Ο φόβος είναι κάποια λύπη ή ταραχή που προκαλείται από την αίσθηση κάποιου κακού που επαπειλείται, ενός κακού που μπορεί να μας καταστρέψει ή να μας λυπήσει.
Γιατί οι άνθρωποι δεν φοβούνται όλα τα κακά, όπως π.χ. αν θα γίνουμε άδικοι ή βραδείς στη σκέψη, αλλά όσα μπορούν να μάς φέρουν μεγάλη λύπη ή καταστροφή, και μάλιστα όταν αυτά δεν βρίσκονται μακριά, αλλά φαίνονται πολύ κοντά, ότι επίκεινται. Γιατί τα πολύ μακρινά δεν τα φοβούνται.
Γιατί όλοι γνωρίζουν ότι θα πεθάνουν, αλλά πιστεύουν ότι ο θάνατος δεν είναι κοντά, γι’ αυτό δεν τους νοιάζει.
Αν λοιπόν αυτός είναι ο φόβος, κατ’ ανάγκη φοβερά είναι όλα αυτά πού φαίνονται πώς έχουν μεγάλη δύναμη να μας καταστρέψουν ή να μας προξενήσουν βλάβες πού θα έχουν ως αποτέλεσμα μεγάλη λύπη.
Γι’ αυτό και οι ενδείξεις αυτών των δυστυχημάτων προξενούν φόβο. Γιατί φαίνεται κοντά αυτό πού φοβούμαστε. Γιατί αυτό ακριβώς είναι ο κίνδυνος, ο ερχομός του φοβερού. Και τέτοιες ενδείξεις είναι ή έχθρα και ή οργή ανθρώπων πού έχουν τη δύναμη να κάνουν κάποιο κακό.
Γιατί είναι φανερό ότι θέλουν να το κάνουν, ώστε βρίσκονται κοντά στο να το κάνουν. Τέτοια ένδειξης είναι και η αδικία πού έχει δύναμη, γιατί ο άδικος είναι άδικος γιατί προκρίνει την αδικία. Ένδειξης είναι και ή αρετή πού την έχουν προσβάλει, όταν αποκτά δύναμη.
Γιατί είναι φανερό ότι έχει την προαίρεση πάντοτε να κάνει κακό, όταν προσβάλλεται, αλλά μόνο τώρα έχει τη δύναμη να το πράξει. ’Ένδειξης είναι και ο φόβος αυτών πού μπορούν να κάνουν κάτι. Γιατί κι αυτός κατ’ ανάγκη είναι έτοιμος να μας βλάψει.
Επειδή οι πολλοί είναι κακοί και επιδιώκουν το κέρδος και είναι δειλοί στους κινδύνους, είναι φοβερό να κρέμεσαι από την εξουσία του άλλου, ώστε ένας πού έχει διαπράξει έγκλημα, έχει λόγους να φοβάται τους συνενόχους του μήπως τον καταγγείλουν ή τον εγκαταλείπουν.
Και όσοι έχουν τη δύναμη να αδικούν, εμπνέουν το φόβο σε αυτούς που μπορούν να αδικούνται χωρίς εκδίκηση. Γιατί οι άνθρωποι ως επί το πλείστον αδικούν, όταν μπορούν. ’Επίφοβοι είναι και όσοι έχουν αδικηθεί ή νομίζουν ότι αδικούνται. Γιατί πάντα παραφυλάνε την ευκαιρία.
Φοβεροί είναι κι αυτοί πού έχουν αδικήσει, αν έχουν δύναμη, γιατί φοβούνται μήπως πάθουν τα ίδια, δεδομένου ότι αυτό, όπως είπαμε, προκαλεί φόβο. Κι όσοι διεκδικούν το ίδιο πράγμα και δεν είναι δυνατό ταυτόχρονα να το έχουν και οι δυο.
Γιατί αυτοί οι άνθρωποι βρίσκονται σε διαρκή πόλεμο μεταξύ τους. Και όσοι είναι επίφοβοι στους ισχυρότερους από μας, είναι και σε μας επίφοβοι. Γιατί μπορούν περισσότερο να βλάψουν εμάς, αφού μπορούν να βλάψουν τους ισχυρότερους.
Φοβεροί είναι κι αυτοί τους οποίους φοβούνται οι ισχυρότεροι μας, κι αυτό για τον ίδιο λόγο. Κι όσοι έχουν σκοτώσει τους ισχυρότερους μας. Κι όσοι επιτίθενται εναντίον των ασθενέστερων τους. Γιατί αυτοί ή είναι ήδη επίφοβοι ή θα γίνουν όταν αυξηθεί ή δύναμη τους.
Και από εκείνους πού έχουν αδικηθεί, είτε εχθροί είναι είτε αντίπαλοι, επίφοβοι δεν είναι οι οξύθυμοι και οι ελευθερόστομοι, αλλά οι πράοι και οι είρωνες και οι πανούργοι. Γιατί είναι αβέβαιο αν θα εκδηλωθεί σύντομα ή εκδίκησης τους, ώστε ποτέ δεν γνωρίζει κανείς αν βρίσκεται μακριά από αυτήν.
Kι όλα τα φοβερά είναι φοβερότερα, αν τα σφάλματά μας δεν είναι δυνατό να τα επανορθώσουμε, αλλά ή είναι εντελώς αδύνατο αυτό το πράγμα ή δεν είναι στο χέρι μας, αλλά στο χέρι των αντιπάλων μας.
Επίσης και εκείνα πού δεν μπορεί κανείς να βοηθήσει ή δεν είναι εύκολο να τα βοηθήσει. Και γενικά, φοβερά είναι όσα γίνονται εις βάρος των άλλων ή μέλλουν να συμβούν και προκαλούν τον οίκτο. Τα φοβερά λοιπόν πράγματα και όσα γενικά φοβούνται οι άνθρωποι, σχεδόν αυτά είναι τα πιο σπουδαία.
Τώρα θα αναπτύξουμε σε ποια κατάσταση βρίσκονται οι άνθρωποι και φοβούνται.
Αν λοιπόν o φόβος προκύπτει από την προσδοκία ότι θα πάθουμε κάποια συμφορά, είναι φανερό ότι κανείς από εκείνους πού νομίζουν ότι δεν πρόκειται να πάθουν κανένα κακό, δεν φοβάται. Και δεν φοβούνται ούτε αυτά που δεν νομίζουν ότι δεν πρόκειται να πάθουν, ούτε εκείνους από τους οποίους δεν νομίζουν ότι θα τα πάθουν, ούτε τότε φοβούνται, όταν δεν νομίζουν ότι πρόκειται να πάθουν τίποτε.
Συνάγεται λοιπόν ότι κατ’ ανάγκη φοβούνται εκείνοι πού νομίζουν ότι κάτι θα πάθουν, και τα πρόσωπα από τα όποια φοβούνται ότι θα το πάθουν, και αυτά πού θα πάθουν, και το χρόνο πού θα το πάθουν.
Και δεν πιστεύουν ότι θα πάθουν τίποτε εκείνοι πού βρίσκονται σε μεγάλη ευτυχία η νομίζουν ότι βρίσκονται σε μεγάλη ευτυχία, για αυτό είναι και αυθάδεις και αλαζονικοί και θρασείς (και τέτοιους κάνει τούς ανθρώπους ο πλούτος, ή σωματική δύναμις, οι πολλοί φίλοι, ή κοινωνική επιρροή).
Επίσης δεν φοβούνται αυτοί πού νομίζουν ότι έχουν πάθει ήδη τα πάνδεινα και βλέπουν με ψυχρή αδιαφορία το μέλλον, σαν αυτούς πού είναι καταδικασμένοι στο θάνατο με από τυμπανισμό. ’Αλλά πρέπει να υπάρχει κάποια ελπίδα σωτηρίας από την αγωνία του φόβου. Απόδειξης είναι το γεγονός ότι ο φόβος κάνει τους ανθρώπους να σκέπτονται, γιατί βέβαια κανείς δεν σκέπτεται τα ανέλπιστα.
Ώστε πρέπει ο ρήτωρ να εμβάλλει στους ακροατές του τον φόβο ότι θα πάθουν κάτι, όταν νομίζει ότι είναι καλύτερο να φοβούνται, γιατί σαν άνθρωποι μπορούν να το πάθουν, όταν μάλιστα άλλοι ισχυρότεροι έπαθαν κακό. Και να τους δείχνει ότι και οι όμοιοί τους υποφέρουν ή έχουν πάθει κακό και από ανθρώπους πού δεν τον περίμεναν και μάλιστα τότε πού δεν το πίστευαν.
Αφού λοιπόν αποσαφηνίσαμε τι είναι φόβος και ποια πράγματα είναι φοβερά και σε ποια "ψυχική κατάσταση βρίσκονται οι άνθρωποι πού φοβούνται, από όλα αυτά γίνεται φανερό και τι είναι το θάρρος και σε ποια πράγματα οι άνθρωποι είναι θαρραλέοι και σε ποια κατάσταση βρίσκονται και είναι θαρραλέοι.
Γιατί το θάρρος είναι αντίθετο στο φόβο και το θαρραλέο είναι αντίθετο στο φοβερό, έτσι πού ή ελπίδα για κάτι το σωτήριο συνοδεύεται από μια εντύπωση ότι βρίσκεται πολύ κοντά, κι ότι τα φοβερά ή δεν υπάρχουν ή βρίσκονται μακριά.
Θάρρος εμπνέουν και τα φοβερά όταν βρίσκονται μακριά, και τα θαρραλέα όταν βρίσκονται κοντά. Κι αν ή θεραπεία (ενός κάπου) είναι δυνατή, κι όταν προσφέρονται μεγάλες και πολλές βοήθειες ή όταν συντρέχουν και τα δυο μαζί.
Και όταν δεν έχουμε αδικηθεί ή δεν έχουμε αδικήσει, κι όταν δεν υπάρχουν καθόλου αντίπαλοι μας ή δεν έχουν δύναμη ή έχουν δύναμη κι είναι φίλοι μας ή μας έχουν ευεργετήσει ή έχουν ευεργετηθεί από μας. Ή αν είναι πολλοί αυτοί πού έχουν τα ίδια με μας συμφέροντα ή αν είναι ισχυροί ή και τα δυο μαζί.
Οι άνθρωποι είναι θαρραλέοι όταν βρίσκονται στην ακόλουθη κατάσταση. ’Αν πιστεύουμε ότι έχουμε κατορθώσει πολλά και δεν έχουμε πάθει τίποτε ή αν πολλές φορές έχουμε περιέλθει σε πολύ δύσκολη κατάσταση και διαφύγαμε τον κίνδυνο. Γιατί οι άνθρωποι με δυο τρόπους δεν προσβάλλονται από το φόβο ή γιατί δεν τον δοκίμασαν ή γιατί έχουν πάντα κάποια βοήθεια.
Το πράγμα μοιάζει με τους κινδύνους της θάλασσας. Εκεί, όσοι δεν δοκίμασαν φουρτούνα, έχουν εμπιστοσύνη στο μέλλον, το ίδιο κι όσοι έχουν βοήθεια, την αποτελεσματικότητα της οποίας έχουν δοκιμάσει ήδη.
Και όταν κάτι δεν προξενεί φόβο στους όμοιους μας ούτε στους κατωτέρους μας ούτε σε κείνους πού νομίζουμε πώς είμαστε καλύτεροί τους. Και νομίζουμε ότι είμαστε ανώτεροι από εκείνους τους οποίους έχουμε νικήσει ή από τους ίδιους ή από τους ανωτέρους τους ή από τους όμοιους με αυτούς.
Και αν νομίζουν ότι έχουν περισσότερα και σπουδαιότερα πλεονεκτήματα, και με την υπεροχή τους αυτή προκαλούν το φόβο. Αυτά είναι το πλήθος των χρημάτων, ή σωματική ρώμη, οι φίλοι, οι γαίες, οι πολεμικοί εξοπλισμοί ή οι πλήρεις ή οι μεγαλύτεροι. Και αν δεν έχουμε αδικήσει ή κανέναν ή όχι πολλούς ή όχι τέτοιους πού μας εμπνέουν φόβο.
Και γενικά, αν τα πάμε καλά με τους θεούς και ως προς τα άλλα και ως προς τους οιωνούς και τους χρησμούς. Γιατί ή οργή εμπνέει θάρρος και εκείνο πού προκαλεί την οργή δεν είναι το να αδικούμε αλλά το να αδικούμαστε, και γενικά πιστεύεται ότι ό θεός βοηθάει τους αδικημένους.
Τέλος νοιώθουμε θάρρος, όταν επιχειρούμε κάτι και φανταζόμαστε ότι δεν θα πάθουμε τίποτε ή ότι δεν θα πάθουμε και θα τα καταφέρουμε ως το τέλος. ’Αρκετά λοιπόν γι’ αυτά πού εμπνέουν το φόβο και το θάρρος.
Αριστοτέλους - Ρητορική 1381~1385
thalamofilakas.blogspot.gr
το βρήκαμε εδώ: apocalypsejohn.
Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2013
Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2013
Ελληνική: μία και ενιαία γλώσσα
Η ελληνική γλώσσα είναι, ως γνωστόν, από τις ελάχιστες γλώσσες του
κόσμου που διατηρήθηκε ενιαία και αδιάσπαστη χιλιετίες.
Πράγματι η
Ελληνική είναι η μόνη ευρωπαϊκή γλώσσα που μιλιέται χωρίς διακοπή επί
4.000 χρόνια και γράφεται επί 3.500 χρόνια. Είναι γεγονός επίσης ότι,
όπως και όλες οι άλλες γλώσσες της οικουμένης, υπέστη και αυτή
σημαντικές αλλαγές και διαφοροποιήσεις κατά τη μακραίωνη εξέλιξή της,
καθώς αλλάζει αναπόδραστα καθετί το ζωντανό –διατήρησε ωστόσο αλώβητη
την ιστορική της ενότητα και συνέπεια, παρέχοντας έτσι αδιαφιλονίκητες
μαρτυρίες για την ιστορική συνέχεια και ενότητα συνάμα του ελληνικού
πολιτισμού. Η άποψη εν προκειμένω του έγκριτου ελληνιστή Robert Browning
είναι νομίζουμε απόλυτα εύλογη –ότι δηλαδή «δεν αποτελεί υπερβολή να
υποστηριχθεί πως η Ελληνική δεν είναι μια σειρά από ξεχωριστές γλώσσες
αλλά μία και ενιαία γλώσσα, και ότι αν κάποιος επιθυμεί να μάθει
Ελληνικά, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία αν θα αρχίσει από τον Ομηρο, τον
Πλάτωνα, την Καινή Διαθήκη, το έπος του Διγενή Ακρίτα ή τον Καζαντζάκη».
Παρόμοιες ή παρεμφερείς απόψεις για την ελληνική γλώσσα έχουν
διατυπώσει και πολλοί άλλοι διακεκριμένοι ξένοι ελληνιστές, όπως οι G.
Thomson, L. Palmer, A. Mirambel, P. Chantraine και F. Adrados.
Και ο ενιαίος χαρακτήρας της Ελληνικής μπορούμε να πούμε ότι εδράζεται
σε τρεις κυρίως παράγοντες: στην ετυμολογική συνέπεια και συνέχεια του
λεξιλογίου της, στη διαχρονική ομοιομορφία της γραφής της και στην
οργανική, τη δομική θα λέγαμε, συνοχή της. Ετσι κανείς δεν μπορεί να
αμφισβητήσει ότι χιλιάδες λέξεις ή ετυμολογικές ρίζες, όπως και οι
παραγωγικοσυνθετικοί μηχανισμοί τους –με άλλα λόγια το κύριο σώμα της
Ελληνικής -, είναι κατά το μεγαλύτερο μέρος ολόιδιες και κοινές σε όλες
τις ιστορικές περιόδους και φάσεις της μακραίωνης διαδρομής της. Οταν
λόγου χάριν προφέρουμε τις λέξεις θάλασσα, ουρανός, δήμος, δημοκρατία,
τραγωδία, κωμωδία, θάνατος, τέλος, μοίρα, τύχη κ.λπ., θα λέγαμε ότι κατά
τινα τρόπον «επικοινωνούμε» νοερά με εκείνους τους κατοίκους αυτής της
χώρας που έζησαν χιλιάδες χρόνια πριν από εμάς και χρησιμοποίησαν τις
ίδιες αυτές λέξεις με την ίδια περίπου σημασία. Εξάλλου στη διάρκεια
όλων αυτών των αιώνων οι λέξεις παριστάνονταν με τα ίδια γράμματα από
τότε ως σήμερα –ειδικότερα από τον 8ο αι. π.Χ. όπου ανάγονται οι πρώτες
επιγραφές σε αλφαβητική γραφή, όπως είναι επί παραδείγματι οι γνωστές
επιγραφές του Διπύλου (περίπου 740-730 π.Χ.) και του κυπέλλου του
Νέστορα (δεύτερο μισό του 8ου αι. π.Χ.). Πρόσφατα μάλιστα συναρπαστικές
ανακαλύψεις εγχάρακτων γλωσσικών θραυσμάτων στην Αίγυπτο και στην
Κεντρική Ιταλία, τα οποία χρονολογούνται από τις αρχές του 8ου αι. π.Χ.,
συνηγορούν υπέρ της θεωρίας ότι η προσαρμογή του φοινικικού αλφαβήτου
σε ελληνικό έγινε κατά τον 9ο αι. π.Χ. ή και ακόμη νωρίτερα στην
ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Αλλά και η οργανική συνοχή
της Ελληνικής, που αποτελεί τον τρίτο παράγοντα της διαχρονικής της
ενότητας, είναι όντως παραδειγματική· γιατί μπορεί να υπέστη, ως
ζωντανός οργανισμός, πολλές και ποικίλες μεταβολές στη δομή της
–ιδιαίτερα επί του φωνολογικού πεδίου, στη διάρκεια της ελληνιστικής
κυρίως εποχής, κατά την οποία σφυρηλατήθηκε, καθώς γνωρίζουμε, και η
φυσιογνωμία της Νεοελληνικής -, αλλά οι αλλαγές αυτές δεν μπόρεσαν να
αλλοιώσουν τον εσώτερο οργανισμό της, τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της
ταυτότητάς της.
Ούτε λοιπόν η αρχαία Ελληνική είναι νεκρή
γλώσσα, σαν τη Λατινική, όπως ειπώθηκε πρόσφατα, αλλά ζωντανή και
θάλλουσα παρουσία μέσα στον κορμό της Νεοελληνικής, αφού ζωντανή και
σφριγηλή παραμένει έως σήμερα η μία και ενιαία Ελληνική. Αξίζει πράγματι
να αναφέρουμε μερικά ενδεικτικά παραδείγματα με κάποια χονδρικά
ποσοστά: Από τις 110 λέξεις που περιέχουν και τα δύο μαζί προοίμια της
«Ιλιάδας» και της «Οδύσσειας» (8ος αι. π.Χ.) το ένα τρίτο και πλέον από
αυτές χρησιμοποιούνται με τον έναν ή τον άλλον τρόπο ατόφιες και
ολοζώντανες στη Νεοελληνική, ενώ οι υπόλοιπες γίνονται αμέσως κατανοητές
με τη βοήθεια ελάχιστων εξηγητικών σχολίων. Από τις περίπου 500 λέξεις
που περιλαμβάνει ο γνωστός λόγος του Λυσία «Υπέρ Αδυνάτου» (5ος αι.
π.Χ.) μόνο το ένα τρίτο περίπου από αυτές είναι κάπως δύσληπτες για τους
Νεοέλληνες, ενώ οι υπόλοιπες είναι σε ευρύτατη χρήση στη Νεοελληνική.
Από τις 4.900 λέξεις της Καινής Διαθήκης (1ος-2ος αι. μ.Χ.) κατά τον
Γεώργιο Χατζιδάκι, τον πατέρα της ελληνικής Γλωσσολογίας, οι μισές
περίπου, δηλαδή οι 2.280, χρησιμοποιούνται ευρέως και σήμερα, οι 2.220
είναι ευκολονόητες από τους Νεοέλληνες και μόνο περίπου 400 χρειάζονται
ερμηνευτικό σχολιασμό, για να γίνουν κατανοητές. Τέλος από τις περίπου
800 λέξεις που περιέχουν οι 24 οίκοι ή στάσεις του «Ακάθιστου Υμνου»
(πιθανόν 7ος αι. μ.Χ.) περίπου το ένα τρίτο από αυτές απαιτούν εξηγητικά
σχόλια, για να καταστούν εύληπτες, ενώ οι υπόλοιπες είναι σε κοινή
χρήση στη Νεοελληνική. Και για ένα μικρό μέτρο σύγκρισης με τα παραπάνω
αναφερόμενα ποσοστά αρκεί να επισημάνουμε τούτο μόνο: Κείμενα της
αρχαιότερης Αγγλικής είναι σχεδόν ακατάληπτα από τους σύγχρονους Αγγλους
χωρίς κατάλληλα ερμηνεύματα. Κανείς όμως έως τώρα δεν χαρακτήρισε τα
παλαιότερα Αγγλικά «νεκρή γλώσσα», ούτε πρότεινε να περιοριστεί στο
ελάχιστο η διδασκαλία τους στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.
Γεράσιμος Α. Μαρκαντωνάτος, διδάκτωρ Κλασικής Φιλολογίας – συγγραφέας.
Πέμπτη 6 Ιουνίου 2013
Απ' τον Όμηρο στο σήμερα...
Δεν υπάρχουν αρχαίες και νέες Ελληνικές λέξεις, αλλά μόνο Ελληνικές.
Η Ελληνική γλώσσα είναι ενιαία και ουσιαστικά αδιαίρετη χρονικά.
| «Από την εποχή που μίλησε ο Όμηρος ως τα σήμερα, μιλούμε, ανασαίνουμε και τραγουδούμε με την ίδια γλώσσα» |
Για την γλώσσα μας πολλά έχουν ειπωθεί.
Και πολλά θα ειπωθούν για γενιές ακόμη
«Από την εποχή που μίλησε ο Όμηρος ως τα σήμερα, μιλούμε, ανασαίνουμε και τραγουδούμε με την ίδια γλώσσα». είπε ο Γιώργος Σεφέρης
Ποια Ελληνική λέξη είναι αρχαία και ποια νέα;
Γιατί μια Ομηρική λέξη μας φαίνεται δύσκολη και ακαταλαβίστικη;
«Από την εποχή που μίλησε ο Όμηρος ως τα σήμερα, μιλούμε, ανασαίνουμε και τραγουδούμε με την ίδια γλώσσα». είπε ο Γιώργος Σεφέρης
Ποια Ελληνική λέξη είναι αρχαία και ποια νέα;
Γιατί μια Ομηρική λέξη μας φαίνεται δύσκολη και ακαταλαβίστικη;
Οι Έλληνες
σήμερα ασχέτως μορφώσεως μιλάμε ομηρικά, αλλά δεν το ξέρουμε επειδή
αγνοούμε την έννοια των λέξεων που χρησιμοποιούμε.
Για του λόγου το
αληθές θα αναφέρουμε μερικά παραδείγματα για να δούμε ότι η Ομηρική
γλώσσα όχι μόνο δεν είναι νεκρή, αλλά είναι ολοζώντανη.
Αυδή είναι η φωνή. Σήμερα χρησιμοποιούμε το επίθετο άναυδος.
Αλέξω στην εποχή του Ομήρου σημαίνει εμποδίζω, αποτρέπω. Τώρα χρησιμοποιούμε τις λέξεις αλεξίπτωτο, αλεξίσφαιρο, αλεξικέραυνο αλεξήλιο Αλέξανδρος (αυτός που αποκρούει τους άνδρες) κ.τ.λ.
Με το επίρρημα τήλε στον Όμηρο εννοούσαν μακριά, εμείς χρησιμοποιούμε τις λέξεις τηλέφωνο, τηλεόραση, τηλεπικοινωνία, τηλεβόλο, τηλεπάθεια κ.τ.λ.
Λάας ή λας έλεγαν την πέτρα. Εμείς λέμε λατομείο, λαξεύω.
Πέδον στον Όμηρο σημαίνει έδαφος, τώρα λέμε στρατόπεδο, πεδινός.
Το κρεβάτι λέγεται λέχος, εμείς αποκαλούμε λεχώνα τη γυναίκα που μόλις γέννησε και μένει στο κρεβάτι.
Πόρο έλεγαν τη διάβαση, το πέρασμα, σήμερα χρησιμοποιούμε τη λέξη πορεία. Επίσης αποκαλούμε εύπορο κάποιον που έχει χρήματα, γιατί έχει εύκολες διαβάσεις, μπορεί δηλαδή να περάσει όπου θέλει, και άπορο αυτόν που δεν έχει πόρους, το φτωχό.
Φρην είναι η λογική. Από αυτή τη λέξη προέρχονται το φρενοκομείο, ο φρενοβλαβής, ο εξωφρενικός, ο άφρων κ.τ.λ.
Δόρπος, λεγόταν το δείπνο, σήμερα η λέξη είναι επιδόρπιο.
Λώπος είναι στον Όμηρο το ένδυμα. Τώρα αυτόν που μας έκλεψε (μας έγδυσε το σπίτι) το λέμε λωποδύτη!
Ύλη ονόμαζαν ένα τόπο με δένδρα, εμείς λέμε υλοτόμος.
Άρουρα ήταν το χωράφι, όλοι ξέρουμε τον αρουραίο.
Τον θυμό τον αποκαλούσαν χόλο. Από τη λέξη αυτή πήρε το όνομα της η χολή, με την έννοια της πίκρας. Λέμε επίσης αυτός είναι χολωμένος.
Νόστος σημαίνει επιστροφή στην πατρίδα. Η λέξη παρέμεινε ως παλινόστηση, ή νοσταλγία.
Άλγος στον Όμηρο είναι ο σωματικός πόνος, από αυτό προέρχεται το αναλγητικό.
Το βάρος το αποκαλούσαν άχθος, σήμερα λέμε αχθοφόρος.
Ο ρύπος, δηλαδή η ακαθαρσία, εξακολουθεί και λέγεται έτσι - ρύπανση.
Από τη λέξη αιδώς (ντροπή) προήλθε ο αναιδής.
Πέδη, σημαίνει δέσιμο και τώρα λέμε πέδιλο. Επίσης χρησιμοποιούμε τη λέξη χειροπέδες.
Από το φάος, το φως προέρχεται η φράση φαεινές ιδέες.
Άγχω, σημαίνει σφίγγω το λαιμό, σήμερα λέμε αγχόνη. Επίσης άγχος είναι η αγωνία από κάποιο σφίξιμο, ή από πίεση.
Βρύχια στον Όμηρο είναι τα βαθιά νερά, εξ ου και τo υποβρύχιο.
Φερνή έλεγαν την προίκα. Από εκεί επικράτησε την καλά προικισμένη να τη λέμε «πολύφερνη νύφη».
Το γεύμα στο οποίο ο κάθε παρευρισκόμενος έφερνε μαζί του το φαγητό του λεγόταν έρανος.
Αναρτήθηκε από
ΟΥ ΤΙ ΔΑΝΟΣ
Αυδή είναι η φωνή. Σήμερα χρησιμοποιούμε το επίθετο άναυδος.
Αλέξω στην εποχή του Ομήρου σημαίνει εμποδίζω, αποτρέπω. Τώρα χρησιμοποιούμε τις λέξεις αλεξίπτωτο, αλεξίσφαιρο, αλεξικέραυνο αλεξήλιο Αλέξανδρος (αυτός που αποκρούει τους άνδρες) κ.τ.λ.
Με το επίρρημα τήλε στον Όμηρο εννοούσαν μακριά, εμείς χρησιμοποιούμε τις λέξεις τηλέφωνο, τηλεόραση, τηλεπικοινωνία, τηλεβόλο, τηλεπάθεια κ.τ.λ.
Λάας ή λας έλεγαν την πέτρα. Εμείς λέμε λατομείο, λαξεύω.
Πέδον στον Όμηρο σημαίνει έδαφος, τώρα λέμε στρατόπεδο, πεδινός.
Το κρεβάτι λέγεται λέχος, εμείς αποκαλούμε λεχώνα τη γυναίκα που μόλις γέννησε και μένει στο κρεβάτι.
Πόρο έλεγαν τη διάβαση, το πέρασμα, σήμερα χρησιμοποιούμε τη λέξη πορεία. Επίσης αποκαλούμε εύπορο κάποιον που έχει χρήματα, γιατί έχει εύκολες διαβάσεις, μπορεί δηλαδή να περάσει όπου θέλει, και άπορο αυτόν που δεν έχει πόρους, το φτωχό.
Φρην είναι η λογική. Από αυτή τη λέξη προέρχονται το φρενοκομείο, ο φρενοβλαβής, ο εξωφρενικός, ο άφρων κ.τ.λ.
Δόρπος, λεγόταν το δείπνο, σήμερα η λέξη είναι επιδόρπιο.
Λώπος είναι στον Όμηρο το ένδυμα. Τώρα αυτόν που μας έκλεψε (μας έγδυσε το σπίτι) το λέμε λωποδύτη!
Ύλη ονόμαζαν ένα τόπο με δένδρα, εμείς λέμε υλοτόμος.
Άρουρα ήταν το χωράφι, όλοι ξέρουμε τον αρουραίο.
Τον θυμό τον αποκαλούσαν χόλο. Από τη λέξη αυτή πήρε το όνομα της η χολή, με την έννοια της πίκρας. Λέμε επίσης αυτός είναι χολωμένος.
Νόστος σημαίνει επιστροφή στην πατρίδα. Η λέξη παρέμεινε ως παλινόστηση, ή νοσταλγία.
Άλγος στον Όμηρο είναι ο σωματικός πόνος, από αυτό προέρχεται το αναλγητικό.
Το βάρος το αποκαλούσαν άχθος, σήμερα λέμε αχθοφόρος.
Ο ρύπος, δηλαδή η ακαθαρσία, εξακολουθεί και λέγεται έτσι - ρύπανση.
Από τη λέξη αιδώς (ντροπή) προήλθε ο αναιδής.
Πέδη, σημαίνει δέσιμο και τώρα λέμε πέδιλο. Επίσης χρησιμοποιούμε τη λέξη χειροπέδες.
Από το φάος, το φως προέρχεται η φράση φαεινές ιδέες.
Άγχω, σημαίνει σφίγγω το λαιμό, σήμερα λέμε αγχόνη. Επίσης άγχος είναι η αγωνία από κάποιο σφίξιμο, ή από πίεση.
Βρύχια στον Όμηρο είναι τα βαθιά νερά, εξ ου και τo υποβρύχιο.
Φερνή έλεγαν την προίκα. Από εκεί επικράτησε την καλά προικισμένη να τη λέμε «πολύφερνη νύφη».
Το γεύμα στο οποίο ο κάθε παρευρισκόμενος έφερνε μαζί του το φαγητό του λεγόταν έρανος.
Η λέξη παρέμεινε, με τη διαφορά ότι σήμερα δεν συνεισφέρουμε φαγητό, αλλά χρήματα.
Υπάρχουν λέξεις, από τα χρόνια του Ομήρου, που ενώ η πρώτη τους μορφή μεταβλήθηκε - η χειρ έγινε χέρι, το ύδωρ νερό, η ναυς έγινε πλοίο, το άστυ έγινε πόλη, στη σύνθεση διατηρήθηκε η πρώτη μορφή της λέξεως.
Από τη λέξη χειρ έχουμε: χειρουργός, χειριστής, χειροτονία, χειραφέτηση, χειρονομία, χειροδικώ κ.τ.λ.
Από το ύδωρ έχουμε τις λέξεις: ύδρευση υδραγωγείο, υδραυλικός, υδροφόρος, υδρογόνο, υδροκέφαλος, αφυδάτωση, ενυδρείο, κ.τ.λ.
Από τη λέξη ναυς έχουμε: ναυπηγός, ναύαρχος, ναυμαχία, ναυτικός, ναυαγός, ναυτιλία, ναύσταθμος, ναυτοδικείο, ναυαγοσώστης, ναυτία, κ.τ.λ.
Από τη λέξη άστυ έχουμε: αστυνομία, αστυνομικός, αστυφιλία, κ.τ.λ.
Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα παραδείγματα προκύπτει ότι:
Υπάρχουν λέξεις, από τα χρόνια του Ομήρου, που ενώ η πρώτη τους μορφή μεταβλήθηκε - η χειρ έγινε χέρι, το ύδωρ νερό, η ναυς έγινε πλοίο, το άστυ έγινε πόλη, στη σύνθεση διατηρήθηκε η πρώτη μορφή της λέξεως.
Από τη λέξη χειρ έχουμε: χειρουργός, χειριστής, χειροτονία, χειραφέτηση, χειρονομία, χειροδικώ κ.τ.λ.
Από το ύδωρ έχουμε τις λέξεις: ύδρευση υδραγωγείο, υδραυλικός, υδροφόρος, υδρογόνο, υδροκέφαλος, αφυδάτωση, ενυδρείο, κ.τ.λ.
Από τη λέξη ναυς έχουμε: ναυπηγός, ναύαρχος, ναυμαχία, ναυτικός, ναυαγός, ναυτιλία, ναύσταθμος, ναυτοδικείο, ναυαγοσώστης, ναυτία, κ.τ.λ.
Από τη λέξη άστυ έχουμε: αστυνομία, αστυνομικός, αστυφιλία, κ.τ.λ.
Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα παραδείγματα προκύπτει ότι:
Δεν υπάρχουν αρχαίες και νέες Ελληνικές λέξεις, αλλά μόνο Ελληνικές.
Η Ελληνική γλώσσα είναι ενιαία και ουσιαστικά αδιαίρετη χρονικά.
Από την εποχή του Ομήρου μέχρι σήμερα προστέθηκαν στην Ελληνική γλώσσα μόνο ελάχιστες λέξεις.
Η γνώση των εννοιών των λέξεων θα μας βοηθήσει να καταλάβουμε ότι μιλάμε τη γλώσσα της ομηρικής ποίησης, μια γλώσσα που δεν ανακάλυψε ο Όμηρος αλλά προϋπήρχε πολλές χιλιετίες πριν από αυτόν.
Σίγουρα έχετε και σεις πολλά παραδείγματα και μπορείτε να τα προσθέσετε στο λεξιλόγιο που παραθέσαμε.
Η Ελληνική γλώσσα είναι ενιαία και ουσιαστικά αδιαίρετη χρονικά.
Από την εποχή του Ομήρου μέχρι σήμερα προστέθηκαν στην Ελληνική γλώσσα μόνο ελάχιστες λέξεις.
Η γνώση των εννοιών των λέξεων θα μας βοηθήσει να καταλάβουμε ότι μιλάμε τη γλώσσα της ομηρικής ποίησης, μια γλώσσα που δεν ανακάλυψε ο Όμηρος αλλά προϋπήρχε πολλές χιλιετίες πριν από αυτόν.
Σίγουρα έχετε και σεις πολλά παραδείγματα και μπορείτε να τα προσθέσετε στο λεξιλόγιο που παραθέσαμε.
Μένει μόνο να σας πούμε ότι τα Αρχαία Ελληνικά αν διαβαστούν με προσοχή
είναι σίγουρα Ελληνικότατα και όχι μία ακόμη ξένη γλώσσα που απλά
μαθαίνουμε στο σχολείο.
Μελετήστε τα και ορθώστε ανάστημα απέναντι την ξενομανία.
Είναι χαμένη η μέρα που δεν γέλασες
Είναι χαμένη η μέρα που δεν γέλασες
Κυριακή 7 Απριλίου 2013
Αριστοτέλους Πολιτικά - Ενότητες 16 και 20 (κείμενο - μετάφραση)
Αριστοτέλους Πολιτικά
Ενότητα 16η
Ο πολίτης ορίζεται από τη συμμετοχή στην πολιτική και δικαστική
εξουσία
Και ο πολίτης δεν είναι πολίτης με κριτήριο το ότι είναι εγκατεστημένος
σε ένα συγκεκριμένο τόπο
ὁ δὲ πολίτης οὐ πολίτης ἐστίν …………………………τῷ οἰκεῖν που
(γιατί και μέτοικοι και δούλοι μοιράζονται με τους πολίτες έναν κοινό
τόπο),
(καὶ γὰρ μέτοικοι καὶ δοῦλοι κοινωνοῦσι τῆς οἰκήσεως),
ούτε είναι πολίτες αυτοί που έχουν μόνο το δικαίωμα
οὐδ’ οἱ τῶν δικαίων μετέχοντες οὕτως
να εμφανίζονται στο δικαστήριο ως εναγόμενοι και ως ενάγοντες
ὥστε ……………καὶ δίκην ὑπέχειν …………….καὶ δικάζεσθαι
(γιατί το δικαίωμα αυτό ανήκει και σε όσους
(αν και πολίτες άλλων πόλεων)
(τοῦτο γὰρ ὑπάρχει
το έχουν αποκτήσει χάρη σε ειδικές συμφωνίες)…
καὶ τοῖς ἀπὸ συμβόλων κοινωνοῦσιν )….
Και με την ακριβέστερη σημασία της λέξης, τίποτε άλλο δεν ορίζει τόσο
τον πολίτη
πολίτης δ’ ἁπλῶς …………………….οὐδενὶ τῶν ἄλλων ὁρίζεται μᾶλλον
όσο η συμμετοχή στις δικαστικές λειτουργίες και στα αξιώματα…
ἢ τῷ μετέχειν κρίσεως καὶ ἀρχῆς…..
Από αυτά λοιπόν γίνεται φανερό τι είναι ο πολίτης .
τίς μὲν οὖν ἐστιν ὁ πολίτης, ἐκ τούτων φανερόν·
αυτός δηλαδή που έχει τη δυνατότητα να συμμετέχει στην πολιτική και
δικαστική εξουσία
ᾧ γὰρ ἐξουσία κοινωνεῖν ………….ἀρχῆς βουλευτικῆς καὶ κριτικῆς,
λέμε πια (τώρα) ότι είναι πολίτης του συγκεκριμένου κράτους
πολίτην ἤδη λέγομεν εἶναι ταύτης τῆς πόλεως,
και κράτος (πόλη-κράτος) είναι, το σύνολο τέτοιων ατόμων, που είναι
αρκετό (σε αριθμό)
πόλιν δὲ ……………………………..τὸ τῶν τοιούτων πλῆθος ἱκανὸν
ώστε να εξασφαλίζεται η αυτάρκεια στη ζωή τους, για να το πούμε
γενικά.
πρὸς αὐτάρκειαν ζωῆς, …………………………….ὡς ἁπλῶς εἰπεῖν.
Ενότητα 20η
Οι στόχοι της παιδείας
Έγινε λοιπόν φανερό ότι πρέπει να θεσπιστούν νόμοι για την
παιδεία
φανερόν ὅτι μὲν οὖν νομοθετητέον περὶ παιδείας
και ότι πρέπει να ορίσουμε αυτή (η παιδεία) να προσφέρεται από το κράτος (να είναι η ίδια
για όλους).
καὶ ποιητέον ταύτην ………………………………κοινὴν.
και ποιος θα είναι ο χαρακτήρας της και με ποιον τρόπο πρέπει αυτή να
ασκείται,
τίς δ' ἔσται ἡ παιδεία ……………………..καὶ πῶς χρὴ παιδεύεσθαι,
αυτά δεν πρέπει να διαφύγουν την προσοχή μας.
δεῖ μὴ λανθάνειν.
Γιατί σήμερα υπάρχουν διαφορετικές αντιλήψεις ως προς το εκπαιδευτικό
πρόγραμμα (τη διδακτέα ύλη).
νῦν γὰρ ἀμφισβητεῖται …………………………….περὶ τῶν ἔργων.
Δηλαδή δεν έχουν όλοι την ίδια γνώμη ως προς αυτά που πρέπει να
μαθαίνουν οι νέοι,
οὐ γὰρ ταὐτὰ πάντες ὑπολαμβάνουσι δεῖν μανθάνειν τοὺς νέους
είτε με στόχο την αρετή είτε με στόχο τον καλύτερο τρόπο ζωής.
οὔτε πρὸς ἀρετὴν οὔτε πρὸς τὸν βίον τὸν ἄριστον,
ούτε είναι φανερό αν η παιδεία πρέπει να έχει ως στόχο της την
καλλιέργεια του νου
οὐδὲ φανερὸν πότερον ……………………..πρὸς τὴν διάνοιαν πρέπει
περισσότερο ή την διαμόρφωση ηθικού χαρακτήρα.
μᾶλλον ἢ πρὸς τὸ τῆς ψυχῆς ἦθος:
Αν ξεκινήσουμε από την εκπαίδευση που παρέχεται σήμερα,
ἔκ τε τῆς ἐμποδὼν παιδείας
η έρευνά μας θα βρεθεί αντιμέτωπη με μεγάλη σύγχυση
ἡ σκέψις ………………….ταραχώδης
και δεν είναι καθόλου φανερό αν πρέπει να προσφέρει η παιδεία αυτά που
είναι χρήσιμα
καὶ δῆλον οὐδὲν πότερον δεῖ ………………….ἀσκεῖν τὰ χρήσιμα
για τη ζωή ή αυτά που οδηγούν στην αρετή ή αυτά που απλώς προάγουν τη
γνώση
πρὸς τὸν βίον ἢ τὰ τείνοντα πρὸς ἀρετὴν …………..ἢ τὰ περιττά
(γιατί όλες αυτές οι απόψεις έχουν βρει κάποιους υποστηρικτές).
(πάντα γὰρ εἴληφε ταῦτα ………………….κριτάς τινας).
και για τις σπουδές που οδηγούν στην αρετή δεν υπάρχει καμιά απολύτως
συμφωνία
περί τε τῶν πρὸς ἀρετὴν ………………. οὐθέν ἐστιν ὁμολογούμενον
(γιατί δεν έχουν όλοι την ίδια ιδέα για την αρετή που τιμούν.
(καὶ γὰρ τὴν ἀρετὴν οὐ τὴν αὐτὴν εὐθὺς πάντες τιμῶσιν,
επομένως είναι φυσικό να υποστηρίζουν διαφορετικές γνώμες και ως προς
την άσκησή της).
ὥστ' εὐλόγως διαφέρονται ……………. καὶ πρὸς τὴν ἄσκησιν αὐτῆς).
Ότι τα παιδιά πρέπει να διδάσκονται από τα χρήσιμα αυτά που είναι
πρώτης ανάγκης,
ὅτι μὲν οὖν τὰ ἀναγκαῖα δεῖ διδάσκεσθαι ……………. τῶν χρησίμων,
δεν υπάρχει αμφιβολία (είναι ολοφάνερο).
οὐκ ἄδηλον:
όμως είναι φανερό πως όχι όλα,
ὅτι δὲ οὐ πάντα,
δεδομένου ότι οι ασχολίες διακρίνονται
φανερόν διῃρημένων των ἔργων
σε αυτές που ταιριάζουν και σε αυτές που δεν ταιριάζουν σε ελεύθερους
ανθρώπους.
τῶν τε ἐλευθερίων ……………………. καὶ τῶν ἀνελευθερίων,
επίσης (είναι φανερό) ότι από τα χρήσιμα πράγματα τα παιδιά πρέπει να
μαθαίνουν
καὶ ὅτι τῶν τοιούτων …………………………………….. δεῖ μετέχειν
όσα δεν κάνουν αυτόν που τα μαθαίνει βάναυσο (τιποτένιο,
αγροίκο).
ὅσα τῶν χρησίμων ποιήσει τὸν μετέχοντα μὴ βάναυσον.
Και πρέπει να θεωρούμε βάναυση (τιποτένια)
βάναυσον δ' ἔργον εἶναι δεῖ τοῦτο νομίζειν
αυτή την ασχολία και αυτή
τη γνώση,
καὶ τέχνην ταύτην καὶ μάθησιν,
που κάνει το σώμα ή το νου των ελεύθερων ανθρώπων ακατάλληλο
(άχρηστο)
ὅσαι ἀπεργάζονται τὸ σῶμα τῶν ἐλευθέρων ἢ τὴν διάνοιαν ἄχρηστον
για την άσκηση της αρετής.
πρὸς τὰς χρήσεις καὶ τὰς πράξεις τὰς τῆς ἀρετῆς.
Β.Δ.
Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2012
Πλάτωνα «Πολιτεία», Ε13η - Σχόλια
Πλάτωνα «Πολιτεία», Ε 13η -[519d-520a]
![]() |
| The Republic |
Ο ηθικός εξαναγκασμός των φιλοσόφων
Σύνδεση με τα προηγούμενα
- Ο Σωκράτης υποστήριξε ότι οι φιλόσοφοι έχουν τη ηθική υποχρέωση να εγκαταλείψουν το θεωρητικό τους κόσμο και να κατέβουν στην πολιτική πραγματικότητα για να αντιμετωπίσουν τις ανάγκες της κοινωνίας και να διαφωτίσουν τους απαίδευτους συνανθρώπους τους.
- Ο μελλοντικός φύλακας δέχεται την επίδραση του περιβάλλοντός και βελτιώνεται με την παιδεία μέχρι την τελείωσή του.
- Η παιδεία ως επίπονη και συνεχής άσκηση αφυπνίζει τον άνθρωπο και τον οδηγεί στον κόσμο των ιδεών.
- Η παιδεία σύμφωνα με τον Πλάτωνα είναι η καθοδήγηση του θείου στοιχείου που ενυπάρχει στον άνθρωπο προς την αληθινή περιοχή του όντος. Όσοι κατορθώνουν να φτάσουν στη θέαση του αγαθού, έχουν την υποχρέωση απαρνούμενοι τον πλούτο και την πολυτέλεια, υποτάσσοντας την ύλη στο πνεύμα, στο πλαίσιο του καταμερισμού των κοινωνικών ρόλων, να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στους πολλούς.
- Η πλατωνική δικαιοσύνη επιτυγχάνεται με την απρόσκοπτη εργασία των δημιουργών κάτω από την προστασία των φυλάκων, την οριοθέτηση αυστηρού βίου για τους φύλακες και τους φύλακες βασιλείς.
Η ένσταση του Γλαύκωνα → «Ἔπειτ’, ἔφη, ἀδικήσομεν αὐτούς, καὶ ποιήσομεν χεῖρον ζῆν, δυνατὸν αὐτοῖς ὂν ἄμεινον;»
Η απάντηση του Σωκράτη → «ὅτι νόμῳ οὐ τοῦτο μέλει, ὅπως ἕν τι γένος ἐν πόλει διαφερόντως εὖ πράξει, ἀλλ’ ἐν ὅλῃ τῇ πόλει τοῦτο μηχανᾶται ἐγγενέσθαι, συναρμόττων τοὺς πολίτας πειθοῖ τε καὶ ἀνάγκῃ, ποιῶν μεταδιδόναι ἀλλήλοις τῆς ὠφελίας ἣν ἂν ἕκαστοι τὸ κοινὸν δυνατοὶ ὦσιν ὠφελεῖν καὶ αὐτὸς ἐμποιῶν τοιούτους ἄνδρας ἐν τῇ πόλει, οὐχ ἵνα ἀφιῇ τρέπεσθαι ὅπῃ ἕκαστος βούλεται, ἀλλ’ ἵνα καταχρῆται αὐτὸς αὐτοῖς ἐπὶ τὸν σύνδεσμον τῆς πόλεως». [= το νόμο δεν τον ενδιαφέρει αυτό, πως δηλαδή μέσα σε μια πόλη θα ευτυχήσει στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό μια μόνο κοινωνική ομάδα, αλλά ψάχνει να βρει τρόπο να γίνει αυτό για όλη την πόλη, ενώνοντας αρμονικά τους πολίτες και με την πειθώ και με τη βία και κάνοντάς τους να μοιράζονται μεταξύ τους την ωφέλεια, που ο καθένας τους μπορεί να προσφέρει στο κοινό, και ο ίδιος διαμορφώνοντας τέτοιους πολίτες στην πόλη, όχι για να αφήνει να κατευθύνεται όπου θέλει ο καθένας (να αφήνει τον καθένα να κατευθύνεται όπου θέλει), αλλά για να τους χρησιμοποιεί αυτός για να ενώνει σ’ ένα σώμα την πόλη (για να φυλάσσει την πόλη ενωμένη).]
- Η Πολιτεία που οραματίζονται δεν έχει στόχο την προάσπιση των συμφερόντων και την εξασφάλιση της ευτυχίας μιας μόνο κοινωνικής ομάδας (ὅπως ἕν τι γένος ἐν πόλει διαφερόντως εὖ πράξει).
- Η Πολιτεία που οραματίζονται έχει στόχο την ευτυχία, την ευδαιμονία όλων των κοινωνικών ομάδων. Εκείνο που ενδιαφέρει το νόμο δεν είναι πώς θα ευτυχίσει μια κοινωνική ομάδα, αλλά το σύνολο των πολιτών. Η ευτυχία του συνόλου είναι επιταγή του νόμου (νόμῳ ἀλλ’ ἐν ὅλῃ τῇ πόλει τοῦτο μηχανᾶται ἐγγενέσθαι).
- Αυτό θα γίνει πραγματικότητα αν όλοι οι πολίτες ενωθούν σε ένα αρμονικό σύνολο με την πειθώ και με τη βία. Έτσι θα μοιράζονται μεταξύ τους την ωφέλεια που θα προσφέρει ο καθένας τους στο κοινωνικό σύνολο (συναρμόττων τοὺς πολίτας πειθοῖ τε καὶ ἀνάγκῃ, ποιῶν μεταδιδόναι ἀλλήλοις τῆς ὠφελίας ἣν ἂν ἕκαστοι τὸ κοινὸν δυνατοὶ ὦσιν ὠφελεῖν).
- Για τον Πλάτωνα καμιά αντίληψη ιδιωτικού βίου δε δίνει σε κανένα το δικαίωμα να ενεργεί όπως του αρέσει, αγνοώντας την εξυπηρέτηση του κοινωνικού συνόλου. Σκοπός του νόμου είναι να εξασφαλίσει την «ενότητα» της πόλης μέσα από την ωφέλεια που θα παρέχει ο ένας στον άλλον, σύμφωνα με τις δυνατότητές του και ταυτόχρονα με τον περιορισμό της ασύδοτης δράσης του καθενός (καὶ αὐτὸς ἐμποιῶν τοιούτους ἄνδρας ἐν τῇ πόλει, οὐχ ἵνα ἀφιῇ τρέπεσθαι ὅπῃ ἕκαστος βούλεται, ἀλλ’ ἵνα καταχρῆται αὐτὸς αὐτοῖς ἐπὶ τὸν σύνδεσμον τῆς πόλεως).
Ο σκοπός του νόμου
- Ο σκοπός του νόμου είναι πώς θα εξασφαλίσει την ευτυχία σε όλο το κοινωνικό σύνολο της Πολιτείας.
- Για την εξυπηρέτηση αυτού του στόχου έχει στη διάθεσή του δύο μέσα:
► την πειθώ
► τη βία, τον εξαναγκασμό
► τη βία, τον εξαναγκασμό
- Έτσι οι πολίτες κατευθύνονται και καθοδηγούνται οι πολίτες ώστε να διαμορφωθεί ένα αρμονικό σύνολο μέσα στο οποίο ο κάθε πολίτης θα ωφελεί τους συμπολίτες του και θα ωφελείται από αυτούς.
- Η επιβολή του νόμου είναι μια απαραίτητη αναγκαιότητα που θα εξασφαλίσει την ευδαιμονία και την αυτάρκεια των πολιτών, κάτι που θα ήταν ανέφικτο με την ατομική δράση.
α) Η κοινωνική ευδαιμονία έχει μεγαλύτερη σημασία, περισσότερη βαρύτητα από την προσωπική ευδαιμονία;
β) Μπορούμε, διακηρύσσοντας την προτεραιότητα της κοινωνικής ευδαιμονίας, να υποβαθμίσουμε την ατομική ευδαιμονία;
γ) Μπορεί όμως μια πολιτεία, όσο και αν ο επιδιωκόμενος σκοπός είναι το καλό του κοινωνικού συνόλου, των πολιτών και όχι των λίγων, να στηριχτεί στη δύναμη της επιβολής και στην κρατική βία;
δ) Μπορεί η συμπεριφορά των πολλών να ρυθμιστεί από λίγους –έστω «φωτισμένους»- ανθρώπους με τη βία, όταν η πειθώ για διάφορους λόγους δεν επιτυγχάνεται;
ε) Κατ’ επέκταση νομιμοποιείται η χρήση της βίας όταν διακηρύσσεται ένας «καλός σκοπός»;
Ευδαιμονία της πόλης ή ευδαιμονία του ατόμου;
Το ερώτημα αφορά τι πρέπει να προτάσσεται: η ευδαιμονία του συνόλου ή η προσωπική ευδαιμονία του καθενός;
- Θουκυδίδης (2.60): «ἐγὼ γὰρ ἡγοῦμαι πόλιν πλείω ξύμπασαν ὀρθουμένην ὠφελεῖν τοὺς ἰδιώτας ἢ καθ' ἕκαστον τῶν πολιτῶν εὐπραγοῦσαν, ἁθρόαν δὲ σφαλλομένην. καλῶς μὲν γὰρ φερόμενος ἀνὴρ τὸ καθ' ἑαυτὸν διαφθειρομένης τῆς πατρίδος οὐδὲν ἧσσον ξυναπόλλυται, κακοτυχῶν δὲ ἐν εὐτυχούσῃ πολλῷ μᾶλλον διασῴζεται» [= Εγώ δηλαδή θεωρώ πως, αν η πολιτεία στο σύνολό της βρίσκεται σε καλή κατάσταση, ωφελεί κάθε πολίτη περισσότερο παρά όταν οι πολίτες ευτυχούν ο καθένας, αλλά η πολιτεία στο σύνολό της δυστυχεί. Όσο και αν ευτυχεί ένας ιδιώτης στις ιδιωτικές του υποθέσεις καταστρέφεται και ο ίδιος μαζί με την πατρίδα του, αν καταστραφεί εκείνη. Αν όμως δυστυχήσει, ενώ η πατρίδα του ευημερεί, έχει πολλές ελπίδες να σωθεί].
- Σοφοκλής, Αντιγόνη (189-190): ἥδ᾽ ἐστὶν ἡ σῴζουσα καὶ ταύτης ἔπι / πλέοντες ὀρθῆς τοὺς φίλους ποιούμεθα [= αυτή (η πόλη) είναι μοναδικό σωσίβιο και μόνο πάνω στης πόλης το σκαρί, ορθό σαν πλέει, δημιουργούμε τις φιλίες μας].
- Αριστοτέλης: η πόλη προηγείται οντολογικά και αξιολογικά ως όλον (ως σύνολο πολιτών) έναντι του μέρους (του κάθε πολίτη). Η πόλη μπορεί να φτάσει στην την ευδαιμονία μέσα από την αυτάρκεια και αυτή η ευδαιμονία διαχέεται σε όλους τους πολίτες.
Η άποψη αυτή μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι ισχύει διότι:
α) η κοινωνία και η πολιτεία είναι ευεργέτες του ατόμου, αφού του προσφέρουν υλικά και πνευματικά αγαθά που μόνο του το άτομο δε θα μπορούσε να έχει.
β) Ό,τι ισχύει για το όλο ισχύει για το μέρος. Ένα ευτυχισμένο σύνολο κάνει ευτυχισμένα και τα άτομα που το αποτελούν. Αντίθετα ευτυχισμένα άτομα δε συνθέτουν πάντα ένα ευτυχισμένο σύνολο.
γ) Η κοινωνία ως αξία είναι ανώτερη από το άτομο. Η απώλεια ενός ατόμου επηρεάζει μόνο πρόσκαιρα την εξέλιξη μιας κοινωνίας. Αυτή εξακολουθεί να υπάρχει και μετά το θάνατο πολλών από τα μέλη της.
δ) Η κατάρρευση μιας κοινωνίας, ενός κοινωνικού συτήματος μπορεί να παρασύρει και να καταστρέψει πολύ περισσότερα άτομα.
Το ζήτημα δεν είναι η θεωρητική ορθότητα των παραπάνω θέσεων, αλλά η κοινωνική τους δυναμική. Η πλειοψηφία ασπάζεται αυτές τις θέσεις και «θεωρητικά» τις υποστηρίζει. Όμως πόσοι ενσυνείδητα τις κάνουν πράξη, ζουν με αυτές, φροντίζουν για την εδραίωσή τους και την εξέλιξή τους. Το ζήτημα που προκύπτει έχει να κάνει με το χάσμα ανάμεσα στη θεωρητική παραδοχή αυτών των θέσεων και με την πρακτική εξάσκηση των ακριβώς αντιθέτων. Πόσο δηλαδή πέρα από όσα υποστηρίζουμε θεωρητικά τελικά μας απασχολεί το «εγώ» και η προάσπιση του ατομικού μας συμφέροντος και μόνο.
Ο αυστριακός φιλόσοφος Karl Popper υποστήριξε ότι ο Πλάτωνας θεωρεί την ευδαιμονία της Πολιτείας ως κάτι ανώτερο και ανεξάρτητο από την ευδαιμονία των πολιτών και των κοινωνικών ομάδων. Υποστήριξε ότι ο Πλάτωνας προτάσσει την πόλη, το σύνολο, έναντι του ατόμου με τρόπο μηχανιστικό και αυτό συνιστά μια ολοκληρωτική αρχή, επειδή ενδέχεται το κράτος να είναι ισχυρό, αλλά οι πολίτες δυστυχείς. Τα περισσότερα από τα αναίρεσε ο Gregory Vlastos.
Όμως το βασικό ερώτημα του παραμένει: Τελικά πώς εξασφαλίζεται σε μια κοινωνία η ατομική και η συλλογική ευτυχία;
1. Η συλλογική ευτυχία πρέπει να νοείται ως ευτυχία ατόμων. Όχι ως ευτυχία κάποιων ομάδων, ούτε μιας πρακτικής επιβολής μιας ιδεολογίας, μιας δέσμης ιδεών ή μιας «επίκλησης» στο κοινό καλό (χωρίς να ορίζεται και να οριοθετείται αυτό).
2. Το κράτος και ο νόμος πρέπει να δρουν έχοντας στόχο να εξασφαλίσουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο το κάθε άτομο:
- θα αναγνωρίζεται στην ατομικότητά του, στη διαφορετικότητά του από τα άλλα άτομα, και ταυτόχρονα θα μπορεί να εκφράζει αυτή του τη διαφορετικότητα.
- θα μπορεί να κάνει ελεύθερα τις επιλογές που αρμόζουν στην προσωπικότητα του, να μπορεί να εκφράζει ελεύθερα τις πεποιθήσεις του, τις ιδέες του, τα πιστεύω του χωρίς καταναγκασμό.
- θα εξασφαλίζει συνθήκες ελευθερίας στα άτομα και αναγνώρισης της διαφορετικής προσωπικότητας του καθενός. Ο καθένας να μπορεί ελεύθερα να αποφασίζει για τη ζωή του.
- Δηλαδή το κράτος πρέπει να δρα με κύριο άξονα την κατοχύρωση, προάσπιση και ενδυνάμωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι ένα σύνολο (δεν μοιράζονται, δε παρέχονται μεμονωμένα, δε παρέχονται σε συγκεκριμένες ομάδες) και θέτουν τα ίδια τα όρια στο κάθε άτομο σε σχέση με τα υπόλοιπα με τα οποία συμβιώνει.
5. Και οι μηχανισμοί που εδραιώνουν αυτή την ελευθερία είναι συλλογικοί και κυρίως δημοκρατικοί. Είναι μια δημοκρατία που δεν επιβάλλει μόνο τις απόψεις της πλειοψηφίας, αλλά δίνει θέση, λαμβάνει υπόψη της τη διαφωνία, τη μειοψηφία. Όσοι διαφοροποιούνται δεν είναι μόνο σίγουροι ότι μπορούν ελεύθερα να εκφράσουν τη διαφωνία τους, αλλά στο τελικό αποτέλεσμα θα υπάρχει και ένα κομμάτι της διαφωνίας τους, το τελικό αποτέλεσμα δε θα τους παραβλέπει απαξιωτικά ούτε και θα τους προσβάλει.
Οι σχέσεις πολιτών και νόμου
Το πλαίσιο:
Ο νόμος είναι αναγκαίος: Για να ικανοποιήσει το άτομο τις βασικές του ανάγκες επιβάλλεται να οργανωθεί και να συμβιώσει με άλλα άτομα. Η βοήθεια και η προστασία που προσφέρουν το ένα στο άλλο είναι οι δεσμοί που συνέχουν το κοινωνικό σύνολο. Η ένωση των πολιτών πραγματώνεται με την ωφέλεια που προσφέρει ο ένας στον άλλο, ανάλογα με της ικανότητές του. Η αλληλεγγύη είναι βασική προϋπόθεση (αλλά όχι βέβαια και επαρκής) για να επιβιώσει μια ομάδα.
Η αναγκαιότητα της αρμονίας/αρμονικότητας στην Πολιτεία: Στην Πολιτεία οι σχέσεις ανάμεσα στους πολίτες είναι αρμονικές, δηλαδή οι πολίτες είναι ενωμένοι μεταξύ τους, έστω και αν χρειαστεί αυτό να επιβληθεί όχι μόνο με την πειθώ, αλλά και με τον εξαναγκασμό.
Η αναγκαιότητα της δικαιοσύνης: Η Πολιτεία του Πλάτωνα έχει τέσσερα βασικά χαρακτηριστικά: σοφία, ανδρεία, σωφροσύνη (αυτοκυριαρχία, νομιμοφροσύνη), δικαιοσύνη.
Δίκαιη πολιτεία = κάθε στοιχείο εκπληρώνει το έργο που του έχει ανατεθεί.
Οπότε ο νόμος:
- Αναζητά τους τρόπους που θα ευτυχήσουν όλες οι κοινωνικές ομάδες
- Επιδιώκει να κρατήσει ενωμένους τους πολίτες με την πειθώ και τον εξαναγκασμό.
- Ενεργεί έτσι ώστε ο κάθε πολίτης να προσφέρει την ωφέλειά του στο κοινωνικό σύνολο.
- Περιορίζει την ασυδοσία.
- Οργανώνει τους πολίτες έτσι ώστε να επιτυγχάνεται και να διατηρείται η ενότητα στην πόλη.
Στο απόσπασμα αυτό ο νόμος προσωποποιείται. Στόχος του Πλάτωνα να δώσει έμφαση στο ρόλο του νόμου μέσα στην Πολιτεία και να κάνει το κείμενό του πιο ζωντανό, πιο εναργές, πιο άμεσο.
Οι φράσεις που δείχνουν αυτό είναι κυρίως ρηματικοί τύποι:
- νόμῳ οὐ τοῦτο μέλει
- μηχανᾶται
- 3. συναρμόττων τοὺς πολίτας πειθοῖ τε καὶ ἀνάγκῃ
- ποιῶν μεταδιδόναι
- καὶ αὐτὸς ἐμποιῶν τοιούτους ἄνδρας ἐν τῇ πόλει
- οὐχ ἵνα ἀφιῇ
- ἀλλ’ ἵνα καταχρῆται αὐτὸς
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



