Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2012

Πλάτωνα «Πολιτεία» Ε11-Ε13
Η αλληγορία του σπηλαίου
Σχόλια

Πλάτωνας, Πολιτεία, Αποσπάσματα 514a-515a, 519b-520a:

Μετάφραση

Ε 11 - [514a-515a] Ύστερα από αυτά λοιπόν, είπα, παρομοίασε τη δικής μας (την ανθρώπινη) φύση, σχετικά με την παιδεία και την απαιδευσία, με την ακόλουθη εικόνα. Φαντάσου δηλαδή [κάποιους] ανθρώπους τάχα μέσα σ’ έναν υπόγειο τόπο διαβίωσης (σ’ ένα υπόγειο χώρο) όμοιο με σπηλιά, που έχει την είσοδό του ανοιχτή προς το φως σ’ όλη το πλάτος της σπηλιάς, να βρίσκονται μέσα σ’ αυτόν από παιδιά αλυσοδεμένοι και στα πόδια και στους αυχένες (στο λαιμό), ώστε και να μένουν οι ίδιοι [ακίνητοι] και να βλέπουν μόνο μπροστά τους, και να μην μπορούν να στρέφουν τα κεφάλια τους κυκλικά (γύρω γύρω) εξαιτίας των δεσμών· [φαντάσου] επίσης να φέγγει γι’ αυτούς από ψηλά και από μακριά μια λάμψη από φωτιά που καίει πίσω τους, και ανάμεσα στη φωτιά και τους δεσμώτες πάνω στην επιφάνεια της γης [να περνάει/να υπάρχει] δρόμος, δίπλα στον οποίο να υπάρχει ένα μακρύ τοιχάκι να είναι χτισμένο απέναντι του, όπως ακριβώς οι θαυματοποιοί στήνουν μπροστά από τους θεατές τους παραπετάσματα, πάνω από τα οποία (από τις οποίες) τους παρουσιάζουν τα τεχνάσματά τους.
— Το φαντάζομαι, είπε (ο Γλαύκων)
— Φαντάσου τώρα ανθρώπους να βαδίζουν παράλληλα με αυτό το τοιχάκι και να μεταφέρουν κατασκευάσματα κάθε είδους, που προεξέχουν από το τειχίο, και αγάλματα και άλλα ομοιώματα λίθινα (από πέτρα) και ξύλινα (από ξύλο) και από κάθε είδους υλικό κατασκευασμένα, άλλοι, όπως είναι φυσικό, [να τα μεταφέρουν] μιλώντας και άλλοι περνώντας ο ένας παράλληλα στον άλλο σιωπηλοί.
— Παράξενη εικόνα μάς παρουσιάζεις είπε (ο Γλαύκων) και παράξενους δεσμώτες.
— Όμοιους μ’ εμάς [παρουσιάζω], είπα εγώ. 
  
Ε 12 - [519b-d] Τι λοιπόν [πιστεύεις/λες]; Αυτό εδώ δεν είναι λογικό, είπα εγώ, και αναγκαίο συμπέρασμα με βάση τα προηγούμενα, πως δηλαδή ούτε οι απαίδευτοι κι όσοι δεν έχουν γνωρίσει την αλήθεια θα μπορούσαν ποτέ να κυβερνήσουν (να διοικήσουν) ικανοποιητικά (με ικανοποιητικό τρόπο) μια πόλη, ούτε εκείνοι που αφήνονται ελεύθεροι να απασχολούνται ως το τέλος της ζωής τους με την παιδεία, οι πρώτοι γιατί δεν έχουν στη ζωή τους ένα συγκεκριμένο σκοπό, τον οποίο έχοντας στόχο πρέπει να κάνουν ανεξαιρέτως όλα όσα τυχόν κάνουν και ιδιωτικά και δημόσια, και οι δεύτεροι επειδή δε θα αναμιχτούν στην πρακτική ζωή με τη θέλησή τους, γιατί νομίζουν ότι έχουν ήδη εγκατασταθεί στα νησιά των μακάρων ενώ είναι ακόμα ζωντανοί (ενώ ζουν ακόμα);
—Σωστά λες, είπε.
Λοιπόν, είπα εγώ, έργο μας είναι (δικό μας έργο είναι) εμείς οι ιδρυτές της πόλης (οι θεμελιωτές της πολιτείας) να εξαναγκάσουμε τα πιο ξεχωριστά πνεύματα να επιδοθούν στο μάθημα που προηγουμένως παραδεχτήκαμε πως είναι το ανώτερο, να δουν δηλαδή το αγαθό και να ανεβούν εκείνη την ανηφορική οδό, και, αφού ανεβούνε και χαρούνε (απολαύσουν) αρκετά το θέαμα, να μην τους επιτρέψουμε [να κάνουν] αυτό που τώρα τους επιτρέπεται [να κάνουν].
— Και πιο [τους επιτρέπεται];
Το να [επιτρέπεται σ’ αυτούς], είπα εγώ, να μένουν συνεχώς στον ίδιο τόπο και [το] να μη θέλουν να κατεβαίνουν πάλι κοντά σ’ εκείνους τους δεσμώτες ούτε να παίρνουν το μερίδιο τους από τους κόπους και τις τιμές που έχουν θεσπιστεί ανάμεσα σ’ εκείνους, είτε έχουν μικρότερη είτε έχουν μεγαλύτερη αξία.
Ε 13 -  [519d-520a] Και λοιπόν, είπε, θα αδικήσουμε αυτούς και θα τους κάνουμε να ζουν χειρότερα, ενώ υπάρχει η δυνατότητα να ζουν καλύτερα;
Ξέχασες πάλι, φίλε μου, είπα εγώ, ότι το νόμο δεν τον ενδιαφέρει αυτό, πως δηλαδή μέσα σε μια πόλη θα ευτυχήσει στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό μια μόνο κοινωνική ομάδα, αλλά ψάχνει να βρει τρόπο να γίνει αυτό για όλη την πόλη, ενώνοντας αρμονικά τους πολίτες και με την πειθώ και με τη βία και κάνοντάς τους να μοιράζονται μεταξύ τους την ωφέλεια, που ο καθένας τους μπορεί να προσφέρει στο κοινό, και ο ίδιος διαμορφώνοντας τέτοιους πολίτες στην πόλη, όχι για να αφήνει να κατευθύνεται όπου θέλει ο καθένας (να αφήνει τον καθένα να κατευθύνεται όπου θέλει), αλλά για να τους χρησιμοποιεί αυτός για να ενώνει σ’ ένα σώμα την πόλη (για να φυλάσσει την πόλη ενωμένη).
— Αληθινά λες, είπε [ο Γλαύκωνας], γιατί πραγματικά τα λησμόνησα.
Σκέψου, λοιπόν, Γλαύκωνα, είπα, ότι δε θα αδικήσουμε αυτούς που γίνονται φιλόσοφοι στην πόλη μας, αλλά θα τους πούμε δίκαια πράγματα, αν τους πείθουμε με επιχειρήματα να φροντίζουν για τους άλλους και να τους φυλάνε. 

Σχόλια στην Πολιτεία του Πλάτωνα

Πλάτωνας, Πολιτεία, Ενότητα 11:

Η αλληγορία του σπηλαίου
Αλληγορία: Πρόκειται για μια συνεχή μεταφορά, μια παραβολή. Η αλληγορία παρέχει σαφείς ενδείξεις του αυθεντικού της νοήματος, που ο ίδιος ο συγγραφέας μας δίνει το κλειδί να το διερμηνεύσουμε και μας δείχνει για καθεμιά γενική ιδέα ποιο είναι το συγκεκριμένο σύμβολο που την εκφράζει.

ἀπείκασον τοιούτῳ πάθει τὴν ἡμετέραν φύσιν παιδείας τε πέρι καὶ ἀπαιδευσίας:
α) ἀπεικάζω = εκφράζω, παριστάνω με μια εικόνα, με μια παραβολή ή κάνω σύγκριση με κάτι.
ἀπεικάζω τι τινι = απεικονίζω κάτι μέσα (ή πάνω) σε κάτι άλλο, παρομοιάζω κάτι με κάτι άλλο.         
β) αναστροφή της εμπρόθετης έκφρασης (παιδείας τε πέρι) με ταυτόχρονο αναβιβασμό του τόνου της πρόθεσης. Λεκτικό φαινόμενο που προσιδιάζει στην επισημότητα της περιγραφής σε ύφος τραγικό.
Με αυτή τη φράση μας εισάγει ο Πλάτωνας στην ανάπτυξη του θέματός του. Οι μόνοι που μπορούν να οδηγήσουν το πλοίο της Πολιτείας με ασφάλεια είναι οι φιλόσοφοι. Οι φιλόσοφοι, ως άνθρωποι του πνεύματος, είναι όμως κατάλληλοι για τα πρακτικά προβλήματα της ζωής; Δεν είναι απορροφημένοι από τις θεωρητικές τους αναζητήσεις, δεν είναι υπεροπτικοί και μερικές φορές αδέξιοι στο χειρισμό πρακτικών ζητημάτων; Την απάντηση σ’ αυτά τα ερωτήματα επιχειρεί να δώσει με την αλληγορία του σπηλαίου.

Η αλληγορία του σπηλαίου έχει τρεις στόχους:
·     να δείξει την επίδραση που ασκεί η παιδεία στην ανθρώπινη φύση
·     να δείξει την υποχρέωση που έχουν οι φιλόσοφοι να φωτίσουν τους συνανθρώπους τους
·     να δείξει την αντίθεση ανάμεσα στον κόσμο των αισθήσεων (υλικός κόσμος) και στον κόσμο της νόησης (κόσμος των Ιδεών).

ἐν καταγείῳ οἰκήσει σπηλαιώδει:
οι αρχαίοι ήταν αρκετά εξοικειωμένοι με τα σπήλαια. Η υποβλητική και ζωηρή περιγραφή του σπηλαίου από τον Πλάτωνα υποδηλώνει ενδεχομένως προσωπική του βιωματική εμπειρία.
Έχουν διασωθεί σπήλαια που ήταν πανάρχαιοι τόποι λατρείας, και ορισμένα από αυτά έχουν ανασκαφεί. Από τα πιο γνωστά είναι το Ιδαίο άντρο ή σπήλαιο της Ίδης, σε υψόμετρο 1538 μ. στον Ψηλορείτη, όπου –σύμφωνα με όσα πίστευαν οι αρχαίοι- είχε γεννηθεί και είχε ανατραφεί ως νήπιο ο Δίας. Σ’ αυτό οι ανασκαφές έφεραν στο φως βωμό και σωρούς τέφρας, ευρήματα που μας επιτρέπουν να θεωρήσουμε ότι ήταν τόπος μυστηριακής λατρείας. Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι οι διαστάσεις του σπηλαίου της Ίδης και τα χαρακτηριστικά του ανταποκρίνονται πάρα πολύ καλά στην πλατωνική περιγραφή: το άνοιγμά του είναι διάπλατο (πλάτος 27 μ. και ύψος 9,5 μ.), από το οποίο περνάει το φως ως το βάθος του σπηλαίου, και υπάρχει πρόσβαση στο εσωτερικό του από μια κατηφορική επιφάνεια με απότομη κλίση.
Άλλοι παραλληλίζουν την πλατωνική περιγραφή με τα χαρακτηριστικά του σπηλαίου στη Βάρη.
Επίσης πρέπει να αναφερθούμε στην περίπτωση του Επιμενίδη, ο οποίος, σύμφωνα με την παράδοση, κοιμήθηκε για πολλά χρόνια σε μια σπηλιά (πολλοί την ταυτίζουν με το Δικταίο άντρο, που βρίσκεται στην Κρήτη και είναι και αυτό αφιερωμένο στο Δία) ὕπνῳ βαθεῖ κατά τη διάρκεια του οποίου είδε όραμα ότι συνομιλούσε με τους θεούς και συνδιαλέχτηκε απευθείας με την Αλήθεια και τη Δίκη–δικαιοσύνη, που είναι «λόγοι των θεών».

πρόσθεν μόνον ὁρᾶν, κύκλῳ δὲ τὰς κεφαλὰς ὑπὸ τοῦ δεσμοῦ ἀδυνάτους περιάγειν, φῶς δὲ αὐτοῖς πυρὸς ἄνωθεν καὶ πόρρωθεν καόμενον ὄπισθεν αὐτῶν, μεταξὺ δὲ τοῦ πυρὸς καὶ τῶν δεσμωτῶν ἐπάνω ὁδόν:
α) μπαίνοντας στο σπήλαιο κοιτάζει κανείς μπροστά του και βλέπει το βάθος της σπηλιάς. Σ’ αυτή τη στάση ήταν δεμένοι οι δεσμώτες/κατάδικοι του σπηλαίου, ώστε να βλέπουν μόνο μπροστά, δηλαδή το βάθος της σπηλιάς. Η είσοδος του σπηλαίου βρισκόταν πίσω τους, της είχαν γυρισμένη την πλάτη τους. Και αν ήθελαν να γυρίσουν το κορμί τους και να κοιτάξουν πίσω τους, προς την είσοδο της σπηλιάς, δεν μπορούσαν να το κάνουν, γιατί ήταν πιασμένοι με δεσμά και από το λαιμό με τέτοιο τρόπο ώστε να μην μπορούν να γυρίσουν μήτε το κεφάλι τους μήτε το κορμί τους.
β) το σπήλαιο δεχόταν ένα φως από μια φωτιά μη ορατή στους δεσμώτες. Τους φώτιζε από πίσω, έπεφτε από ψηλά και έφτανε μέχρι το βάθος του σπηλαίου. Η λάμψη αυτή ερχόταν από αρκετή απόσταση, καθώς υπήρχε και ένας δρόμος ανάμεσα στη φωτεινή πηγή και στην είσοδο του σπηλαίου.
Ο Πλάτωνας θεωρεί ότι υπάρχουν δύο κόσμοι: ο ορατός (αισθητός) κόσμος στον οποίο κυριαρχεί η εικασία και η πίστη (ατελείς μορφές γνώσης) και ο νοητός κόσμος των Ιδεών στον οποίο κυριαρχεί η διάνοια – νους (ανώτερες μορφές γνώσης). Ο ένας ο ορατός κόσμος του σπηλαίου και ο άλλος είναι ο κόσμος των Ιδεών.

     Τα δεσμά καθηλώνουν τους ανθρώπους σ’ ένα σημείο ώστε να βλέπουν τις εικόνες των πραγμάτων και επιπλέον να πιστεύουν ότι αυτές είναι η μόνη αλήθεια. Αγνοούν την αλήθεια, αλλά δεν έχουν επίγνωση της άγνοιάς τους.
     Οι σκιές των αντικειμένων είναι τα απεικάσματα των όντων που βρίσκονται στον κόσμο των Ιδεών. Οι σκιές των αντικειμένων που βλέπουν θεωρούν ότι είναι τα αληθινά αντικείμενα.
     Τα δεσμά είναι τα εμπόδια που συναντά ο άνθρωπος και τον εμποδίζουν από τη θέαση του αγαθού. Είναι τα πάθη, οι προκαταλήψεις, οι ψευδαισθήσεις, η λάθος παιδεία, που απομακρύνουν τους ανθρώπους από τη θέαση του αγαθού.
     Η «κοινωνία» του σπηλαίου είναι μια κοινωνία ανισότητας, όπου δεν υπάρχει δικαιοσύνη και αξιοκρατία.

παρ’ ἣν ἰδὲ τειχίον παρῳκοδομημένον, ὥσπερ τοῖς θαυματοποιοῖς πρὸ τῶν ἀνθρώπων πρόκειται τὰ παραφράγματα, ὑπὲρ ὧν τὰ θαύματα δεικνύασιν:
τοίχος όχι ψηλός, ίσος περίπου με το ανάστημα ενός ανθρώπου. Ο Πλάτωνας το παρομοιάζει με σκηνικό προκάλυμμα, σαν αυτά που τοποθετούσαν σε παραστάσεις λαϊκών θεαμάτων, για να δημιουργούν αυτοσχέδια παρασκήνια.
ζῷα: ζῷον: α) πλάσμα που έχει ζωή, β) ζωγραφιά, γ) ζωγραφικό ή γλυπτό ομοίωμα ζῳγραφία (ζωγραφιά), ζῳγραφῶ, ζῳγραφικός, ζῳγράφος <  ὁ ζῷα γράφων
Τα ορατά πράγματα είναι προσιτά μόνο με την όραση. Αλλά, για να μπορέσει η όραση να συλλάβει το αντικείμενο, χρειάζεται έναν τρίτο μεσάζοντα, που να μεσολαβεί μεταξύ ματιού και αντικειμένου. Αυτό το τρίτο είναι το φως του ήλιου. Κατ’ αναλογία ο ήλιος που δείχνει στην ψυχή τη δυνατότητα να βλέπει τον κόσμο του νοητού είναι το αγαθόν. Έτσι η έννοια του αγαθού ξεπερνάει τις άλλες ιδέες και τοποθετείται επέκεινα της ουσίας.
Το «αγαθόν» αντιτάσσεται στην υλιστική-δυναμική αντίληψη της ιωνικής φιλοσοφίας. Με την ιδέα του αγαθού η Επιστήμη και οι ιδέες μπαίνουν σε μια ιεραρχική τάξη, αξιολογούνται σύμφωνα με ηθικά κριτήρια και είναι αναγκαίες στο πολιτικό οικοδόμημα της Πολιτείας.
Η πορεία της γνώσης από τα ορώμενα (δόξα) στα νοούμενα (νόησις) δίνεται με τη μορφή μιας ευθείας χωρισμένης σε δύο άνισα τμήματα. Ο κόσμος των ορωμένων χωρίζεται σε εικόνες και ορατά. Τα νοούμενα περιλαμβάνουν γενικές έννοιες, τον καθαρό λόγο και την ιδέα του αγαθού.

από suumquique-suumquique

Δεν υπάρχουν σχόλια: