ἀκούειν (απόσπασμα) - Ανεξαρτησία της εκπαίδευσης

    [18] ...
    Οὐ γὰρ ὡς ἀγγεῖον ὁ νοῦς ἀποπληρώσεως ἀλλ´ ὑπεκκαύματος μόνον ὥσπερ ὕλη δεῖται, ὁρμὴν ἐμποιοῦντος εὑρετικὴν καὶ ὄρεξιν ἐπὶ τὴν ἀλήθειαν. Ὥσπερ οὖν εἴ τις ἐκ γειτόνων πυρὸς δεόμενος, εἶτα πολὺ καὶ λαμπρὸν εὑρὼν αὐτοῦ καταμένοι διὰ τέλους θαλπόμενος, οὕτως εἴ τις ἥκων λόγου μεταλαβεῖν πρὸς ἄλλον οὐκ οἴεται δεῖν φῶς οἰκεῖον ἐξάπτειν καὶ νοῦν ἴδιον, ἀλλὰ χαίρων τῇ ἀκροάσει κάθηται θελγόμενος, οἷον ἔρευθος ἕλκει καὶ γάνωμα τὴν δόξαν ἀπὸ τῶν λόγων, τὸν δ´ ἐντὸς εὐρῶτα τῆς ψυχῆς καὶ ζόφον οὐκ ἐκτεθέρμαγκεν οὐδ´ ἐξέωκε διὰ φιλοσοφίας. Εἰ δεῖ τινος οὖν πρὸς ἀκρόασιν ἑτέρου παραγγέλματος, δεῖ καὶ τοῦ νῦν εἰρημένου μνημονεύοντας ἀσκεῖν ἅμα τῇ μαθήσει τὴν εὕρεσιν, ἵνα μὴ σοφιστικὴν ἕξιν μηδ´ ἱστορικὴν ἀλλ´ ἐνδιάθετον καὶ φιλόσοφον λαμβάνωμεν, ἀρχὴν τοῦ καλῶς βιῶναι τὸ καλῶς ἀκοῦσαι νομίζοντες.


    Το μυαλό δεν είναι ένα βάζο που πρέπει να γεμίσει.
    Είναι σαν ένα δεμάτι ξύλα, που θέλει ένα προσάναμμα μόνο για ν’ ανάψει η φλόγα της αναζήτησης κι η λαχτάρα για την αλήθεια.
    Όπως όταν πάει κανείς να ζητήσει φωτιά από τον γείτονα, και βρίσκοντας εκεί στο τζάκι αναμμένη μια μεγάλη και λαμπρή φωτιά, κάθεται για ώρα και ζεσταίνεται, με τον ίδιο τρόπο, πηγαίνοντας κανείς σε κάποιον άλλο για να «μεταλάβει τον λόγο», δεν αντιλαμβάνεται ίσως ότι πρέπει ο ίδιος να ανάφει ένα δικό του φως και να διαμορφώσει δική του σκέψη, παρά κάθεται χαρούμενος και ακούει, επειδή τον θέλγει η ακρόαση.

    Κι αυτά που διδάσκεται του δίνουν εξωτερικά μια λάμψη' όμως τη μούχλα εντός του και το σκοτάδι της ψυχής δεν τα ’χει θερμάνει ούτε τα ’χει αποδιώξει με τη δύναμη της φιλοσοφίας.
    Αν λοιπόν χρειάζεται μια συμβουλή για το πώς να ακούει κανείς τη διδασκαλία, η συμβουλή είναι, να θυμάται ότι ταυτόχρονα με τη μάθηση πρέπει να ασκείται στην έρευνα και ανακάλυψη (την εύρεσιν), έτσι ώστε να μη γίνεται κάτοχος γνώσεων πληροφοριακού ή σοφιστικού χαρακτήρα, αλλά γνώσεων που τις οφείλει στη δική του νόηση και στη φιλοσοφία, έχοντας ως βασική αρχή για το καλώς ζην το καλώς ακούειν.

    Αντικλείδι,

    Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2020

    Μια είδηση στα Αρχαία προς τιμήν της παγκόσμιας ημέρας Ελληνικής Γλώσσας

    Για τρίτη συνεχόμενη χρονιά εορτάζεται η παγκόσμια ημέρα για την ελληνική γλώσσα, η οποία «καθιερώθηκε» για πρώτη φορά το 2017.

    Με αφορμή τον εορτασμό της Παγκόσμιας Ημέρας Ελληνικής Γλώσσας, η Γενική Γραμματεία Δημόσιας Διπλωματίας του Yπουργείου Εξωτερικών δημοσίευσε στο YouTube μια καμπάνια υπό τον τίτλο «Did you know you speak Greek?» (Γνωρίζατε ότι μιλάτε Eλληνικά;)

    Το πρωτογενές υλικό απέστειλαν τα Γραφεία Δημόσιας Διπλωματίας που λειτουργούν στις ελληνικές διπλωματικές και προξενικές αρχές.

    Επιπλέον, το Αθηναϊκό Πρακτορείο τίμησε τη σημερινή παγκόσμια ημέρα της Ελληνικής γλώσσας με μία είδηση γραμμένη στα αρχαία ελληνικά.
    Η είδηση του Αθηναϊκού Πρακτορείου:

    «Αἱ Ἐκδόσεις τοῦ τῆς Μακεδονίας Πανεπιστημίου γέμουσιν βιβλίοις τὰ Σχολεῖα Δευτέρας Εὐκαιρίας τῶν σωφρονιστικῶν ἱδρυμάτων τοῖς Διαβατοῖς Θεσσαλονίκης, τῇ Νιγρίτᾳ Σερρῶν, τῷ Μαλανδρίνῳ Φωκίδος καὶ τῷ Δομοκῷ Φθιώτιδος.

    Ἡ διευθυντὴς τῶν Ἐκδόσεων Πανεπιστημίου Μακεδονίας ἔφη: «Προσφέρομεν βιβλία εἰς βιβλιοθήκας δεσμοτηρίων καὶ γνόντες τὸ συντελούμενον ἔργον τοῖς τῆς προσθέτου μορφώσεως καὶ τῆς δημιουργικῆς ἀπασχολήσεως προγράμμασι, ἐδόκει ἡμῖν δημιουργῆσαι δρᾶσιν τοιαύτην, δώρου δίκην τοῖς τοιούτοις Σχολείοις.

    Εὐχόμεθα δημιουργῆσαι δῶρον συλλογικόν, ἀγάπης δῶρον, ἓν βιβλίον ἐξ ἑκάστου ἡμῶν τούτων πρὸς ἕκαστον τῶν ἀνθρώπων. Πέραν τοῦ ἀκαδημαϊκοῦ, ἐκπαιδευτικοῦ προσωπικοῦ καὶ τῶν φοιτητῶν, πάντας ἐκαλέσαμεν ἀναγνώστας τοὺς δυναμένους χαρίζειν ἐκ τῶν σφετέρων βιβλιοθηκῶν βιβλία τοῖς κρατουμένοις, οἳ φοιτῶσι εἰς τὰ Σχολεῖα Δευτέρας Εὐκαιρίας Διαβατῶν καὶ Νιγρίτας Σερρῶν.

    Οἱ ἄνθρωποι ἠσπάσθησαν τὴν δρᾶσιν ἀσμένως, διὸ καὶ παράτασις ταύτης ἐγένετο καὶ ἔτι δύο σχολεῖα ἐνισχύθησαν, τῷ Μαλανδρίνῳ Φωκίδος καὶ τῷ Δομοκῷ Φθιώτιδος.

    «Τὰ βιβλία, μία συνθήκη πνευματικῆς ἐλευθερίας»

    Οἱ δεσμῶται δύνανται γνῶναι λογοτεχνίαν, θέατρον, εἰκαστικά, μουσικήν. Δεῖ σφίσιν κτήσασθαι γνώσεις, ἃς οὐκ ἠδύναντο ἄλλῳ τρόπῳ.

    Χρὴ ἡμᾶς ἅπαντας νοῆσαι τὰ βιβλία δύνασθαι ἔξοδον εἶναι ἐκ τοῦ ἡμερίου βίου, μία συνθήκη πνευματικῆς ἐλευθερίας. Ἔξεστιν τοῖς βιβλίοις μᾶλλον βοηθῆσαι εἰς τὸ τοῦ σωφρονισμοῦ ἔργον πρὸς ἀνθρώπους, οἳ χαίρουσιν καθ΄ ἡμέραν ἀναγνῶναι καὶ μὴ μόνον μανθάνειν ἀρέσκει αὐτοῖς ἀλλὰ καὶ ποιεῖν ἴδια γράμματα.

    Συνείλεκται ἤδη 1.000 καὶ πλέονα βιβλία καὶ εὐέλπιδές ἐσμεν, ὡς καλυφθήσονται αἱ ἀνάγκαι τῶν βιβλιοθηκῶν. Ὡς εἰκός ἐστίν, ἀποστελοῦμεν σὺν τοῖς συλλεχθεῖσι βιβλίοις τίτλους ἐκδόσεων, ἵνα πλουτῶμεν τὰ διαφέροντα καὶ τὰς γνῶσεις, ἃ ταῦτα ἔξεστι πορίζειν.

    Τὰ βιβλία ἑκάστῃ ἡμέρᾳ συλλέγονται, Δευτέρα ἕως Παρασκευή, 9:00 ἕως 15:00, ἐν τῷ χώρῳ τῶν Ἐκδόσεων, τῷ ἰσογείῳ τοῦ Πανεπιστημίου Μακεδονίας (Ἐγνατία 156), ἕως τῇ 14ῃ Φεβρουαρίου 2020».


    Και η απόδοση στην νεοελληνική:

    Μία πρωτοβουλία των Εκδόσεων του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, «γεμίζει» με βιβλία τα Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας των καταστημάτων κράτησης στα Διαβατά Θεσσαλονίκης, τη Νιγρίτα Σερρών, το Μαλανδρίνο Φωκίδας και τον Δομοκό Φθιώτιδας.

    «Μετά από αιτήματα που είχαμε δεχτεί κατά καιρούς για να προσφέρουμε βιβλία σε βιβλιοθήκες φυλακών και γνωρίζοντας το έργο που συντελείται σε προγράμματα επιμόρφωσης και δημιουργικής απασχόλησης στα Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας, σκεφτήκαμε να δημιουργήσουμε τη δική μας δράση, ένα δικό μας δώρο προς αυτά τα Σχολεία», ανέφερε, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, η Ιωάννα Δανδέλια, διευθύντρια των Εκδόσεων Πανεπιστημίου Μακεδονίας.

    «Η ευχή μας ήταν να δημιουργήσουμε ένα συλλογικό δώρο, ένα δώρο αγάπης, ένα βιβλίο από τον καθένα από εμάς για τον καθένα από αυτούς τους ανθρώπους», σημείωσε η κ. Δανδέλια. «Η αρχική μας σκέψη για να χαρίσουμε βιβλία από τις εκδόσεις του Πανεπιστημίου Μακεδονίας απέκτησε νόημα και δυναμική όταν αποφασίσαμε να διευρύνουμε το κάλεσμα από το ακαδημαϊκό και εκπαιδευτικό προσωπικό και τους φοιτητές, στη συνέχεια σε όλο τον κόσμο, σε αναγνώστες που θα πρόσφεραν ένα βιβλίο από τη βιβλιοθήκη τους για τους κρατούμενους που παρακολουθούν τα Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας Διαβατών και Νιγρίτας Σερρών», πρόσθεσε.

    Το μέγεθος της ανταπόκρισης του κόσμου αλλά και η πρόταση να ενισχυθούν ακόμη δύο σχολεία στις φυλακές Μαλανδρίνου και Δομοκού, οδήγησαν στην απόφαση της παράτασης της δράσης.

    «Τα βιβλία, μία συνθήκη πνευματικής ελευθερίας»

    Οι κρατούμενοι που συμμετέχουν έχουν την ευκαιρία να έρθουν σε επαφή με τη λογοτεχνία, το θέατρο, τα εικαστικά, τη μουσική. Να αποκτήσουν γνώσεις που σε άλλη περίπτωση δε θα είχαν την ευκαιρία να αποκτήσουν, πόσο μάλλον σε συνθήκες εγκλεισμού.

    «Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε πως το πρόγραμμα αυτό και τα βιβλία μπορούν να αποτελέσουν μια διέξοδο από την πραγματικότητα που βιώνουν, μια συνθήκη πνευματικής ελευθερίας. Αυτήν ακριβώς τη συνθήκη θελήσαμε να ενισχύσουμε με τη δική μας δράση. Η δράση “ Χαρίζουμε βιβλία στα Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας στις Φυλακές” είναι ένα άνοιγμα στην κοινωνία, για όσα αυτή μπορεί να προσφέρει στους ανθρώπους αυτούς, ώστε αυτοί κάποια στιγμή να επανενταχθούν σε αυτήν», εξήγησε η κ. Δανδέλια.

    Μέχρι στιγμής, οι χώροι των Εκδόσεων Πανεπιστημίου Μακεδονίας «μετρούν» πάνω από 1.000 βιβλία, που περιμένουν να διατεθούν στις βιβλιοθήκες των Σχολείων Δεύτερης Ευκαιρίας.

    Τα βιβλία θα συνεχίσουν να συγκεντρώνονται καθημερινά, Δευτέρα έως Παρασκευή, από τις 9 το πρωί έως τις 3 μετά το μεσημέρι, στον χώρο των Εκδόσεων, στο ισόγειο του Πανεπιστημίου Μακεδονίας (Εγνατία 156), μέχρι και την Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2020.

    Με πληροφορίες από ΑΠΕ – ΜΠΕ

    kathimerini.gr